Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ἔγκωμη
Συγγραφέας: Σεφέρης Γιῶργος
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Κόσμος, Ψυχή, Τοπίο
Πηγή/Έκδοση:Ποιήματα, ἐκδόσεις Ἴκαρος
Χρ.Έκδοσης:1977
Ἐννόημα
! Ὅτι ὑπάρχουν τόποι ὅπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ πεθάνουν.
 
! Ἦταν μιὰ πολιτεία παλιά· τειχιὰ δρόμοι καὶ σπίτια/ξεχώριζαν σὰν πετρωμένοι μυῶνες κυκλώπων,/ἡ ἀνατομία μιᾶς ξοδεμένης δύναμης κάτω ἀπ᾿ τὸ μάτι/τοῦ ἀρχαιολόγου τοῦ ναρκοδότη ἢ τοῦ χειρούργου.
 
Ἔγκωμη
Σεφέρης Γιῶργος
 



Ἦταν πλατὺς ὁ κάμπος καὶ στρωτός· ἀπὸ μακριὰ φαινόνταν

τὸ γύρισμα χεριῶν ποὺ σκάβαν.

Στὸν οὐρανὸ τὰ σύννεφα πολλὲς καμπύλες, κάπου-κάπου

μιὰ σάλπιγγα χρυσὴ καὶ ρόδινη· τὸ δείλι.

Στὸ λιγοστὸ χορτάρι καὶ στ᾿ ἀγκάθια τριγυρίζαν

ψιλὲς ἀποβροχάρισσες ἀνάσες· θά ῾χε βρέξει

πέρα στὶς ἄκρες τὰ βουνὰ ποὺ ἔπαιρναν χρῶμα.



Κι ἐγὼ προχώρεσα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δουλεῦαν,

γυναῖκες κι ἄντρες μὲ τ᾿ ἀξίνια σὲ χαντάκια.

Ἦταν μιὰ πολιτεία παλιά· τειχιὰ δρόμοι καὶ σπίτια

ξεχώριζαν σὰν πετρωμένοι μυῶνες κυκλώπων,

ἡ ἀνατομία μιᾶς ξοδεμένης δύναμης κάτω ἀπ᾿ τὸ μάτι

τοῦ ἀρχαιολόγου τοῦ ναρκοδότη ἢ τοῦ χειρούργου.

Φαντάσματα καὶ ὑφάσματα, χλιδὴ καὶ χείλια, χωνεμένα

καὶ τὰ παραπετάσματα τοῦ πόνου διάπλατα ἀνοιχτά

ἀφήνοντας νὰ φαίνεται γυμνὸς κι ἀδιάφορος ὁ τάφος.



Κι ἀνάβλεψα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δουλεῦαν

τοὺς τεντωμένους ὤμους καὶ τὰ μπράτσα ποὺ χτυποῦσαν

μ᾿ ἕνα ρυθμὸ βαρὺ καὶ γρήγορο τούτη τὴ νέκρα

σὰ νὰ περνοῦσε στὰ χαλάσματα ὁ τροχὸς τῆς μοίρας.



Ἄξαφνα περπατοῦσα καὶ δὲν περπατοῦσα

κοίταζα τὰ πετούμενα πουλιά, κι ἦταν μαρμαρωμένα

κοίταζα τὸν αἰθέρα τ᾿ οὐρανοῦ, κι ἤτανε θαμπωμένος

κοίταζα τὰ κορμιὰ ποὺ πολεμοῦσαν, κι εἶχαν μείνει

κι᾿ ἀνάμεσό τους ἕνα πρόσωπο τὸ φῶς ν᾿ ἀνηφορίζει.

Τὰ μαλλιὰ μαῦρα χύνουνταν στὴν τραχηλιά, τὰ φρύδια

εἴχανε τὸ φτερούγισμα τῆς χελιδόνας, τὰ ρουθούνια

καμαρωτὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ χείλια, καὶ τὸ σῶμα

ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο

μὲ τ᾿ ἄγουρα βυζιὰ τῆς ὁδηγήτρας,

χορὸς ἀκίνητος.



Κι ἐγὼ χαμήλωσα τὰ μάτια μου τριγύρω:

κορίτσια ζύμωναν, καὶ ζύμη δὲν ἀγγίζαν

γυναῖκες γνέθανε, τ᾿ ἀδράχτια δὲ γυρίζαν

ἀρνιὰ ποτίζουνταν, κι ἡ γλώσσα τους στεκόταν

πάνω ἀπὸ πράσινα νερὰ ποὺ ἔμοιαζαν κοιμισμένα

κι ὁ ζευγὰς ἔμενε μ᾿ ἀνάερη τὴ βουκέντρα.

Καὶ ξανακοίταξα τὸ σῶμα ἐκεῖνο ν᾿ ἀνεβαίνει·

εἴχανε μαζευτεῖ πολλοί, μερμήγκια,

καὶ τὴ χτυποῦσαν μὲ κοντάρια καὶ δὲν τὴ λαβῶναν.

Τώρα ἡ κοιλιά της ἔλαμπε σὰν τὸ φεγγάρι

καὶ πίστευα πὼς ὁ οὐρανὸς ἦταν ἡ μήτρα

ποὺ τὴν ἐγέννησε καὶ τὴν ξανάπαιρνε, μάνα καὶ βρέφος.

Τὰ πόδια της μεῖναν ἀκόμη μαρμαρένια

καὶ χάθηκαν· μιὰ ἀνάληψη.
                                                Ὁ κόσμος

ξαναγινόταν ὅπως ἦταν, ὁ δικός μας

μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ τὸ χῶμα.
                                                   Ἀρώματα ἀπὸ σκίνο

πῆραν νὰ ξεκινήσουν στὶς παλιὲς πλαγιὲς τῆς μνήμης

κόρφοι μέσα στὰ φύλλα, χείλια ὑγρά·

κι᾿ ὅλα στεγνῶσαν μονομιᾶς στὴν πλατωσιὰ τοῦ κάμπου

στῆς πέτρας τὴν ἀπόγνωση στὴ δύναμη τὴ φαγωμένη

στὸν ἄδειο τόπο μὲ τὸ λιγοστὸ χορτάρι καὶ τ᾿ ἀγκάθια

ὅπου γλιστροῦσε ξέγνοιαστο ἕνα φίδι,

ὅπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ πεθάνουν.


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.