Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Χριστουγεννιάτικη ἱστορία
Συγγραφέας: Γκανᾶς Μιχάλης
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Γονεῖς, Μνήμη, Πατέρας
Πηγή/Έκδοση:Γυάλινα Γιάννενα, ἐκδόσεις Καστανιώτης
Χρ.Έκδοσης:1989
Ἐννόημα
! Μία μοναξιὰ ποὺ χτίστηκε σιγὰ σιγὰ/μ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ δίχως λόγια.
 
Χριστουγεννιάτικη ἱστορία
Γκανᾶς Μιχάλης
 



Κάθεται μόνος

καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι.

Κανεὶς δὲ θὰ ’ρθει καὶ τὸ ξέρει,

κλείσαν οἱ δρόμοι ἀπὸ τὸ χιόνι, σὰν πέρυσι,

σὰν πρόπερσι, Χριστούγεννα καὶ πάλι

καὶ τὰ ποτὰ κρυώνουν στὸ ντουλάπι.

Τὸ τσίπουρο στυφό, τὸ οὖζο γάλα

καὶ τὸ κρασὶ ραγίζει τὰ μπουκάλια.

Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.



Κάθεται μόνος του δίπλα στὸ τζάκι,

δὲν πίνει, δὲν καπνίζει, δὲ μιλάει.

Στὴν τηλεόραση χιονίζει,

τὸ στρώνει ἀργὰ στὸ πάτωμα καὶ στὸ τραπέζι

καὶ στὶς παλιὲς φωτογραφίες,

γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,

ποὺ τὸν κοιτάζουν ἀπ’ τὸ μέλλον.

Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη

καὶ μόνο τὸ δικό της βλέμμα

ἔρχεται ἀπὸ τὰ περασμένα.



Κοντεύουνε μεσάνυχτα

καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ τὸ πρωί.

Πῶς νὰ τοῦ πῶ «Καλὰ Χριστούγεννα»,

εὐχὲς δὲ φθάνουν ὡς ἐδῶ,

δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,

ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τὸ κλαδὶ τῆς μνήμης,

μὰ νὰ τρυπώσει δὲν μπορεῖ στὴ μοναξιά του.

Μία μοναξιὰ ποὺ χτίστηκε σιγὰ σιγὰ

μ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ δίχως λόγια.



Κοντεύουνε ξημερώματα κι ἀκόμη

γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι

μὲ ἀργὲς κινήσεις σὰ νὰ τὸ χαϊδεύει.

Μένει στὰ δάχτυλα τὸ λάδι

ἀλλὰ τὸ χάδι χάνεται.

Θυμᾶται κυνηγετικὲς σκηνὲς

μὲ ἀγριογούρουνα καὶ χιόνια ματωμένα,

πρὶν γίνει θήραμα κι ὁ ἴδιος

στὴν μποῦκα ἑνὸς κρυμμένου κυνηγοῦ,

ποὺ τὸν παραμονεύει ἀθέατος

ἀφήνοντας νὰ τὸν προδίδουν κάθε τόσο

πότε μιὰ λάμψη κάνης,

πότε μιὰ κίνηση στὶς κουμαριὲς

κι ἡ μυρωδιὰ ἀπ’ τὸ βαρὺ καπνό του.

Ξέρει καλὰ ὅτι κρατάει

μακρύκανο παλιὸ μπροστογεμὲς

γεμάτο σκάγια καὶ μπαροῦτι μαῦρο.

Ὅταν ἀποφασίσει νὰ τοῦ ρίξει

δὲ θὰ προλάβει πάλι νὰ τὸν δεῖ

πίσω ἀπ’ τὸ σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.



Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,

καὶ δὲν τὸν τιμωρῶ ἐγὼ μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις,

πῶς νὰ πλαγιάσει καὶ νὰ κοιμηθεῖ.

Λέω νὰ γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,

ἕνας πατέρας ποὺ τοῦ ἔτυχε

σιωπηλὸ καὶ δύστροπο παιδί,

καὶ νὰ τοῦ πῶ μιὰ ἱστορία

γιὰ νὰ τὸν πάρει ὁ ὕπνος.



Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα...

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε

σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ

ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.



Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ

καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα

ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ

ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε

στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.



Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,

παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας

μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα

ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,

νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε

ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ

νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.
 


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.