Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Θὰ ἦταν γύρω στὰ ἑβδομήντα χρόνια καὶ ἔδειχνε ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία του νὰ μὴν εἶχε ἐπαφὴ μὲ ἀνθρώπους. Φοροῦσε ἕνα ζωστικὸ σὰν ἀπὸ καραβοπάνι, ἀλλὰ πολὺ ξεθωριασμένο καὶ κατατρυπημένο.
 
! Τὶς τρύπες τὶς εἶχε πιασμένες μὲ ξύλινα σουβλιά, ὅπως πιάνουν οἱ γεωργοὶ τὰ τρύπια σακιά, ὅταν δὲν ἔχουν σακοράφα καὶ σπάγγο. Εἶχε ἐπίσης ἕναν τουρβὰ δερμάτινο, ξεθωριασμένο καὶ τὶς τρύπες πιασμένες πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.
 
! Στὸν λαιμὸ του εἶχε μιὰ χονδρὴ ἁλυσίδα, ποὺ κρατοῦσε ἕνα κουτὶ μπροστὰ στὸ στῆθος του. Φαίνεται εἶχε κάτι τὸ ἱερό!
 
! Θὰ ἦταν καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὁσίους Ἀναχωρητὰς ποὺ ζοῦν στὴν ἀφάνεια στὴν κορυφὴ τοῦ «Ἄθωνα!
 
Ὁ ἄγνωστος Ἀναχωρητής
Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης



Ὅταν εἶχα ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὅρος γιὰ πρώτη φορά, τὸ 1950, ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια γιὰ τὴν Ἁγία Ἄννα, εἶχα χάσει τὸν δρόμο· ἀντὶ νὰ πάρω τὸν δρόμο γιὰ τὴν Σκήτη τῆς «Ἁγίας «Ἄννης, προχώρησα γιὰ τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα. Ἀφοῦ βάδισα ἀρκετά, κατάλαβα ὅτι πάω ψηλὰ καὶ ἔψαχνα νὰ βρῶ κανένα μονοπάτι νὰ βγῶ σύντομα.

Ἐπάνω λοιπὸν σ’ αὐτὴ τὴν ἀγωνία μου, ἐνῶ παρακαλοῦσα τὴν Παναγία νὰ μὲ βοηθήσει, ξαφνικά μοῦ παρουσιάζεται ἕνας Ἀναχωρητὴς μὲ φωτεινὸ πρόσωπο.

Θὰ ἦταν γύρω στὰ ἑβδομήντα χρόνια καὶ ἔδειχνε ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία του νὰ μὴν εἶχε ἐπαφὴ μὲ ἀνθρώπους. Φοροῦσε ἕνα ζωστικὸ σὰν ἀπὸ καραβοπάνι, ἀλλὰ πολὺ ξεθωριασμένο καὶ κατατρυπημένο.

Τὶς τρύπες τὶς εἶχε πιασμένες μὲ ξύλινα σουβλιά, ὅπως πιάνουν οἱ γεωργοὶ τὰ τρύπια σακιά, ὅταν δὲν ἔχουν σακοράφα καὶ σπάγγο. Εἶχε ἐπίσης ἕναν τουρβὰ δερμάτινο, ξεθωριασμένο καὶ τὶς τρύπες πιασμένες πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.

Στὸν λαιμὸ του εἶχε μιὰ χονδρὴ ἁλυσίδα, ποὺ κρατοῦσε ἕνα κουτὶ μπροστὰ στὸ στῆθος του. Φαίνεται εἶχε κάτι τὸ ἱερό!

Πρὶν τὸν ρωτήσω ἐγώ, μοῦ εἶπε ἐκεῖνος:

– Παιδί μου, δὲν πάει γιὰ τὴν Ἁγία Ἄννα αὐτὸς ὁ δρόμος, καὶ μοῦ ἔδειξε τὸ μονοπάτι. Ἀπ’ ὅλο τὸ παρουσιαστικὸ του φαινόταν Ἅγιος!

Ρώτησα μετὰ τὸν Ἐρημίτη:

– Ποῦ μένεις, Γέροντα; Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε:

– Κάπου ἐδῶ, καὶ μοῦ ἔδειχνε τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα.

Ἐπειδὴ εἶχα περιπλανηθῆ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ψάχνοντας νὰ βρῶ Γέροντα νὰ μὲ πληροφορεῖ ἐσωτερικά, εἶχα ξεχάσει καὶ τί ἡμέρα εἶναι καὶ πόσο ἔχει ὁ μήνας. Ρώτησα λοιπὸν τὸν Ἐρημίτη καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἦταν Παρασκευή. Μετὰ ἔβγαλε ἕνα μικρὸ σακουλάκι δερμάτινο, τὸ ὁποῖο εἶχε μέσα κάτι ξυλάκια μὲ χαρακιές, καὶ ἀπὸ τὶς χαρακιὲς ποὺ εἶδε, μοῦ εἶπε πόσο εἶχε ὁ μήνας.

Πῆρα μετὰ τὴν εὐχή του, προχώρησα ἀπὸ τὸ μονοπάτι ποὺ μοῦ ἔδειξε καὶ βγῆκα στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ὁ νοῦς μου ὅμως συνέχεια γύριζε στὸ φωτεινὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναχωρητοῦ, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε.

Ἀργότερα, ὅταν εἶχα ἀκούσει ὅτι ὑπάρχουν στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα δώδεκα Ἀναχωρηταὶ – ἄλλοι ἔλεγαν ἑπτὰ – εἶχα μπεῖ σὲ λογισμοὺς καὶ τὸ εἶχα διηγηθεῖ σὲ ἔμπειρους Γεροντάδες αὐτὸ ποὺ εἶδα, οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπαν:

– Θὰ ἦταν καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὁσίους Ἀναχωρητὰς ποὺ ζοῦν στὴν ἀφάνεια στὴν κορυφὴ τοῦ «Ἄθωνα!

...........

Τὴν διήγηση αὐτὴν καταγράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος στὸ βιβλίο του «Ἁγιορεῖτες Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα», ἔκδ. Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 1993, σελ. 46-47, στὸ κεφάλαιο ποὺ ἔχει τίτλο «Ὁ ἄγνωστος Ἀναχωρητὴς (μᾶλλον ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀφανεῖς Ἀναχωρητὰς τοῦ Ἄθωνα)



Bookmark and Share

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.