Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Τὸ ὄνειρο τῆς Μαρίας
Συγγραφέας: Σολωµός Διονύσιος
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Θάνατος
Πηγή/Έκδοση:Ἅπαντα, τόμος Α΄, Ποιήματα, ἐκδ. Ἴκαρος
Χρ.Έκδοσης:1971
Ἐννόημα
! Μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια ἐνῶ σ’ ἐκείνη/Τὴν τρικυμιά, ποὺ μ’ ἄνοιξε τὸ μνῆμα,/Τινάζομαι μὲ βία, καὶ δὲ μ’ ἀφήνει/Νὰ βγάλω τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κύμα,/Βρίσκομαι ἡ ἔρμη ἀνάποδα στὴν κλίνη,/Ποὺ ἄλλες φορὲς τὴ ζέσταινε τὸ κρίμα,/Καὶ πικρότατα κλαίω πὼς εἶναι δίχως/Τὸ στεφάνι ποὺ μὄταξες ὁ τοῖχος.
 
Τὸ ὄνειρο τῆς Μαρίας
Σολωµός Διονύσιος
 


Τὸ ὄνειρο, τὸ ὁποῖο ἡ Μαρία διηγεῖται τοῦ Λάμπρου, προεικόνιζε, ὡς μᾶς διδάσκει μία σημείωση τοῦ Ποιητῆ, τὴν καταστροφὴ τοῦ ποιήματος· ἔμελλεν αὐτὴ καὶ ἡ θυγατέρα της νὰ τελειώσουν καταποντισμένες.



Μοῦ φαίνεται πὼς πάω καὶ ταξιδεύω

Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ’ ὄνειρό μου·

Μὲ τὸ κύμα, μὲ τς ἀνέμους παλεύω

Μοναχή, καὶ δὲν εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·

Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύω

Πάρεξ τὸν οὐρανὸ στὸν κίνδυνό μου·

Τονὲ τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχω

Πανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω.



Κι’ ὅ,τι τέτοια τοῦ λέω, μέσα μὲ θάρρος

Νὰ σου τὰ τρία τ’ ἀρσενικὰ πετιοῦνται·

Τοῦ καραβιοῦ τὰ ξύλα ἀπὸ τὸ βάρος

Τρίζουν τόσο ποὺ φαίνεται καὶ σκιοῦνται·

Τότε προβαίνει ἀφεύγατος ὁ χάρος,

Καὶ στριμωμένα αὐτὰ κρυφομιλιοῦνται,

Κι’ ἀφοῦ ἔχουν τὰ κρυφὰ λόγια ’πωμένα,

Λάμνουν μὲ κάτι κουπιὰ τσακισμένα.



M’ ἕνα πικρὸ χαμόγελο στὸ στόμα

Ἔρχεται ἡ κόρη ἐκεῖ καὶ μὲ σιμώνει·

Τῆς τυλίζει ἕνα σάβανο τὸ σῶμα,

Ποὺ στὸν ἀέρα ὁλόασπρο φουσκώνει·

Ἀλλὰ πλιὰ χλωμιασμένο εἶναι τὸ χρῶμα

Τοῦ χεριοῦ ποὺ ὀμπροστά μου ἀντισηκώνει,

Καὶ τῆς τρέμει, ὅπως τρέμει τὸ καλάμι,

Δείχνοντας τὸ σταυρὸ στὴν ἀπαλάμη.



Καὶ βλέπω ἀπ’ τὸ σταυρὸ καὶ βγαίνει αἷμα

Μαῦρο μαῦρο, καὶ τρέχει ὡσὰν τὴ βρύση·

Μοῦ δείχνει ἡ κόρη ἀνήσυχο τὸ βλέμμα,

Τάχα πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήση.

Ὅσο ἐκειὰ τὰ κουπιὰ σχίζουν τὸ ρέμα,

Τόσο τὸ κάνουν γύρω μου ν’ αὐξήση·

Συχνοφέγγει ἀστραπή, σχίζει τὸ σκότος,

Καὶ τῆς βροντῆς πολυβουΐζει ὁ κρότος.



Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,

Ποὺ στὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νἄσαι,

Καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,

Ποὺ μὴν ἀνοίξη ἡ κόλαση φοβᾶσαι·

Οἱ κουπηλάτες κατὰ μὲ γυρίζουν,

Βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε: Ἀνάθεμά σε.

Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,

Καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει.



Μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια ἐνῶ σ’ ἐκείνη

Τὴν τρικυμιά, ποὺ μ’ ἄνοιξε τὸ μνῆμα,

Τινάζομαι μὲ βία, καὶ δὲ μ’ ἀφήνει

Νὰ βγάλω τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κύμα,

Βρίσκομαι ἡ ἔρμη ἀνάποδα στὴν κλίνη,

Ποὺ ἄλλες φορὲς τὴ ζέσταινε τὸ κρίμα,

Καὶ πικρότατα κλαίω πὼς εἶναι δίχως

Τὸ στεφάνι ποὺ μὄταξες ὁ τοῖχος.



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.