Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Ναί, χάρηκαν ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶχε ἐπισκεφτεῖ, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα τους, ποὺ ἦταν ζωντανός˙ ἀλλὰ παρέμειναν οἱ ἴδιοι. Ἐκεῖνος εἶχε ἀλλάξει, ἐκεῖνοι ὄχι. Μὀνο ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἐπισκίασε, ἔγιναν καινούργια πλάσματα, καινούργιοι ἄνθρωποι, νέοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπειδὴ τότε, οἱ ἄνθρωποι ὅταν τοὺς συνάντησαν, τοὺς κοίταξαν τοὺς ἄκουσαν, καὶ εἶδαν ἀνθρώπους ποὺ ἀπ’ αὐτὸν ἤδη τὸν κόσμο ἀπέπνεαν τὴν αἰώνια ζωή.
 
! Ὁ C. S. Lewis σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ γραπτά του εἶπε, ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶδαν τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς κοίταξαν καλὰ καὶ εἶπαν, «κοιτᾶξτε, τὰ ἀγάλματα μεταμορφώθηκαν σὲ ζωντανοὺς ἀνθρώπους.» Ναί, ὅλοι μας εἴμαστε, μποροῦμε κάλλιστα νὰ εἴμαστε, σὰν ἀγάλματα. Ἀλλὰ καλούμαστε νὰ γίνουμε ζωντανοὶ ἄνθρωποι. Καλούμαστε, ὅλοι μας, νὰ γίνουμε μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ.
 
! Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ποῦν, ὅταν μᾶς συναντοῦν - ἐμένα κι ἐσένα- , «Ναί, εἶναι ἀλήθεια· ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα, αὐτὸ τὸ παιδί, αὐτὸς ὁ ἄνδρας εἶναι ζωντανοὶ μὲ μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν ὑποπτευόμουνα, μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ»; Ὄχι μιὰ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια μόνο τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἔνταση θεϊκῆς ζωῆς μέσα μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν καθένα μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ γίνουμε φορεῖς αὐτῆς τῆς ζωῆς ὄχι μὲ λέξεις, ἀλλὰ κάπως διαφορετικά.
 
! Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ νὰ λένε: «Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ἐπειδὴ μπορῶ νὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἄγαλμα, ἕνα κομμάτι ξύλο, ἕνα κομμάτι πέτρα. Εἶναι ζωντανὸς, ζεῖ μέσα του τὴν αἰώνια ζωή.» Καὶ αὐτὸ εἶναι πρόκληση γιὰ μᾶς. Πρέπει νὰ μάθουμε ὅλοι νὰ θέτουμε ἐρωτήματα γιὰ τὸν ἑαυτό μας σ’ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, καὶ νὰ ρωτᾶμε: γνωρίζω ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε; Ὄχι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε, ὄχι ἀπὸ βιβλία, ὄχι ἀπὸ ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία. Ζῶ μέσα μου τὴν αἰωνιότητα, ἤ ὄχι; Ἐὰν ναί, τότε οἱ λόγοι μου θὰ εἶναι λόγοι ζωῆς καὶ δύναμης. Ὅταν ὁ Χριστὸς μίλησε στοὺς μαθητές Του, καθὼς μᾶς λέει ὁ Θεῑος Ἅγιος Ἰωάννης, τὸ πλῆθος ἔφυγε, καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε, «Πρόκειται νὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» Καὶ ὁ Πέτρος, μιλώντας ἐξ ὀνόματος ὅλων, εἶπε, «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου.» Δὲν ἦταν περιγραφὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ὁμιλία ποὺ εἶχαν διαβάσει. Ἀλλὰ κάθε λόγος Του ἦταν ζωή, καὶ φορέας ζωῆς· ὅταν μιλοῦσε, ξυπνοῦσε στὸν καθένα τους τὸν πόθο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
 
Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


 



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς εἶναι γνωστὸς, ὡς Ἄπιστος. Καὶ τὸ ὄνομα Ἄπιστος, συκοφαντεῖ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ἄπιστος στὸν Διδάσκαλο καὶ Κύριό Του.

Ὅταν ὁ Χριστὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ οἱ Ἐβραῖοι ἤθελαν νὰ Τὸν δολοφονήσουν, ἔμαθε γιὰ τὴν ἀρρώστεια καὶ τὸν θάνατο τοῦ Λαζάρου· στράφηκε στοὺς μαθητές Του καὶ εἶπε, « Ἄς ἐπιστρέψουμε πίσω στὴν Ἱερουσαλήμ γιὰ νὰ τὸν κάνουμε καλὰ, νὰ τὸν φέρουμε πίσω στὴ ζωή.» Καὶ ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔλεγε, «Θέλουν νὰ σὲ σκοτώσουν καὶ ἐπιστρέφεις ἐκεῖ;» Μόνο ὁ Θωμᾶς εἶπε στοὺς φίλους του Ἀποστόλους, «Ἄς πᾶμε μαζί Του καὶ νὰ πεθάνουμε μ’ Αὐτὸν». Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ λόγος ἑνὸς ἄπιστου, κάποιου ποὺ εἶναι διχασμένος ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ στὴ λογική. Εἶναι τὰ λόγια κάποιου ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένος στὸν δάσκαλο του, ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ πιστὸς καὶ δοσμὲνος σ’ Αὐτὸν.

Τὶ συνέβη τότε, τὴν ἡμὲρα ποὺ ὁ Χριστὸς παρουσιάστηκε στοὺς μαθητὲς Του μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση Του, ὅταν ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς; Τὶ συνέβη, ὤστε ὅταν ἐπέστρεψε σ’ αὐτοὺς καὶ ἄκουσε τὰ νὲα τῆς Ἀνάστασης, κοίταξε γύρω καὶ εἶπε, «Θὰ πιστέψω μόνο ἄν τὸ διαπιστώσω ὁ ἴδιος, ἄν μπορῶ νὰ - ψηλαφίσω – τὴν Ἀνάσταση τοῦ Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶδα σταυρωμένο καὶ νεκρὸ.» Τί συνέβει, γιατὶ δὲν πίστεψε στὰ λόγια τους;

Πιστεύω, ἐπειδὴ εἶχαν μιὰ χαρά ὅλο ἐνθουσιασμό, ἀλλὰ τίποτα ἰδιαίτερο δὲν εἶχε συμβεῖ σὲ αὐτοὺς. Ναί, χάρηκαν ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶχε ἐπισκεφτεῖ, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα τους, ποὺ ἦταν ζωντανός˙ ἀλλὰ παρέμειναν οἱ ἴδιοι. Ἐκεῖνος εἶχε ἀλλάξει, ἐκεῖνοι ὄχι. Μὀνο ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἐπισκίασε, ἔγιναν καινούργια πλάσματα, καινούργιοι ἄνθρωποι, νέοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπειδὴ τότε, οἱ ἄνθρωποι ὅταν τοὺς συνάντησαν, τοὺς κοίταξαν τοὺς ἄκουσαν, καὶ εἶδαν ἀνθρώπους ποὺ ἀπ’ αὐτὸν ἤδη τὸν κόσμο ἀπέπνεαν τὴν αἰώνια ζωή.

Ὁ C. S. Lewis σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ γραπτά του εἶπε, ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶδαν τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς κοίταξαν καλὰ καὶ εἶπαν, «κοιτᾶξτε, τὰ ἀγάλματα μεταμορφώθηκαν σὲ ζωντανοὺς ἀνθρώπους.» Ναί, ὅλοι μας εἴμαστε, μποροῦμε κάλλιστα νὰ εἴμαστε, σὰν ἀγάλματα. Ἀλλὰ καλούμαστε νὰ γίνουμε ζωντανοὶ ἄνθρωποι. Καλούμαστε, ὅλοι μας, νὰ γίνουμε μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ποῦν, ὅταν μᾶς συναντοῦν - ἐμένα κι ἐσένα- , «Ναί, εἶναι ἀλήθεια· ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα, αὐτὸ τὸ παιδί, αὐτὸς ὁ ἄνδρας εἶναι ζωντανοὶ μὲ μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν ὑποπτευόμουνα, μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ»; Ὄχι μιὰ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια μόνο τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἔνταση θεϊκῆς ζωῆς μέσα μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν καθένα μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ γίνουμε φορεῖς αὐτῆς τῆς ζωῆς ὄχι μὲ λέξεις, ἀλλὰ κάπως διαφορετικά.

Θυμᾶμαι ἀπὸ παλιὰ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ νιότη μου. Ἕνας πολὺ ἀξιόλογος κήρυκας προσκλήθηκε νὰ δώσει ἕνα μάθημα στὰ παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ σχολείου. Μίλησε ὑπέροχα. Ἐμεῖς, οἱ νέοι ἀρχηγοί, στηριζόμασταν στὸν τοῖχο, ἀκούγοντας μὲ θαυμασμὸ τὰ ὅσα εἶπε. Ἀλλὰ ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία, ὁ Καθηγητὴς Ζάντερ κάλεσε ἕνα μικρὸ ἀγόρι ἑπτὰ χρονῶν καὶ τοῦ εἶπε, «Λοιπὸν, πῶς ἦταν;» Καὶ τὸ μικρὸ ἀγόρι εἶπε, «Ὤ, ἦταν διασκεδαστική· ἀλλὰ τί κρίμα ποὺ ὁ Πατέρας δὲν πιστεύει ὅ,τι λέει.»

Δὲν ἦταν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση τῶν παιδιῶν προῆλθε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸς ὁ ἱεροκήρυκας συνήθιζε νὰ μιλάει σὲ ἐνήλικες μ’ ἕνα πνευματικὸ ἐπίπεδο. Δὲν ἔβαζε τὴν καρδιά του σὲ ὅσα ἔλεγε, ἐπιχειρηματολογοῦσε, καὶ δὲν εἶχε ἀγγίξει τὰ παιδιά. Καὶ τὰ παιδιὰ νόμισαν ὅτι δὲν ἐννοοῦσε τὰ ὅσα εἶπε, ἐπειδὴ ὅ,τι εἶπε δὲν σήμαινε γι’ αὐτά κάτι.

Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο καὶ μ’ ἐμᾶς ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴν πίστη μας; Γιὰ τὴν αἰώνια ζωή; Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία; Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ νὰ λένε: «Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ἐπειδὴ μπορῶ νὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἄγαλμα, ἕνα κομμάτι ξύλο, ἕνα κομμάτι πέτρα. Εἶναι ζωντανὸς, ζεῖ μέσα του τὴν αἰώνια ζωή.» Καὶ αὐτὸ εἶναι πρόκληση γιὰ μᾶς. Πρέπει νὰ μάθουμε ὅλοι νὰ θέτουμε ἐρωτήματα γιὰ τὸν ἑαυτό μας σ’ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, καὶ νὰ ρωτᾶμε: γνωρίζω ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε; Ὄχι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε, ὄχι ἀπὸ βιβλία, ὄχι ἀπὸ ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία. Ζῶ μέσα μου τὴν αἰωνιότητα, ἤ ὄχι; Ἐὰν ναί, τότε οἱ λόγοι μου θὰ εἶναι λόγοι ζωῆς καὶ δύναμης. Ὅταν ὁ Χριστὸς μίλησε στοὺς μαθητές Του, καθὼς μᾶς λέει ὁ Θεῑος Ἅγιος Ἰωάννης, τὸ πλῆθος ἔφυγε, καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε, «Πρόκειται νὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» Καὶ ὁ Πέτρος, μιλώντας ἐξ ὀνόματος ὅλων, εἶπε, «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου.» Δὲν ἦταν περιγραφὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ὁμιλία ποὺ εἶχαν διαβάσει. Ἀλλὰ κάθε λόγος Του ἦταν ζωή, καὶ φορέας ζωῆς· ὅταν μιλοῦσε, ξυπνοῦσε στὸν καθένα τους τὸν πόθο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.

Ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ λόγοι μας, ἡ παρουσία μας, ἡ μαρτυρία μας στὸν κόσμο. Ἄς τὸ συλλογιστοῦμε, ἐπειδὴ εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε. Εἴμαστε πραγματικὰ ζωντανοί, ἤ ἁπλὰ ἕνα κομμάτι ἑνὸς κόσμου ποὺ ἔχει χάσει τὸ δρόμο του; Ἀμήν.



Ἀπόδοση στα νεοελληνικά: www.agiazoni.gr




Πρωτότυπο Κείμενο



In the Name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit.

The Apostle Thomas is known, in common speech, as the Doubter. And this name the Doubter casts aspersions on a man who was very far from being unfaithful to his Master and Lord.

When Christ had left Jerusalem because the Jews wanted to murder Him, He received the news of the illness and death of Lazarus; and He turned to His disciples and said, 'Let us go back to Jerusalem to heal him, to bring him to life.' And every one of the Apostles was saying, 'They wanted to kill you. Are you returning there?' Only Thomas said to his fellow Apostles, 'Let us go with Him and die with Him'. This is not the word of a doubter, of someone who is divided in his mind and in his loyalty. It is the word of one who is totally devoted to his master, totally given to him, totally faithful.

What happened, then, on the day when Christ appeared to His disciples after His Resurrection in his absence? What happened, that when he came back to them and heard the news of the Resurrection, he looked round and said, 'I will believe only if I have proof myself, if I can test — bodily — the Resurrection of the Master, of the Lord whom I saw crucified and dead.' What happened, why could he not believe their words?

It was because, I believe, they were full of exulting joy; but nothing had happened to them. They were rejoicing, yes, that Christ had visited them, that He had been in their midst, that He was alive; but they were the same. He had changed; they had not. It was only when the Holy Spirit came upon them that they became new creatures, new men, new witnesses. Because then, people meeting them looked at them, heard them, and saw people who were possessed in this world of eternal life.

C. S. Lewis in one of his writings said that when people saw the Apostles, they looked at them and said, 'Look, statues have become living men.' Yes, we are all, it may well be, like statues. But we are called to be living people. We are called, all of us, to be witnesses of the Resurrection, of the life, of the death, of Christ, of the victory of God.

But meeting us — me and you — can people say, 'Yes, it is true. Christ is risen, because this woman, this child, this man is alive with a life of which I had no suspicion, a life that I couldn't even imagine'? Not an intensity of life in the sense of enthusiasm only, but an intensity of life divine in us. And this is a question which is being asked of each of us. We must be able to convey it, not in words, but somehow differently.

I remember an example from years ago, from my youth. A very remarkable preacher was invited to give a lesson to Sunday school children. He spoke magnificently. We, youth leaders, were lined against the walls, listening with nothing but admiration for what he had said. But when he had finished, Professor Zander called a little boy of seven and said to him, 'Well, how was it?' And the little boy said, 'Oh, it was entertaining; but what a pity that Father does not believe what he says.'

It was not true. But the children's response stemmed from the fact that this preacher was used to speaking to grown-up people on an intellectual level. It was not his heart he was bringing forth, it was convincing arguments, and they had not reached the children. And the children thought he did not mean what he said, because what he said meant nothing to them.

Isn't it the same with us when we speak of our faith? Of God? Of life eternal? Of Orthodoxy? Can people look at us and say: 'Yes, it is true, because I can see that he is no longer a statue, a piece of wood, a piece of stone. He is alive with eternal life.' And this is a challenge to us. We must all learn to ask ourselves questions about ourselves, and ask ourselves: do I know that Christ is risen? Not from hearsay, not from books, not from others, but from an inner experience. Am I alive with life eternal, or not? If I am, then my words will be life and power. When Christ spoke to His disciples, as St. John the Divine tells us, the crowd left, and Christ said, 'Are you also going to leave me?' And Peter, speaking for all of them, said, 'Where could we go? You have the words of life eternal.' It was not a description of eternal life. It was not a discourse about life eternal that they had been reading. But every word of His was life, and life-giving; when He spoke it awoke eternal life dormant in each of them. So should be our words; so should be our presence; so should be our testimony in the world. Let us reflect on it, because we are responsible for the world in which we live. Are we truly alive or are we simply part and parcel of a world that has lost its way? Amen.






 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.