Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἡ Ἔφοδος, ἡ Κατάληψη καὶ ἡ Λεηλασία τῆς Πόλης
Pears Edwin


Οἱ προετοιμασίες στὶς ὁποῖες ἐπιδίδονταν ἐπὶ ἀρκετὲς ἑβδομάδες οἱ ἡγέτες, συμπληρώθηκαν στὶς 8 Ἀπριλίου καὶ ἡ ἐν λόγῳ ἡμέρα ἐπιλέχθηκε γιὰ ἕφοδο κατὰ τῆς πόλης. Μία ἀξιοσημείωτη ἀλλαγὴ εἶχε ἐπέλθει στὸ σχέδιο ποὺ εἶχε ἀκολουθηθεῖ πρὶν ἀπὸ ἐννέα μῆνες. Ἀντὶ νὰ ἐπιτεθοῦν ταυτόχρονα σὲ ἕνα τμῆμα τῶν χερσαίων τειχῶν καὶ σὲ ἕνα τμῆμα τῶν τειχῶν τοῦ λιμανιοῦ, οἱ Ἐνετοὶ καὶ οἱ Σταυροφόροι κατηύθηναν τὶς προσπάθειές τους κατὰ τῶν ἀμυντικῶν ἔργων στὴν περιοχὴ τοῦ λιμανιοῦ. Τὰ ἄλογα ἐπιβιβάστηκαν γιὰ μία ἀκόμα φορὰ στὰ φορτηγά. Ἡ γραμμὴ τῆς ἐπίθεσης σχηματίστηκε. Μπροστὰ τοποθετήθηκαν τὰ φορτηγὰ καὶ οἱ γαλέρες, ἐνῶ τὰ μεταγωγικὰ ἔλαβαν θέση πιὸ πίσω καὶ ἀνάμεσα στὰ φορτηγὰ καὶ τὶς γαλέρες ἐναλλακτικά. Τὸ συνολικὸ μέτωπο τῶν ἐπιτιθεμένων ξεπερνοῦσε τὴ μισὴ λεύγα καὶ ἐκτεινόταν ἀπὸ τὶς Βλαχέρνες μέχρι πέρα ἀπὸ τὸ Πέτριον. Ἡ σκηνὴ τοῦ αὐτοκράτορα εἶχε στηθεῖ λίγο πέρα ἀπὸ τὸ Πέτριον, σὲ ἕνα σημεῖο ἀπ' ὅπου μποροῦσε νὰ δεῖ τὰ πλοῖα ὅταν ἔφταναν ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὰ τείχη. Μπροστά του βρισκόταν ἡ περιοχὴ ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ τὴ φωτιά. Τὸ πρωὶ τῆς 9ης τοῦ μηνός, τὰ πλοῖα, παρατεταγμένα μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, πέρασαν ἀπὸ τὸ βόρειο στὸ νότιο τμῆμα τοῦ λιμανιοῦ. Οἱ Σταυροφόροι ἀποβιβάστηκαν σὲ πολλὰ σημεῖα κι ἐπιτέθηκαν ἀπὸ μία στενὴ λωρίδα ἐδάφους ἀνάμεσα στὰ τείχη καὶ τὴ θάλασσα. Τότε ἄρχισε μία τρομερὴ ἔφοδος κατὰ μῆκος ὁλόκληρης τῆς γραμμῆς ἀντιπαράθεσης. Ὑπὸ τοὺς ἤχους τῶν αὐτοκρατορικῶν σαλπίγγων καὶ τυμπάνων, οἱ ἐπιτιθέμενοι ἐπιχείρησαν νὰ ὑπονομεύσουν τὰ τείχη, ἐνῶ ταυτόχρονα κατηύθυναν κατὰ τῶν ὑπερασπιστῶν τους μιὰ συνεχῆ καταιγίδα μικρῶν καὶ μεγάλων βελῶν καὶ λίθων. Τὰ πλοῖα εἶχαν καλυφθεῖ μὲ σανίδες καὶ δέρματα, ὥστε νὰ προστατεύονται ἀπὸ τοὺς λίθους ποὺ ἐκτόξευαν οἱ ἀμυνόμενοι καὶ ἀπὸ τὸ περίφημο ἑλληνικὸ πῦρ καὶ προστατευόμενα μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, κατευθύνθηκαν θαρραλέα πρὸς τὰ τείχη. Τὰ μεταγωγικὰ προωθήθηκαν σύντομα στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ πλησίασαν τόσο πολὺ στὰ τείχη, ὥστε οἱ ἐπιτιθέμενοι ἀπὸ τὶς πλευρικὲς θύρες ξεχύθηκαν γιὰ μία ἀκόμα φορὰ ἀπὸ τὰ πλοῖα καὶ συνεπλάκησαν μὲ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῶν τειχῶν καὶ τῶν πύργων.

Ἡ ἐπίθεση ἔλαβε χώραν σὲ περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ σημεῖα μέχρι τὸ μεσημέρι ἢ κατὰ τὸν Χωνιάτη μέχρι τὸ ἀπόγευμα. Καὶ οἱ δύο πλευρὲς πολέμησαν ἀποφασιστικά. Οἱ εἰσβολεῖς ἀποκρούστηκαν. Ὅσοι εἶχαν ἀποβιβαστεῖ, ἀπωθήθηκαν καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ παραμείνουν στὴν ἀκτὴ κάτω ἀπὸ τὸ χείμαρρο τῶν λίθων ποὺ τοὺς ἔπληττε. Οἱ ἐπιτιθέμενοι εἶχαν μεγαλύτερες ἀπώλειες ἀπὸ τοὺς ἀμυνόμενους. Ἡ ἀνύψωση τῶν τειχῶν εἶχε καταστήσει τὴν κατάληψή τους δυσκολότερη ἀπ' ὅτι κατὰ τὴν προηγούμενη ἐπίθεση.

Πρὶν νυχτώσει, ἕνα μέρος τῶν πλοίων εἶχε ἀποσυρθεῖ σὲ ἀπόσταση ἐκτός τοῦ βεληνεκοῦς τῶν καταπελτῶν, ἐνῶ μερικὰ ἄλλα παρέμειναν ἀγκυροβολημένα καὶ συνέχισαν νὰ βάλλουν κατὰ τῶν ὑπερασπιστῶν τῶν τειχῶν. Ἡ ἐπίθεση τῆς πρώτης ἡμέρας εἶχε ἀποτύχει.

Οἱ ἡγέτες τῶν Σταυροφόρων καὶ τῶν Ἐνετῶν ἀπέσυραν τὶς δυνάμεις τους στὴν πλευρὰ τοῦ Γαλατᾶ. Ἡ ἕφοδος εἶχε ἀποτύχει καὶ ἦταν ἀναγκαῖο νὰ προσδιορίσουν τὸ ἑπόμενο βῆμα τους.

Τὸ ἴδιο βράδυ συνεκλήθη βιαστικὰ ἕνα συμβούλιο. Ἐν ὄψει τῆς ἥττας, οἱ παλαιὲς διαφορὲς ἐπανῆλθαν, γιὰ μία ἀκόμα φορά, στὴν ἐπιφάνεια. Μερικοὶ συμβούλευσαν νὰ γίνει ἡ ἑπόμενη ἐπίθεση κατὰ τῶν τειχῶν τῆς πλευρᾶς τοῦ Μαρμαρᾶ, ποὺ δὲν ἦταν τόσο ἰσχυρὰ ὅσο ἐκεῖνα ποὺ ἔβλεπαν πρὸς τὸν Κεράτιο. Ὡστόσο, οἱ Ἐνετοὶ διετύπωσαν ἀμέσως μία ἀντίρρηση, ποὺ ὅποιος γνώριζε τὴν Κωνσταντινούπολη θὰ παραδεχόταν ἀμέσως ὅτι ἦταν ἀναμφισβήτητη. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν πλευρά, τὸ ρεῦμα εἶναι πάντα τόσο ἰσχυρό, ὥστε νὰ μὴν ἐπιτρέπει στὰ σκάφη νὰ ἀγκυροβολήσουν μὲ ὁποιοδήποτε βαθμὸ σταθερότητας ἢ ἀκόμα καὶ ἀσφαλείας. Ἡ ὀργὴ τοῦ Βιλλεαρδουίνου στὴν ἐν λόγῳ εἰσήγηση, δείχνει πόσο ἰσχυρὴ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἡ ἀντίθεση. Ὑπῆρχαν μερικοί, γράφει ὁ τελευταῖος, οἱ ὁποῖοι θὰ χαίρονταν πολὺ ἂν τὸ ρεῦμα ἢ ὁ ἄνεμος -ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο - διεσκόρπιζε τὰ σκάφη, ἀρκεῖ οἱ ἴδιοι νὰ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὴ χώρα καὶ νὰ εἶχαν τραβήξει τὸ δρόμο τους.

Τελικά, ἀποφασίστηκε ὅτι οἱ δύο ἑπόμενες ἡμέρες, ἡ 10η καὶ ἡ 11η τοῦ μηνός, θὰ ἀφιερώνονταν στὴν ἐπιδιόρθωση τῶν ζημιῶν ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ καὶ ὅτι μία δεύτερη ἐπίθεση θὰ πραγματοποιεῖτο στὶς 12. Ἡ παραμονὴ ἦταν Κυριακὴ καὶ ὁ Βονιφάτιος καὶ ὁ Δάνδολος ἐκμεταλλεύτηκαν αὐτὴ τὴν εὐκαιρία, προκειμένου νὰ καταπραΰνουν τὴ δυσαρέσκεια στοὺς κόλπους τοῦ στρατεύματος. Γιὰ μία ἀκόμα φορά, ὅπως καὶ στὴν Κέρκυρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν πρώτη ἐπίθεση κατὰ τῆς πόλης, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἡγούμενοι, ἐπιδόθηκαν σὲ κηρύγματα κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Οἱ τελευταῖοι, διεκήρυτταν ὅτι ὁ πόλεμος ἦταν δίκαιος, γιατί ὁ Μούρτζουφλος ἦταν προδότης καὶ δολοφόνος καὶ πιὸ ἄνομος ἀπὸ τὸν Ἰούδα, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχαν παρακούσει τὴ Ρώμη καὶ ἦταν ἔνοχοι γιὰ τὸ σχίσμα, ἐπειδὴ ἀρνοῦνταν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν πρωτοκαθεδρία τοῦ πάπα καὶ ὅτι ὁ Ἰννοκέντιος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Θεωροῦσαν τὴν ἥττα ὡς τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν Σταυροφόρων. Οἱ πόρνες διατάχθηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ στρατόπεδο καὶ γιὰ μεγαλύτερη σιγουριὰ ἐπιβιβάστηκαν σὲ πλοῖα καὶ στάλθηκαν μακριά. Οἱ ἱερωμένοι ἐξομολόγησαν τοὺς στρατιῶτες, τοὺς χορήγησαν τὴ Θεία Μετάληψη καὶ ἐν γένει ἔπραξαν ὅ,τι μποροῦσαν γιὰ νὰ καθησυχάσουν τοὺς δυσαρεστημένους καὶ νὰ τοὺς ἀπασχολήσουν μέχρι τὴν ἐπίθεση τῆς ἑπομένης.

Στὸ μεταξὺ οἱ πολεμιστὲς ἐπισκεύαζαν μὲ γοργὸ ρυθμὸ τὰ πλοῖα καὶ τὶς πολεμικὲς μηχανές τους. Μία μικρή, ἀλλὰ καθόλου ἀσήμαντη ἀλλαγὴ τακτικῆς εἶχε ἐπέλθει, σὲ σχέση μὲ τὴν ἕφοδο τῆς 9ης τοῦ μηνός. Κάθε σκάφος, εἶχε ταχθεῖ ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα ξεχωριστὸ πύργο. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ποὺ μποροῦσαν νὰ πολεμήσουν ἀπὸ τὶς ἐξέδρες ποὺ ἀναπτύσσονταν ἀπὸ τὴν κορυφή, εἶχε διαπιστωθεῖ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσε γιὰ νὰ ἀντισταθεῖ στὰ πλήγματα τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς πόλης. Σύμφωνα μὲ τὸ τροποποιημένο σχέδιο, δύο σκάφη θὰ στρέφονταν κατὰ καθενὸς ἀπὸ τοὺς πύργους ποὺ θὰ δέχονταν ἐπίθεση, οὕτως ὥστε νὰ συγκεντρωθεῖ μεγαλύτερη δύναμη ἐναντίον καθενὸς πύργου. Παράλληλα, τὸ μέτωπο ἐπίθεσης ἴσως ἦταν οὐσιωδῶς βραχύτερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς πρώτης ἑφόδου.

Τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας 12 τοῦ μηνός, πραγματοποιήθηκε ἡ δεύτερη ἕφοδος. Ἡ σκηνὴ τοῦ αὐτοκράτορα εἶχε τοποθετηθεῖ κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Παντεπόπτου, μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχὴ τοῦ Πετρίου, ἡ ὁποία ἐκτεινόταν κατὰ μῆκος τοῦ Κερατίου ἀπὸ τὸ ἀνάκτορο τῶν Βλαχερνῶν, περίπου στὸ ἕνα τέταρτο τοῦ ὅλου μήκους τοῦ κόλπου. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ θέση, ὁ Βυζαντινὸς ἡγεμόνας μποροῦσε νὰ δεῖ ὅλες τὶς κινήσεις τοῦ στόλου. Τὰ τείχη ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἄνδρες ποὺ ἦταν πάλι ἕτοιμοι νὰ πολεμήσουν ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ αὐτοκράτορα. Ἡ ἔφοδος ἄρχισε τὴν αὐγὴ καὶ συνεχίστηκε μὲ τὴ μεγαλύτερη ἀγριότητα. Καὶ ὁ τελευταῖος διαθέσιμος Σταυροφόρος κι Ἐνετὸς ἔλαβε μέρος σὲ αὐτή.


Κάθε μικρὴ ὁμάδα πλοίων εἶχε τὸ δικό της τμῆμα τῶν τειχῶν μὲ τοὺς πύργους του ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐπιτεθεῖ. Στὴν ἀρχὴ τῆς ἡμέρας, οἱ πολιορκητὲς πραγματοποίησαν μικρὴ πρόοδο, ἀλλὰ σηκώθηκε ἕνας ἰσχυρὸς βόρειος ἄνεμος ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε στὰ σκάφη νὰ πλησιάσουν στὴν ξηρὰ περισσότερο ἀπὸ πρίν. Δύο ἀπὸ τὰ μεταγωγικά, τὸ «Πίλγκριμ» καὶ τὸ «Πάρβις», ποὺ δὲν ἦταν προσδεδεμένα μαζί, κατάφεραν νὰ στηρίξουν μία ἀπὸ τὶς σκαλωσιές τους σὲ ἕνα πύργο στὸ Πέτριον, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θέση ποὺ κατεῖχε ὁ αὐτοκράτορας.(6) Ἕνας Ἐνετὸς κι ἕνας Γάλλος ἱππότης, ὁ Ἀντρὲ ντ' Ὑρμπουὰζ ὅρμησαν ἀμέσως καὶ κατάφεραν νὰ καταλάβουν μία θέση στὰ τείχη. Ἀμέσως τοὺς ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσαν τόσο καλά, ὥστε οἱ ὑπερασπιστὲς τοῦ πύργου φονεύτηκαν ἢ τράπηκαν σὲ φυγή. Τὸ συμβὰν ἔδωσε νέο θάρρος στοὺς εἰσβολεῖς. Οἱ ἱππότες ποὺ ἦταν στὰ μεταγωγικά, μόλις εἶδαν τί εἶχε συμβεῖ, πήδησαν στὴν ἀκτή, στήριξαν τὶς σκάλες τους στὸ τεῖχος καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ κατέλαβαν τέσσερεις πύργους. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐπέβαιναν στὰ πλοῖα συγκέντρωσαν τὶς προσπάθειές τους στὶς πύλες, παραβίασαν τρεῖς ἀπὸ αὐτὲς καὶ εἰσέβαλαν στὴν πόλη, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀποβίβαζαν τὰ ἄλογά τους ἀπὸ τὰ μεταγωγικά. Μόλις σχηματίστηκε ἕνας λόχος ἱπποτῶν, εἰσέβαλαν στὴν πόλη μέσα ἀπὸ μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες καὶ κατευθήνθηκαν κατὰ τοῦ στρατοπέδου τοῦ αὐτοκράτορα. Ὁ Μούρτζουφλος εἶχε συγκεντρώσει τὰ στρατεύματά του μπροστὰ ἀπὸ τὶς σκηνές του, ἀλλὰ ἐκεῖνα ἦταν ἀσυνήθιστα στὴν ἀντιπαράθεση μὲ ἄνδρες μὲ βαριὰ πανοπλία καὶ μετὰ ἀπὸ μία ἀρκετὰ πεισματώδη ἀντίσταση, οἱ αὐτοκρατορικὲς δυνάμεις τράπηκαν σὲ φυγή.



Ὁ αὐτοκράτορας, γράφει ὁ Χωνιάτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κανένα λόγο νὰ τὸν περιβάλει μὲ ἀβάσιμους ἐπαίνους, γιατί ὁ τελευταῖος του εἶχε ἀφαιρέσει τὸ ἀξίωμα τοῦ μεγάλου λογοθέτη, ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ συγκεντρώσει τὰ στρατεύματά του, ἀλλὰ μάταια καὶ ὑποχρεώθηκε νὰ ὑποχωρήσει στὰ ἀνάκτορα τοῦ Βουκολέοντα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν νεκρῶν ἦταν «sans fin et sans mesure».[Σ,τ.Μ. Χωρὶς τέλος καὶ χωρὶς μέτρο.] Ἄρχισε μία σφαγὴ χωρὶς διάκριση. Οἱ εἰσβολεῖς δὲν λυποῦνταν οὔτε τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς γέροντες. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ θέση τους, ἔβαλαν φωτιὰ στὸ τμῆμα τῆς πόλης ποὺ βρισκόταν στὰ ἀνατολικά τους καὶ πυρπόλησαν τὰ πάντα ἀνάμεσα στὴ μονὴ τῆς Εὐεργέτιδος καὶ τὴ συνοικία ποὺ ἦταν γνωστὴ ὡς Δρουγγάριος . Ἡ πυρκαγιά, ἡ ὁποία διήρκεσε ὅλη τὴ νύχτα καὶ μέχρι τὸ ἑπόμενο βράδυ, ἦταν τόσο ἐκτεταμένη ὥστε, σύμφωνα μὲ τὸ μαρεσάλο, κάηκαν περισσότερα οἰκήματα ἀπὸ ὅσα εἶχαν οἱ τρεῖς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Γαλλίας μαζί. Οἱ σκηνὲς τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀνάκτορο τῶν Βλαχερνῶν λεηλατήθηκαν καὶ οἱ κατακτητὲς ἐγκατέστησαν τὸ στρατηγεῖο τους στὸ ἴδιο σημεῖο στὸν Παντεπόπτη. Ἦταν βράδυ καὶ ἤδη ἀργὰ ὅταν οἱ Σταυροφόροι εἰσῆλθαν στὴν πόλη καὶ ἦταν ἀδύνατο γι' αὐτοὺς νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τῆς καταστροφῆς στὴ διάρκεια τῆς νύχτας. Ὡς ἐκ τούτου, κατασκήνωσαν κοντὰ στὰ τείχη καὶ τοὺς πύργους ποὺ εἶχαν καταλάβει. Ὁ Βαλδουίνος τῆς Φλάνδρας διανυκτέρευσε στὴν πορφυρὴ σκηνὴ τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ἀδελφός του, Ἐρρίκος, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἀνάκτορο τῶν Βλαχερνῶν καὶ ὁ Βονιφάτιος στὴν ἄλλη πλευρὰ τῶν αὐτοκρατορικῶν σκηνῶν, στὴν καρδιὰ τῆς πόλης.

Ἡ πόλη εἶχε ἤδη καταληφθεῖ. Οἱ κάτοικοι εἶχαν ἐπιτέλους ξυπνήσει ἀπὸ τὸ ὄνειρο τῆς ἀσφάλειας στὸ ὁποῖο τοὺς εἶχαν ρίξει δεκαεπτὰ ἀποτυχημένες ἀπόπειρες κατάληψης τῆς Νέας Ρώμης. Ὅλα τὰ μάγια, παγανιστικὰ καὶ χριστιανικὰ εἶχαν ἀποβεῖ μάταια. Ἡ νάρκη στὴν ὁποία εἶχε βυθίσει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἡ κατοχὴ ἀναρίθμητων ἱερῶν κειμηλίων καὶ ἡ βεβαιότητα ὅτι ἀπολάμβαναν τῆς προστασίας μιᾶς στρατιᾶς ἁγίων καὶ μαρτύρων εἶχε διαλυθεῖ βίαια. Ἡ Παναγία τῶν Βλαχερνῶν μὲ τὸ κειμήλιο τοῦ χιτώνα τῆς Παρθένου, τὰ ἀμέτρητα κεφάλια, χέρια, σώματα καὶ ἐνδύματα ἁγίων καὶ τεμάχια Τιμίου Ξύλου δὲν ἀποδείχτηκαν περισσότερο χρήσιμα ἀπὸ τὸ παλλάδιο ποὺ ἦταν τότε, ὅπως καὶ τώρα, θαμμένο κάτω ἀπὸ τὸ μεγάλο κίονα ποὺ εἶχε κατασκευάσει ὁ Κωνσταντῖνος. Ἡ βίαιη ὁρμὴ τῶν Δυτικῶν εἶχε ἀγνοήσει τὰ φυλακτὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας τόσο ὁλοκληρωτικά, ὅσο κι ἐκεῖνα τοῦ παγανισμοῦ. Μάταια ἐκεῖνοι ποὺ πίστευαν στὴ δύναμη αὐτῶν τῶν φυλακτῶν, εἶχαν καταστρέψει στὴ διάρκεια τῆς πολιορκίας τὰ ἀγάλματα ποὺ πίστευαν ὅτι ἦταν φορεῖς κακοτυχίας. Οἱ εἰσβολεῖς ἦταν ἐξίσου προληπτικοί, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς δὲν μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θεωροῦσαν σχισματικούς, θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν τὴν προστασία τῆς ἐπουράνιας ἱεραρχίας ἢ νὰ θεωροῦνται ὡς νόμιμοι κάτοχοι τόσων ἱερῶν κειμηλίων. Τὴ νύχτα μετὰ τὴν ἅλωση, ἡ Χρυσὴ Πύλη, ἡ ὁποία βρισκόταν στὰ πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ Μαρμαρᾶ χερσαῖα τείχη, εἶχε ἀνοίξει καὶ τὸ πανικόβλητο πλῆθος συνωθεῖτο, ἐπιζητώντας νὰ ἀποδράσει ἀπὸ τὴν καταληφθεῖσα πόλη. Ἄλλοι, προσπαθοῦσαν νὰ θάψουν τοὺς θησαυρούς τους. Ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, ἔχοντας καταληφθεῖ ἀπὸ πανικὸ ἢ διαπιστώνοντας ὅτι τὰ πάντα εἶχαν χαθεῖ -ὅπως πραγματικὰ εἶχαν χαθεῖ μόλις οἱ ἐπιτιθέμενοι εἶχαν καταφέρει νὰ ἀναρριχηθοῦν στὰ τείχη- ἀπέδρασε ἀπὸ τὴν πόλη.



Ὁ Μούρτζουφλος ἀπέδρασε ἐπίσης ἀπὸ τὴ Χρυσὴ Πύλη παίρνοντας μαζί του τὴ χήρα τοῦ Ἀλέξιου, Εὐφροσύνη. Ὡστόσο, ὁ γενναῖος Θεόδωρος Λάσκαρις ἀποφάσισε νὰ κάνει μία ἀκόμα προσπάθεια. Ἡ ἔκκληση ποὺ ἀπηύθηνε στὸ λαὸ ἦταν μάταιη. Ὅσοι δὲν εἶχαν πανικοβληθεῖ, ἔδειχναν νὰ εἶναι ἀδιάφοροι. Μερικοὶ τουλάχιστον, φαίνονταν νὰ ὀνειρεύονται μία ἁπλὴ ἀλλαγὴ ἡγεμόνων, ὅπως οἱ πολλὲς ποὺ εἶχαν δεῖ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους. Ὁ Θεόδωρος ἔστρεφε τὴν προσοχή του πρὸς τὴ φρουρὰ τῶν Βαράγγων ἀλλά, πρὶν καταβληθεῖ ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἀναδιοργάνωσής της, ὁ ἐχθρὸς ἦταν ἐνόψει καὶ ὁ Θεόδωρος ὑποχρεώθηκε νὰ ἀποδράσει καὶ ὁ ἴδιος. Κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ μαρεσάλου, οἱ Σταυροφόροι πίστευαν ὅτι θὰ ἀκολουθοῦσε ἄλλη μία ἡμέρα μάχης καὶ δὲν εἶχαν πληροφορηθεῖ τὰ τῆς φυγῆς τοῦ Μούρτζουφλου. Πρὸς ἔκπληξή τους, δὲν συνάντησαν ἀντίσταση. Ἡ ἡμέρα ἀναλώθηκε στὴν ἐπιβολὴ τῆς ἐξουσίας τους ἐπὶ τῆς ἀλωθείσας πόλης. Τὰ βυζαντινὰ στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν Βαράγγων, κατέθεσαν τὰ ὅπλα ἀφοῦ ἔλαβαν διαβεβαιώσεις περὶ τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας τους. Οἱ Ἰταλοὶ ποὺ εἶχαν ἐκδιωχθεῖ, ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν εἴσοδο τῶν φίλων τους καὶ φαίνεται ὅτι προέβησαν σὲ ἀντίποινα σὲ βάρος τοῦ πληθυσμοῦ γιὰ τὴν ἀπέλασή τους. Κατὰ τὰ γραφόμενα τοῦ Γκοῦντερ, φονεύτηκαν δύο χιλιάδες κάτοικοι, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπεσαν θύματα τῶν Ἰταλῶν ποὺ εἶχαν ἐπιστρέψει. Καθὼς οἱ νικητὲς Σταυροφόροι διέσχιζαν τοὺς δρόμους τῆς πόλης, οἱ γυναῖκες, οἱ γέροντες καὶ τὰ παιδιά, ποὺ δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ δραπετεύσουν, τοὺς ὑποδέχτηκαν σχηματίζοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μὲ τοὺς δεῖκτες τῶν δύο χεριῶν τους καὶ ζητωκραυγάζοντας τὸ μαρκήσιο τοῦ Μομφερρᾶ ὡς βασιλιᾶ, ἐνῶ μία βιαστικὰ συγκροτημένη πομπή, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸ Σταυρὸ καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Χριστοῦ, ἐπεφύλαξε στὸν τελευταῖο θριαμβευτικὴ ὑποδοχή. Ὁ λαὸς τὸν γνώριζε ὡς προστάτη τοῦ Ἀλέξιου. Πέραν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσαν νὰ πιστεύουν, ὅτι ἡ μοναδικὴ ἀλλαγὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθει, θὰ ἦταν ἐκείνη τοῦ ἡγεμόνα, ὑπῆρχαν ὁρισμένοι ποὺ ἦταν ὀπαδοὶ τοῦ Ἀλέξιου καὶ ποὺ πίστευαν ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, εἶχαν δικαίωμα στὴν εὔνοια ἢ τουλάχιστον στὴν ἀνοχὴ τοῦ Βονιφάτιου. Ἔτσι, ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν ζητωκραυγάζουν ὡς βασιλιά.

Ὁ μαρκήσιος εἶχε ὁδηγήσει τὸ ἀπόσπασμά του κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς τοῦ Κερατίου, γύρω ἀπὸ τὸ ἀνάκτορο τοῦ Βουκολέοντα. Οἱ κατακτητὲς τὸ περικύκλωσαν. Οἱ κυρίες τῆς Αὐλῆς, συμπεριλαμβανόμενης μιᾶς, ἡ ὁποία ἦταν ἀδελφή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας καὶ μιᾶς ἄλλης, ποὺ ἦταν ἀδελφή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Οὐγγαρίας, εἶχαν καταφύγει στὸ κάστρο τῶν ἀνακτόρων μετὰ τὴν κατάληψη τῆς πόλης. Ἐνῶ ὁ Βονιφάτιος κατελάμβανε τὸ Βουκολέοντα, ὁ ἀδελφός του Βαλδουίνου, Ἐρρίκος, κατέλαβε τὶς Βλαχέρνες.

Στὴ συνέχεια, ἄρχισε ἡ λεηλασία τῆς πόλης. Τὸ αὐτοκρατορικὸ θησαυροφυλάκιο καὶ ὁ ναύσταθμος τέθηκαν ὑπὸ φρούρηση, ἀλλά, μὲ ἐξαίρεση αὐτὰ τὰ δύο, οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ ναῦτες εἶχαν δικαίωμα νὰ λαφυραγωγήσουν ὅ,τι ἤθελαν χωρὶς διάκριση. Ποτὲ στὴν Εὐρώπη δὲν εἶχε πραγματοποιηθεῖ μία τόσο συστηματικὴ καὶ ἀνελέητη λεηλασία. Ποτὲ ὁ στρατὸς ἑνὸς χριστιανικοῦ κράτους δὲν εἶχε λεηλατήσει μία πόλη μὲ τόσο βάρβαρο τρόπο, ὅσο ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο λεηλάτησαν τὴν πόλη ἐκεῖνοι οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχαν ὁρκιστεῖ νὰ παραμείνουν ἁγνοί, εἶχαν ὑποσχεθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ χύσουν χριστιανικὸ αἷμα κι ἔφεραν πάνω τους τὸ ἔμβλημα τοῦ Πρίγκιπα τῆς Εἰρήνης.



Περιγράφοντας τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ Σταυροφόροι, ὁ Χωνιάτης γράφει μὲ ὀργή: «Πήρατε τὸ Σταυρὸ καὶ ὁρκιστήκατε πάνω σ' αὐτὸν καὶ στὰ ἱερὰ εὐαγγέλια, ὅτι θὰ περνούσατε ἀπὸ τὴν ἐπικράτεια τῶν χριστιανῶν χωρὶς νὰ χύσετε αἷμα καὶ χωρὶς νὰ στραφεῖτε πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ πρὸς τὰ ἀριστερά. Μᾶς εἴπατε ὅτι εἴχατε πάρει τὰ ὅπλα μόνο ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν καὶ θὰ πνίγατε μόνο ἐκείνους στὸ αἷμα τους. Ὑποσχεθήκατε νὰ παραμείνετε ἁγνοὶ ἐνόσω φέρατε τὸ Σταυρό, ὅπως ἅρμοζε σὲ στρατιῶτες ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ. Ἀντὶ νὰ ὑπερασπιστεῖτε τὸν τάφο Του, βιαιοπραγήσατε σὲ βάρος τῶν πιστῶν ποὺ εἶναι μέλη του. Φερθήκατε στοὺς χριστιανοὺς χειρότερα ἀπ' ὅτι οἱ Ἄραβες φέρονται στοὺς Λατίνους γιατί οἱ τελευταῖοι, σέβονται τουλάχιστον τὶς γυναῖκες». Τεράστιοι θησαυροὶ βρέθηκαν στὰ αὐτοκρατορικὰ ἀνάκτορα, καθὼς καὶ σὲ ἐκεῖνα τῶν εὐγενῶν. Κάθε βαρόνος κατέλαβε ἕνα κάστρο ἢ ἀνάκτορο ποὺ τοῦ παραχωρήθηκε καὶ τοποθέτησε μία φρουρὰ στὸ θησαυρὸ ποὺ βρῆκε ἐκεῖ. «Ποτὲ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου», γράφει ὁ μαρεσάλος, «δὲν ὑπῆρξαν τόσα πολλὰ λάφυρα σὲ μία πόλη. Καθένας πῆρε τὸ σπίτι ποὺ τοῦ ἄρεσε καὶ ὑπῆρχαν ἀρκετὰ γιὰ ὅλους. Ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν φτωχοί, βρέθηκαν ξαφνικὰ νὰ εἶναι πλούσιοι. Κατελήφθησαν τεράστιες ποσότητες χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἐπίχρυσων σκευῶν καὶ πολύτιμων λίθων, μεταξωτῶν καὶ σατέν, γουναρικῶν καὶ κάθε εἴδους πλούτου ποὺ βρίσκεται ἐπὶ τῆς γῆς».

Ἡ λεηλασία τῆς πλουσιότερης πόλης τῆς Χριστιανοσύνης, ποὺ ἦταν τὸ δέλεαρ ποὺ εἶχε προσφερθεῖ στοὺς Σταυροφόρους, προκειμένου νὰ παραβοῦν τοὺς ὅρκους τους, πραγματοποιήθηκε ὑπὸ τὸ πνεῦμα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας ἅπαξ παραβεῖ τὶς δεσμεύσεις τους, καθίστανται πλέον ἀχαλίνωτοι. Ἅπαξ καὶ ἐγκατέλειψαν τὴν ἀποχὴ καὶ τὴν ἁγνότητά τους, οἱ τελευταῖοι ἐπιδόθηκαν σὲ κάθε εἴδους ὄργια.

Ὁ Ἕλληνας αὐτόπτης μάρτυρας συμπληρώνει τὴν εἰκόνα τοῦ Βιλλεαρδουίνου. Ἡ λαγνεία τῶν στρατιωτῶν δὲν φείσθηκε οὔτε τῶν κοριτσιῶν οὔτε τῶν ἀφιερωμένων στὸ Θεὸ παρθένων. Ἡ βία καὶ ἡ ἀκολασία ἦταν παροῦσες παντοῦ. Οἱ κραυγές, οἱ θρῆνοι καὶ τὰ βογγητὰ τῶν θυμάτων ἀντηχοῦσαν σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη καὶ παντοῦ ἡ λεηλασία ἦταν ἀπεριόριστη καὶ ἡ λαγνεία ἀχαλίνωτη. Ἡ πόλη εἶχε περιέλθει σὲ χάος. Εὐγενεῖς, γέροντες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἔτρεχαν ἐδῶ κι ἐκεῖ προσπαθώντας νὰ σώσουν τὸν πλοῦτο, τὴν τιμὴ καὶ τὴ ζωή τους. Ἱππότες, πεζικάριοι καὶ Ἐνετοὶ ναῦτες ἀνταγωνίζονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο σὲ ἕνα τρελὸ ἀγώνα λεηλασίας. Οἱ ἀπειλὲς κακοποίησης καὶ οἱ ὑποσχέσεις ἀσφάλειας, ἂν ἀποκαλύπτονταν τὰ σημεῖα ἀπόκρυψης τῶν θησαυρῶν, ἀναμειγνύονταν μὲ τὶς κραυγὲς τῶν βασανιζομένων. Αὐτοὶ οἱ εὐσεβεῖς ληστές, ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ προσφυῶς ὁ Γκοῦντερ, ἐνεργοῦσαν σὰν νὰ εἶχαν ἄδεια νὰ διαπράξουν ὁποιοδήποτε ἔγκλημα. Κράδαιναν τὰ ξίφη τους καὶ λεηλατοῦσαν κατοικίες κι ἐκκλησίες. Ἡ θρησκεία τῶν ἡττημένων ὑφίστατο κάθε εἴδους προσβολή. Οἱ ἐκκλησίες καὶ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ μέρη ὅπου εἶχαν ἐναποτεθεῖ τὰ μεγαλύτερα πλούτη καὶ ὡς ἐκ τούτου, τὰ πρῶτα ποὺ λεηλατήθηκαν. Οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἱερωμένοι ὑπέστησαν προσβλητικὴ μεταχείριση.



Οἱ Σταυροφόροι τοποθετοῦσαν τὰ ἄμφια τῶν ἱερέων στὶς ράχες τῶν ἀλόγων τους. Οἱ εἰκόνες ἀποσπώνταν ἀνελέητα ἀπὸ τὰ πλαίσιά τους ἢ θρυμματίζονταν. Τὰ ἱερὰ οἰκήματα διερευνήθηκαν ἐπιμελῶς γιὰ τὰ ἱερὰ κειμήλια ἢ τὶς πολύτιμες σαρκοφάγους τους. Τὰ δισκοπότηρα ἀπογυμνώθηκαν ἀπὸ τοὺς πολύτιμους λίθους τους καὶ μεταβλήθηκαν σὲ κρασοπότηρα. Οἱ ἱεροὶ δίσκοι γέμισαν μὲ λάφυρα. Τὰ καλύμματα τῶν Ἁγίων Τραπεζῶν καὶ τὰ χρυσοκέντητα καὶ πλούσια διακοσμημένα μὲ πολύτιμους λίθους παραπετάσματα ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τὶς θέσεις τους, τεμαχίστηκαν καὶ διαμοιράστηκαν μεταξὺ τῶν στρατευμάτων ἢ καταστράφηκαν γιὰ χάρη τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου μὲ τὸν ὁποῖο εἶχαν κεντηθεῖ. Οἱ Ἅγιες Τράπεζες τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ τὶς θαύμαζε ὅλη ἡ οἰκουμένη, τεμαχίστηκαν, προκειμένου νὰ προσποριστοῦν οἱ Σταυροφόροι τὰ πολύτιμα ὑλικά τους. Ἄλογα καὶ μουλάρια ὁδηγήθηκαν στὸ ναὸ γιὰ νὰ μεταφέρουν τὰ φορτία τῶν ἱερῶν σκευῶν, τῶν χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν πλακῶν τοῦ θρόνου, τῶν ἀμβώνων καὶ τῶν θυρῶν καὶ τῶν ὄμορφων διακοσμήσεών του. Οἱ στρατιῶτες βεβήλωσαν τὸ μέγιστο ναὸ τῆς Χριστιανοσύνης. Μία πόρνη κάθισε στὴν πατριαρχικὴ καθέδρα καὶ χόρευε καὶ τραγουδοῦσε ἕνα ἄσεμνο τραγούδι πρὸς τέρψη τῶν στρατιωτῶν. Ἀναφερόμενος στὴ βεβήλωση τοῦ Μεγάλου Ναοῦ, ὁ Χωνιάτης ὁμιλεῖ μὲ ἀπέραντη ὀργὴ γιὰ τοὺς βαρβάρους οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀνίκανοι νὰ ἐκτιμήσουν καὶ ὡς ἐκ τούτου, νὰ σεβαστοῦν τὴν ὀμορφιά της. Γιὰ ἐκεῖνον ἡ Ἁγία Σοφία ἦταν «ἕνας ἐπίγειος παράδεισος, ἕνας θρόνος θείας μεγαλοπρέπειας, μία εἰκόνα τοῦ ἀπείρου ποὺ εἶχε δημιουργήσει ὁ Παντοδύναμος».
Ἡ λεηλασία τοῦ ἴδιου ναοῦ τὸ 1453 ἐκ μέρους τοῦ Μωάμεθ Β', δὲν ἦταν τόσο ἐκτεταμένη ὅσο ἐκείνη ἐκ μέρους τῶν Σταυροφόρων τὸ 1204.

Ἡ λεηλασία τῆς πόλης συνεχίστηκε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν ἅλωσή της. Οἱ ἡγέτες τοῦ στρατοῦ ἐξέδωσαν, πιθανῶς τὴν τρίτη ἡμέρα, μία διαταγὴ γιὰ τὴν προστασία τῶν γυναικῶν. Τρεῖς ἐπίσκοποι εἶχαν ἐξαγγείλει τὸν ἀφορισμὸ ὅλων ὅσοι θὰ λεηλατοῦσαν κάποιο ναὸ ἢ μοναστήρι. Ὡστόσο, πέρασαν πολλὲς ἡμέρες ὥσπου νὰ καταστεῖ δυνατὸ νὰ ἐπανέλθει ὁ στρατὸς στὴν προηγούμενη πειθαρχία του. Ἀνακοινώθηκε σὲ ὅλο τὸ στρατὸ ὅτι τὰ λάφυρα θὰ συγκεντρώνονταν, προκειμένου νὰ διαμοιραστοῦν δίκαια στοὺς κατακτητές. Τρεῖς ναοὶ ἐπιλέχθηκαν ὡς ἀποθῆκες καὶ ἔμπιστοι φρουροὶ τῶν Ἐνετῶν καὶ τῶν Σταυροφόρων τοποθετήθηκαν, προκειμένου νὰ φυλάσσουν τὰ ὅσα μεταφέρονταν ἐκεῖ. Ὡστόσο, πολλοὶ ἀπέκρυψαν πολλὰ ἀπὸ ὅσα εἶχαν κλέψει. Χρειάστηκε νὰ ἐφαρμοστοῦν σκληρὰ μέτρα, προκειμένου νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ τάξη. Πολλοὶ Σταυροφόροι ἀπαγχονίστηκαν. Ὁ κόμης τοῦ Σαὶν Πὸλ ἀπαγχόνισε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἱππότες του μὲ τὴν ἀσπίδα του κρεμασμένη γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του, ἐπειδὴ δὲν ἀπέδωσε τὰ ὅσα εἶχε κλέψει. Ἕνας συγγραφέας τῆς ἐποχῆς, ὁ συνεχιστὴς τῆς ἱστορίας τοῦ Γουλιέλμου τῆς Τύρου, ἀντιπαραθέτει πειστικὰ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Σταυροφόρων πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση μὲ ἐκείνη μετὰ ἀπὸ τὴν ἅλωση. Ὅταν οἱ Λατίνοι δὲν εἶχαν ἀκόμα καταλάβει τὴν Κωνσταντινούπολη, κρατοῦσαν τὴν ἀσπίδα τοῦ Θεοῦ μπροστά τους. Μόνο ὅταν εἰσῆλθαν στὴν πόλη, τὴν πέταξαν καὶ καλύφτηκαν μὲ τὴν ἀσπίδα τοῦ διαβόλου.

Ἀνέφερα ἤδη ὅτι οἱ Ἰταλοὶ πάροικοι τῆς Κωνσταντινούπολης, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν στὴν πόλη μαζὶ μὲ τοὺς συμπατριῶτες τους, ἔδειχναν μεγάλο μίσος κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Ὡστόσο, μέσα στὴ γενικὴ ἀπέχθεια ὑπῆρξαν κάποιες ἐξαιρέσεις ποὺ ἔδειχναν ὅτι οἱ παλαιὲς φιλίες δὲν εἶχαν λησμονηθεῖ. Ἡ διάσωση τοῦ ἴδιου τοῦ Χωνιάτη, εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα. Ὁ τελευταῖος, εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ μεγάλου λογοθέτη, ἀλλὰ εἶχε παυθεῖ ἀπὸ τὸν Μούρτζουφλο. Ὅταν οἱ Λατίνοι εἰσῆλθαν στὴν πόλη, εἶχε ἀποσυρθεῖ σὲ μία μικρὴ κατοικία κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία, ἡ ὁποία ἦταν παράμερη καὶ ἦταν πολὺ πιθανὸ νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς τῶν εἰσβολέων. Τὸ μεγάλο οἴκημα ποὺ πιθανῶς ἀποτελοῦσε καὶ τὴν ἐπίσημη διαμονή του καὶ πού, ὅπως φροντίζει ὁ ἴδιος νὰ μᾶς πεῖ, ἦταν πολυτελῶς διακοσμημένο, εἶχε καεῖ κατὰ τὴ δεύτερη πυρκαγιά. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φίλους του κατέφυγαν κοντά του, θεωρώντας προφανῶς τὴν κατοικία του ὡς κατάλληλο κρυψώνα. Ὡστόσο, τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ διαφύγει ἀπὸ τὴν ὀρδὴ τῶν εἰσβολέων ποὺ ἐρευνοῦσαν προσεκτικὰ καὶ τὴν τελευταία γωνία. Ὅταν οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴν πόλη, ὁ Χωνιάτης εἶχε προσφέρει ἄσυλο σὲ ἕναν Ἐνετὸ ἔμπορο καὶ τὴν οἰκογένειά του. Ὁ τελευταῖος, φόρεσε στολὴ στρατιώτη καὶ ὑποκρινόμενος ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰσβολεῖς, ἀπέτρεπε τοὺς συμπατριῶτες του καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Λατίνους ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθουν στὸ κτήριο.



Γιὰ ἕνα διάστημα ὑπῆρξε ἐπιτυχής, ἀλλὰ στὸ τέλος ἕνα πλῆθος ἀποτελούμενο κυρίως ἀπὸ Γάλλους στρατιῶτες, τὸν ἀπώθησε καὶ ὅρμησε μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἱστορικοῦ. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ παροχὴ προστασίας κατέστη ἀνέφικτη. Ὁ Ἐνετὸς συμβούλευσε τὸν Χωνιάτη νὰ τραπεῖ σὲ φυγή, προκειμένου νὰ μὴ συλληφθεῖ αἰχμάλωτος καὶ νὰ σώσει τὴν τιμὴ τῶν θυγατέρων του. Ὁ Χωνιάτης καὶ οἱ φίλοι του δέχτηκαν. Φόρεσαν δέρματα ἢ ράκη καὶ ἄφησαν τὸ φίλο τους νὰ τοὺς ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς πόλης σὰν νὰ ἦταν αἰχμάλωτοί του. Τὰ κορίτσια καὶ οἱ κοπέλες τοποθετήθηκαν στὴ μέση τῆς συνοδείας καὶ μουτζούρωσαν τὰ πρόσωπά τους γιὰ νὰ φαίνεται ὅτι ἀνήκουν στὴ φτωχότερη τάξη. Καθὼς ἔφταναν στὴ Χρυσῆ Πύλη, ἕνας Σταυροφόρος ἅρπαξε ξαφνικὰ καὶ ἀπήγαγε τὴν κόρη ἑνὸς ἀνώτερου ἀξιωματούχου, ὁ ὁποῖος ἦταν μέλος τῆς συνοδείας. Ὁ πατέρας της, ποὺ ἦταν γέροντας καὶ ἀδύναμος καὶ εἶχε κουραστεῖ ἀπὸ τὴ μακρὰ πορεία, ἔπεσε στὸ ἔδαφος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Ὁ Χωνιάτης φώναξε μρικοὺς στρατιῶτες ποὺ περνοῦσαν καί, ἀφοῦ τοὺς θερμοπαρακάλεσε καὶ τοὺς ὑπενθύμισε τὴν ἐντολὴ ποὺ ἀπαγόρευε τὸ βιασμὸ τῶν γυναικῶν, κατάφερε τελικὰ νὰ σώσει τὴν κοπέλα. Οἱ παρακλήσεις θὰ εἶχαν πάει χαμένες ἂν ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδας δὲν εἶχε τελικὰ ἀπειλήσει νὰ ἀπαγχονίσει τὸ δράστη. Μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτὰ οἱ φυγάδες βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ γονάτισαν γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Στὴ συνέχεια ἐκίνησαν μία ἐπίπονη πορεία πρὸς τὴ Σηλυμβρία. Ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος μὲ ὁμοιοπαθεῖς τους. Μπροστά τους πορευόταν ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης «χωρὶς σάκο, χρήματα, ράβδο καὶ ὑποδήματα, ἀλλὰ μόνο μὲ ἕναν ἐπενδύτη», γράφει ὁ Χωνιάτης, «σὰν ἕνας πραγματικὸς ἀπόστολος ἢ μᾶλλον σὰν ἕνας πραγματικὸς ὀπαδὸς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς καθόταν σὲ ἕνα γαϊδούρι, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἐκεῖνος δὲν εἰσερχόταν θριαμβευτικὰ στὴ νέα Σιών ἀλλὰ τὴν ἐγκατέλειπε».

Πολλὰ ἀπὸ τὰ λάφυρα συγκεντρώθηκαν στὶς τρεῖς ἐκκλησίες ποὺ εἶχαν ὁριστεῖ γι' αὐτὸ τὸ σκοπό. Ὁ ἴδιος ὁ μαρεσάλος γράφει, ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ κλοπιμαῖα δὲν ἔφτασαν ποτὲ στὰ σημεῖα συγκέντρωσης. Ὡστόσο, οἱ ποσότητες ποὺ συγκεντρώθηκαν, διαμοιράστηκαν κατὰ τὰ συμφωνηθέντα πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση. Οἱ Ἐνετοὶ καὶ οἱ Σταυροφόροι πῆραν ἀπὸ μισά. Τὰ χρεωστούμενα στοὺς Ἐνετοὺς πενήντα χιλιάδες ἀσημένια μάρκα, πληρώθηκαν ἀπὸ τὴ λεία τῶν στρατιωτικῶν. Δύο πεζοὶ λοχίες ἔλαβαν ὅσα ἕνας ἔφιππος λοχίας καὶ δύο ἔφιπποι λοχίες πῆραν ὅσα ἕνας ἱππότης. Πέραν τῶν ὅσων κλάπηκαν καὶ τοῦ ποσοῦ ποὺ καταβλήθηκε στοὺς Ἐνετούς, ὁ στρατὸς ἔλαβε συνολικὰ 400.000 μάρκα καὶ 10.000 πανοπλίες.

Τὰ συνολικὰ ποσὰ ποὺ διανεμήθηκαν στοὺς Σταυροφόρους καὶ τοὺς Ἐνετούς, δείχνουν, ὅτι οἱ σχετικὲς μὲ τὰ πλούτη τῆς Κωνσταντινούπολης ἐκτιμήσεις, δὲν ἦταν ὑπερβολικές. Τὰ ποσὰ αὐτὰ εἶχαν συγκεντρωθεῖ σὲ μετρητά, σὲ μία πόλη τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι ἦταν ἐχθροὶ καὶ εἶχαν πρόσφορες κρυψῶνες γιὰ τὰ χρήματα καὶ τὰ τιμαλφῆ τους, τὰ πηγάδια τους καὶ τὶς δεξαμενές τους, παραδοσιακὰ μέρη ἀπόκρυψης θησαυρῶν στὴν Ἀνατολή. Μάλιστα, αὐτὴ ἡ πόλη εἶχε πρόσφατα καταστραφεῖ τρεῖς φορὲς ἀπὸ πυρκαγιές. Ὅπως εἴδαμε, οἱ στρατιῶτες οἰκειοποιήθηκαν μεγάλες ποσότητες λαφύρων τὰ ὁποῖα δὲν κατέληξαν ποτὲ στὰ σημεῖα συγκέντρωσης. Ὁ Σισμόντι ὑπολογίζει ὅτι ὁ πλοῦτος τῆς πόλης σὲ χρῆμα καὶ κινητὰ ἀγαθὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση, δὲν ἦταν λιγότερος ἀπὸ εἴκοσι τέσσερα ἑκατομμύρια στερλίνες.

Ὁ διαμοιρασμὸς ἔγινε στὰ τέλη τοῦ Ἀπριλίου. Πολλὰ ὀρειχάλκινα ἔργα τέχνης στάλθηκαν στὸ χυτήριο γιὰ νὰ μετατραποῦν σὲ νομίσματα. Πολλὰ ἀγάλματα τεμαχίστηκαν γιὰ νὰ ἀφαιρεθοῦν τὰ μέταλλα ποὺ τὰ κοσμοῦσαν. Οἱ κατακτητὲς δὲν γνώριζαν τίποτε καὶ δὲν ἐνδιαφέρονταν καθόλου γιὰ τὴν τέχνη ποὺ εἶχε προσθέσει ἀξία στὸ μέταλλο. Τὸ βάρος τοῦ ὀρείχαλκου ἦταν τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε. Τὰ ἔργα τέχνης ποὺ κατέστρεψαν, θυσιάστηκαν ὄχι σὲ κάποιο συναίσθημα, ὅπως ἐκεῖνο τῶν μουσουλμάνων κατὰ τῶν εἰκόνων, γιὰ τὶς ὁποῖες οἱ τελευταῖοι πίστευαν ὅτι ἦταν εἴδωλα ἢ φυλαχτά. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Δύσης δὲν ἔχουν καμία ἀνάλογη δικαιολογία. Τὸ κίνητρο ποὺ τοὺς ὤθησε νὰ καταστρέψουν τόσα πολύτιμα ἀντικείμενα, δὲν ἦταν οὔτε φανατισμὸς οὔτε θρησκευτικὴ πεποίθηση. Ἦταν ἁπλὴ ἀπληστία καὶ φιλοκέρδεια. Κανένα αἴσθημα δὲν συγκράτησε τὴ φιλαργυρία τους. Τὸ ἄγαλμα τῆς Παρθένου ποὺ κοσμοῦσε τὸν Βοῦν στάλθηκε στὴν κάμινο, τόσο ἀδίστακτα ὅσο καὶ ἡ μορφὴ τοῦ Ἡρακλῆ. Κανένα ἀντικείμενο δὲν ἦταν ἀρκετὰ ἱερὸ ἢ ἀρκετὰ ὄμορφο ὥστε νὰ θεωρηθεῖ ἄξιο νὰ διασωθεῖ, ἂν μποροῦσε νὰ μετατραπεῖ σὲ χρῆμα. Ἀνάμεσα σὲ τόσα πολλὰ ποὺ καταστράφηκαν, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ὑπῆρχε ἕνας ἀξιόλογος ἀριθμὸς ἔργων τέχνης τῶν καλύτερων περιόδων. Ὁ μοναδικὸς σχετικὸς κατάλογος ποὺ διαθέτουμε, ἐκεῖνος τοῦ Ἕλληνα λογοθέτη, ἰσχυρίζεται, ὅτι ἀπαριθμεῖ μόνο τὰ μεγαλύτερα ἀγάλματα ποὺ στάλθηκαν στὸ χυτήριο. Ὡστόσο, ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ποιὰ ἦταν τὰ κυριότερα ἀντικείμενα ποὺ καταστράφηκαν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο.

Πρὶν προβῶ στὸ ἐν λόγω ἐγχείρημα, θὰ ἐπισημάνω γιὰ μία ἀκόμα φορὰ, ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν ἡ μεγάλη παρακαταθήκη ἔργων τέχνης καὶ χριστιανικῶν λειψάνων, μὲ τὰ τελευταῖα νὰ εἶναι τοποθετημένα σὲ θῆκες, μὲ ὅλη τὴν ἐπιδεξιότητα ποὺ ὁ πλοῦτος μποροῦσε νὰ ἀγοράσει καὶ ἡ τέχνη νὰ προσφέρει. Ἡ τελευταία, εἶχε ἔναντι τῆς Ρώμης τὸ μεγάλο πλεονέκτημα τοῦ ὅτι δὲν εἶχε ποτὲ λεηλατηθεῖ ἀπὸ ὀρδὲς βαρβάρων. Οἱ δρόμοι καὶ οἱ δημόσιοι χῶροι της διακοσμοῦνταν ἐπὶ αἰῶνες μὲ ὀρειχάλκινα ἢ μαρμάρινα ἀγάλματα. Διαβάζοντας τὰ ἔργα τῶν ἱστορικῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ὁ ἀναγνώστης δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐκπλαγεῖ τόσο ἀπὸ τὴν ἀφθονία τῶν ἔργων ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση τὴν ὁποία ἔτρεφαν γι' αὐτὰ οἱ συγγραφεῖς.

Πρώτη ἀνάμεσα στὰ κτίσματα ὅπως καὶ ἀνάμεσα στὰ ἔργα ἦταν ἡ Ἁγία Σοφία. Ἡ τελευταία ἦταν ἡ κατεξοχὴν Μεγάλη Ἐκκλησία. Μὲ ὁποιοδήποτε κριτήριο, εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὄμορφες ἀνθρώπινες δημιουργίες. Τίποτε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη ἀκόμα καὶ σήμερα δὲν δίνει στὸ μορφωμένο παρατηρητή, ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ συλλάβει ἔστω καὶ ἐν μέρει τὸ παλαιό της μεγαλεῖο, μία τόσο βαθιὰ ἐντύπωση ἑνότητας, ἁρμονίας, πλούτου καὶ ὀμορφιᾶς στὴ διακόσμηση, ὅσο τὸ ἐσωτερικό του ἀριστουργήματος τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ ἀγοράσει ὁ πλοῦτος καὶ νὰ προμηθεύσει ἡ τέχνη, εἶχαν συσσωρευτεῖ στὸ ἐσωτερικό της, ποὺ τόσο ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὅσο καὶ γιὰ πολὺ μετά, ἦταν τὸ μοναδικὸ τμῆμα μιᾶς ἐκκλησίας ποὺ ἦταν ἄξιο νὰ τύχει ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης. «Τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὸ ἐσωτερικό της», γράφει μία μεγάλη αὐθεντία ἐπὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, «εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ ἀποφανθεῖ κανεὶς ὅτι ἡ Ἁγία Σοφία εἶναι ἡ τελειότερη καὶ ἡ ὀμορφότερη ἐκκλησία ποὺ ἔχει ἀνεγείρει μέχρι σήμερα ὁποιοσδήποτε χριστιανικὸς λαός». Ὅταν ὁ διάκοσμός της ἦταν πλήρης, ἡ σχετικὴ κρίση θὰ ἦταν ἀκόμα εὐνοϊκότερη γι' αὐτήν. Εἴδαμε, ὅτι γιὰ τὸν Χωνιάτη, ὁ ὁποῖος τὸν γνώρισε καὶ τὸν ἀγάπησε στὶς καλύτερες ἡμέρες του, ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας ἦταν ὑπόδειγμα οὐράνιας ὀμορφιᾶς, ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν οὐρανό. Κατὰ τὸν πιὸ συγκροτημένο Ἄγγλο παρατηρητὴ «τὰ μωσαϊκά του ἀπὸ ποικιλόσχημα καὶ ποικιλόχρωμα τεμάχια μαρμάρου, οἱ τροῦλοι, οἱ ὀροφὲς καὶ οἱ καμπύλες ἐπιφάνειές του μὲ τὰ ἐπίχρυσα μωσαϊκά... εἶναι ὑπέροχα μεγαλόπρεπα καὶ εὐχάριστα».

Ἡ Ἁγία Σοφία ἦταν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη ὅ,τι εἶναι ὁ Ἅγιος Μάρκος γιὰ τὴ Βενετία. Ὡστόσο, παρ' ὅτι ἔχει ἐμπλουτιστεῖ μὲ μερικὰ λάφυρα ἀπὸ τὸ μεγάλο πρότυπό του, ὁ Ἅγιος Μάρκος, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὸ ἐσωτερικό του, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἰσχνὸ ἀντίγραφο. Ἡ Ἁγία Σοφία δικαίωσε τὴ ρήση τοῦ ἱδρυτῆ της: «Νενίκηκα σέ, Σολομῶν» καὶ ἐπὶ ἑπτὰ αἰῶνες μετὰ ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό, οἱ διάδοχοί του προσέθεταν ὁ καθένας τὴ δική του συμβολὴ στὸν πλοῦτο καὶ τὴ διακόσμησή της. Ὡστόσο, αὐτός, ὁ ἀσύγκριτα ὡραιότερος ναὸς τῆς Χριστιανοσύνης ἀπογυμνώθηκε καὶ λεηλατήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰώνα ἀπὸ κάθε διακοσμητικὸ στοιχεῖο ποὺ ἦταν δυνατὸ νὰ μεταφερθεῖ. Οἱ ἐξοργισμένοι Ἕλληνες πίστεψαν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ εἰσβολεῖς ποὺ δὲν εἶχαν ἱερὸ καὶ ὅσιο, θὰ ἔβγαζαν ἀκόμα καὶ τὶς πέτρες ἀπὸ τοὺς τοίχους.

Γύρω ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία ὑπῆρχαν ἄλλα ἀντικείμενα ποὺ μποροῦσαν νὰ μετατραποῦν ἄμεσα σὲ ὀρείχαλκο καὶ ποὺ ἡ καταστροφὴ τους ὑπῆρξε ἀνεπανόρθωτη. Ὁ τεράστιος Ἱππόδρομος ἦταν γεμάτος ἀγάλματα. Ἡ Αἴγυπτος εἶχε προσφέρει ἕναν ὀβελίσκο γιὰ τὸ κέντρο. Οἱ Δελφοὶ εἶχαν δώσει τὸ περίφημο ὀρειχάλκινο ἀνάθημα τῆς νίκης τῶν Πλαταιῶν. Τὰ ὄψιμα ἔργα τῶν εἰδωλολατρῶν γλυπτῶν ἦταν ἄφθονα, ἐνῶ οἱ χριστιανοὶ καλλιτέχνες εἶχαν συνεχίσει τὶς παραδόσεις τῶν προγόνων τους, μὲ μία τεχνοτροπία ποὺ δὲν ἦταν κατ' οὐδένα τρόπο εὐκαταφρόνητη, ὅπως πίστευαν μέχρι πρόσφατα οἱ Δυτικοὶ συγγραφεῖς. Οἱ καλλιεργημένοι κάτοικοι τῆς Κωνσταντινούπολης ἐκτιμοῦσαν αὐτὰ τὰ ἔργα τέχνης καὶ τὰ φρόντιζαν. Παραθέτοντας ἕνα κατάλογο τῶν σημαντικότερων ἔργων ποὺ κατέληξαν στὸ χυτήριο, ὁ Χωνιάτης τονίζει κατ' ἐπανάληψη, ὅτι τὰ ἐν λόγω ἔργα καταστράφηκαν ἀπὸ βαρβάρους ποὺ ἀγνοοῦσαν τὴν ἀξία τους. Ἀνίκανοι νὰ ἐκτιμήσουν τὸ ἱστορικὸ ἐνδιαφέρον τους ἢ τὴν ἀξία ποὺ τοὺς εἶχε προσδώσει ἡ ἐργασία τῶν καλλιτεχνῶν, οἱ Σταυροφόροι γνώριζαν μόνο τὴν ἀξία τῶν μετάλλων ποὺ τὰ συνέθεταν.

Οἱ αὐτοκράτορες εἶχαν ταφεῖ στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μία θέση ποὺ ἐπέλεξε μετέπειτα ὁ Μωάμεθ Β' γιὰ νὰ ἀνεγείρει τὸ τέμενος ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του. Οἱ τάφοι, μὲ πρῶτο ἐκεῖνον τοῦ Ἰουστινιανοῦ, λεηλατήθηκαν σὲ ἀναζήτηση θησαυρῶν. Μόνο ἀφοῦ λεηλάτησαν τὰ ἀνάκτορα τῶν εὐγενῶν, τοὺς ναοὺς καὶ τοὺς τάφους, οἱ εὐσεβεῖς ληστὲς ἔστρεψαν τὴν προσοχή τους στὰ ἀγάλματα. Ἕνα κολοσσιαῖο ἄγαλμα τῆς Ἥρας, ποὺ εἶχε μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴ Σάμο καὶ ἦταν στημένο στὴν ἀγορὰ τοῦ Κωνσταντίνου, στάλθηκε στὸ χυτήριο. Μποροῦμε νὰ κρίνουμε τὸ μέγεθός του ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι χρειάστηκαν τέσσερα βόδια γιὰ νὰ μεταφέρουν τὴν κεφαλή του στὰ ἀνάκτορα. Ἀκολούθησε τὸ ἄγαλμα τοῦ Πάρι ποὺ προσέφερε τὸ μῆλο τῆς Ἔριδος στὴν Ἀφροδίτη. Τὸ Ἀνεμοδούλιον, ἦταν ἕνας μεγαλόπρεπος ὀβελίσκος, ποὺ οἱ πλευρὲς του καλύπτονταν ἀπὸ πανέμορφα ἀνάγλυφα ποὺ ἀναπαριστοῦσαν σκηνὲς τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς καὶ ἀλληγορικὲς ἀπεικονίσεις τῶν ἐποχῶν, ἐνῶ στὴν κορυφὴ του ὑπῆρχε μία γυναικεία μορφή, ἡ ὁποία περιστρεφόταν μὲ τὸν ἄνεμο καὶ προσέδινε στὸ ὅλο μνημεῖο τὸ ὄνομά του. Τὰ ἀνάγλυφα ἀποσπάστηκαν καὶ μεταφέρθηκαν στὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ λειωθοῦν. Ἕνα ὄμορφο ἔφιππο ἄγαλμα μεγάλου μεγέθους, ποὺ ἀναπαριστοῦσε τὸ Βελερεφόντη καὶ τὸν Πήγασο ἢ - κατὰ τὴ λαϊκὴ πεποίθηση- τὸν Ἰωσία ἔφιππο νὰ διατάζει τὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ, στάλθηκε ἐπίσης στὸ χυτήριο. Τὸ ἄλογο φαινόταν νὰ χλιμιντρίζει στὸν ἦχο μίας σάλπιγγας, ἐνῶ ὅλοι οἱ μύες τοῦ σώματός του ἦταν τεντωμένοι ἀπὸ τὴν ἔνταση τῆς μάχης. Ὁ κολοσσιαῖος Ἡρακλῆς τοῦ Λυσίππου, ὁ ὁποῖος κοσμοῦσε τὸν Τάραντα καὶ εἶχε μεταφερθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Παλαιὰ Ρώμη καὶ στὴ συνέχεια στὸν Ἱππόδρομο τῆς Νέας Ρώμης, εἶχε τὴν ἴδια τύχη. Ὁ καλλιτέχνης εἶχε ἀπεικονίσει μὲ ἕνα τρόπο ποὺ προκαλοῦσε τὸ θαυμασμὸ τοῦ θεατῆ, τὴν ὀργὴ τοῦ ἥρωα γιὰ τὰ ἀνάξια ἔργα ποὺ τοῦ εἶχαν ἀνατεθεῖ. Ὁ Ἡρακλῆς ἦταν καθιστὸς χωρὶς φαρέτρα, τόξο ἢ ρόπαλο. Ἡ λεοντὴ ἦταν ριγμένη χαλαρὰ στοὺς ὤμους του καὶ τὸ δεξιὸ χέρι καὶ πόδι τοῦ ἦταν τεντωμένα, ἐνῶ τὸ κεφάλι του ἀκουμποῦσε στὸ ἀριστερό του χέρι ποὺ στηριζόταν μὲ τὸν ἀγκώνα στὸ λυγισμένο γόνατό του. Ἡ ὅλη μορφὴ ἦταν γεμάτη ἀξιοπρέπεια, τὸ στέρνο βαθύ, οἱ ὦμοι πλατεῖς, τὰ μαλλιὰ κατσαρά, οἱ βραχίονες καὶ οἱ κνῆμες μυώδεις.

Τὸ ὀρειχάλκινο ἄγαλμα ἑνὸς γαϊδουριοῦ καὶ τοῦ ἀναβάτη του, τὸ ὁποῖο εἶχε κατασκευαστεῖ κατ' ἐντολὴν τοῦ Αὐγούστου, σὲ ἀνάμνηση τῆς εἴδησης τῆς νίκης του στὸ Ἄκτιο, εἶχε τὴν ἴδια τύχη.

Μὲ σκοπὸ νὰ κόψουν νομίσματα, οἱ βάρβαροι ἔλειωσαν ἐπίσης τὸ ἀρχαῖο ἄγαλμα τῆς λύκαινας ποὺ θήλαζε τὸν Ρωμύλο καὶ τὸν Ρῶμο. Τὰ ἀγάλματα μίας σφίγγας, ἑνὸς ἱπποπόταμου, ἑνὸς κροκοδείλου, ἑνὸς ἐλέφαντα καὶ ἄλλα ποὺ ἀναπαριστοῦσαν ἕνα θρίαμβο ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου, τὸ τέρας Σκύλα καὶ ἄλλα, ποὺ τὰ περισσότερα ἦταν δημιουργήματα τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς, καταστράφηκαν ἐπίσης.

Στὴν ἴδια περίοδο ἀνῆκε ὁ ἀετὸς ποὺ πάλευε μὲ τὸ φίδι καὶ ποὺ ἀποδιδόταν στὸν Ἀπολλώνιο Τυανέα. Ὁ Χωνιάτης περιγράφει μὲ μεγάλο θαυμασμὸ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἑλένης. «Τί νὰ πῶ γιὰ τὴν Ἑλένη, μὲ τὸ κομψὸ παράστημα, τοὺς χιονόλευκους βραχίονες καὶ τὴν κομψὴ κορμοστασιά; Πῶς δὲν μπόρεσε νὰ μαλακώσει τὶς καρδιὲς τῶν βαρβάρων; Ἐκείνη ποὺ μέχρι τότε σκλάβωνε ὅσους τὴν ἔβλεπαν; Ἕνα ἄγαλμα τυλιγμένο μὲ ἕνα χιτώνα, ποὺ τόνιζε μᾶλλον, παρὰ ἀπέκρυπτε τὶς χάρες του, μὲ τὰ καθαρὰ φρύδια, μὲ τὰ μαλλιά της νὰ ἀνεμίζουν ἀνάλαφρα στὸν ἄνεμο, μὲ τὰ χαριτωμένα χείλη της μισάνοιχτα λὲς καὶ ἦταν ἕτοιμη νὰ μιλήσει, μὲ τὰ καμπυλωτά της βλέφαρα, μία μορφὴ γεμάτη ἁρμονία, κομψότητα καὶ ὀμορφιά, χαρὰ τῶν θεατῶν, εὐχαρίστηση τῶν ὀφθαλμῶν σὲ βαθμὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ δώσει κανεὶς μία ἐπαρκῆ περιγραφὴ γιὰ τὶς μελλοντικὲς γενιές». Αὐτὸ τὸ ἄγαλμα καταστράφηκε ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζαν τίποτε γιὰ τὸ πρωτότυπό του.

Στὰ παραπάνω, πρέπει νὰ προστεθεῖ ἡ λεπτὴ μορφὴ μίας γυναίκας ποὺ κρατοῦσε στὸ δεξὶ χέρι της ἕναν ἔνοπλο ἔφιππο ἄνδρα. Ἐξάλλου, κοντὰ στὰ ἀνατολικὰ σημεῖα τερματισμοῦ τοῦ Ἱπποδρόμου, ποὺ ἦταν γνωστὰ ὡς «ἐρυθρά», ὑπῆρχαν τὰ ἀγάλματα τῶν νικητῶν τῶν ἁρματοδρομιῶν. Οἱ μορφὲς τῶν τελευταίων στέκονταν ὀρθοστητὲς στὰ ὀρειχάλκινα ἅρματά τους, σὲ μία στάση ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῶν πρωτοτύπων τὴ στιγμὴ τῆς νίκης, σὰν νὰ ἐξακολουθοῦσαν νὰ κατευθύνουν τὰ ἄτια τους πρὸς τὰ σημεῖα τερματισμοῦ. Ἐκεῖ κοντὰ βρισκόταν κι ἕνα ἄγαλμα τοῦ Νείλου ὑπὸ τὴ μορφὴ ταύρου, ποὺ πάλευε μὲ ἕναν κροκόδειλο. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγάλματα στάλθηκαν ἐσπευσμένα στὶς καμίνους καὶ μετατράπηκαν σὲ νομίσματα. Μποροῦμε νὰ κρίνουμε ἀπὸ τὰ ἐναπομείναντα δείγματα, τὴν καλλιτεχνικὴ ἀξία τῶν ὀρειχάλκινων ἀγαλμάτων ποὺ καταστράφηκαν. Τὰ τέσσερα ἄλογα ποὺ ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος εἶχε φέρει ἀπὸ τὴ Χίο καὶ εἶχε ἐγκαταστήσει στὸν Ἱππόδρομο σώθηκαν κατὰ τύχη ἀπὸ τὴ γενικὴ λεηλασία καὶ μεταφέρθηκαν στὴ Βενετία ὅπου ἐξακολουθοῦν νὰ κοσμοῦν τὴν πρόσοψη τοῦ Ἁγίου Μάρκου.

Ἔχουμε ἤδη κάνει νύξη περὶ τοῦ πλούτου τῆς Κωνσταντινούπολης σὲ ἱερὰ λείψανα. Ὅπως ἡ πόλη εἶχε καταστεῖ ἡ παρακαταθήκη καλλιτεχνικῶν ἔργων, ἔτσι -καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους- εἶχε προσελκύσει σχεδὸν ὅλα τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου. Ὑπῆρχε ἕνας πρόσθετος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο τὰ ἅγια λείψανα εἶχαν συρρεύσει στὴν πρωτεύουσα, σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπ' ὅτι τὰ ἔργα τέχνης κι αὐτὸς ἦταν ὅτι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ἤθελαν νὰ τὰ προστατεύσουν ἀπὸ τὸ νὰ πέσουν στὰ χέρια τῶν ἄπιστων μουσουλμάνων. Αὐτὰ συνιστοῦσαν ἕνα εἶδος πλούτου ποὺ οἱ Σταυροφόροι μποροῦσαν νὰ ἐκτιμήσουν καλύτερα ἀπ' ὅτι τὰ ἀντικείμενα ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μάρμαρο ἢ ὀρείχαλκο, στὰ ὁποῖα ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ καλλιτέχνη εἶχε προσδώσει πρόσθετη ἀξία. Ἀκόμα καὶ οἱ πλέον εὐσυνείδητοι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, φαίνεται ὅτι πίστευαν, πὼς ὁ καλύτερος τρόπος νὰ ἀντισταθμίσουν τὴν παραβίαση τοῦ ὅρκου τους, ἦταν νὰ κλέψουν ἕνα ἱερὸ λείψανο καὶ νὰ τὸ δωρίσουν στὴν ἐκκλησία τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας τους. Ἀναφέραμε ἤδη ὅτι τὰ λείψανα ἦταν συνήθως τοποθετημένα σὲ περίτεχνες ἀργυρὲς ἢ χρυσὲς θῆκες ποὺ τὰ καλύμματά τους κοσμοῦνταν μὲ πολύτιμους λίθους. Φυσικὰ ἐμεῖς θὰ προτιμούσαμε τὶς θῆκες ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τους γιατί δὲν πιστεύουμε στὴ γνησιότητα τῶν λειψάνων. Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ αἰσθήματα τῶν Σταυροφόρων, πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦ, ὅτι σπάνια εἶχαν ἀμφιβολίες σχετικὰ μὲ τὴ γνησιότητα τῶν ἐν λόγω λειψάνων. Ἀπὸ τὸ μεγάλο ἀριθμὸ ἐγγράφων, ποὺ συνέλεξε μὲ ἐπίπονη ἐργασία ἕνας σύγχρονός μας συγγραφέας καὶ ποὺ μᾶς δίνουν λεπτομερεῖς περιγραφὲς τῆς ὑποδοχῆς τῆς ὁποίας ἔτυχαν αὐτὰ τὰ λείψανα στὴ Δύση, πολὺ λίγα ἀναφέρονται στὴν ἀξία τῶν περικαλυμάτων καὶ ὅταν ἀκόμα ἀναφέρονται σὲ αὐτά, τὸ κάνουν ἐντελῶς περιστασιακά. Κάποιο τεμάχιο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἢ τὸ χέρι ἑνὸς πραγματικοῦ ἁγίου ἦταν τὸ πραγματικὰ πολύτιμο ἀντικείμενο. Ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος δὲν ἦταν παρὰ μόνο ἡ θήκη ποὺ τὸ περιέβαλλε.

Ἡ λεηλασία τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς Κωνσταντινούπολης διήρκεσε σαράντα χρόνια. Ὡστόσο, περισσότερα ἀπὸ τὰ μισὰ ἀντικείμενα ποὺ ἁρπάχτηκαν, μεταφέρθηκαν στὴ Δύση μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1204 καὶ 1208. Στὴ διάρκεια τῶν πρώτων ἡμερῶν μετὰ τὴν ἅλωση τῆς πόλης, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς ποὺ συνόδευαν τοὺς Σταυροφόρους ἔσπευσαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν αὐτὰ τὰ ἱερὰ λάφυρα καὶ ἡ δήλωση ἑνὸς συγγραφέα τῆς ἐποχῆς ὅτι οἱ ἱερωμένοι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας προτιμοῦσαν νὰ παραδίδουν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα στοὺς ὁμοίους τους παρὰ στοὺς ἀγροίκους στρατιῶτες ἢ στοὺς περισσότερο ἀγροίκους Ἐνετοὺς ναῦτες, εἶναι ἀληθοφανής. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ ἀνώτεροι ἱερωμένοι ποὺ συνόδευαν τὸ στρατὸ -ἄνθρωποι ποὺ ἀρνοῦνταν νὰ πάρουν μερίδιο ἀπὸ τὴν ἐπίγεια λεία- ἔσπευδαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὰ ἱερὰ λάφυρα, χωρὶς ἐνδοιασμὸ σχετικὰ μὲ τὰ μέσα ποὺ ἔπρεπε νὰ μετέλθουν, προκειμένου νὰ τὰ ἀποκτήσουν. Ὁ Τίμιος Σταυρὸς τεμαχίστηκε προσεκτικὰ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, προκειμένου νὰ διαμοιραστεῖ στοὺς βαρόνους.

Ὁ Γκοῦντερ μᾶς δίνει ἕνα δεῖγμα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἐνήργησε ὁ ἀββὰς Μάρτιν, στὴ φροντίδα τοῦ ὁποίου εἶχαν ἀνατεθεῖ οἱ Γερμανοὶ Σταυροφόροι. Ὁ ἀββὰς πληροφορήθηκε ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχαν κρύψει πολλὰ λείψανα σὲ μία ἐκκλησία. Τὸ ἐν λόγω κτήριο ὑπέστη γενικὴ λεηλασία. Ἐκεῖνος, ὡς ἱερωμένος, ἐρευνοῦσε γιὰ τὰ λείψανα, ἐνῶ οἱ στρατιῶτες ἀσχολοῦνταν μὲ κοινότερα λάφυρα. Ὁ ἀββὰς βρῆκε ἕνα γέροντα ὀρθόδοξο ἱερέα μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ γενειάδα καὶ τοῦ ἀπευθύνθηκε μὲ σκαιότητα: «Δεῖξε μου ποῦ εἶναι τὰ λείψανα γιατί θὰ πεθάνεις». Ὁ γέροντας ἱερέας, βλέποντας νὰ τοῦ μιλάει ἕνας συνάδελφος καὶ πιθανῶς τρομοκρατημένος ἀπὸ τὴν ἀπειλή, σκέφθηκε, γράφει ὁ Γκοῦντερ, ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ παραδώσει τὰ λείψανα σὲ ἐκεῖνον παρὰ στὰ βέβηλα καὶ αἱματοβαμμένα χέρια τῶν στρατιωτῶν. Ὁ ὀρθόδοξος ἱερωμένος ἄνοιξε ἕνα σιδερένιο κιβώτιο καὶ ὁ ἀββὰς βύθισε ἐνθουσιασμένος τὰ χέρια του στὸ πολύτιμο περιεχόμενό του. Ὁ ἀββὰς καὶ ὁ ἐφημέριός του γέμισαν τὰ ράσα τους κι ἔτρεξαν βιαστικὰ στὸ λιμάνι γιὰ νὰ κρύψουν τὴ λεία τους. Τὸ ὅτι κατάφεραν νὰ τὴ διαφυλάξουν κατὰ τὶς θυελλώδεις ἡμέρες ποὺ ἀκολούθησαν, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθεῖ μόνο στὴ δύναμη τῶν ἴδιων τῶν λειψάνων.

Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Δαλμάτιος ντὲ Σερζὶ ἀπέκτησε τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα, εἶναι χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς πεποίθησης τῶν Σταυροφόρων, ὅτι ἡ ἀπόκτηση ἑνὸς λειψάνου καὶ ἡ μεταφορά του στὴ Δύση ἦταν ἐπιτρεπτὴ ὡς ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴν ἐκ μέρους τους ἐκπλήρωση τοῦ ὅρκου ποὺ εἶχαν δώσει περιβαλλόμενοι τὸ σταυρό. Ὁ ἐν λόγω ἱππότης εἶχε θλιβεῖ, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ μεταβεῖ στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ προσευχόταν εἰλικρινὰ στὸ Θεὸ νὰ τοῦ δείξει πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐκτελέσει ἕνα ἄλλο ἐγχείρημα, ἰσότιμο ἐκείνου τὸ ὁποῖο εἶχε ὁρκιστεῖ νὰ φέρει σὲ πέρας, ἀλλὰ εἶχε ἀποτύχει. Ἡ πρώτη σκέψη του ἦταν νὰ πάρει ἱερὰ λείψανα γιὰ τὴ χώρα του. Συμβουλεύτηκε τοὺς δύο καρδιναλίους ποὺ βρίσκονταν τότε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ποὺ ἐνέκριναν τὴν ἰδέα του, ἀλλὰ τοῦ ζήτησαν νὰ μὴν ἀγοράσει λείψανα, γιατί ἡ ἀγορὰ καὶ ἡ πώλησή τους ἀπαγορεύονταν. Ὡς ἐκ τούτου, ἀποφάσισε νὰ τὰ κλέψει, ἂν μία τέτοια λέξη μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ περιγράψει μιὰ πράξη ποὺ θεωρεῖτο ὡς ἀξιέπαινη. Προκειμένου νὰ ἀνακαλύψει κάτι ἀξιόλογο, ὁ ἱππότης παρέμεινε στὴν Κωνσταντινούπολη μέχρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τοῦ ἑπόμενου ἔτους. Ἕνας Γάλλος ἱερέας τοῦ ὑπέδειξε μία ἐκκλησία στὴν ὁποία φυλασσόταν ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα.

Ὁ ἱππότης πῆγε ἐκεῖ συνοδευόμενος ἀπὸ ἕνα κιστερκιανὸ μοναχὸ καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὰ λείψανα. Ἐνῶ ὁ ἕνας τους ἀπασχολοῦσε τὸν ὑπεύθυνο συζητώντας μαζί του, ὁ ἄλλος ἔκλεψε ἕνα τμῆμα τοῦ λειψάνου, Καθὼς ἔφευγε, ὁ ἱππότης διαπίστωσε πρὸς μεγάλη ὀργή του ὅτι δὲν εἶχε κλαπεῖ ὁλόκληρο τὸ λείψανο καί, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι εἶχε ξεχάσει τὸ σιδηροπλεκτὸ γάντι του, ἕνας φίλος του ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησία, ἐνῶ ὁ ἱππότης ἀπασχολοῦσε πάλι τὸν ὑπεύθυνο μοναχὸ μὲ συζήτηση στὴν εἴσοδο. Ὁ Δαλμάτιος πῆγε στὸ κιβώτιο, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὅπου φυλασσόταν τὸ λείψανο, ἔκλεψε τὸ ὑπόλοιπο, ἀνέβηκε στὸ ἄλογό του καὶ ἔφυγε. Ὁ ἱππότης τοποθέτησε μὲ εὐλαβικὴ χαρὰ τὴν κάρα στὸ παρεκκλήσιο τοῦ σπιτιοῦ του. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἐπισκέφτηκε πάλι μεταμφιεσμένος τὴν ἐκκλησία, δῆθεν γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ λείψανο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι εἶχε πάρει τὴ σωστὴ κάρα, γιατί στὸ κιβώτιο ὑπῆρχαν δύο. Τὸν πληροφόρησαν ὅτι ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα εἶχε κλαπεῖ. Ἱκανοποιημένος ἀναφορικὰ μὲ τὴ γνησιότητα τοῦ ἀποκτήματός του, πῆρε ὅρκο ὅτι θὰ δώριζε τὸ λείψανο στὴν ἐκκλησία τοῦ Κλουνί, ἂν ἐπέστρεφε σῶος. Τὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ἐπέστρεφε στὴν πατρίδα του βρέθηκε ἀντιμέτωπο μὲ μία φοβερὴ τρικυμία ποὺ προκάλεσε ἀπὸ φθόνο ὁ διάβολος, ἀλλὰ ὁ τελευταῖος νικήθηκε ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τὶς προσευχὲς τοῦ ἱππότη ἐνώπιόν τοῦ λειψάνου καὶ ὁ Δαλμάτιος ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του σῶος. Οἱ μοναχοί τοῦ Κλουνὶ δέχτηκαν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ μὲ εὐσεβῆ χαρὰ καὶ μὲ τὴν ἀπόλυτη πεποίθηση ὅτι εἶχαν ἐξασφαλίσει τὴν αἰώνια παρέμβαση τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα ὑπὲρ τῶν ἰδίων καὶ ὅσων τιμοῦσαν τὴν κάρα του.

Τὰ πλέον περιζήτητα λείψανα ἦταν ὅσα σχετίζονταν μὲ τὰ γεγονότα ποὺ μνημονεύονται στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἰδίως μὲ τὰ παιδικὰ χρόνια, τὸ βίο καὶ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δημοφιλῶν στὴ Δύση ἁγίων. Ὡστόσο, ὁ ὄγκος τῶν λειψάνων ποὺ εἶχε συσσωρευτεῖ στὴν αὐτοκρατορικὴ πόλη, κάλυπτε μία κλίμακα ποὺ ἐκτεινόταν ἀπὸ τὴν πέτρα πάνω στὴν ὁποία εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἰακὼβ καὶ τὸ σκοινὶ ποὺ ὁ Μωυσῆς εἶχε μετατρέψει σὲ φίδι, μέχρι ἀντικείμενα ποὺ σχετίζονταν μὲ τοὺς πλέον πρόσφατους πολεμίους τῶν αἱρέσεων στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὰ λείψανα ποὺ συνδέονταν μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴ Θεοτόκο ἦταν πολυάριθμα καὶ περιλάμβαναν ἀντικείμενα ποὺ εἶχαν σχέση σχεδὸν μὲ κάθε γεγονὸς τῆς ζωῆς Τους. Ὑπῆρχε ὁ σταυρὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Σωτήρας εἶχε σταυρωθεῖ, οἱ μεγάλες σταγόνες αἵματος ποὺ εἶχε χύσει στὴ Γεθσημανή, ἕνα ἀπὸ τὰ νεογιλὰ δόντια Του καὶ μερικὲς τρίχες μαλλιῶν ἀπὸ τὰ παιδικὰ χρόνια Του. Οἱ εὐσεβεῖς ἀπέτιαν φόρο εὐλάβειας στὸν πορφυρὸ χιτώνα, καθὼς καὶ σὲ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ εἶχε εὐλογήσει κατὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Πέραν αὐτῶν, ὅμως, δὲν ὑπῆρχε οὐσιαστικὰ ἅγιος ἢ μάρτυρας ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε κάποιο λείψανό του. Τὸ μεγαλύτερο μέρος αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, ἀποτελοῦσε τμῆμα τῶν λαφύρων ποὺ συγκεντρώθηκαν κατὰ τὶς πρῶτες ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς πόλης καὶ διαμοιράστηκαν ἐπίσημα ἀνάμεσα στοὺς εἰσβολεῖς. Τρία ὄγδοα παραχωρήθηκαν στοὺς κληρικοὺς καὶ μοναχοὺς ποὺ συνόδευαν τοὺς Σταυροφόρους. Τὰ ὑπόλοιπα ἀγοράστηκαν ἢ ἀποκτήθηκαν ποικιλότροπα, κυρίως ἀπὸ ἰδιῶτες. Τὰ ἐπίσημα, ἐπιβεβαιωμένα λείψανα ποὺ ἀναφέρθηκαν πρῶτα, φαίνεται ὅτι προῆλθαν κυρίως ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Βουκολέοντα καὶ τῶν Βλαχερνῶν. Πολλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συγκεντρώθηκαν μετὰ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴ τῶν πρώτων ἡμερῶν, ἐπικυρώθηκε μὲ χρυσὲς αὐτοκρατορικὲς σφραγίδες. Ὅταν ἔφθασαν στὸν προορισμό τους, ἔγιναν δεκτὰ μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ παράτες. Ἡγεμόνες ἀκολουθοῦσαν καὶ συμμετεῖχαν στὴν ἐπίσημη πομπὴ ποὺ τὰ μετέφερε μέχρι τὸν ἑκάστοτε ναό, ὅπου ἐναποτίθονταν μὲ ἐπίσημες ἱεροτελεστίες. Συχνά, ἀκολουθοῦσε ἕνα κήρυγμα σχετικὸ μὲ τὰ γεγονότα μὲ τὰ ὁποῖα ὑποτίθετο ὅτι ἦταν συνδεδεμένο τὸ ἱερὸ λείψανο. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ὁριζόταν ἡ τέλεση μιᾶς ἐτήσιας ἑορτῆς, προκειμένου νὰ ἑορταστεῖ ἡ ἄφιξη τοῦ ἱεροῦ λειψάνου καὶ κάποτε ἡ διοργάνωση τέτοιων ἑορτῶν ἀποτελοῦσε ὅρο, προκειμένου νὰ γίνει ἡ σχετικὴ δωρεά. Στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν ἑορτῶν διαβάζονταν δημόσια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ ἢ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὰ ὁποῖα εἶχαν σχέση μὲ τὸν ἅγιό τοῦ ὁποίου εἶχε ἀποκτηθεῖ ἕνα ἱερὸ λείψανο. Εἰδικὲς λειτουργίες ἀφιερώνονταν στὴν ἀνάμνηση τοῦ σχετικοῦ γεγονότος. Ὕμνοι συντίθονταν πρὸς τιμὴν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου.

Στὴν περίπτωση τῆς μονῆς τῆς Σελινκούρ, στὴν ὁποία εἶχε μεταφερθεῖ ἕνα ἱερὸ δάκρυ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὄνομά της ἄλλαξε μετὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, σὲ μονὴ τοῦ Ἱεροῦ Δακρύου. Θὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ ἀντικείμενα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, προκειμένου νὰ καταδείξουμε τόσο τὴν ποσότητα ποὺ μεταφέρθηκε στὴ Δύση, ὅσο καὶ τὶς τιμὲς ποὺ τοὺς ἐπιφυλάχτηκαν. Οἱ Ἐνετοὶ κατηγορήθηκαν ἀπὸ τὸ συγγραφέα τῆς «Συνέχειας τοῦ Γουλιέλμου τῆς Τύρου», ὅτι πῆραν ὑπερβολικὸ μερίδιο τῶν λαφύρων καὶ τὰ ἔκρυψαν στὰ πλοῖα τους. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ὄμορφα ἀντικείμενα ποὺ κοσμοῦσαν τὴν Ἁγία Σοφία, μεταφέρθηκαν γιὰ νὰ διακοσμήσουν τὸν Ἅγιο Μάρκο. Ὁ ἄμβωνας τῆς Ἁγίας Σοφίας μὲ τοὺς μαρμάρινους κίονές του καὶ τοὺς ὀρειχάλκινους θυρεοὺς του ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πολυτιμότερα ἀποκτήματα. Ὁ ἐνετικὸς ναὸς ἀπέκτησε ἐπίσης πολλὰ γλυπτά, εἰκόνες, χρυσὰ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη καὶ πολυάριθμα ἐκκλησιαστικὰ ἔπιπλα. Οἱ Ἐνετοὶ ἀπέκτησαν τὴν περίφημη εἰκόνα τῆς Παρθένου, τὴν ὁποία εἶχε ζωγραφίσει ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὑπὸ τὴν ἄμεση ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ 1205 στὴ Σουασόν, σταλμένα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό της, Νιβελόν, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τὸ δάκτυλο τὸ ὁποῖο ὁ Ἅγιος Θωμὰς ἔθεσε ἐπὶ τῆς πληγῆς τοῦ Ἰησοῦ, ὁ θόλος τοῦ κρανίου τοῦ Ἁγίου Μάρκου, ἕνα ἀγκάθι ἀπὸ τὸν ἀκάνθινο στέφανο τοῦ Χριστοῦ, ἕνα μεγάλο τεμάχιο τοῦ χιτώνα τῆς Παρθένου, ἕνα τμῆμα τοῦ ἐνδύματος ποὺ φοροῦσε ὁ Κύριος κατὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ἡ ζώνη τῆς Παρθένου καὶ ὁ βραχίονας τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Μερικοὺς μῆνες ἀργότερα ἔφτασε μία περαιτέρω ἀποστολή, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Θωμᾶ, δύο μεγάλους σταυροὺς φτιαγμένους ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό, τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Θαδδαίου καὶ τρία ἄλλα ἱερὰ λείψανα, μικρότερης σπουδαιότητας, ποὺ προσδιορίζονται μὲ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ ἄλλων, τὰ ὁποία δὲν κατονομάζονται καὶ τὰ ὁποῖα διαμοιράστηκαν στὶς ἐνοριακὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ μοναστήρια τῆς ἐπισκοπῆς τῆς Σουασόν. Μία ἀνώνυμη περιγραφή, ποὺ γράφτηκε πιθανῶς περὶ τὸ 1208 ἀπὸ ἕνα γραμματέα τοῦ Χάλμπερσταντ, ἀναφέρει μία ἄλλη ἱστορία μεταφορᾶς ἱερῶν λειψάνων ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁλόκληρος ὁ πληθυσμός, λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ καὶ ἕνας ἀμέτρητος ἀριθμὸς ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ ἀπὸ γειτονικὲς ἐπισκοπές, συνέρρευσαν γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὰ ἱερὰ λείψανα τὰ ὁποῖα μετέφερε ὁ ἐπίσκοπος Κόνραντ, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ χρονικογράφος ἀναφέρει, ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε σημειωθεῖ παρόμοια κοσμοσυρροὴ καὶ ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἦταν μεγάλη, γιατί προσδοκοῦσε ὅτι τὰ ἱερὰ λείψανα θὰ ἔφερναν εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια στὴν περιοχή. Ἂν κάποια ἱερὰ λείψανα μποροῦσαν νὰ κάνουν κάτι τέτοιο, τότε ἦταν βέβαιο ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε φέρει ὁ Κόνραντ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαρκοῦν, καθὼς σὲ αὐτὰ συγκαταλέγονταν λίγο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο, ἀπὸ τὸν Ἀκάνθινο Στέφανο, ἀπὸ τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία Του καὶ αἱματηρὸς ἱδρώτας ἀπὸ τὸν πορφυρὸ χιτώνα του, ἀπὸ τὸ σπόγγο καὶ τὴν κάλαμο καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἀκόμα πηγές, ἡ κάρα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἰησοῦ, Ἰακώβου καὶ τριάντα ἀκόμα λείψανα, τὰ ὁποῖα κατονομάζονται, ἐκτὸς ἀπὸ πολλὰ ἄλλα, λέει ἡ ἀφήγηση, μαρτύρων, ὁμολογητῶν καὶ παρθένων, ἡ παράθεση τῶν ὁποίων θὰ ἀπαιτοῦσε πολὺ χρόνο. Δίπλα σὲ τέτοια ἱερὰ λείψανα, τὰ ὑπόλοιπα δῶρα, μεταξωτὰ ἐνδύματα μὲ αὐτοκρατορικὴ πορφύρα ραμμένη μὲ χρυσὸ νῆμα καὶ ἕνα φόρεμα διακοσμημένο μὲ χρυσό, ἀσήμι καὶ πολύτιμους λίθους, φαίνονταν μᾶλλον φτωχὰ καὶ σχεδὸν ἀνάξια λόγου. Ἡ Ἀμιένη εἶχε τὴν τύχη νὰ ἀποκτήσει τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, ἡ ὁποία στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πέτρο Βαλλόνο.

Ἡ Σὲν ἦταν ἀκόμα πιὸ τυχερὴ καὶ ἔλαβε τὸν Ἀκάνθινο Στέφανο ποὺ φόρεσε ὁ Κύριος. Ὁ Γκοῦντερ γράφει πὼς ὁ ἀββὰς Μαρτίνος ἀπὸ τὸ Περὶ τῆς Ἀλσατίας μετέφερε στὴν πατρίδα του πολλὰ ἱερὰ λείψανα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ κυριότερο ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦταν ἕνα μεγάλο τεμάχιο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἄλλα ἱερὰ λείψανα τὰ ὁποῖα συνέβαλαν στὴ δόξα τῆς ἐν λόγω ἐπισκοπῆς, ἦταν ἕνα ἴχνος τοῦ αἵματος τοῦ Ἰησοῦ, ἕνα ἀκόμα τεμάχιο τοῦ ξύλου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἕνας βραχίονας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη καὶ πενήντα ἀκόμα, τὰ ὁποία ἀπαριθμοῦνται. Τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα μεταφέρθηκε στὸ Ἀμάλφι. Τὸ Ἱερὸ Δάκρυ ποὺ προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκε στὴ Σελινκοὺρ καὶ ὁ ἡγούμενος πληροφορήθηκε τὴν προσέγγιση τοῦ προσώπου ποὺ τὸ μετέφερε, ἀπὸ τὶς κωδωνοκρουσίες τῶν καμπάνων, οἱ ὁποῖες χτύπησαν χωρὶς νὰ τὶς κινήσει ἀνθρώπινο χέρι, γεγονὸς ποὺ ἀποδόθηκε σὲ θαῦμα.

Θὰ ἦταν κοπιαστικὸ καὶ ἄσκοπο νὰ ἀποπειραθοῦμε νὰ παραθέσουμε ἕνα κατάλογο τῶν ὑπόλοιπων ἱερῶν λειψάνων ποὺ ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ μεταφέρθηκαν στὴν Ἀγγλία. Δύο ντοκουμέντα, ποὺ προφανῶς προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ καὶ ποὺ παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς Ἄγγλους, περιλαμβάνονται στὰ χρονικά τοῦ Ράουαλ ἢ Ροῦντολφ τοῦ Κόγκλσαλ καὶ τοῦ Ρογήρου τοῦ Γουέντοουερ. Τὰ τελευταῖα, περιγράφουν ἕνα ἱερὸ κειμήλιο ποὺ ἀφαιρέθηκε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ ἐξομολόγηση τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖο διέπραξε τὴν κλοπή. Τὸ κειμήλιο ἦταν ἕνας μικρὸς σταυρὸς φτιαγμένος ἀπὸ ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ὁ συγγραφέας τὸν εἶχε δεῖ στὰ χέρια τοῦ Βαλδουίνου τῆς Φλάνδρας. Ὁ συγγραφέας τὸν ἔκλεψε, τὸν ἔφερε στὸ Νόρφολκ καὶ τελικὰ τὸν δώρισε στὸ Μπρόμχολμ. Τὸ δῶρο μετέτρεψε τὸν μέχρι τότε «φτωχό, μικρὸ οἶκο» τοῦ Μπρόμχολμ σὲ μία μονὴ ποὺ δεχόταν πλούσιες δωρεὲς καὶ ἔδωσε στοὺς μοναχοὺς τὴ δυνατότητα νὰ κατασκευάσουν ὄμορφα νέα κτήρια.

Οἱ Σταυροφόροι δὲν ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὴν ἀξία τῶν καλυμμάτων αὐτῶν τῶν λειψάνων καί, ἐνῶ ἀναζητοῦσαν ἀντικείμενα ὑψηλῆς θρησκευτικῆς ἀξίας, δὲν παρέλειπαν νὰ ἔχουν τὰ μάτια τους ἀνοιχτὰ καὶ γιὰ τὰ πολύτιμα κειμήλια, χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἐκκλησιαστικὰ σκεύη, ἐκκλησιαστικὰ ἔπιπλα, χρυσὰ κεντήματα, μεταξωτὰ ἐνδύματα καὶ δεμένα μὲ πολύτιμους λίθους εὐαγγέλια καὶ ὑμνολόγια. Τὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Βενετίας κατακλύστηκε τὸ 1205 ἀπὸ πολύτιμα κειμήλια φερμένα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη.(33) Εἶναι δύσκολο νὰ πιστέψουμε ὅτι οἱ πανοῦργοι τεχνίτες καὶ ἔμποροι τῆς Κωνσταντινούπολης δὲν πώλησαν στοὺς Σταυροφόρους πολλὰ κειμήλια ποὺ γνώριζαν ὅτι ἦταν ψεύτικα. Τὰ σχετικὰ ἀντικείμενα ἦταν τόσο εὔκολο νὰ κατασκευαστοῦν καὶ τὸ κριτήριο τῶν Σταυροφόρων τόσο χαμηλό, ὥστε θὰ ἦταν ὑπεράνω τῆς ἀνθρώπινης φύσης νὰ ἀφήσει μία εὐκαιρία κέρδους νὰ παρέλθει ἀνεκμετάλλευτη.

Τὰ ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση χρόνια, Λατίνοι ἱερεῖς στάλθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴ Γαλλία, τὴ Φλάνδρα καὶ τὴν Ἰταλία, προκειμένου νὰ ἀναλάβουν τὴ λειτουργία τῶν ἐκκλησιῶν τῆς πόλης. Οἱ ἐν λόγω ἱερωμένοι, φαίνεται ὅτι ἦταν δεινοὶ κυνηγοὶ λειψάνων. Ἔτσι, δὲν ἔμεινε σχεδὸν οὔτε μία σημαντικὴ ἐκκλησία ἢ μονὴ στὴ Δύση ποὺ νὰ μὴν εἶχε τὸ μερίδιό της ἀπὸ τὴ λεηλασία τῆς Κωνσταντινούπολης.

Ἐπὶ μερικὰ χρόνια, ἡ ζήτηση λειψάνων φαινόταν νὰ εἶναι ἀκόρεστη καὶ προκάλεσε τὴν ἄφιξη νέων ἀποθεμάτων ποὺ συνέχισαν νὰ φτάνουν σὲ σχεδὸν ἀνυπολόγιστους ἀριθμούς. Τὰ νέα λείψανα συνοδεύονταν ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα ἀπὸ ἐγγυήσεις γνησιότητας. Τὰ κατάλληλα ντοκουμέντα, ποὺ μαρτυροῦσαν δεόντως καὶ μὲ πολλὲς λεπτομέρειες -ποὺ κάποτε εἶχαν κατασκευστεῖ ὥστε νὰ ταιριάζουν κατὰ περίπτωση- τὴ γνησιότητα τῶν λειψάνων, ἱκανοποιοῦσαν εὔκολα ἐκείνους ποὺ θεωροῦσαν τὴν κατοχὴ ἐγγυημένων λειψάνων ὡς κάτι σημαντικό. Ὁ «φτωχός, μικρὸς οἶκος» τοῦ Μπρόμχολμ, ποὺ κατάφερε, χάρη στὴν ἀπόκτηση ἑνὸς σταυροῦ ἀπὸ τίμιο ξύλο, νὰ ἀποβεῖ μεγάλος καὶ ἰσχυρός, προκάλεσε τὸ φθόνο πολλῶν ἄλλων φτωχῶν, μικρῶν οἴκων καὶ ἡ ζήτηση γιὰ λείψανα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφέρουν κέρδη στοὺς κατόχους τους, συνέχισε νὰ μεγαλώνει σὲ ὅλη τὴ Δύση. Τελικά, ἡ Ἐκκλησία θεώρησε ἀναγκαῖο νὰ θέσει τέλος στὴν προσφορὰ καὶ ἰδίως στὴ διάδοση ἀπόκρυφων καὶ μυθικῶν γεγονότων ποὺ μαρτυροῦσαν τὴ γνησιότητά τους καὶ τὸ 1215 ἡ Τέταρτη Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ, θεώρησε ἀναγκαῖο νὰ ἐκδώσει μία ἀπόφαση, ἡ ὁποία παρότρυνε τοὺς ἐπισκόπους νὰ λάβουν μέτρα γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τοὺς προσκυνητὲς νὰ ἐξαπατῶνται.

Πιθανῶς, οἱ Ἕλληνες δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ μισήσουν τὴν εἰδωλολατρία στὸν ἴδιο βαθμὸ ποὺ τὴ μισοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι ἢ οἱ χριστιανοὶ τῆς Δύσης κι αὐτὸ κυρίως ἐπειδὴ δὲν συνειδητοποίησαν ποτέ, πόσο βαθιὰ μπορεῖ νὰ βυθιστεῖ σὲ αὐτὴν ἕνας λαός. Γιὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἡ εἰδωλολατρία ἰσοδυναμοῦσε μὲ τὴ λατρεία τοῦ διαβόλου. Γιὰ τοὺς Ἄγγλους προπάτορές μας, ὅταν οἱ τελευταῖοι συνειδητοποίησαν ὅτι τὰ σχετικὰ ἀντικείμενα ἦταν κίβδηλα, ἡ λατρεία τῶν ἱερῶν λειψάνων θεωρεῖτο εἰδωλολατρία. Ὡστόσο, οἱ Ἕλληνες, τόσο ἐκεῖνοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅσο καὶ ἐκεῖνοι τοῦ Μεσαίωνα, θεωροῦσαν τὰ δημιουργήματα τῆς ἑλληνικῆς τέχνης καὶ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, περισσότερο ὡς σύμβολα παρὰ ὡς ἀντικείμενα εὐλάβειας καὶ ἐν γένει δὲν κινδύνευαν νὰ μετατρέψουν τὴν πίστη ἢ τὸ σεβασμὸ ποὺ ὀφείλετο σὲ ἕνα πρόσωπο ἢ ἀντικείμενο, σὲ φετιχιστικὴ λατρεία. Ὅπως οἱ ἄνθρωποι τῆς Δύσης εἶχαν μεταφέρει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ ἀρχαίου εἰδωλολατρικοῦ τυπικοῦ τους στὶς ἱεροτελεστίες καὶ τὶς πρακτικές τῆς μεσαιωνικῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι καὶ οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἐπιτρέψει στὸ χριστιανισμὸ νὰ διαποτιστεῖ μὲ τὶς ἰδέες τῆς παλαιᾶς ἑλληνικῆς θρησκείας. Ἐνῶ ὑπῆρχαν πιθανῶς χονδροειδεῖς καὶ ὑλιστικὲς ἀπόψεις σχετικὰ μὲ τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου καὶ ἄλλες θεότητες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, εἶναι ἀμφίβολο ἂν ὑπῆρχε ποτὲ στοὺς κόλπους της, σὲ ἀξιόλογο βαθμό, λατρεία ἀγαλμάτων, εἰκόνων ἢ λειψάνων μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια. Οἱ Ἀσιάτες μποροῦσαν νὰ λατρεύουν μία πέτρα ποὺ εἶχε πέσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δία, ἀλλὰ μία τέτοια λατρεία ἦταν ξένη πρὸς τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Ὡστόσο, ἀκόμα καὶ ἂν λάβουμε ὑπόψη μας αὐτὰ τὰ δεδομένα, ὁ ἐξοικειωμένος μὲ τὰ κείμενα τοῦ 12ου καὶ τοῦ 13ου αἰώνα μελετητής, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι ἀκόμα καὶ στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἀνυπαρξία ἐρευνητικοῦ πνεύματος στὰ θρησκευτικὰ ἦταν ἐμφανὴς κατὰ τὴν ἐν λόγω ἐποχή. Γιὰ πολλὰ χρόνια μετέπειτα, ὁ σκεπτικισμὸς ἦταν ἄγνωστος ἀκόμα καὶ σὲ θέματα ἱστορικῆς ἢ γεωγραφικῆς φύσης. Οἱ θαυμάσιες ἱστορίες ποὺ ἀφηγοῦνται οἱ πρώιμοι γεωγράφοι μας, εἶναι, συχνά, ἐλάχιστα πιὸ ἀφελεῖς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ἀφηγοῦνται οἱ πρώιμοι ἱστορικοί μας. Ὅταν ἕνας πνευματώδης καὶ πολυμαθὴς ἄνθρωπος ὅπως ὁ Μίλτον, γράφοντας ἕναν αἰώνα μετὰ ἀπὸ τὴ Μεταρρύθμιση καὶ ὁραματιζόμενος ἀκόμα καὶ μία μεταρρύθμιση τῆς Μεταρρύθμισης, μποροῦσε νὰ ἀποδέχεται τοὺς μύθους σχετικὰ μὲ τὴν ἀγγλικὴ ἱστορία τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει μεταβιβάσει, εἶναι φυσικὸ νὰ παύσουμε νὰ ἐκπλησσόμαστε μὲ τὸ πνεῦμα εὐπιστίας ποὺ διέθεταν οἱ ἀγροῖκοι Σταυροφόροι, τρεῖς αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὴ Μεταρρύθμιση. Ἔφτασε μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἕνας Ἔρασμος, ἀπαριθμώντας τὰ γνωστά του θραύσματα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἦταν σὲ θέση νὰ γελοιοποιήσει τὴ λατρεία τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἀλλὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰώνα αὐτὴ ἡ ἐποχὴ ἦταν πολὺ μακριά.
 
Bookmark and Share

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.