Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Στάθηκε μεταξύ τους τόσο κοντά ὥστε νά τόν φτάνουν μέ τά χέρια τους, ἀλλά δέν τόν ἔβλεπαν, καί ἐνῶ ἄγγιζε τούς ἐξοργισμένους, δέν φαινόταν. Εἶχαν μείνει τότε ἐμβρόντητοι, φονεύοντας μέ τήν προαίρεση, χωρίς ὅμως νά βρίσκουν τρόπο νά ἐκτονώσουν τήν ὀργή τους. Ὅμοιοι μέ τούς ἄπειρους κυνηγούς οἱ ὁποῖοι, ἄν φοβίσουν καί διώξουν τό κυνήγι παράκαιρα, καί τό ἐλάφι βρεῖ διέξοδο σέ κάποιο δάσος καί διαφύγει κρυφά, περιπλανῶνται χωρίς λόγο στήν κοιλάδα περιφέροντας τά δίχτυα ἀσκόπως, τραβώντας μαζί τους καί τά σκυλιά ματαίως.
 
! Ὦ, σεῖς, λοιπόν, ἀνόητοι καί παχυκάρδιοι, βάλτε στό νοῦ σας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῶν αἰώνων. Ἀρχίστε ἀπό αὐτόν, καί ἐρευνήσετε ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους. Βρίσκετε νά ἔγινε σέ κάποιον ἄλλον αὐτό ποὺ συνέβη τώρα; Ὑπάρχει στόν κόσμο παράδειγμα παρομοίας θεραπείας; Ἀλλά σεῖς ἐπιμένετε νά διασύρετε τόν Κύριό μου, καί τόν ἀποκαλεῖτε τέκνο τοῦ ξυλουργοῦ —οὐχ οὗτός ἐστι ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; — τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τούς ἀδελφούς καί τήν κατοικία. Ἀπαριθμῆστε ὅλα τά ταπεινά, φιλονικῆστε, ὑποτιμῆστε Τον ὅσο θέλετε. Ἄν ὅμως τίποτε παρόμοιο δέν ἔγινε ποτέ ἀπό ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος ἐγνώρισε ἄλλο περιστατικό, τότε ἀνοῖξτε τά μάτια σας, καί ἀντικρύσετε τήν ἀλήθεια, κατακρίνοντας τήν ἄγνοιά σας. Νιφθῆτε καί σεῖς στόν Σιλωάμ γιά νά μήν ἀποθάνετε τυφλοί.
 
! Τί ὑπερβολή κακίας! Νά πολεμοῦν τήν ἀλήθεια καί νά διασύρουν, ἀντί νά προσκυνοῦν τόν εὐεργέτη. Ἀντί νά θαυμάζουν τή δύναμή του, προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν σάν ἀσήμαντα τά γεγονότα. Πεισθεῖτε καί ἀπό τούς γονεῖς, Φαρισαῖοι, γιά τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη μαζί μέ τήν τύφλωση. Τρέξτε πάλι στόν τυφλό καί δεύτερη καί τρίτη φορά, γιά νά σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνος τήν κακία καί τήν ἐπιβουλή πού κρύβουν αὐτά τά ἐπιχειρήματα.
 
! «Ἰδού ὁ Θεός ἡμῶν κρίσιν (δικαιοσύνη) ἀνταποδίδωσι, καί ἀνταποδώσει, αὐτός ἥξει καί σώσει ἡμᾶς. Τότε ἀνοιγήσονται ὀφθαλμοί τυφλῶν, καί ὦτα κωφῶν ἀκούσονται, τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανή δέ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων»
 
Ὁμιλία εἰς τόν ἐκ γενετῆς τυφλόν
Ἀστέριος (Ἐπίσκοπος Ἀμασείας)
 



Μόλις ἠκούσαμε τόν υἱό τῆς βροντῆς, τόν Ἰωάννη, ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού ἀπό ἁλιέα καί χειροτέχνη τόν ἔκαμε συγγραφέα καί κήρυκα θείων ὄντως καί ὑψηλῶν ὑποθέσεων, νά μᾶς ἐκθέτει τό θαῦμα τῆς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Στό προηγούμενο κεφάλαιο ἀνέλυσε τήν πολλή καί ἐκτεταμένη διάλεξη τοῦ Κυρίου μέ τήν ὁποία καθοδηγοῦσε τόν ἀπειθῆ καί δύστροπο ἑβραϊκό λαό στή θεογνωσία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ἀπομακρύνοντας τό νοῦ τους ἀπό τήν ἔννοια τῆς μοναρχίας τους. Τούς ἄνοιγε τήν πόρτα γιά νά περάσουν ἀπό τή νομική παράδοση στή χάρη, ὁδηγώντας τους ὁμαλῶς ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως κάποτε ἀπό τήν ἔρημο πρός τήν πλούσια καί εὔφορη γῆ. Ἀλλά ἄν καί ἐφανέρωνε ποικιλοτρόπως καί τή δική του προΰπαρξη, ὅτι δηλαδή ὑπάρχει προαιωνίως καί εὑρίσκεται πάντοτε σέ συνάφεια μέ τόν Πατέρα, καί ἐφώναζε μέ σαφήνεια στά ὦτα τῶν κωφῶν: πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ εἰμί, ἐκεῖνοι δέν ἀντελήφθησαν τή δύναμη τοῦ λόγου, οὔτε ἐκεῖνο πού δέν παραδέχτηκαν τό ἤλεγξαν μέ κάποια ἐπιστημονική ἀντίρρηση. Ἀλλά ἀντί τῶν λόγων ἔπιασαν τούς λίθους, καί ἐνῶ βρίσκονταν ἀκόμη μακριά ἀπό τόν Σταυρό, γύμναζαν τά φονικά τους χέρια γιά τή δολοφονία. Ἐκεῖνος ὅμως πού πάντοτε προέκρινε τή μακροθυμία μπροστά στόν ὑβριστή καί βλάσφημο λαό, ἀπέφυγε τήν ὀργή καί τήν ὀχλαγωγία τους. Ἀπέδρασε, ὄχι ὅμως μέ τρόπο ταπεινό, ἀλλά θεϊκό. Στάθηκε μεταξύ τους τόσο κοντά ὥστε νά τόν φτάνουν μέ τά χέρια τους, ἀλλά δέν τόν ἔβλεπαν, καί ἐνῶ ἄγγιζε τούς ἐξοργισμένους, δέν φαινόταν. Εἶχαν μείνει τότε ἐμβρόντητοι, φονεύοντας μέ τήν προαίρεση, χωρίς ὅμως νά βρίσκουν τρόπο νά ἐκτονώσουν τήν ὀργή τους. Ὅμοιοι μέ τούς ἄπειρους κυνηγούς οἱ ὁποῖοι, ἄν φοβίσουν καί διώξουν τό κυνήγι παράκαιρα, καί τό ἐλάφι βρεῖ διέξοδο σέ κάποιο δάσος καί διαφύγει κρυφά, περιπλανῶνται χωρίς λόγο στήν κοιλάδα περιφέροντας τά δίχτυα ἀσκόπως, τραβώντας μαζί τους καί τά σκυλιά ματαίως.

Ἐγώ δέ, ἄν καί κατά τά ἄλλα εἶμαι ἀχρεῖος, δέν λησμόνησα πώς εἶμαι δοῦλος, καί ὀφείλω νά ἐξεγερθῶ κατά τῶν ὑβριστῶν, ὑποστηρίζοντας τόν Δεσπότη μου. Γι’ αὐτό καί θά φωνάξω στούς ἑβραίους, σάν νά εἶναι σήμερα παρόντες καί νά ἔχουν καταληφθεῖ ἀπό μανία: λιθοβολεῖτε, ἐλεεινοί, τόν Εὐεργέτη; Καί ποιός σᾶς ξεδίψασε κάποτε ἀπό μία πέτρα; Πετᾶτε λίθους σ’ αὐτόν ποὺ νομοθέτησε τή ζωή σας μέ τίς λίθινες πλάκες; Στόν λίθο τόν ἐκλεκτό καί πολύτιμο ποὺ προεφήτευσε ὁ Ἠσαΐας; Στόν λίθο τόν νοητό ποὺ ἀπεσχίσθη ἀπό τόν ἀπότομο βράχο χωρίς ἀνθρώπινο χέρι, ὅπως ὁ θεσπέσιος Δανιήλ σᾶς δίδαξε; Λιθοβολεῖτε τόν λίθον τόν ἀκρογωνιαῖον, πού συνένωσε τούς δύο τοίχους, τῆς Καινῆς καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Καί ἄν ἐσεῖς δέν πιστέψετε, δυνατός ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα Ἀβραάμ, δηλαδή νά συνάξει στόν Χριστό λαόν περιούσιον, τούς ἀπερίτμητους ἐθνικούς. Αὐτή τήν ἐπαγγελία ἐδέχθη καί ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ὁ Θεός τοῦ εἶπε, ὅτι εὐλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τά ἔθνη. Διότι βλέποντας ὁ Θεός μέ τήν ἀπόρρητο πρόγνωσή του τό μέλλον, χάρισε στόν ἀρχηγό τῆς πίστεως ὡς τέκνα ὅλους ἐκείνους πού ἐπρόκειτο στό μέλλον νά πιστέψουν. Ἐπειδή προέβλεπε τήν ἐπανάσταση τῶν ἑβραίων, ἀλλά καί τούς λίθους ἔβλεπε, πού θά σήκωναν ἐναντίον του τά ψευδώνυμα τέκνα του, τά εἶχε συμπεριλάβει στούς ἀποκηρυγμένους. Καί ἐπειδή, κηρύττοντάς τους τήν ἀλήθεια, δέν τούς ἔβλεπε νά εὐσεβοῦν, ἐνῶ ἦταν παρών, ἐκρύβη καί καθώς τόν ἔβλεπαν, ἐξηφανίσθη, ὥστε μέ αὐτή τή θαυματουργία του νά τούς κάνει νά συγκατατεθοῦν, ὅτι πράγματι ἦταν ὁ Χριστός καί Θεός ἀπό τόν Ἀβραάμ παλαιότερος.

Ἀκοῦστε λοιπόν, λέγω, τυφλοί ἀληθῶς καί ἀνόητοι. Ποιός εἶναι αὐτός ποὺ βρίσκεται ἐμπρός σας χωρίς νά φαίνεται; Μήπως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁμιλοῦσε στόν Μωυσῆ χωρίς νά φαίνεται; Γιατί καί τότε φαινόταν φωτιά καί βάτος, ἄφωνα καί τά δύο. Ἀλλά ὅμως καί φωνή ἀκουγόταν, καί λόγια διδακτικά, καί τό μέλλον μέ ἀκρίβεια ἐπροφητεύετο. Ὅποιος διαθέτει νοῦ, πρέπει ἀπό τή συγγένεια τῶν γεγονότων νά ἀναγνωρίσει τό πρόσωπο.

Ἔτσι παραλογίζονταν οἱ ἀνόητοι ἑβραῖοι, καί ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας σάν κάποιος ἰατρός σοφός καί ἐπιμελής, ἀφοῦ τό πάθος δέν ὑπεχώρησε μέ τήν πρώτη ἐπέμβαση, μεταχειρίζεται ἄλλον τρόπο Θεραπείας. Θέλει νά θεραπεύσει τούς διανοητικῶς τυφλούς, διά μέσου ἑνός σωματικῶς τυφλοῦ, πού ἔτυχε νά εὑρίσκεται ἐκεῖ. Ὁ ὁποῖος δέν ἐτυφλώθη ἀπό κάποιαν ἀρρώστια, ἀλλά ἀπό λάθος τῆς φύσεως εἶχε ἔλθει ἔτσι στή ζωή.

Βλέποντας λοιπόν αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐστάθη, ἕτοιμος νά τόν θεραπεύσει μέ τρόπο πού ξεπερνᾶ τήν ἀνθρώπινη λογική καί τέχνη.

Ἐπειδή ἡ ἰατρική καί ἡ θεραπευτική της ἀσχολεῖται μέ τά νοσήματα ἐκεῖνα τά ὁποῖα παρουσιάζονται ὅταν ἤδη ἡ φύσις ἔχει φέρει στό φῶς ἕναν ἄρτιο ὀργανισμό, καί μετά ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα, δέν ἀσχολεῖται ὅμως μέ τή θεραπεία μιᾶς σωματικῆς βλάβης ἡ ὁποία ἔχει γεννηθεῖ μαζί μέ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά οὔτε ὅλα τά νοσήματα πού συμβαίνουν ἀργότερα μπορεῖ νά θεραπεύσει, καί τό μαρτυροῦν αὐτό οἱ ἀκρωτηριασμένοι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων οὐδείς ἰατρός ἐπανώρθωσε τή στέρηση τῶν μελῶν, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί οἱ μαθηταί, συμπονώντας γιά τό πάθημα, προσπαθοῦσαν νά ἀνακαλύψουν τήν αἰτία τῆς κακώσεως αὐτῆς. Ἐρώτησαν λοιπόν τόν Κύριο μέ ἁπλότητα, γιά νά μάθουν ἐάν ἀπό δική του ἁμαρτία ἤ ἀπό εὐθύνη τῶν γονέων του ἦλθε ἔτσι στή ζωή. Καί τά δύο ὅμως σκέλη τῆς ἐρωτήσεως ἔχουν κάτι τό ἐπιλήψιμο. Διότι δέν θά κατεκρίνετο ἐξαιτίας τῶν γονέων του, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ ἄλλον ἀντ’ ἄλλου. Οὔτε βέβαια πλήρωνε γιά δικά του ἁμαρτήματα, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός. Ἐπειδή κανείς δέν ἁμαρτάνει πρίν ἀπό τή γέννηση. Ἡ ἐρώτησις λοιπόν δέν ἦταν τόσο ἐπιτυχής.

Νά δοῦμε ὅμως πῶς ἀπεκρίθη ἡ Ἀλήθεια, ὁ Κύριός μας, στήν ἐρώτηση. Αὐτό τό πάθος, μαθηταί μου, λέγει, δέν προῆλθε ἀπό ἁμαρτίες, ἀλλά ἀποτελεῖ ἑτοιμασία μελλοντικῆς οἰκονομίας, ὥστε αὐτός πού θεωρεῖται κοινός ἄνθρωπος νά ἐνεργήσει ὑπεράνθρωπα, καί ὁ Κτίστης τῶν ὅλων, μετά τήν πρώτη νά εὕρη ἀφορμή γιά νέα δημιουργία. Ἔτσι ἀπό τό μερικό νά ἐπιβεβαιώσει τό γενικό, καί ὁ σκληρός καί δύστροπος λαός νά πεισθεῖ νά Τόν προσκυνᾶ ἀντί νά Τόν πετροβολᾶ.

Ἄς φωτισθοῦν λοιπόν οἱ ὀφθαλμοί πού δέν βλέπουν, γιά νά λάμψει στίς ψυχές τῶν ἀσύνετων ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἄς γίνει αὐτό τό παράδοξο, νά πλασθοῦν ὀφθαλμοί, γιά νά μάθουν οἱ ἐπαναστάτες ὅτι ὁ λεγόμενος υἱός τοῦ Ἰωσήφ, ἐάν πράγματι εἶχε πατέρα τόν ξυλουργό, θά ἠμποροῦσε μέν νά διορθώσει ἕνα σπασμένο σκαμνί ἤ νά κολλήσει τά ξύλα πού ἔχασαν τήν ἐπαφή τους ἤ νά στερεώσει κάποια σπασμένη δοκό. Ἀλλά δέν θά ἠμποροῦσε νά φτιάξει ἕνα μέλος ἀνθρώπου, καί μάλιστα τόν ὀφθαλμό, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται ἀπό τή φύση μέ τόν πιό πολύπλοκο, ἄλλος ἀπό αὐτόν πού ἔχει ἐξαρχῆς τήν ἐξουσία ἐπάνω στή φύση. Καί ἄν κάποιος θελήσει νά ἐρευνήσει μέ προσοχή τά ἀνθρώπινα μέλη, ἰδιαιτέρως σ’ αὐτό τό μέλος τοῦ σώματος, θά διαπιστώσει τήν παντοδύναμο καί ποικίλη σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τή μικρή περιοχή πού καταλαμβάνει αὐτό τό μέλος, ἐπιδεικνύοντας τόσο μεγάλη τέχνη.

Ἀξιοθαύμαστο κτίσμα λοιπόν ὁ ὀφθαλμός, καί τώρα, σ’ αὐτό τό θαῦμα ἐχτίσθησαν αὐτοσχέδιοι ὀφθαλμοί, ὥστε νά ἀπομακρύνουμε ἐμεῖς τίς μικροπρεπεῖς ἔννοιες πού μᾶς προξενεῖ ἡ σάρκα τοῦ Μονογενοῦς, ἀποβάλλοντας ἀπό τήν ψυχή μέ τή μεγαλειώδη αὐτή ἐνέργεια, κάθε ταπεινή καί γήινη ὑπόληψη περί αὐτοῦ. Καί νά μάθουμε ὅτι τό μακάριον φῶς καί τό κάλλος τῆς θεότητος τό δέχθηκε ἕνα πήλινο σκεῦος, διακονώντας ὅπως ὁ λύχνος διακονεῖ τό φῶς. Πραγματοποιεῖ δέ μέ τά ἴδια Του τά χέρια τή θεραπεία ὁ Κύριος, καί δέν χρησιμοποιεῖ τόν λόγο μόνο γιά νά ἐνεργήσει, αὐτός πού μέ πρόσταγμα μόνον ἐδημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, καί μέ δύο μικρές λέξεις ἐθεράπευσε τόν παράλυτο. Ἀλλά καί μέ τό στόμα καί μέ τά χέρια καί μέ πολλή φροντίδα θεραπεύει τήν τυφλότητα, ὥστε ἀπό τίς ἐνέργειές Του, νά προξενήσει στούς ἀπίστους τή βεβαῖα πίστη. Ἔπτυσε στό ἔδαφος καί μέ τόν τρόπον αὐτό ἔφτιαξε λάσπη, χρησιμοποιώντας καί τή γῆ γιά τή θεραπεία, ὥστε νά δείξει πῶς μέ ἐκεῖνο τό χῶμα, ἀπό τό ὁποῖο εἶχε πλασθεῖ ἀρχικῶς ὁλόκληρο τό σῶμα, δημιουργεῖται αὐτή τή στιγμή καί τό μέρος αὐτό πού τοῦ λείπει. Τό ἀναμιγνύει δέ μέ σίελο καί κολλᾶ ἔτσι τούς διάχυτους κόκκους, ὥστε νά ἔχουν συνοχή, γιά νά μᾶς δείξει φανερά ὅτι μέ τή δύναμη τοῦ στόματός του Λόγος κατόρθωσε τά πάντα. Ἐπειδή, τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν, καί τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν. Ἀλλά καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο θεραπεύει μέ πτύσμα: γιά νά συνεφέρει πρός κατάνυξη καί φόβο αὐτούς πού λίγο ἀργότερα, πρόκειται νά τόν ὑβρίζουν πτύοντάς Τον. Καί ὅμως, δέν ἐμείωσε τό θράσος τῶν μαινομένων, ἀλλά ὑπέμεινε ἐμπτυσμούς πολλούς, ἐκεῖνος πού τά κατόρθωσε ὅλα αὐτά μέ τό πτύσμα.

Μέ τήν πρώτη αὐτή λοιπόν ἐνέργεια φανερώνει τή δημιουργική Του δύναμη. Καί προστάζοντας τόν τυφλό νά πλυθεῖ στοῦ Σιλωάμ τήν κολυμβήθρα, μᾶς δεικνύει τήν διά τοῦ ὕδατος σωτηρία, τήν ὁποίαν ἐχάρισε ὁ ἀπεσταλμένος Σιλωάμ (Σιλωάμ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος). Διότι τότε βλέπουμε ἀληθῶς, ὅταν ἐξέλθουμε ἀπό τό μυστικό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος. Τότε μᾶς λαμπρύνει τό φῶς τῆς χάριτος, ὅταν ἡ δύναμις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἀποπλύνει τήν ἀκαθαρσία καί τίς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν. Καί ὅλοι ὅσοι μέ τήν ἐντολή τοῦ Σιλωάμ λουζόμεθα, βλέπουμε τό πνευματικό φῶς, τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον. Ὤ τοῦ θαύματος καί τῆς μεγάλης εὐεργεσίας! Ἔφυγε ἀπό τήν κολυμβήθρα ὁ πρό ὀλίγου τυφλός, στολισμένος στό πρόσωπο μέ τήν προσθήκη τῶν ὀφθαλμῶν, καί βλέποντας καθαρά τίς ἡλιακές ἀκτίνες.

Μέ ἔκπληξη εἶδαν οἱ γείτονες καί οἱ γνωστοί τό γεγονός. Ἐθορυβήθησαν ἀπό τόν πρωτοφανῆ τρόπο τῆς θεραπείας -περιεφέρετο στήν πόλη ὁ ἄνθρωπος βλέποντας, γιά νά βλέπεται ἀπό ὅλους τό πρωτάκουστο καί παράδοξον ἔργον Ἐκείνου πού ἐγεννήθη στή Βηθλεέμ, τοῦ μικροῦ βρέφους τό ὁποῖο στήν φάτνη ἐτυλίχθη μέ σπάργανα. Ἐπειδή αὐτά εἶναι πού ἔκαναν τούς ἰουδαίους νά ἀπιστοῦν στήν θεότητα.

Ὦ, σεῖς, λοιπόν, ἀνόητοι καί παχυκάρδιοι, βάλτε στό νοῦ σας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῶν αἰώνων. Ἀρχίστε ἀπό αὐτόν, καί ἐρευνήσετε ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους. Βρίσκετε νά ἔγινε σέ κάποιον ἄλλον αὐτό ποὺ συνέβη τώρα; Ὑπάρχει στόν κόσμο παράδειγμα παρομοίας θεραπείας; Ἀλλά σεῖς ἐπιμένετε νά διασύρετε τόν Κύριό μου, καί τόν ἀποκαλεῖτε τέκνο τοῦ ξυλουργοῦ —οὐχ οὗτός ἐστι ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; — τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τούς ἀδελφούς καί τήν κατοικία. Ἀπαριθμῆστε ὅλα τά ταπεινά, φιλονικῆστε, ὑποτιμῆστε Τον ὅσο θέλετε. Ἄν ὅμως τίποτε παρόμοιο δέν ἔγινε ποτέ ἀπό ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος ἐγνώρισε ἄλλο περιστατικό, τότε ἀνοῖξτε τά μάτια σας, καί ἀντικρύσετε τήν ἀλήθεια, κατακρίνοντας τήν ἄγνοιά σας. Νιφθῆτε καί σεῖς στόν Σιλωάμ γιά νά μήν ἀποθάνετε τυφλοί.

Ἀλλά, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, καθόλου δέν συνῆλθαν. Οὔτε μέ τά λόγια ἠθέλησαν νά μάθουν, οὔτε ἡ πρᾶξις τούς ἐδίδαξε, οὔτε τά θαύματα τούς προξένησαν σεβασμό. Ἀντιθέτως, ἀπό τήν ὑπερήφανον ἀχαριστία τους, ἐπιχειροῦσαν μέ μύριους τρόπους ὅλα νά τά ἐξαφανίσουν καί νά τά διασύρουν. Ἀλλά ἡ κακουργία ἀντεστρέφετο κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους, διότι ὅσον ἀπιστοῦσαν, καί μέ τίς ἐρωτήσεις τούς προσπαθοῦσαν νά ἀνατρέψουν τά γεγονότα, τόσο περισσότερον ἐβεβαιώνετο ἡ ἀλήθεια. Ἔπαθαν ὅ,τι καί τά θηρία ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐπληγώθησαν ἀπό κάποιον, ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχει εἰσχωρήσει βαθειά στά σπλάχνα τους τό μαχαίρι, ὁρμοῦν ἐξαγριωμένα στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ἀποτελειώνοντας μόνα τους τή σφαγή.

Τήν ἐριστικότητά τους τήν ἔδειξαν κατ’ ἀρχήν, ψάχνοντας ἐάν τούς ἐπαρουσιάσθη ὁ ἴδιος ὁ τυφλός, ἤ ἄλλος ἀντί γιά ἐκεῖνον. Γι’ αὐτό σαφῶς τούς διαβεβαίωνε ὁ ἄνθρωπος, ἀναγγέλλοντάς τους καί τή διαδικασία τῆς θεραπείας, ὅτι δηλαδή τό φάρμακο τῆς τυφλώσεως ἦταν ὁ πηλός, μέ τόν ὁποῖο τόν ἔχρισε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἐξέπλυνε τόν πηλό στήν κολυμβήθρα, εὑρῆκε τό φῶς του. Αὐτά περιεργάζοντο οἱ γείτονες καί τά ἔμαθαν. Τά ἀναζητοῦσαν καί οἱ Φαρισαῖοι καί δέν ἐπείθοντο.

Δεύτερο τέχνασμα μέ τό ὁποῖο ἀπεπειράθησαν νά διαστρεβλώσουν τό γεγονός, ἦταν ἡ προσπάθειά τους νά ἀποδείξουν ὅτι δέν ἦταν ὁ Χριστός ἐκεῖνος πού τόν ἐθεράπευσε. Ἐπειδή δέ ὁ ἄνθρωπος ἀνεκήρυττε τόν Σωτῆρα, καί μέ τήν ὁμολογία τοῦ κηρύγματος ἀνταπέδιδε τήν χάρη διαφημίζοντας τόν εὐεργέτη, ἐκεῖνοι τοῦ ἔκλειναν τό στόμα, καί μέ τό μυαλό ζαλισμένο, ἐπειδή δέν εἶχαν τί νά κάνουν, ἐπανέρχονται πάλι στήν ἴδια συζήτηση. Περιεργάζονται ἐάν ἦταν τυφλός ἐκ γενετῆς, ἀναζητοῦν τούς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐξετάζουν τό κάθε τι μέ ἀκρίβεια, ὄχι γιά νά βεβαιώσουν τό γεγονός, ἀλλά γιά νά εὕρουν κάποιαν ἀφορμή νά διαψεύσουν τό θαῦμα, καί κατασκευάζοντας κάποια ψεύτικη σκευωρία, νά ἀνατρέψουν τήν ὁρμητικότητα τοῦ πλήθους πού ἐπίστευσε.

Τί ὑπερβολή κακίας! Νά πολεμοῦν τήν ἀλήθεια καί νά διασύρουν, ἀντί νά προσκυνοῦν τόν εὐεργέτη. Ἀντί νά θαυμάζουν τή δύναμή του, προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν σάν ἀσήμαντα τά γεγονότα. Πεισθεῖτε καί ἀπό τούς γονεῖς, Φαρισαῖοι, γιά τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη μαζί μέ τήν τύφλωση. Τρέξτε πάλι στόν τυφλό καί δεύτερη καί τρίτη φορά, γιά νά σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνος τήν κακία καί τήν ἐπιβουλή πού κρύβουν αὐτά τά ἐπιχειρήματα. Ἀλλά σεῖς, ὅταν δοκιμάσετε τήν πρώτη ἀπογοήτευση, προχωρεῖτε στή δεύτερη. Ὅταν δοκιμάσετε τή δεύτερη, στήν τρίτη, καί οὕτω καθεξῆς. Ἀκολουθεῖτε τήν πορεία τῆς κακούργας ἀλεπούς. Εἶστε ἀπό παντοῦ περικυκλωμένοι μέ τά δίχτυα τῆς ἀλήθειας. Ἀδυνατεῖτε νά ἀρνηθεῖτε τό θαῦμα, δέν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Παρ’ ὅλα αὐτά, δέν ἀμελεῖτε μέ κάθε τρόπο νά περιπλέκετε τό πρᾶγμα, ὑφαίνοντας ἱστόν ἀράχνης μέ ὅλη σας τήν τέχνη. Ἀνίσχυρος ὅμως καί ἀνώφελος εἶναι ἡ ἐπιβουλή σας. Προγονική ἡ ἀρρώστια σας. Ἀπίστων πατέρων ὅμοια τέκνα. Ἔτσι ἀντιμετώπιζαν κι ἐκεῖνοι τά θαύματα τῆς Αἰγύπτου. Ἐσώζοντο ἀπό πολέμους παραδόξως καί ἀνελπίστως, καί ἀπιστοῦσαν σ’ αὐτόν πού ἐχάριζε τή σωτηρία. Ἐτρέφοντο μέ τροφές πού ὑπερέβαιναν τή φύση, καί ἦσαν πιό ἀχάριστοι κι ἀπό αὐτούς πού λιμοκτονοῦν. Ὑπεδέχοντο τό μάνα πού τούς ἀπεστέλλετο ἀπό τόν οὐρανό, καί ποθοῦσαν τή δυσωδία τῶν σκόρδων καί τῶν κρεμμυδιῶν τῆς Αἰγύπτου. Μέ στήλη νεφέλης ἐσκεπάζοντο τήν ἡμέρα γιά νά μήν ταλαιπωροῦνται ἀπό τό καῦμα τοῦ ἥλιου, καί μέ στήλη φωτεινή ἐφωτίζοντο τή νύχτα, ἀπολαμβάνοντας ἄλλον, νέο φωστῆρα, ἐκτός ἀπό τή σελήνη. Καί σάν νά μήν εἶχαν εὐεργετηθεῖ μέ καμμιὰ θεϊκή ἐνέργεια, ὅταν ὁ Μωΰσης εἶχε ἀνεβεῖ στό ὄρος γιά νά τοῦ δοθεῖ ὁ νόμος, καί καθυστεροῦσε νά ἐπιστρέψει, αὐτοί ζητοῦσαν καί εὕρισκαν νέους καί ἀνυπάρκτους θεούς. Εἶστε ὄντως κληρονόμοι τῆς ἀχαριστίας τους. Καί τό νόμο δέν ἀγαπήσατε, καί τήν χάρη μισεῖτε. Σᾶς χρειάζεται ράβδος φτιαγμένη ὄχι ἀπό καρυδιά, γιά ἐπιστασία, ἀλλά ἀπό σίδηρο.

Βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο, πού ἄν καί τόν εἶδε τό φῶς, αὐτός εὑρίσκεται στό σκοτάδι. Σέ μιὰ στιγμή τόν βλέπετε νά θεραπεύετε καί νά ἀναβλέπει, ὄχι μέ συνδυασμό διαφόρων φαρμάκων, οὔτε μέ χρήση χειρουργικῶν ἐργαλείων, ἀλλά μόνο μέ λάσπη, κι αὐτή ἀπό πτύσμα. Καί πῶς δέν θαμβώνεσθε, δέν ἐκπλήττεσθε, δέν πίπτετε στή γῆ νά προσκυνήσετε αὐτόν ποὺ ἀπό τή γῆ ἔπλασε τούς ὀφθαλμούς, σεβόμενοι τή Θεϊκή ἐνέργεια; Ἀντιθέτως, σεῖς κινδυνεύετε νά διαρραγεῖτε ἀπό τόν φθόνο, καί ζηλεύετε τόν Θεό σάν ἀντίζηλο, σάν δημιουργοί τόν Δημιουργό, σάν κοινό ἄνθρωπο τόν Θεάνθρωπο. Καί διαβάζετε μέν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τά βιβλία, ὅσα ἐγράφησαν ἐκεῖ γιά νά οἰκονομήσουν τόν λαό, καί ὅσα διδάσκουν περί τῶν βασιλέων καί τῆς ἱστορίας τους, πείθεσθε δέ καί παραδέχεσθε ὅσα γράφουν γιά τόν καθένα. Ὅτι τόν Μωυσῆ λίγο ἔλειψε νά τόν ἐκλάβουν ὡς Θεό, καί τόν Ἐλισαῖο τόν ὑπερεθαύμαζαν, καί τόν διδάσκαλό του τόν Ἠλία πολύ τόν ἐξυμνοῦσαν. Καί ὅλους τοὺς ἁγίους κάθε γενεᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τις ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, καί πραγματοποίησαν τά μεγάλα καί πασίγνωστα, τούς τιμᾶτε σάν ἀγγέλους. Σέ τίποτα δέν ἀμφισβητεῖτε τούς ἀρχαίους, οὔτε ἀπιστεῖτε στίς διηγήσεις τῶν πατέρων σας, μολονότι οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως δίδουν λιγότερη πίστη στήν ἀκοή.

Αὐτό ὅμως πού συνέβη στίς ἡμέρες σας μέ τούς ὀφθαλμούς ἐκείνου, καί τό εἴδατε μέ τούς ὀφθαλμούς τούς ἰδικούς σας, ἠμπορεῖτε δέ καί μέ τά δάχτυλα νά τό ψηλαφήσετε, καί νά ἀκούσετε μέ ἀκρίβεια τήν ἐξιστόρησή του, αὐτό μέ τόσην ἀπιστία καί ἀχαριστία κακοτρόπως τό ἐπιβουλεύεσθε, καταπατῶντας τίς προφητεῖες, και προσπαθῶντας νά διαψεύσετε τήν ἐκπλήρωσή τους. Ἀφοῦ ὅσα βλέπουμε τώρα νά πραγματοποιοῦνται, εἶχε προφθάσει ὁ Ἠσαΐας νά μᾶς τά διδάξει λέγοντας: «Ἰδού ὁ Θεός ἡμῶν κρίσιν (δικαιοσύνη) ἀνταποδίδωσι, καί ἀνταποδώσει, αὐτός ἥξει καί σώσει ἡμᾶς. Τότε ἀνοιγήσονται ὀφθαλμοί τυφλῶν, καί ὦτα κωφῶν ἀκούσονται, τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανή δέ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων» (δηλαδή, τότε θά πηδᾶ ὡς ἔλαφος ὁ κουτσός, καί τρανή θά γίνει ἡ γλῶσσα τῶν κωφαλάλων). Αὐτά δέν εἶναι λόγια τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἰωάννου, οὔτε κάποιου ἀπό τά πρόσωπα πού ὑποπτεύεσθε, ὥστε νά ἀπιστήσετε στήν ἀλήθεια, ὑποθέτοντας ὅτι χαρίζονται στόν Κύριο, καί κάνουν διαφήμιση. Εἶναι λόγια τῆς ἰδικῆς σας προφητείας, ἐάν βέβαια ἀναγνωρίζετε τούς Προφῆτες σας, καί μάλιστα τόν μεγαλύτερο ἀπό τούς Προφῆτες καί διδασκάλους τοῦ Νόμου.

Τῷ δέ Θεῷ δόξα, κράτος, τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.