Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Οἱ Ἱστορικὲς Ἀντινομίες


Τὸ κύριο ἔργο τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἀναγγέλλει τὴν Καλὴ Ἀγγελία. Κάνοντάς το αὐτό, ἀναπόφευκτα προφέρει μιὰ κρίση γιὰ τὸν κόσμο. Τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι μιὰ κρίση καὶ μιὰ καταδίκη. Ἐπισύρει τὴν προσοχὴ στὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.

Ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν κόσμο ὑπάρχει ἀκραία ἔνταση, ἀντίθεση καὶ ἐναντιότητα, διότι τὸ Εὐαγγέλιο «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», εἶναι ἡ διακήρυξη ἑνὸς κόσμου ποὺ «πρόκειται νὰ ἔρθει». Ἡ Ἐκκλησία δίνει μαρτυρία γιὰ τὴ νέα αὐτὴ ζωή, ποὺ φανερώθηκε καὶ ἀποκαλύφθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος. Τὸ κάνει δὲ αὐτὸ ταυτόχρονα μὲ λόγο καὶ πράξη, διότι ἡ ἀληθινὴ ἀγγελία τοῦ εὐαγγελίου ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἐφαρμογὴ τῆς νέας ζωῆς, στὴν ἀπόδειξη τῆς πίστης μὲ τὰ ἔργα.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἕνωση ἱεροκηρύκων ἢ μιὰ ἐκπαιδευτικὴ ἑταιρεία, ἢ ἕναν ἱεραποστολικὸ κύκλο. Ἔργο της εἶναι ὄχι μόνο νὰ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς εἰσάγει (νὰ τοὺς μυεῖ) στὴ νέα αὐτὴ ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία δίνει μαρτυρία, διότι τὴν κατέχει αὐτὴ τὴ ζωή. Εἶναι πράγματι ἕνα ἱεραποστολικὸ σῶμα καὶ πεδίο δράσεώς της εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος.

Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ἱεραποστολικῆς της δραστηριότητας δὲν εἶναι νὰ μεταφέρει στοὺς ἀνθρώπους κάποιες πεποιθήσεις ἢ ἰδέες, οὔτε νὰ τοὺς ἐπιβάλλει μιὰ καθορισμένη πειθαρχία ἢ ἕνα κανόνα ζωῆς, ἀλλὰ πρὶν καὶ πάνω ἀπ' ὅλα νὰ τοὺς εἰσάγει στὴ νέα αὐτὴ πραγματικότητα, νὰ τοὺς μεταστρέφει, νὰ τοὺς ὁδηγεῖ μέσω τῆς πίστης καὶ τῆς μετάνοιας στὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ ὥστε νὰ γεννηθοῦν ἐκ νέου ἐν Αὐτῷ, «δι' ὕδατος καὶ Πνεύματος Ἁγίου». Ἔτσι ἡ διακονία τοῦ Λόγου ὁλοκληρώνεται στὴ διακονία τῶν μυστηρίων.

Ἡ «μεταστροφὴ» εἶναι ἕνα καινούργιο ξεκίνημα, ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀκολουθήσει μιὰ μακρὰ καὶ συνεχὴς πορεία. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ὀργανώνει τὴ νέα ζωὴ ὅσων μεταστράφηκαν. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει, ἂς ποῦμε, νὰ δείχνει τὸ νέο τύπο ὑπάρξεως, τὸ νέο τρόπο ζωῆς, τὸν τρόπο τοῦ «κόσμου ποὺ θὰ ἔρθει». Ὁ Θεὸς διεκδικεῖ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ Ἐκκλησία δίνει μαρτυρία γιὰ τὴν «ὁλοκληρωτικὴ» αὐτὴ διεκδίκηση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνα «καινούργιο δημιούργημα -καινὴ κτίσις». Γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του μιὰ σταθερὴ θέση μέσα στὰ ὅρια τοῦ «παλαιοῦ κόσμου». Μ' αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ χριστιανικὴ στάση εἶναι, θὰ λέγαμε, πάντοτε «ἐπαναστατικὴ» σὲ σχέση μὲ τὸ «παλαιὸ καθεστὼς» αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καθὼς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι «ἐν τῷ κόσμῳ» παρὰ σὲ διαρκῆ ἀντίθεση, ἔστω καὶ ἂν ζητάει μόνο τὴ μεταρρύθμιση ἢ τὴν ἀναγέννηση τῆς ὑπάρχουσας τάξης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ πρέπει νὰ εἶναι ριζοσπαστικὸ καὶ ὁλικό.

Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία εἶναι βαθιὰ ἀντινομικὰ κι αὐτὴ ἡ ἀντινομία ποτὲ δὲν θὰ ἐπιλυθεῖ καὶ δὲν θὰ ξεπεραστεῖ στὸ ἱστορικὸ ἐπίπεδο. Ἡ ἀντινομία αὐτὴ ἐκδηλώνεται στὸ πρακτικὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ὑποχρεοῦται νὰ ἀντιμετωπίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πορείας της μέσα στὴν ἱστορία: Ἡ Ἐκκλησία ἢ θὰ ὀργανωθεῖ σὰν μιὰ κοινωνία κλειστὴ καὶ «ὁλοκληρωτικὴ-αὐταρχική», προσπαθώντας νὰ ἱκανοποιήσει ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, τόσο τὶς «ἐγκόσμιες» ὅσο καὶ τὶς «πνευματικές», χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπ' ὄψιν τὴν ὑπάρχουσα τάξη καὶ χωρὶς νὰ θυσιάζει τίποτε στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, πράγμα ποὺ σημαίνει τέλειο χωρισμὸ ἀπὸ τὸν κόσμο, φυγὴ ἔξω ἀπ' αὐτὸν καὶ ριζικὴ ἄρνηση κάθε ἐξωτερικῆς ἐξουσίας, ἢ θὰ προσπαθήσει νὰ ἐκχριστιανίσει τὸν κόσμο βάζοντάς τον στοὺς κόλπους της, ὑποτάσσοντας ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τούτου τοῦ κόσμου στὸ χριστιανικὸ νόμο καὶ τὴ χριστιανικὴ ἐξουσία, γιὰ νὰ μεταρρυθμίσει καὶ ἀναδιοργανώσει τὴ ζωὴ τοῦ αἰῶνος τους σύμφωνα μὲ τὶς χριστιανικὲς ἀρχές, γιὰ νὰ χτίσει τὴ χριστιανικὴ πολιτεία.

Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουμε τὶς δύο αὐτὲς ἀντίθετες λύσεις: τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο καὶ τὴν οἰκοδόμηση τῆς χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ πρώτη ἐφαρμόστηκε κυρίως ἀπὸ τοὺς μοναχούς, γιατὶ ἕνα μοναστήρι δὲν εἶναι κοινωνία καθαρὰ θρησκευτική, ἀλλὰ μᾶλλον μιὰ πλήρης κοινότητα ποὺ διεκδικεῖ καὶ ὀργανώνει ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῶν μελῶν της. Μερικὲς φορὲς ὁ μοναχισμὸς ἐκκοσμικεύτηκε, κατὰ κανόνα ὅμως παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, μιὰ προσπάθεια χριστιανικοῦ μαξιμαλισμοῦ: μιὰ κοινωνία ἀνεξάρτητη, ἀντιτιθέμενη σὲ τοῦτο τὸν κόσμο (πρβλ. π.χ. τὴ «μοναστικὴ δημοκρατία» τοῦ Ἁγίου Ὅρους).

Ἡ δεύτερη λύση ὑπῆρξε πολὺ γενικότερη στὴν Ἐκκλησία, τόσο στὴν Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύση, μέχρις ὅτου ἦρθε ἡ στρατευμένη ἐκκοσμίκευση, ἂν καί, ἀκόμη καὶ στὶς μέρες μας, ἡ λύση αὐτὴ δὲν ἔχασε τὴν ἑλκυστικότητά της γιὰ τοὺς περισσότερους χριστιανούς. Οἱ θεοκρατικὲς αὐτοκρατορίες τῆς Ἀνατολῆς, τὸ Βυζάντιο καὶ ἡ μοσχοβίτικη Ρωσία, ἀποτελοῦν τὰ μεγάλα παραδείγματα αὐτῆς τῆς λύσης: κατ' ἀρχὴν ἐπιχείρησαν νὰ ἐκχριστιανίσουν ὁλόκληρη τὴ ζωή, νὰ πραγματοποιήσουν τὸ χριστιανικὸ ἰδεῶδες.

Ξέρουμε πολὺ καλὰ ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη λύση ἀποδείχθηκαν ἀτυχεῖς, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ πᾶνε ὅλοι στὴν ἔρημο, ὁ δὲ ἐκχριστιανισμὸς τῶν αὐτοκρατοριῶν ποτὲ δὲν ἔγινε παρὰ κατ' ὄνομα. Καθένα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ προγράμματα εἶναι ἀντιφατικὸ καθεαυτό. Τὸ πρῶτο φέρει μέσα του τὸν πειρασμό, ποὺ εἶναι ἐγγενὴς στὶς σέκτες (αἱρετικὲς ὁμάδες) - δηλαδὴ ὁ «καθολικὸς» χαρακτήρας τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος καὶ σκοποῦ ἐπισκιάζεται ἢ ἀκόμη καὶ ἀπορρίπτεται. (Λησμονοῦμε πολὺ συχνὰ τὸν προσωρινὸ χαρακτήρα τοῦ μοναχισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμολογοῦσε ὅτι τὰ μοναστήρια εἶναι ἀπαραίτητα, διότι ὁ κόσμος δὲν εἶναι χριστιανικός. Ἂς τὸν κάμουμε νὰ μεταστραφεῖ καὶ τότε θὰ δοῦμε ὅτι ἡ ἀνάγκη ἑνὸς μοναστικοῦ χωρισμοῦ θὰ ἐκλείψει.)


Ἐξ ἄλλου ὅλες οἱ ἀπόπειρες ἑνὸς ἄμεσου ἐκχριστιανισμοῦ τοῦ κόσμου, μὲ τὴ μορφὴ χριστιανικοῦ κράτους ἢ αὐτοκρατορίας, εἴτε παγκόσμιου (ὅπως ἦταν κατ' ἀρχὴν ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία), εἴτε ἐθνικοῦ (ὅπως ἡ Ρωσία, ἡ ὁποία ὅμως ἰσχυριζόταν ὅτι εἶναι ἡ «τρίτη Ρώμη», δηλαδὴ μιὰ παγκόσμια αὐτοκρατορία), ὁδήγησαν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία σὲ μιὰ λιγότερο ἢ περισσότερο ὀξεία ἐκκοσμίκευση.

Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἀτομιστικὴ θρησκεία ποὺ θὰ ἀσχολοῦνταν μόνον μὲ «τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς». Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ μιὰ κοινότητα, ὁ νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ τὴ συλλογικὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὶς δικές του ἀρχές. Αὐτὴ δὲ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίζεται σὲ τμήματα, τῶν ὁποίων μερικὰ θὰ μποροῦσαν νὰ διέπονται ἀπὸ ὁποιεσδήποτε ἄλλες ἑτερογενεῖς ἀρχές. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε δύο κυρίους, ἡ διπλὴ πιστότητα εἶναι μιὰ θλιβερὴ λύση.

Ἔχουν ἐπίσης ἐπιζητηθεῖ λύσεις μικτές, συμβιβασμοί: δηλαδή, ἢ μεταβάλαμε τὸ χριστιανισμὸ σὲ μιὰ ἁπλὴ ἀτομιστικὴ εὐσέβεια καὶ στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀναζητήσαμε παρὰ μόνο τὴν παρηγοριὰ -στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ Κράτος ποὺ χωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς πίστης ἐκφυλίζεται καὶ μεταβάλλεται σὲ ὀνειροπόλο εὐσεβισμό. Ἢ ἀκόμη θρυμματίζουμε τὴν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους, χωρίζουμε τὶς συμβουλὲς (consilia) ἀπὸ τὶς ἐντολὲς (praecepta). Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νομιμοποιοῦμε μιὰ διπλὴ ἠθική: τὴ μιὰ γιὰ τοὺς ἀσκητές, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν τελειότητα, καὶ τὴν ἄλλη γιὰ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ δὲν ἀποβλέπουν καθόλου σ' αὐτήν.

Οἱ ἱστορικὲς αὐτὲς ἀποτυχίες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν πρέπει ἐντούτοις νὰ κρύψουν τὸν ἀπόλυτο καὶ ἀποφασιστικὸ χαρακτήρα τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους, τὸ ὁποῖο προσβλέπει σὲ ἕναν κόσμο ἐξ ὁλόκληρου χριστιανικό. Τὸ πρόβλημα ὅμως αὐτὸ δὲν ἔχει λύση στὴν ἱστορία, διότι τὸ ἰδεῶδες τῆς τελειότητας εἶναι κατ' οὐσίαν ἰδεῶδες ἐσχατολογικό. Σὲ ἱστορικὸ ἐπίπεδο μποροῦμε νὰ δώσουμε μιὰ ρυθμιστικὴ ἀρχή, ποτὲ ὅμως μιὰ «καταστατικὴ» ἀρχή: μιὰ ἀρχὴ «διαφοροποίησης» ὄχι μιὰ ἀρχὴ οἰκοδομῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι χριστιανικὴ ἡττοπάθεια. Ἀντίθετα εἶναι ὁ πιὸ συνεπὴς μαξιμαλισμός.

Δὲν εἶναι δυνατόν, στὴν ἐποχή μας, νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς μεταστροφῆς ὅλων σ' ἕναν παγκόσμιο μοναχισμό, οὔτε, πολὺ περισσότερο, τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἐπανίδρυσης ἑνὸς Κράτους ὄντως χριστιανικοῦ καὶ παγκόσμιου. Ἡ Ἐκκλησία μένει «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ» ὡς ἕνα σῶμα ἑτερογενὲς καὶ ἡ ἔνταση εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε, καὶ τὴν ἀμφισημία τῆς κατάστασης τὴν αἰσθάνεται ὀδυνηρὰ ὁ καθένας μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ καταστρώσουμε ἕνα πρακτικὸ πρόγραμμα γιὰ τὸν παρόντα χρόνο, παρὰ μόνον ἐφ' ὅσον ξαναβροῦμε τὸ νόημα τῆς φύσης καὶ τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ χρεωκοπία ὅλων τῶν οὐτοπικῶν ἐλπίδων δὲν μπορεῖ νὰ ἐπισκιάσει τὸ χριστιανικὸ μήνυμα καὶ τὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα. Ὁ βασιλιὰς ἦλθε, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καὶ ἡ Βασιλεία του θὰ ἔλθει.
Bookmark and Share

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης