Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ὁ Ματρόζος
Συγγραφέας: Στρατήγης Γεώργιος
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Ἐλλάδα, Ἥρωας, Ἡρωϊσμός, Ἐλευθερία, Ἕλληνες, Ἀγάπη στὴν πατρίδα
Πηγή/Έκδοση:el.wikisource.org
Χρ.Έκδοσης:
Ἐννόημα
! «Ἄν οἱ ζητιάνοι σὰν καὶ μὲ/δὲν ἔχυναν τὸ αἷμα/οἱ καπετάνιοι σὰν καὶ σὲ/δὲν θὰ φοροῦσαν στέμμα!»
 
Ὁ Ματρόζος
Στρατήγης Γεώργιος




(Ἡ ἱστορία ἑνός προύχοντα τῶν Σπετσῶν , ἑνός καραβοκύρη, τοῦ θρυλικοῦ Ματρόζου , πού τά 'δωσε ὅλα γιὰ τὸν ἀγώνα.  Ὅλα: σπίτια , χρυσαφικά, καράβια, ἅρπαξε ἕνα ἀπ`αὐτά καὶ ἔγινε ἕνας ἀπ` τοὺς μπουρλουτιέρηδες ποὺ γράψανε τὸ ναυτικό ἔπος τοῦ 1821, μαζί μὲ τὸν Κωσταντῆ, τὸν Κωνσταντῆ Κανάρη. Μετά τὴν ἀπελευθέρωση ὁ Ματρόζος κατήντησε ζητιάνος!)




Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια

μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιὰ μὲ πύρινη ματιὰ

σὰν πλάτανος θεόρατος γερμένος ἀπ` τὰ χρόνια

περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ ἔρμα γηρατειά.

Εἶν` ἀπὸ κείνη τὴ γενηὰ κι` ὁ γέρο καπετάνος

ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.



Εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ ἀθάνατό τους αἷμα

ἀπὸ τοὺς χίλιους ποὺ ἔβγαλες πατρίδα μου χρυσή.

Εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔβαλαν στὴν κεφαλή σου στέμμα

κι` ἄγνωστοι ἐσβυστήκανε στὸ δοξαστὸ νησὶ

Εἶχες ἀστέρια ὁλόλαμπρα στὸν οὐρανό σου κι` ἄλλα

μὰ κεῖνα ποὺ δὲν ἔλαμψαν ἦταν τὰ πιὸ μεγάλα.



Σὰν ἔγραψαν μὲ τὸν δαυλὸ τὴν ἱστορία τους μόνοι,

χωρὶς γι` αὐτοὺς τοὺς ἥρωες μιὰ λέξη αὐτὴ νὰ πεῖ

μὲ τὴν πληγή τους γιὰ σταυρὸ κι` ἀτίμητο γαλόνι

ἄλλοι στὰ δίχτυα ἐγύριζαν καὶ ἄλλοι στὸ κουπὶ

κι` οἱ στολοκαῦτες τῶν Σπετσῶν τὰ ἀτρόμητα λιοντάρια,

μὲ τὶς βαρκοῦλες ἔπιαναν στὸ περιγιάλι ψάρια



Ὁ γέρος μας παράπονο ποτὲ δὲν λέει κανένα

μὰ καπετάνιους σὰν ἰδεῖ μέσ` στὰ χρυσαφικὰ

ἐκείνους ποὺ εἶχε ναῦτες του μὲ μάτια δακρυσμένα

στὰ περασμένα ἐγύριζε καὶ στὰ πυρπολικά.

Καὶ ξαπλωμένος δίπλα μου μοῦ ’λεγε κεῖ στὴν ἄμμο

πόσα καράβια ἐτίναξε στὴν Τένεδο, στὴ Σάμο.




-"Παιδί μου, τώρα ἐγέρασα παιδί μου θ` ἀποθάνω,»

στὸ τέλος πάντα μοῦ ’λεγε μὲ ἀναστεναγμὸ!

-«Ἕνας Ματρόζος δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸν ζητιάνο,

μὰ νὰ βαστάξω δὲν μπορῶ τῆς πείνας τὸν καημὸ

Κλαίω ποὺ ἀφήνω τὸ νησὶ θὰ πάω στὴν Ἀθήνα

πρὶν πεθαμένο μ` εὕρουνε μιὰ μέρα ἀπὸ τὴν πείνα!



Μοῦ λὲν ὁ καπετὰν Κωσταντῆς ἀπ` τὰ Ψαρρὰ ἐκεῖ πέρα

πὼς Ὑπουργὸς ἐγίνηκε μεγάλος καὶ τρανὸς

κι` ἂν θυμηθεῖ πὼς τὴ ζωὴ τοῦ ἔσωσα μιὰ μέρα

ἀπ' έξω ἀπό τὴν Τένεδο μποροῦσε ὁ Ψαρριανὸς

νὰ κάνει κάτι καὶ γιὰ μὲ κι` ἴσως νὰ δώσουν κάτι

σὲ κεῖνον ποὺ ’χε τάλλαρα τὴ στέρνα του γεμάτη!»



Πὲντ` ἕξη μέρες ὕστερα ἐμπῆκε στὸ βαπόρι

κι` ἀκουμπιστὸς περίλυπος, ἐπάνω στὸ ραβδὶ

ὥς ποὺ στὴν Ὕδρα ἔφτασε κοίταζε ἀπὸ τὴν πλώρη

τὸ δοξαστὸ του τὸ νησὶ ὁ γέροντας νὰ ἰδεῖ,

καὶ σκύβοντας δακρύβρεχτος τὰ κύματα ἐρώτα,

πῶς φεύγει τὼρ` ἀπ` τὸ νησὶ καὶ πῶς ἐρχόταν πρῶτα!



-«Ἐδῶ τί θέλεις γέροντα;», ρωτᾶ τὸν καπετάνιο

στὸ Ὑπουργεῖο ἐμπροστά, ἕνας θαλασσινὸς

ντυμένος στὰ χρυσά! -«Παιδί μου εἶν ἐπάνω ὁ …Κωσταντῆς;;»

-«Ποιὸς Κωσταντῆς;» -«Νὰ ! αὐτὸς ὁ…Ψαρριανός!»

-« Δὲν λὲν κανένα Ψαρριανὸ ἐδῶ εἶναι Ὑπουργεῖο

νὰ ..ζητιανέψεις πήγαινε εἰς τό..φτωχοκομεῖο!».



Ὁ γέρος ἀνασήκωσε τὸ κάτασπρο κεφάλι

καὶ τὰ μαλλιὰ του ἐσάλεψαν σὰν χαίτη λιονταριοῦ

καὶ μὲ σπιθόβολη ματιὰ μέσ` ἀπ` τὰ χείλη βγάζει

μὲ στεναγμὸ βαρύγνωμη φωνὴ παλληκαριοῦ

-«Ἄν οἱ ζητιάνοι σὰν καὶ μὲ δὲν ἔχυναν τὸ αἷμα

οἱ καπετάνιοι σὰν καὶ σὲ δὲν θὰ φοροῦσαν στέμμα!»



Τότε ὁ Κανάρης ποὺ ἄκουσε φιλονικίες κάτω

στὸ παραθύρι ἐπρόβαλε νὰ ἰδεῖ ποιὸς τὸν ζητεῖ

καὶ βλέποντας τὸν γέροντα λαχτάρησ` ἡ καρδιά του

καὶ νά ’ρθει ἐπάνω διέταξε μὲ τὸν ὑπασπιστή.

Καὶ ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα τοῦ ἐξύπνησε στὰ στήθη

κάτι ποὺ μοιάζει μ` ὄνειρο, μαζὶ καὶ παραμύθι.



Τὸν κοίταξε, τὰ μάτια του μὲς στὰ μακριά του φρύδια

ποὺ μοιάζανε σὰν ἀετοὶ κρυμμένοι στὴ φωλιὰ

στὸν καπετάνιο ἐφάνηκαν μὲ τὴ φωτιὰ τὴν ἴδια

ὅταν τὰ ἐφώτιζε ὁ δαυλὸς τὰ χρόνια τὰ παληὰ

Κι` ἕνας τὸν ἄλλο κοίταξε κατάματα οἱ δυὸ γέροι,

ὁ ἡμίθεος τὸν γίγαντα, ὁ ἥλιος τὸ ἀστέρι.



-«Ποιὸς εἶσαι καπετάνιο μου καὶ ποιὸ εἶναι τὸ νησί σου;»

ὁ Ψαρριανὸς τὸν ἐρωτᾶ μὲ τόνο θλιβερὸ

–«Πενήντα χρόνια μιὰ ζωὴ περάσανε, θυμήσου

ἀπ` τῆς καλῆς μας ἐποχῆς ἐκείνης τὸν καιρό!»

-«Μήπως στὴ Σάμο ἤσουνα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη;

στὴ Χιὸ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὴν Κῶ, στὴ Μυτιλήνη;».



-«Ἀπ` ἔξω ἀπὸ τὴν Τένεδο πενήντα πέντε χρόνια

ἐπέρασαν ἀπ`τη στιγμὴ ἐκείνη σὰν φτερό!

Σὰν νὰ σὲ βλέπω Κωσταντῆ δὲν θὰ ξεχάσω αἰώνια

ἀκόμα στὸ μπουρλότο σου καβάλα σὲ θωρῶ

Χρόνος δὲν ἦταν ποὺ ἔκαψες στὴ Χιὸ τὴ ναυαρχίδα

κι` ἦταν ἡ πρώτη μου φορὰ ἐκείνη ποὺ σὲ εἶδα.



Ἀπ` ἔξω ἀπὸ τὴν Τένεδο, θυμᾶσαι μία φρεγάδα

σ` ἔβαλε μπρὸς μ` ἀράπικου ἀλόγου γρηγοράδα

μ` ὀχτὼ βατσέλια γύρω της πού ’μοιαζαν περιστέρια ,

καὶ σὺ γεράκι γύρω τους ἐπάνω στὸ μπουρλότο

-ποὺ τὴν κορβέτα τίναξες προτύτερα στ` ἀστέρια-

σὰν δαίμονας μὲς τὸν καπνὸ γυρνοῦσες καὶ στὸν κρότο.



Σὲ καμαρώνω ἀπὸ μακριὰ κι` οἱ ναῦτες κι` ὁ λοστρόμος,

μὲ ξόρκιζαν νὰ φύγουμε, τοὺς εἶχε πιάσει τρόμος,

γιατί ἡ ἁρμάδα ζύγωνε ἐπάνω στὸ τιμόνι

θάρρος στοὺς ναῦτες σου ἔδινες δὲν βάσταξε ἡ καρδιά μου.

γιὰ μιὰ στιγμὴ χανόσουνα, γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μόνη.

Καὶ-«ὄρτσα –μάινα τὰ πανιὰ», φωνάζω στὰ παιδιά μου.



Στὸ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ μᾶς σίμωσες, μ` ἀντάρα,

ὁ τοῦρκος κοντοζύγωνε ἡ μαύρη μου ἡ καμπάρα

ἀστροπελέκια καὶ φωτιὰ καὶ κεραυνοὺς σκορποῦσε

μά… σὰ δελφίνι γρήγορος καὶ κεῖνος ἐγλυστροῦσε

Οἱ ναῦτες μου φωνάξανε –«τί κάνεις καπετάνιο¨

καὶ γὼ τοὺς λέω – «τὸν Ψαρριανὸ νὰ σώσω κι` ἂς πεθάνω.»



Καὶ σοῦ πετῶ τὴ γούμενα καὶ δένεις τὸ μπουρλότο

κάνω τιμόνι δεξιὰ τὸ φλογερὸ τὸ χνῶτο

τοῦ τούρκου θὰ σὲ βούλιαζε θυμᾶσαι, σοῦ φωνάζω

πρῶτος ἀπ` ὅλους ν` ἀνέβεις, μὰ δὲν μ` ἀκοῦς

κι` ἀφήνεις ἄλλοι ν` ἀνεβοῦν. ἔσκυψα κι` ἀπ` τὰ μαλλιὰ σ` ἁρπάζω,

καὶ σ` ἔσωσα, καὶ φύγαμε Μά..δάκρυα βλέπω χύνεις!.



-«Ματρόζε μου » δακρύβρεκτος ὁ Κωσταντῆς φωνάζει

καὶ μὲς στὰ στήθη τὰ πλατειὰ σφιχτὰ τὸν ἀγκαλιάζει.

Κι` ἐνῶ οἱ δύο γέροντες μὲ τὰ λευκὰ κεφάλια

στ` ἄσπρα τους γένια δάκρυα κυλοῦσαν σὰν κρουστάλλια

δυὸ κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα ἀπὸ τὸ χιόνι

ὅταν τοῦ ἥλιου τὸ φιλὶ τὴν ἄνοιξη τὸ λιώνει !






 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.