Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Σὲ ἕνα βίο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ναθαναὴλ διαβάζουμε ὅτι τὴν ὥρα τῆς κλήσης του στεκόταν μπροστὰ στὸ Θεὸ προσευχόμενος καὶ ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πὼς τὸν εἶχε δεῖ κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ σήκωσαν ξαφνικὰ ἕνα πέπλο ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ συνειδητοποίησε ὅτι στεκόταν ἀπέναντι στὸν ἴδιο τὸ Θεὸ στὸν ὁποῖο εἶχε ἀπευθύνει τὴν προσευχή του.
 
! Στὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς Ἀνάστασης θεμελιώνεται ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ὁ Χριστιανικὸς τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι. Στὸ γεγονὸς αὐτὸ βλέπουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἄπειρη ταπείνωση τοῦ Θεοῦ. Στὸ Χριστὸ μᾶς ἀποκαλύπτονται καὶ τὰ δύο καὶ χαιρόμαστε ὄχι μόνο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ἀγάπης καὶ Λυτρωτής μας ἀλλὰ καὶ διότι σ' Ἐκεῖνον βλέπουμε πόσο μεγάλος εἶναι ὁ ἄνθρωπος: τόσο μεγάλος ποὺ νὰ χωράει μέσα του τὸ Θεὸ· τόσο μεγάλος ποὺ νὰ περνάει σὰν χείμαρρος μαζὶ μ' Ἐκεῖνον, νὰ συντρίβει τὶς πύλες τοῦ θανάτου καὶ νὰ μπαίνει στὴν αἰωνιότητα. Ἔχοντας ὁ Χριστὸς ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἀνθρωπότητά μας σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μᾶς ἑνώνει τελείως μὲ τὴ θεότητά Του, φτάνει μόνο νὰ Τοῦ ἀνοίξουμε τὸ εἶναι μας. Πόσο ὑπέροχο εἶναι αὐτό!
 
! Κατὰ τὶς ἑβδομάδες ποὺ μᾶς ἔρχονται τὸ κάθε ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο θὰ μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸ θρίαμβο αὐτὸ τῆς ζωῆς, τὴ νίκη τῆς ζωῆς, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ νίκη τῆς ἀγάπης. Ἂς γιορτάσουμε γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει μόνο νικήσει τὸ θάνατο γιὰ τὸν Ἑαυτό Του καὶ μέσα στὸν Ἑαυτό Του ἀλλὰ καὶ μέσα σέ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ἔχει νικήσει τὸ θάνατο, τὴν ἁμαρτία, τὸ φόβο, τὰ πάντα. Ἄς γιορτάσουμε τὸ ὅτι ἔχουμε γίνει φίλοι καὶ οἰκεῖοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ.
 
Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Κυριακή τοῦ Θωμᾶ (Ἰω. 20.19-31)

Δύο φορὲς διαβάζουμε στὰ Εὐαγγέλια τὴν ἐπίσημη ὁμολογία ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος εἶχε ἀναγνωρίσει στὸ Χριστὸ τὸν Κύριό του καὶ τὸ Θεό του.

Τὴν πρώτη φορὰ βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς διακονίας τοῦ Κυρίου. Μετὰ τὴ βάπτισή Του, ὅταν μόλις εἰσερχόταν στὸ δρόμο τοῦ σταυροῦ συνάντησε τὸ Ναθαναὴλ καὶ μαρτύρησε στοὺς ἄλλους ὅτι μπροστά Του ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁγνὸς καὶ ἄδολος. Ὁ Ναθαναὴλ ρώτησε πῶς τὸ ἤξερε αὐτό, καὶ ὁ Σωτήρας ἀπάντησε μὲ τὰ μυστηριώδη λόγια: «πρὸ τοῦ σὲ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδὸν σε». Καὶ ὁ Ναθαναὴλ προσκυνώντας Τον Τοῦ εἶπε: «Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰω.1.46-50).

Σὲ ἕνα βίο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ναθαναὴλ διαβάζουμε ὅτι τὴν ὥρα τῆς κλήσης του στεκόταν μπροστὰ στὸ Θεὸ προσευχόμενος καὶ ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πὼς τὸν εἶχε δεῖ κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ σήκωσαν ξαφνικὰ ἕνα πέπλο ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ συνειδητοποίησε ὅτι στεκόταν ἀπέναντι στὸν ἴδιο τὸ Θεὸ στὸν ὁποῖο εἶχε ἀπευθύνει τὴν προσευχή του.

Ἀργότερα ἡ ὁμολογία αὐτὴ κάπως συσκοτίζεται. Οἱ ἀπόστολοι εἶχαν τυφλωθεῖ, ὅπως ὅλοι εἴμαστε τυφλωμένοι, ἀπὸ τὸ ὁρατὸ καὶ ἦταν μὲ πολὺ ἀργὸ ρυθμὸ ποὺ ἄρχισαν νὰ διαισθάνονται τὸ ἀόρατο. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς περιόδου λίγο μεγαλύτερης ἀπὸ τρία χρόνια ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκάλυπτε σταδιακὰ τὴν ἀληθινή Του φύση: τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πράγματι ἀληθινός, τέλειος ἄνθρωπος, ταυτόχρονα ὅμως καὶ ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος πῆρε σάρκα καὶ ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἡ συνειδητοποίηση αὐτὴ ἡ ὁποία ξυπνοῦσε μέσα τους λίγο-λίγο βρῆκε τὴν ἔκφρασή της μόνο στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἱερουσαλήμ, λίγο πρὶν τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὁμολόγησε: «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16. 16).

Πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωσή Του ὁ Χριστὸς λίγο-λίγο ἀποκαλυπτόταν στοὺς μαθητές Του ὡς Θεός. Μετὰ τὴ σταύρωσή τους ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτὸ Του ἐπανειλημμένα καὶ ἔντονα, μὲ μιὰ σειρὰ ἐμφανίσεων, ὡς ἄνθρωπο ποὺ εἶχε ἀναστηθεῖ κατὰ σάρκα. Τὸ κάθε τι τὸ ὁποῖο ἀκοῦμε γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μὲ τὸ γεγονὸς αὐτό: δὲν εἶναι φάντασμα, δὲν εἶναι μία ὀπτασία. Οἱ μαθητὲς ὄχι μόνο ἀκοῦνε τὴ φωνὴ Του ἀλλὰ καὶ ἀγγίζουν τὸ σῶμα Του, Τὸν βλέπουν νὰ τρώει μαζί τους. Ἀργότερα ὁ ἅγιος Ἰωάννης μιλώντας γιὰ τὴ μαρτυρία τους ὀρθὰ λέει ὅτι μίλησαν γι' αὐτὸ ποὺ τὰ μάτια τους εἶχαν δεῖ, τὰ αὐτιὰ ἀκούσει, τὰ χέρια ἀγγίξει (1 Ἰω. 1): ὁ Χριστὸς εἶχε ἀληθινὰ ἀναστηθεῖ σωματικὰ μὲ σῶμα καθαγιασμένο, μεταμορφωμένο, μὲ σῶμα τὸ ὁποῖο εἶχε γίνει ἐξ ὁλοκλήρου πνεῦμα χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι σάρκα.

Μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ προσκυνοῦμε κι ἐμεῖς τὸν ἀναστημένο Χριστὸ καὶ μὲ πίστη, μὲ τὴ γνώση ὅτι εἶναι ὁ Θεός μας ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ὁ «ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν», Τὸν χαιρετοῦμε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!».

Στὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς Ἀνάστασης θεμελιώνεται ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ὁ Χριστιανικὸς τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι. Στὸ γεγονὸς αὐτὸ βλέπουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἄπειρη ταπείνωση τοῦ Θεοῦ. Στὸ Χριστὸ μᾶς ἀποκαλύπτονται καὶ τὰ δύο καὶ χαιρόμαστε ὄχι μόνο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ἀγάπης καὶ Λυτρωτής μας ἀλλὰ καὶ διότι σ' Ἐκεῖνον βλέπουμε πόσο μεγάλος εἶναι ὁ ἄνθρωπος: τόσο μεγάλος ποὺ νὰ χωράει μέσα του τὸ Θεὸ· τόσο μεγάλος ποὺ νὰ περνάει σὰν χείμαρρος μαζὶ μ' Ἐκεῖνον, νὰ συντρίβει τὶς πύλες τοῦ θανάτου καὶ νὰ μπαίνει στὴν αἰωνιότητα. Ἔχοντας ὁ Χριστὸς ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἀνθρωπότητά μας σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μᾶς ἑνώνει τελείως μὲ τὴ θεότητά Του, φτάνει μόνο νὰ Τοῦ ἀνοίξουμε τὸ εἶναι μας. Πόσο ὑπέροχο εἶναι αὐτό!

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σαράντα ἡμερῶν μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστὸς ἐμφανιζόταν συνεχῶς στοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς ἀποκάλυπτε τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τοὺς φανέρωσε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς Ἀγάπης καὶ τοὺς ξεδίπλωσε τὸ νόημα τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων δεμένων μὲ τὴν Ἀγάπη. Τοὺς ἐξήγησε ὅτι ἡ παροδικὴ αὐτὴ ζωὴ ἀναπόφευκτα μιὰ ἡμέρα θὰ σβήσει, ἀλλὰ ὅτι τοὺς εἶχε ἤδη δοθεῖ ἡ αἰώνια ζωή, ἡ ζωὴ ἐκείνη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε ἤδη φυτευτεῖ μέσα τους, ποὺ ἤδη ἐργαζόταν μέσα τους κατακτώντας τὰ πάντα.

Κατὰ τὶς ἑβδομάδες ποὺ μᾶς ἔρχονται τὸ κάθε ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο θὰ μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸ θρίαμβο αὐτὸ τῆς ζωῆς, τὴ νίκη τῆς ζωῆς, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ νίκη τῆς ἀγάπης. Ἂς γιορτάσουμε γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει μόνο νικήσει τὸ θάνατο γιὰ τὸν Ἑαυτό Του καὶ μέσα στὸν Ἑαυτό Του ἀλλὰ καὶ μέσα σέ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ἔχει νικήσει τὸ θάνατο, τὴν ἁμαρτία, τὸ φόβο, τὰ πάντα. Ἄς γιορτάσουμε τὸ ὅτι ἔχουμε γίνει φίλοι καὶ οἰκεῖοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ.



Πρωτότυπο Κείμενο

In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Twice in the Gospels we read the solemn declaration of a man who has recognised in Christ his Lord and his God. The first time was at the beginning of the Lord's ministry: after His Baptism, when He was entering upon the way of the cross, He met Nathaniel and testified to the others that here was a man pure and without guile. Nathaniel asked how He knew this, and the Saviour answered with the mysterious words, "Before Philip called thee, when thou wast under the fig tree, I saw thee." And Nathaniel reverencing Him said, "My Lord and my God." In a life of the holy Apostle Nathaniel we read that at the time of his call he was standing before God in prayer, and that Christ's words about seeing him under the fig tree suddenly lifted a veil from his eyes and he realised that he was standing before the very God to whom he had been praying.

Later this testimony is somehow obscured; the apostles were blinded, as we all are, by the visible, and only very slowly did they begin to perceive the invisible. During a period of just over three years Christ gradually revealed His true nature to them: the fact that He is indeed a true, genuine man, but that at the same time He is God who has taken flesh and come to save the world. This gradually dawning understanding found its expression only on the way to Jerusalem, just before Christ's death, when the apostle Peter testified, "Thou are the Christ, the Son of God."

Before His crucifixion Christ gradually revealed Himself to disciples as God; after it He repeatedly and persistently, in a series of appearances, revealed Himself to them as man risen in the flesh. Everything we hear of Christ's Resurrection brings us face to face with this fact; this is not a ghost, this is not a vision; the disciples not only hear His voice, they touch His body, they see Him eating food with them. Later, St. John speaking of their witness rightly says that they spoke of what their eyes had seen, their ears had heard, their hands had felt: Christ had truly risen in the body, the body sanctified, the body transfigured, the body which had become entirely spirit without ceasing to be flesh. Together with the Apostle Thomas we too worship the risen Christ and believing in Him, knowing Him as our God but also as Jesus of Nazareth risen from the dead, we hail Him, "My Lord and my God!"

On this fact the whole life of the Church depends, the whole Christian outlook, the greatness of man, the boundless humility of God. In Christ the one and the other is revealed to us, and we rejoice not only because God is the God of love and our Saviour, but because in Him we are shown how great Man is. He is so great that God can be contained in him. He is so great that He can pass through the gates of death into eternal life carrying us with Him as a torrent; that having united Himself with us in our humanity in every way except sin, He unites us completely with His Divinity if only we lay ourselves open to His influence. How wonderful that is!

So, during the next forty days Christ constantly appeared to His disciples and revealed to them the mysteries of the Kingdom of God; He showed them the name of God as Love, He unfolded to them the comprehension of the Church as a society of people who are bound by love; He explained to them that this temporal life will inevitably pass away, but that they have been granted eternal life, which is that life of God already planted in them, already working in them and conquering all.

And in the ensuing weeks each Gospel reading will tell us of this triumph of life, of the victory of life, of the victory of love over everything else. Let us be glad and rejoice that the risen Christ has not only conquered death for Himself and in Himself, but that in us and for us He has conquered death, sin, fear — everything, and that we have now become close and intimate with the living God. Amen.


 
Bookmark and Share

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης