Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφτασε μὲ δύναμη, βρίσκεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀφοῦ ἀποκατέστησε ξανὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσα ἀπὸ μιὰ νέα διάσταση ἀγάπης, τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐντὸς μας καὶ ἀνάμεσα μας. Τὰ πάντα βρίσκουν τὸ δρόμο τους στὶς καρδιὲς, στὸ νοῦ, στὴ ζωή, στὴ θέληση μας, κατακτώντας τὰ πάντα μέσα μας. Ἔτσι ὁ σαρκωμένος Θεὸς ἐργάζεται. Kατακτᾶ, καὶ θὰ κατακτᾶ.
 
! Ἀλλὰ ἄν εἴμαστε λαός Του, ἄν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καλούμαστε νὰ εἴμαστε ὄχι μόνο δεκτικοὶ τῆς χάριτος, ὄχι μόνο νὰ μᾶς κατακτήσει, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸ σκοπό Του. Εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευτεῖ, ἐπειδὴ Τὸν γνωρίζουμε, ἐπειδὴ Τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ «Πήγαινετε»· «θυσιαστεῖτε» καὶ νὰ πεθάνουμε· «Ζῆστε» καὶ νὰ ζήσουμε.
 
! Ὁ τεμαχισμένος ἄρτος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸ κοινὸ ποτήριο ἦταν εἰκόνα τοῦ αἵματός Του ποὺ χύθηκε γιὰ νὰ ἔχει ὁ κόσμος ζωή. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμαΤου, ἀντιπροσωπεύουν τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε σάρκα μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη τέλειας καὶ σταυρωμένης ἀδελφοσύνης γιὰ νὰ σωθεῖ ἴσως ἡ ἀνθρωπότητα. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
 
! Πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς λειτουργικῆς πράξης, ὑπάρχει τὸ ὑπαρξιακό στοιχεῖο, ὅλα ὅσα ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἅρτου καὶ ἡ συμμετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο. Καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσάρκωσης, ὅπου ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν πραγματικότητα μὲ ὅλον τὸν κόσμο, παίρνοντας στοὺς ὥμους Του τὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό Του ὄχι μόνο μὲ τὸ δημιούργημα Του, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐκπεσμένο πλάσμα Του καὶ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες καταστάσεις, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τὴ ζωή, μὲσα ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν διακονία, ὄχι σέ σχέση μὲ τὸ φυσικό θανάτο, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τὴ μόνη βασική τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας: τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ
 
! Ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἦταν ἡ ζωή, ὁ θάνατος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει δύναμη ἐπάνω Του, ἐπειδὴ λέει ὅτι ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν θὰ βρεῖ τίποτα σ’ Ἐκεῖνον ποὺ νὰ τοῦ ἀνῆκει. Ὁ θάνατος ποὺ ἦταν δῶρο στὴν ζωή Του, ποὺ τὸν ἀποδέκτηκε καὶ τὸν μοιράστηκε, Ἐκεῖνος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει. Ἀντιπροσωπεύει τὴ Σταύρωση, τὴ φυσικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀθάνατου ποὺ μοιράζεται τὸν θάνατο τοῦ πλάσματος Του, Ἐκεῖνος ποὺ ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, χάνοντας τὴν ἔννοια τῆς ἑνότητάς Του μὲ τὸν Πατέρα καὶ πεθαίνοντας χάριν τῆς ἑνότητας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἄρτου καὶ ἡ μετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο.
 
! Ἀντιμέτωπος μ’ ἕναν θάνατο ξένο πρὸς Αὐτὸν, μὲ μιὰ πράξη συμπόνοιας, μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τῆς λέξης, τῆς ἑνότητας ποὺ φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ταυτιστεῖ καὶ νὰ μπεῖ στὴ θέση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μποροῦμε ν΄ ἀντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα τὴ ζωή καὶ τὸ θάνατο – νὰ πεθάνουμε φυσικὰ, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ πεθάνουμε χάριν τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, μιᾶς ὁλοκληρωτικῆς ἀπάρνησης τῶν δικαιωμάτων μας χάριν τοῦ ἄλλου.
 
! Θυσία σημαίνει χύνω τὸ αἷμα μου καὶ ἀνήκω ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, σημαίνει νὰ μοιραζόμαστε τὴ ζωή Του ἐπειδὴ θὰ ἔχουμε μοιραστεῖ τὸν θάνατό Του στὴν καρδιὰ καὶ τὸ σῶμα μας.
 
! Ἔτσι ἄς θρηνήσουμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑνότητά μας δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ πλήρως, ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε ἀκόμα ὥριμοι ν’ ἀγαπήσουμε, δὲν εἴμαστε ὥριμοι νὰ καταλάβουμε. Ἀλλὰ ἄς χαροῦμε καὶ ἄς εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ χωριστοῦμε εἴτε ἀπὸ Αὐτὸν, εἴτε ἀπὸ κανέναν ἄλλον στὸ μυστήριο ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἅγια τραγικὲς καὶ νικηφόρες νικητήριες λέξεις, «Ποιεῖτε τοῦτο, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».
 
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
 



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Θὰ ἤθελα νὰ ἀρχίσω μ’ ἕνα μικρὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, κεφάλαια 21 καὶ 22: «Καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῶ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ΄ αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ’αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. Καὶ λέγει μοι· γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ εἰσι. Καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τῷ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν. Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα· ναὶ ἔρχομαι ταχύ. ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν».

Αὐτὴ εἶναι σπουδαία προσδοκία, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο προσδοκία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει, ἦλθε μέ δύναμη. Ἦλθε σὲ μέρη πολλά, σὲ πολλές καρδιὲς, σὲ πολλές οἰκογένειες, μ’ ἔναν σχεδὸν ἀνεπαίσθητο τρόπο, μυστικὰ ὅπως ἔρχεται ὁ κλέφτης στὰ μέσα τῆς νύχτας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφτασε μὲ δύναμη, βρίσκεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀφοῦ ἀποκατέστησε ξανὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσα ἀπὸ μιὰ νέα διάσταση ἀγάπης, τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐντὸς μας καὶ ἀνάμεσα μας. Τὰ πάντα βρίσκουν τὸ δρόμο τους στὶς καρδιὲς, στὸ νοῦ, στὴ ζωή, στὴ θέληση μας, κατακτώντας τὰ πάντα μέσα μας. Ἔτσι ὁ σαρκωμένος Θεὸς ἐργάζεται. Kατακτᾶ, καὶ θὰ κατακτᾶ.

Ἀλλὰ ἄν εἴμαστε λαός Του, ἄν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καλούμαστε ὄχι μόνο δεκτικοὶ τῆς χάριτος, ὄχι μόνο νὰ μᾶς κατακτήσει, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸ σκοπό Του. Εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευτεῖ, ἐπειδὴ Τὸν γνωρίζουμε, ἐπειδὴ Τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ «Πήγαινετε»· «θυσιαστεῖτε» καὶ νὰ πεθάνουμε· «Ζῆστε» καὶ νὰ ζήσουμε.

Καὶ στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς μας, ὑπάρχουν λόγια ποὺ ἀκούσαμε δυό φορές στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας σὲ δύο ἀκολουθίες: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Καὶ ὅταν αὐτὸ γίνεται στὸ πλαίσιο τῶν ἱερῶν μας Λειτουργιῶν, μέσα στὸ κομμάτιασμα τῆς ἱστορικῆς Χριστιανοσύνης, μὲ ὀδύνη συνειδητοποιοῦμε τὸν χωρισμὸ, ἐνῶ γνωρίζαμε τὴν συγγένεια μας. Ὑπάρχει ἕνα σημεῖο ὅπου μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀληθινοὺς λόγους, «Ποιεῖτε τοῦτο εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἀκόμα πιὸ κοντὰ ἀπ΄ ὅσο φανταζόμαστε, ἀκόμα κι ἄν δὲν μποροῦμε νὰ κόψουμε τὸν ἄρτο, οὔτε νὰ μοιραστοῦμε τὸ ἴδιο ποτήριο; Tολμῶ νὰ πῶ πὼς εἴμαστε πολὺ πιὸ κοντὰ.

Ὅταν λέμε αὐτὰ τὰ λόγια τὴν ὥρα τῆς κλάσης τοῦ ἄρτου, σκεφτόμαστε μὲ ὅρους λειτουργικοὺς· ξεχνᾶμε ὅτι στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο αὐτὰ τὰ λόγια καὶ αὐτὴ ἡ κίνηση ἀντιπροσώπευε κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕναν τύπο. Ὁ τεμαχισμένος ἄρτος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸ κοινὸ ποτήριο ἦταν εἰκόνα τοῦ αἵματός Του ποὺ χύθηκε γιὰ νὰ ἔχει ὁ κόσμος ζωή. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμαΤου, ἀντιπροσωπεύουν τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε σάρκα μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη τέλειας καὶ σταυρωμένης ἀδελφοσύνης γιὰ νὰ σωθεῖ ἴσως ἡ ἀνθρωπότητα. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς λειτουργικῆς πράξης, ὑπάρχει τὸ ὑπαρξιακό στοιχεῖο, ὅλα ὅσα ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἅρτου καὶ ἡ συμμετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο. Καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσάρκωσης, ὅπου ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν πραγματικότητα μὲ ὅλον τὸν κόσμο, παίρνοντας στοὺς ὥμους Του τὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό Του ὄχι μόνο μὲ τὸ δημιούργημα Του, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐκπεσμένο πλάσμα Του καὶ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες καταστάσεις, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τὴ ζωή, μὲσα ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν διακονία, ὄχι σέ σχέση μὲ τὸ φυσικό θανάτο, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τὴ μόνη βασική τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας: τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ - «Θεέ μου, Θεὲ μου, γιατὶ μ’ ἐγκατέλειψες;» - αὐτὴ ἡ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ ποὺ σκοτώνει καὶ ποὺ σκοτώνεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπινή Του φύση. Ἀντιπροσωπεύει αὐτὴν τὴν ἀλληλεγγύη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς ποὺ ἐκφράζεται στὴν ἀγωνία στὸν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, ὅπου ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο - ἕναν θάνατο ποὺ δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μ’ Ἐκεῖνον. Ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἦταν ἡ ζωή, ὁ θάνατος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει δύναμη ἐπάνω Του, ἐπειδὴ λέει ὅτι ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν θὰ βρεῖ τίποτα σ’ Ἐκεῖνον ποὺ νὰ τοῦ ἀνῆκει. Ὁ θάνατος ποὺ ἦταν δῶρο στὴν ζωή Του, ποὺ τὸν ἀποδέκτηκε καὶ τὸν μοιράστηκε, Ἐκεῖνος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει. Ἀντιπροσωπεύει τὴ Σταύρωση, τὴ φυσικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀθάνατου ποὺ μοιράζεται τὸν θάνατο τοῦ πλάσματος Του, Ἐκεῖνος ποὺ ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, χάνοντας τὴν ἔννοια τῆς ἑνότητάς Του μὲ τὸν Πατέρα καὶ πεθαίνοντας χάριν τῆς ἑνότητας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἄρτου καὶ ἡ μετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο.

Αὐτὸ πράγματι μποροῦμε νὰ κάνουμε εἰς ἀνάμνησίν Του, δίχως κανένα κομμάτιασμα στὸ ἱστορικὸ Χριστιανικὸ σῶμα. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ κάνουμε· μποροῦμε νὰ πάρουμε τὴν εὐθύνη αὐτοῦ τοῦ τραγικοῦ κόσμου καὶ νὰ σηκώσουμε στοὺς ὥμους μας σταυρικὰ τὶς ἁμαρτίες του. Μποροῦμε νὰ ταυτιστοῦμε μὲ τὸν θάνατο αὐτοῦ ποὺ πεθαίνει καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ πάσχοντος ἀνθρώπου, ὅπως ὁ Χριστὸς στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἀντιμέτωπος μ’ ἕναν θάνατο ξένο πρὸς Αὐτὸν, μὲ μιὰ πράξη συμπόνοιας, μὲ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τῆς λέξης, τῆς ἑνότητας ποὺ φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ταυτιστεῖ καὶ νὰ μπεῖ στὴ θέση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μποροῦμε ν΄ ἀντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα τὴ ζωή καὶ τὸ θάνατο – νὰ πεθάνουμε φυσικὰ, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ πεθάνουμε χάριν τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, μιᾶς ὁλοκληρωτικῆς ἀπάρνησης τῶν δικαιωμάτων μας χάριν τοῦ ἄλλου.

Καὶ ἀκοῦμε τὸν λόγο ποὺ ἀπευθύνεται σ’ ἐμᾶς: «Ποιεῖτε τοῦτο εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Ἀκόμα κι ἄν λειτουργικὰ δὲν μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο, μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε ἐξ ὁλοκλήρου αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσωπεύει καὶ νὰ εἴμαστε ἄρρηκτα δεμένοι στὸ μυστήριο τῆς πίστης. Τὸ Ἀρνίο τοῦ Θεοῦ μερίζεται καὶ μοιράζεται, ἄν καὶ πάντα μερίζεται, δὲν διαιρεῖται, ἀκοῦμε στὴν ὀρθόδοξη λειτουργία. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε πέρα ἀπὸ κάθε χωρισμό, μέσα ἀπὸ μιὰν τέτοια ἕνωση μὲ τὸν Χριστό σ’ ἕνα σῶμα ποὺ θυσιάζεται, στὸ αἷμα ποὺ χύνεται γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.

Πόσο ὑπέροχο νὰ τὸ ἀνακαλύψουμε αὐτό! Καὶ εἶναι πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ μιὰ λειτουργικὴ πράξη, διότι τὸ ἔργο τοῦ ἱερέα ἀποκτᾶ νόημα μέσα ἀπὸ τὴν προσφορὰ του καὶ ἡ παγκόσμια ἱερωσύνη σημαίνει προσφορὰ σὲ ψυχὴ καὶ σῶμα πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε - νὰ γίνουμε πράξη ποὺ νὰ συγκρίνεται καὶ ν’ ἀναγνωρίζεται μὲ τὴν πράξη τῆς θεϊκῆς ζωῆς, τῆς θεϊκῆς θυσίας. Θυσία σημαίνει χύνω τὸ αἷμα μου καὶ ἀνήκω ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, σημαίνει νὰ μοιραζόμαστε τὴ ζωή Του ἐπειδὴ θὰ ἔχουμε μοιραστεῖ τὸν θάνατό Του στὴν καρδιὰ καὶ τὸ σῶμα μας.

Ἔτσι ἄς θρηνήσουμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑνότητά μας δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ πλήρως, ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε ἀκόμα ὥριμοι ν’ ἀγαπήσουμε, δὲν εἴμαστε ὥριμοι νὰ καταλάβουμε. Ἀλλὰ ἄς χαροῦμε καὶ ἄς εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ χωριστοῦμε εἴτε ἀπὸ Αὐτὸν, εἴτε ἀπὸ κανέναν ἄλλον στὸ μυστήριο ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἅγια τραγικὲς καὶ νικηφόρες νικητήριες λέξεις, «Ποιεῖτε τοῦτο, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».

Ἄς προσευχηθοῦμε. Χριστέ, ποὺ ἕνωσες τοὺς Ἀποστόλους σὲ δεσμὰ ἀγάπης, μᾶς ἕνωσες κι ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀλλὰ πιστούς δούλους Σου, καὶ μᾶς ἕνωσες γιὰ πάντα μ’ Ἐσένα καὶ τὸν ἕνα μὲ τὸν ἄλλο. Δῶσε μας δύναμη καὶ ὑπομονὴ νὰ ἐκπληρώσουμε τὶς ἐντολὲς Σου καὶ ν’ ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὦ Χριστέ, Θεὲ μας, μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνας Θεὸς, ποὺ ζεῖ καὶ βασιλεύει σ’ ἕναν κόσμο δίχως τέλος. Ἀμήν.


Ἀπόδοση στὰ Νεοελληνικά: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο


THE KINGDOM OF GOD
1972


In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

I should like to begin with a short reading from the book of Revelation, chapters 21 and 22: «I heard a great voice from the throne saying, 'Behold, the dwelling of God is with men. He will dwell with them, and they shall be His people, and God Himself will be with them; He will wipe away every tear from their eyes, and death shall be no more, neither shall there be mourning nor crying, nor pain any more, for the former things have passed away.' And He who sat upon the throne said, 'Behold, I make all things new.' Also He said, 'Write this, for these words are truthworthy and true... He who conquers shall have this heritage, and I will be his God and he shall be my son...' 'I, Jesus, have sent my angel to you with this testimony for the churches. I am the root and the offspring of David, the bright morning star.' The Spirit and the Bride say, 'Come'. And let him who hears say 'Come'. And let him who is thirsty come, let him who desires take the water of life without price. ... He who testifies to these things says, 'Surely, I am coming soon.' Amen. Come, Lord Jesus! The grace of the Lord Jesus be with all the saints. Amen».

This is the great expectation, but this is not only expectation. The Kingdom of God which is to come has also come with power. He has come in many places, into many hearts, into many families, in an almost unnoticeable way, surreptitiously, like a thief at the dead of night. The Kingdom has come into human relationships with a new recognition of men, with a new dimension of love, the sacrificial love of the living God. So the Kingdom is within us, and the Kingdom is in our midst. All things are on their way into our hearts, into our minds, into our lives, into our will, conquering everything in us. So embodied God is at work. He conquers, and He shall conquer.

But if we are His own people, if we are the people of God, we are called not only to be the objects of salvation, not only to be the recipients of grace, not only to be conquered, but we have the privilege of being the elect of God, the chosen of God who may serve His purpose. We are the people of God whom He can trust because we know Him, because we worship Him in reverence and in faithfulness, to whom He can say «Go» and who shall go; «Die», and who shall die; «Live», and who shall live.

And at the heart of this mission of ours there are words which we have heard twice in the course of this week at two eucharistic celebrations: «Do this in remembrance of me». And doing this in the context of our Sacred Liturgies, in the dividedness of the historical Christendom, we have been painfully aware of separation while we were amazingly aware of closeness. Is there a point where within these very words, «Do this in remembrance of me», we can be even closer than we imagine, even if we do not break the bread together nor share the same cup? May I venture to say that I believe we are a great deal closer than we imagine.

When we apply these words to the bread broken and to the cup shared, we think in liturgical terms; and we forget that at the Last Supper these words and this gesture stood for more than an act of fellowship, more than for a ritual. The bread broken was an image of the Body of Christ broken for the salvation of the world. The cup shared was an image of the Blood of Christ spent for the life of the world. Both stood for divine love that has become incarnate in order to participate in all the tragedy of mankind in an act of perfect and crucifying solidarity that mankind may be saved. And this means all men, beginning with the faithful, as St. Paul says.

Beyond the boundaries of the liturgical action there is the existential doing, all the things for which the breaking of bread and the sharing of the cup stand. They stand for the act of Incarnation in which God unites Himself to man, and indeed to the whole cosmos, taking upon Himself all the destiny of mankind, identifying Himself not only with His creature but with His fallen creature, and all the conditions of man, not only to the point of life and preaching and ministering, not only to the point of physical death but to the point of sharing with men the only basic tragedy of mankind: the loss of God - «My God, my God, why hast Thou forsaken me?» - that loss of God which is the beginning of mortality, that loss of God that kills and that killed. The Son of God became the Son of Man in His humanity. They stand for that solidarity of God with us which is expressed in the anguish of the Garden of Gethsemane when Christ was facing death - a death which had nothing to do with Him because He was life, a death which could not be inflicted on Him because He says Himself that the prince of this world will find nothing in Him that belongs to him, a death which was a free gift of His life, a death which is all death accepted and shared by Him who could not die. They stand for the Crucifixion, the physical experience of the immortal sharing the death of His creature, of Him who was the Son of God, in an act of incredible solidarity, losing the sense of His oneness with the Father and dying of it. That is what this breaking of the bread and this sharing of the cup stand for.

This, indeed, we can do in remembrance of Him together, without any separateness, in the historical Christian body. This we can do; we can be incarnate, take on the flesh of this tragic world upon us, and carry its sin as a cross. We can identify with the death of the dying and the suffering of the sufferer, as Christ on the Mount of Olives facing an alien death in His own flesh in an act of compassion in the strongest sense of the word, of solidarity that goes to the point of identification and substitution. We can face together living and dying - dying physically, dying in health but also dying in that act of love which is a final, total, ultimate renunciation to all that is for the sake of the other.

And we hear the word addressed to us: «Do this in remembrance of me.» Even if we cannot share liturgically the bread and the wine, we can share fully and completely what it stands for and be inseparable in the mystery of faith. The Lamb of God is broken and distributed, which though ever broken, never is divided, says the Orthodox liturgy. This we can achieve beyond all separations through such union, oneness with Christ, in one body broken, in one blood shed for the salvation of the world.

How wonderful it is to discover this! And this is truly and actually a liturgical action because the priest is defined by the offering he brings, and all universal priesthood is defined by the offering we bring of our souls and our bodies, of ourselves and our lives, of those whom we love - to be an act comparable and identifiable, indeed, with this act of divine incarnation, of divine life, of divine sacrifice. Sacrifice means both shedding of blood and becoming wholly God's own, sharing His life because we will have shared His death in our hearts, in our bodies.
So let us both grieve at the fact that our unity cannot be expressed to the full because we are not yet mature in love, we are not mature in understanding. But let us rejoice and thank God that we cannot be separated either from Him or from one another in the mystery which is defined by these wholly tragic and victorious conquering liturgical words, «Do this in remembrance of me».

Let us pray.

Oh Christ, who didst bind Thy Apostles in a union of love, unite us likewise, Thy sinful but trusting servants, and bind us forever to thee and to one another. Give us bearing and strength to fulfil Thy commandments and truly to love one another. Oh Christ, our God, through the Father and the Holy Spirit, who livest and reignest, one God, world without end. Amen.


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     


Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ τὸ σύγχρονο μάνατζμεντ


.....Μία ἄλλη χρονιὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐργάτες καθαριότητας ἀρρώστησε... ὁ Νεκτάριος ἄρχισε νὰ καθαρίζει ὁ ἴδιος στὴ θέση του, φοβούμενος ὅτι θὰ ἀπολυθεῖ ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὸ συζητήθηκε πολὺ ἀνάμεσα στοὺς μαθητές... ὅλοι ἔτρεμαν πλέον μήπως καὶ τὸν στεναχωρέσουν, μήπως καὶ τοῦ προσθέσουν καὶ ἄλλο βάρος....