Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Παρετυμολογίες
Συγγραφέας: Βιλλιώτης Γεώργιος
Κατηγορία:Γλωσσικά Θέματα
Θέμα: Ἄνθρωπος, Ἄνδρας
Πηγή/Έκδοση:enromiosini.gr
Χρ.Έκδοσης:2018
Ἐννόημα
! Τὸ ρῆμα θρώσκω εἶναι ὑπαρκτὸ ρῆμα καὶ σημαίνει πηδῶ καὶ ὄχι βλέπω. Πιθανὸν ἡ παρετυμολογία νὰ ἔχη τὶς ρίζες της στὸν Κρατύλο τοῦ Πλάτωνος.
 
! Στὸ ἀπόσπασμα ὁ Σωκράτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος «ἀναθρεῖ» (στοχάζεται) ἃ (αὐτά τὰ ὁποῖα) ὄπωπε (ἔχει δῆ) ἐν ἀντιθέσει μὲ τὰ ζῶα ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴ δυνατότητα: «σημαίνει τοῦτο τὸ ὄνομα ὁ «ἄνθρωπος» ὅτι τὰ μὲν ἄλλα θηρία ὧν ὁρᾷ οὐδὲν ἐπισκοπεῖ οὐδὲ ἀναλογίζεται οὐδὲ ἀναθρεῖ, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἅμα ἑώρακεν—τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ «ὄπωπε» —καὶ ἀναθρεῖ καὶ λογίζεται τοῦτο ὃ ὄπωπεν. ἐντεῦθεν δὴ μόνον τῶν θηρίων ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος» ὠνομάσθη, ἀναθρῶν ἃ ὄπωπε (Κρατύλος, 399c).
 
! Ὁ ἄνθρωπος προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀνήρ καὶ τὸ ὤψ (μάτι, ὄψη, πρόσωπο). Συνεπῶς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴν ὄψη τοῦ ἄνδρα. Ἡ ὤψ (ἀπὸ τὸ «ὄψομαι») ἀπαντᾶται στὸν Ὅμηρο: «ἀλλά, θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν», ἡ Ἑλένη εἶναι στὸ πρόσωπο ὅμοια μὲ τὶς ἀθάνατες θεές.
 
! Ἡ λ. ἀνήρ ἔδωσε λαβὴ στὸν σχηματισμὸ πλήθους συνθέτων τῆς Ἀρχαίας μὲ α’ συνθετικό τὸ ἀνδρο- καὶ β΄ συνθετικὸ τὸ -ανδρός. Ἰδιαιτέρως παραγωγικὴ ὑπῆρξε ἡ λέξη στὸν σχηματισμὸ κυρίων ὀνομάτων τῆς Ἀρχαίας, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα: ἀνδρεῖος, ἀνδρίζω, ἀνδρικός, ἀνδραγαθία, ἀνδρόγυνο(-ς), ἀνδρογυναίκα, ἀνδροχωρίστρα, Ἀνδροκλῆς, Άνδροκλος, ἀλέξανδρος, ἀπείρανδρος, αὔτανδρος.
 
Παρετυμολογίες
Βιλλιώτης Γεώργιος



Παρετυμολογία εἶναι ἡ ἐσφαλμένη ἐτυμολογία μιᾶς λέξεως. Ἐπειδὴ ἡ ἐτυμολογία τῶν λέξεων εἶναι δέλεαρ γιὰ τοὺς ὁμιλητές, συχνὰ ἐτυμολογοῦν τὶς λέξεις σύμφωνα μὲ τὶς προσωπικές τους ἀντιλήψεις.

Ἡ πιὸ «διάσημη» παρετυμολογία εἶναι ἡ προέλευση τῆς λέξεως ἄνθρωπος ποὺ δῆθεν προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐπίρρημα ἄνω καὶ τὸ ρῆμα θρώσκω καὶ τάχα σημαίνει «αὐτὸς ποὺ βλέπει πρὸς τὰ πάνω». Τὸ ρῆμα θρώσκω εἶναι ὑπαρκτὸ ρῆμα καὶ σημαίνει πηδῶ καὶ ὄχι βλέπω.

Πιθανὸν ἡ παρετυμολογία νὰ ἔχη τὶς ρίζες της στὸν Κρατύλο τοῦ Πλάτωνος. Στὸ ἀπόσπασμα ποὺ παραθέτουμε παρακατιόντες ὁ Σωκράτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος «ἀναθρεῖ» (στοχάζεται) ἃ (αὐτά τὰ ὁποῖα) ὄπωπε (ἔχει δῆ) ἐν ἀντιθέσει μὲ τὰ ζῶα ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴ δυνατότητα: «σημαίνει τοῦτο τὸ ὄνομα ὁ «ἄνθρωπος» ὅτι τὰ μὲν ἄλλα θηρία ὧν ὁρᾷ οὐδὲν ἐπισκοπεῖ οὐδὲ ἀναλογίζεται οὐδὲ ἀναθρεῖ, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἅμα ἑώρακεν—τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ «ὄπωπε» —καὶ ἀναθρεῖ καὶ λογίζεται τοῦτο ὃ ὄπωπεν. ἐντεῦθεν δὴ μόνον τῶν θηρίων ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος» ὠνομάσθη, ἀναθρῶν ἃ ὄπωπε (Κρατύλος, 399c).

Προφανῶς ἡ ἐτυμολόγηση αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐξυπηρετῆ τὸν φιλοσοφικό του στοχασμό, δὲν ἀνταποκρίνεται ὅμως στὴν πραγματικότητα.

Ὁ ἄνθρωπος προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀνήρ καὶ τὸ ὤψ (μάτι, ὄψη, πρόσωπο). Συνεπῶς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴν ὄψη τοῦ ἄνδρα. Ἡ ὤψ (ἀπὸ τὸ «ὄψομαι») ἀπαντᾶται στὸν Ὅμηρο: «ἀλλά, θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν», ἡ Ἑλένη εἶναι στὸ πρόσωπο ὅμοια μὲ τὶς ἀθάνατες θεές. Σήμερα τὴ βρίσκουμε ὡς β΄ συνθετικὸ στὸ πρόσωπο καὶ τὸ μέτωπο.

Ὁ ἀνὴρ ἐκτὸς ἀπὸ ἄνδρας σημαίνει καὶ ἄνθρωπος: ὁ Δίας ἦταν «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε». Ἡ λ. ἀνήρ ἔδωσε λαβὴ στὸν σχηματισμὸ πλήθους συνθέτων τῆς Ἀρχαίας μὲ α’ συνθετικό τὸ ἀνδρο- καὶ β΄ συνθετικὸ τὸ -ανδρός.

Ἰδιαιτέρως παραγωγικὴ ὑπῆρξε ἡ λέξη στὸν σχηματισμὸ κυρίων ὀνομάτων τῆς Ἀρχαίας, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα: ἀνδρεῖος, ἀνδρίζω, ἀνδρικός, ἀνδραγαθία, ἀνδρόγυνο(-ς), ἀνδρογυναίκα, ἀνδροχωρίστρα, Ἀνδροκλῆς, Άνδροκλος, ἀλέξανδρος, ἀπείρανδρος, αὔτανδρος.

Νὰ σημειωθῆ τέλος ὅτι ἡ λέξη ἄνθρωπος ἔχει καὶ θηλυκὸ γένος στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά.






 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.