Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Ἐμεῖς κρίνουμε τὶς σκέψεις καὶ τὶς πράξεις τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ βεβαιώνουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας μας. Ἐξάλλου, ἐφόσον ἐμεῖς εἴμαστε πεπεισμένοι, «καλὴ τῇ πίστει», βεβαιώνουμε, μὲ τὴ σχετικὴ ἐπιχειρηματολογία μας καὶ τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα τὸν πνευματικό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο αὐτό!
 
! «Αὐτὸς ποὺ ὠθεῖται χωρὶς νὰ τὸ θέλει ἀπὸ κάποια ἁμαρτία, πρέπει νὰ γνωρίζει, ὅτι, μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, ἦταν αἰχμάλωτος σὲ κάποια ἄλλη, προϋπάρχουσα μέσα του ἁμαρτία στὴν ὁποία θεληματικὰ δούλευε καὶ τώρα ἀπὸ αὐτὴ τὴν προϋπάρχουσα ἁμαρτία ἕλκεται καὶ σύρεται καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν θέλει»
 
! «Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα οὐδὲ πρᾶξις οὐδὲ κακία ἥν ἐγὼ Σωτὴρ οὐκ ἐπλημμέλησα, κατὰ νοῦν καὶ λόγον καὶ προαίρεσιν, καὶ θέσει, καὶ γνώμῃ, καὶ πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδεὶς πώποτε» (Στὸ βίο τοῦτο, Σωτήρα μου, δὲν ὑπάρχει ἁμάρτημα οὔτε πράξη οὔτε κακία, ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔκανα ἐγώ! Καὶ νοερὰ καὶ μὲ τὸ λόγο καὶ τὴ διάθεση, καὶ μὲ τὴ θέληση καὶ μὲ τὰ ἔργα ἁμάρτησα, ὅσο κανεὶς ἄλλος ποτέ!).
 
! Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητας, ὁ πατερικὸς ἄνθρωπος καθαρίζει τὸν ἐσωτερικὸ ψυχικό του κόσμο μὲ τὴ σιγουριὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ ἄσκοπους ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνους προβληματισμούς, ποὺ συσκοτίζουν ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὸ πρόβλημα τῆς ψυχικῆς του καθαρότητας.
 
! Ἔπειτα γνωρίζει καλὰ ὅτι, μέσα στὸν ἀβυσσώδη ἐσωτερικό του κόσμο, μόνο τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ διεισδύει ἐρευνητικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὴν πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητας· «Αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας».
 
! Κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, μόνο ὁ Θεὸς βλέπει ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὸς βλέπει καὶ δικαίως κρίνει ὅλες τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μάλιστα «τὸ ἀφανὲς κίνημα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀόρατον ὁρμήν»! Ἐκεῖνος μόνο κατανοεῖ τὶς αἰτίες καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν τῶν ἀφανῶν κινήσεων τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ «τὸ παντὸς πράγματος προεπινοούμενον τέλος».
 
Μία ἀκούσια ἁμαρτία πόσο ἀκούσια εἶναι;
Κορναράκης 'Ιωάννης (Ὅμότιμος Καθηγητής Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καὶ Ἐξομολογητικῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν)



 



Συχνὰ ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν ἐμπειρία μιᾶς ἀκούσιας ἁμαρτίας. Καὶ βέβαια κάθε ἐξομολόγος-πνευματικὸς πατέρας ἀκούει πολὺ συχνά, σχεδὸν σὲ κάθε ἐξομολόγηση, τὴ διαβεβαίωση ἢ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ ἐξομολογούμενου γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς ἁμαρτίας του.

-Σᾶς διαβεβαιώνω εἰλικρινῶς. πάτερ μου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία μου ἔγινε χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶ. Ἐντελῶς ἀκούσια χωρὶς νὰ εἶναι στὴ βούλησή μου ἢ στὴν σκέψη μου νὰ τὴν κάνω.

Πόσο εἰλικρινὴς ἢ τουλάχιστον σίγουρη μπορεῖ νὰ εἶναι μία τέτοια διαβεβαίωση καὶ πόσο ἀληθινὸς ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός;

Ἕνα βιβλικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα πολλῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι ἀσφαλῶς τὸ ἕβδομο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐκθέτει σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὸν ἀντιφατικὸ (συγκρουσιακὸ) χαρακτήρα τῆς λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, κατὰ τὴ σχέση της, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὴν «οἰκοῦσαν» σ’ αὐτὴν ἁμαρτία.

«Ἔτσι δὲν ξέρω οὐσιαστικὰ τί κάνω· δὲν κάνω αὐτὸ ποὺ θὰ ’θελα νὰ κάνω ἀλλά, ἀντίθετα, ὅ,τι θὰ ’θελα νὰ ἀποφύγω… Καὶ ἔτσι φθάνω πιὰ στὸ σημεῖο νὰ μὴ διαπράττω ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸ κακὸ ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ ἔχει ἐγκατασταθεῖ μέσα μου… κι ἔτσι, δὲν κάνω τὸ καλὸ ποὺ θὰ ’θελα, ἀλλὰ ὑπηρετῶ τὸ κακὸ ποὺ δὲν τὸ θέλω. Ἂν ὅμως κάνω αὐτὸ ποὺ δὲν θέλω, τότε τὴν πράξη μου δὲν τὴν καθορίζω πιὰ ἐγὼ ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ ἔχει θρονιαστεῖ μέσα μου».

Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν ἀκούσιες ἁμαρτίες. Κάποιες αἰφνίδιες πειρασμικὲς προσβολὲς ἢ κάποιες ἀπρόβλεπτες καταστάσεις, στὴ ροὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τῶν ποικίλων μορφῶν τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, μπορεῖ νὰ εἶναι, τουλάχιστον φαινομενικά, ὑπεύθυνοι παράγοντες μιᾶς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία διαπράττεται ἀκουσία.

Ἐντούτοις, ἀπὸ κάποια ἄλλη ἄποψη θεωρούμενο, τὸ ἀθέλητο καὶ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας, φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνο πρόβλημα γιὰ τὴ νηπτικὴ συνείδηση τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστῆ. Ὁ κίνδυνος ποὺ ἐλλοχεύει στὸ πρόβλημα αὐτὸ σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, συχνὰ μόνοι κριτὲς τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀποφαινόμαστε μὲ κάθε «εἰλικρίνεια», γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς παρεκτροπῆς μας, μιᾶς πτώσεώς μας, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ λογισμοῦ ἢ μιᾶς ἀσυμβίβαστης, μὲ τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, ἐπιθυμίας.

Ἐμεῖς κρίνουμε τὶς σκέψεις καὶ τὶς πράξεις τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ βεβαιώνουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας μας. Ἐξάλλου, ἐφόσον ἐμεῖς εἴμαστε πεπεισμένοι, «καλὴ τῇ πίστει», βεβαιώνουμε, μὲ τὴ σχετικὴ ἐπιχειρηματολογία μας καὶ τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα τὸν πνευματικό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο αὐτό!

-Πάτερ μου, τί νὰ σᾶς πῶ· ἀπόρησα μὲ τὸν ἑαυτό μου! Ἦταν σὰν νὰ ἔφυγε ὁ ἐαυτός μου ἀπὸ τὰ χέρια μου καὶ ἔκανα κάτι ποὺ δὲν γνώριζα καὶ ποὺ δὲν ἦταν τῆς δικῆς μου ἐπιλογῆς, δὲν τὸ ἤθελα!

Ὁ Μ. Βασίλειος, σὲ τέτοιους ἰσχυρισμοὺς γιὰ τὸ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας, θὰ παρατηρήσει· «Αὐτὸς ποὺ ὠθεῖται χωρὶς νὰ τὸ θέλει ἀπὸ κάποια ἁμαρτία, πρέπει νὰ γνωρίζει, ὅτι, μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, ἦταν αἰχμάλωτος σὲ κάποια ἄλλη, προϋπάρχουσα μέσα του ἁμαρτία στὴν ὁποία θεληματικὰ δούλευε καὶ τώρα ἀπὸ αὐτὴ τὴν προϋπάρχουσα ἁμαρτία ἕλκεται καὶ σύρεται καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν θέλει».

Ἡ παρατήρηση αὐτὴ τοῦ Μ. Βασιλείου κλονίζει τὰ θεμέλια κάθε ἰσχυρισμοῦ γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς ἁμαρτίας, ἐπειδὴ δημιουργεῖ ἀμφιβολία κατὰ πόσο μία θεωρούμενη ὡς ἀκούσια ἁμαρτία εἶναι καὶ ὄντως ἀκούσια! Ἑπομένως πῶς νὰ εἶσαι πάντοτε σίγουρος ὅτι οἱ ἀκούσιες ἁμαρτίες σου εἶναι πραγματικὰ ἀκούσιες καὶ δὲν εἶναι φυσιολογικὰ ἐκβλαστήματα προϋπάρχουσας καὶ ἤδη ἑκουσίως διαπραττόμενης ἁμαρτίας»; Ὄντως· «παραπτώματα τὶς συνήσει;».

Ὁ πατερικὸς ἐντούτοις ἄνθρωπος λύνει τὸ πρόβλημα αὐτὸ μὲ μία ἁγιοπνευματικὴ ὑπέρβαση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐπειδὴ γνωρίζει τὸν κίνδυνο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐλλοχεύει σὲ μία τέτοια (ὁποιαδήποτε) ἐπιχειρηματολογία, γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα κάποιων ἁμαρτιῶν του, ὑπερφαλαγγίζει τὸν κίνδυνο αὐτὸ μὲ τὴ σταθερὴ ἀποδοχὴ (παντοῦ καὶ πάντοτε) τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητας, ὡς τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῆς πνευματικῆς του ζωῆς.

Πιστεύει δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀπόλυτο, μὴ ἀποδεχόμενο ἀμφισβήτηση, ὅτι εἶναι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἑξῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἐκεῖνος βιώνει τὴν προσωπική του ἁμαρτωλότητα!

Ἡ ἁμαρτητικὴ του αὐτὴ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται μὲ τὴ νοηματικὴ καθαρότητα καὶ χαρισματικὴ διαύγεια τῶν τροπαρίων τοῦ Μ. Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ποὺ ταιριάζει ἐξάλλου στὴν παύλεια ὁμολογία· «ὧν πρῶτος εἰμὶ ἐγώ». «Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα οὐδὲ πρᾶξις οὐδὲ κακία ἥν ἐγὼ Σωτὴρ οὐκ ἐπλημμέλησα, κατὰ νοῦν καὶ λόγον καὶ προαίρεσιν, καὶ θέσει, καὶ γνώμῃ, καὶ πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδεὶς πώποτε» (Στὸ βίο τοῦτο, Σωτήρα μου, δὲν ὑπάρχει ἁμάρτημα οὔτε πράξη οὔτε κακία, ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔκανα ἐγώ! Καὶ νοερὰ καὶ μὲ τὸ λόγο καὶ τὴ διάθεση, καὶ μὲ τὴ θέληση καὶ μὲ τὰ ἔργα ἁμάρτησα, ὅσο κανεὶς ἄλλος ποτέ!).

«Ἐὰν ἐρευνήσω μου τὰ ἔργα Σωτὴρ ἅπαντα ἄνθρωπον ὑπερβάντα ἐμαυτὸν ὁρῶ ταῖς ἁμαρτίαις, ὅτι ἐν γνώσει φρενῶν ἥμαρτον οὐκ ἀγνοίᾳ»! (Σωτήρα μου, ἂν ἐξετάσω τὰ ἔργα μου, βλέπω τὸν ἑαυτό μου νὰ ’χει ξεπεράσει στὶς ἁμαρτίες ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, γιατί ἁμάρτησα ἔχοντας γνώση καὶ ὄχι ἀπὸ ἄγνοια.) «Προσπίπτω σοι, καὶ προσάγω σοι, ὥσπερ δάκρυα τὰ ρήματά μου. Ἥμαρτον ὡς ἤμαρτε πόρνη, καὶ ἀνόμησα ὡς ἄλλος οὐδεὶς ἐπὶ τῆς γῆς»! (Πέφτω στὰ πόδια σου! καὶ σοῦ προσφέρω γιὰ δάκρυα τὰ λόγιά μου: Ἁμάρτησα ὅπως ἁμάρτησε ἡ πόρνη. Κι ἀθέτησα τὸ νόμο σου, ὅσο κανεὶς ἄλλος στὴ γῆ.)

Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητας, ὁ πατερικὸς ἄνθρωπος καθαρίζει τὸν ἐσωτερικὸ ψυχικό του κόσμο μὲ τὴ σιγουριὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ ἄσκοπους ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνους προβληματισμούς, ποὺ συσκοτίζουν ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὸ πρόβλημα τῆς ψυχικῆς του καθαρότητας.

Ἔπειτα γνωρίζει καλὰ ὅτι, μέσα στὸν ἀβυσσώδη ἐσωτερικό του κόσμο, μόνο τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ διεισδύει ἐρευνητικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὴν πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητας· «Αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας».

Ὄντως! Κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, μόνο ὁ Θεὸς βλέπει ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὸς βλέπει καὶ δικαίως κρίνει ὅλες τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μάλιστα «τὸ ἀφανὲς κίνημα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀόρατον ὁρμήν»! Ἐκεῖνος μόνο κατανοεῖ τὶς αἰτίες καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν τῶν ἀφανῶν κινήσεων τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ «τὸ παντὸς πράγματος προεπινοούμενον τέλος».

Ἀλήθεια! Μιά, κατὰ τὴ δική μας κρίση, ἀκούσια ἁμαρτία πόσο ἀκούσια μπορεῖ νὰ εἶναι κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ;



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.