Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ἐπιστολὴ 6, Μ. Βασιλείου, πρός τήν σύζυγον τοῦ Νεκταρίου.
Συγγραφέας: Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας
Κατηγορία:Ἐπιστολογραφία
Θέμα: Θάνατος, Πένθος
Πηγή/Έκδοση:Ἐπιστολὲς καὶ ἄλλα Κείμενα (Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας)
Χρ.Έκδοσης:1980
Ἐπιστολὴ 6, Μ. Βασιλείου, πρός τήν σύζυγον τοῦ Νεκταρίου.
Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας

(Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ γιός της)

Ἐσκόπευα νὰ σιωπήσω ἀπέναντι στὴν κοσμιότητά σου, λογιζόμενος ὅτι, μὲ τὴν ψυχὴ συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ ἕνα μάτι ποὺ πάσχει ἀπὸ φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδὴ τὸ μάτι καὶ τὸ πιὸ ἁπαλὸ πράγμα νὰ τὸ ἐγγίσει, ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει τραυματιστεῖ ἀπὸ βαριὰ θλίψη, ὅταν πάει κανεὶς νὰ τῆς μιλήσει. Γιατὶ τὰ λόγια ὅσο καὶ ἂν εἶναι παρηγορητικά, ὅταν λέγονται τὴν ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ πάσχει καὶ ἀγωνιᾶ, τῆς φαίνονται πολὺ ἐνοχλητικά.
 
Ἐπειδὴ ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νὰ κάνω μὲ Χριστιανὴ ἐκπαιδευμένη στὰ θεῖα ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πεπειραμένη στὰ ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δὲν θὰ ἦταν σωστὸ νὰ παραλείψω τὸ καθῆκον μου. Γνωρίζω ποιὰ εἶναι τὰ σπλάγχνα τῶν μητέρων καὶ ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τοὺς δικούς σου καλοὺς καὶ ἥμερους τρόπους πρὸς ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ πόνος γιὰ τὴ συμφορὰ ποὺ σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τὸν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καὶ εὔχονταν τέτοιοι νὰ εἶναι καὶ οἱ δικοί τους γιοί. Καὶ ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σὰν νὰ εἶχε θάψει κάθε μία τὸν δικό της.

Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στὶς δύο πατρίδες,
τὴν δική μας καὶ τὴν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζὶ ἔπεσε καὶ τὸ μέγα καὶ ἔνδοξον γένος, κατέρρευσε σὰν νὰ μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὦ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερὸ κακὸ μπόρεσε νὰ προκληθεῖ! Ὦ γῆ, ποὺ ἀναγκάστηκες νὰ ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καὶ ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θὰ ἔφριττε, ἂν εἶχε αἴσθηση μπροστὰ σ᾽ ἐκεῖνο τὸ σκυθρωπὸ θέαμα. Καὶ τί μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ἄξιο νὰ ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς;

Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ ὅσα μᾶς συμβαίνουν δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ θεία Πρόνοια, γιατὶ οὔτε σπουργίτης δὲν πέφτει χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μὲ τὸ θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἂς δεχτοῦμε λοιπὸν τὸ συμβάν. Διότι μὲ τὴν δυσανασχέτηση, οὔτε αὐτὸ ποὺ ἔχει γίνει διορθώνουμε, ἐπὶ πλέον δὲ καταστρέφουμε τοὺς ἑαυτούς μας. Ἂς μὴ κατηγορήσουμε τὴν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολὺ ἀμαθεῖς, γιὰ νὰ ἐλέγχουμε τὶς ἀνέκφραστες κρίσεις Του.

Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τὴν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τὴν εὐκαιρία νὰ κερδίσεις μὲ τὴν ὑπομονή σου τὴν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τὸ θάνατο ἑπτὰ παιδιῶν της καὶ δὲν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλὰ ἐνῶ ἔβλεπε τὰ παιδιά της νὰ φεύγουν ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ μὲ σκληρὰ βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακὰ βιώματα πρὸς τὸ Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ κρίθηκε καὶ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τέλεια καὶ καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καὶ οἱ μισθοὶ ποὺ ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ ὅσους κάνουν ὑπομονή.

Ὅταν ἔγινες μητέρα καὶ εἶδες τὸ παιδί σου καὶ εὐχαριστοῦσες τὸ Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητὴ καὶ ὅτι θὰ γέννησες θνητό. Τί τὸ παράδοξον λοιπόν, ποὺ ὁ θνητὸς πέθανε; Μήπως σὲ στενοχωρεῖ ποὺ πέθανε πρόωρα; Δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἐὰν δὲν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ φύγει. Γιατὶ ἐμεῖς δὲν ξέρουμε τί συμφέρει τὴν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στὴν ἀνθρώπινη ζωή.

Στρέψε τὰ μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο ὅπου κατοικεῖς καὶ θὰ κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητὰ καὶ ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στὴ φθορά. Κοίταξε ἐπάνω στὸν οὐρανό. Κάποτε καὶ αὐτὸς θὰ διαλυθεῖ. Κοίταξε τὸν ἥλιο. Oὔτε καὶ αὐτὸς θὰ παραμείνει. Τὰ ἀστέρια ὅλα, τὰ ζῶα τῆς ξηρᾶς καὶ τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετὰ ἀπὸ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχουν. Ἂς εἶναι λοιπὸν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριὰ γιὰ ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μὴν μετρᾶς τὴν συμφορὰ στὸ βάθος της, γιατί τότε θὰ σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἂν ὅμως τὸ συγκρίνεις μὲ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, τότε θὰ βρεῖς παρηγοριά.

Ἐπάνω δὲ ἀπὸ ὅλα ἔχω νὰ σοῦ πῶ ἐκεῖνο τὸ σπουδαῖο: Λυπήσου τὸν σύζυγόν σου. Νὰ παρηγορεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Μὴ κάμεις σκληρότερη τὴν συμφορὰ μὲ τὸ νὰ σὲ βλέπει νὰ καταστρέφεις ἀπὸ τὴ στενοχώρια τὸν ἑαυτό σου.
 
Καὶ μὲ λίγα λόγια ἔχω τὴ γνώμη ὅτι δὲν ὑπάρχουν λόγια τέτοια, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ χαρίσουν σ᾽ αὐτὸ τὸν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτὴ τὴ δοκιμασία θὰ τὴν ξεπεράσετε μονάχα μὲ τὴν προσευχή.

Εὔχομαι λοιπὸν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νὰ ἀγγίξει τὴν καρδιά σου μὲ τὴν ἀνέκφραστη δύναμή Του καὶ νὰ ἀνάψει μὲ ἀγαθοὺς λογισμοὺς τὸ φῶς στὴ ψυχή σου, ὥστε νὰ βρεῖς ἐντός σου τῆς παρηγοριᾶς τὶς ἀφορμές.

Πρωτότυπο Κείμενο

 
 Ἔμελλον ἀποσιωπᾶν πρὸς τὴν κοσμιότητά σου͵ λογι ζόμενος ὅτι͵ ὥσπερ ὀφθαλμῷ φλεγμαίνοντι καὶ τὸ ἁπαλώ τατον τῶν παρηγορημάτων ἀνίαν ἐμποιεῖ͵ οὕτω καὶ ψυχῇ ὑπὸ θλίψεως βαρείας κεκακωμένῃ͵ κἂν πολλὴν παράκλη σιν φέρῃ͵ ὁ λόγος ὀχληρός πως εἶναι δοκεῖ͵ ἐν τῇ περιω δυνίᾳ προσφερόμενος. Ἐπεὶ δέ με εἰσῆλθεν ὅτι πρὸς χριστιανήν μοι ὁ λόγος ἔσται πάλαι πεπαιδευμένην τὰ θεῖα καὶ ἐμπαράσκευον οὖσαν πρὸς τὰ ἀνθρώπινα͵ οὐκ ἐνόμισα δίκαιον εἶναι παραλιπεῖν τὸ ἐπιβάλλον μοι.

Οἶδα ποταπὰ τῶν μητέρων τὰ σπλάγχνα͵ καί͵ ὅταν ἰδίως τὸ σὸν περὶ πάντας χρηστὸν καὶ ἥμερον ἐνθυμηθῶ͵ λογίζομαι πόσην εἰκὸς ἐπὶ τοῖς παροῦσιν εἶναι τὴν ἀλγηδόνα. Παῖδα ἐζημιώθης ὃν περιόντα μὲν ἐμακάρισαν πᾶσαι μητέρες καὶ ηὔξαντο τοὺς ἑαυτῶν τοιούτους εἶναι͵ ἀποθανόντα δὲ ἐστέναξαν͵ ὡς ἑκάστη τὸν ἑαυτῆς γῇ κατακρύψασα.

Ἐκείνου ὁ θάνατος πληγὴ ἐγένετο πατρίδων δύο͵ τῆς τε ἡμετέρας καὶ τῆς Κιλίκων. Ἐκείνῳ τὸ μέγα καὶ περιφανὲς γένος συγκατέπεσεν͵ ὥσπερ ἐρείσματος ὑφαιρεθέντος κατασεισθέν. Ὢ συνάντημα πονηροῦ δαίμονος͵ πόσον ἴσχυσε κακὸν ἐξεργάσασθαι. Ὦ γῆ τοιοῦτον ἀναγκασθεῖσα ὑποδέξασθαι πάθος. Ἔφριξε τάχα καὶ ὁ ἥλιος͵ εἴ τις αἴσθησις αὐτῷ͵ τὸ σκυθρωπὸν ἐκεῖνο θέαμα. Καὶ τί ἄν τις τοσοῦτον εἴποι ὅσον ἡ ἀμηχανία τῆς ψυχῆς ὑπο βάλλει;


'Αλλ΄ οὐ γὰρ ἀπρονόητα τὰ ἡμέτερα͵ ὡς μεμαθήκαμεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ͵ ὅτι οὐδὲ στρουθίον πίπτει ἄνευ θελήματος τοῦ Πατρὸς ἡμῶν͵ ὥστε͵ εἴ τι γέγονε͵ θελήματι γέγονε τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς. Τῷ δὲ βουλήματι τοῦ Θεοῦ τίς ἀνθέστηκε; Καταδεξώμεθα τὸ συμβάν· δυσανασχετοῦντες γὰρ οὔτε τὸ γενόμενον διορθούμεθα καὶ ἑαυτοὺς προσαπόλλυμεν. Μὴ κατηγορήσωμεν τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ. Ἀμαθεῖς ἐσμεν ὥστε τὰ ἄρρητα αὐτοῦ κρίματα δοκιμάζειν.

Νῦν σου λαμβάνει τὴν δοκιμὴν ὁ Κύριος τῆς πρὸς αὐτὸν ἀγάπης. Νῦν πάρεστί σοι καιρὸς διὰ τῆς ὑπομονῆς τὴν μερίδα τῶν μαρτύρων λαβεῖν. Ἡ τῶν Μακκαβαίων μήτηρ ἑπτὰ παίδων εἶδε θάνατον καὶ οὐκ ἐστέναξεν οὐδὲ ἀφῆκεν ἀγεννὲς δάκρυον͵ ἀλλ΄ εὐχαρισ τοῦσα τῷ Θεῷ ὅτι ἔβλεπεν αὐτοὺς πυρὶ καὶ σιδήρῳ καὶ ταῖς χαλεπωτάταις αἰκίαις τῶν δεσμῶν τῆς σαρκὸς λυομέ νους͵ εὐδόκιμος μὲν παρὰ Θεῷ͵ ἀοίδιμος δὲ παρὰ ἀνθρώ ποις ἐκρίθη. Μέγα τὸ πάθος͵ φημὶ κἀγώ͵ ἀλλὰ μεγάλοι καὶ οἱ παρὰ τοῦ Κυρίου μισθοὶ τοῖς ὑπομένουσιν ἀποκεί μενοι.

Ὅτε ἐγένου μήτηρ καὶ εἶδες τὸν παῖδα καὶ ηὐχα ρίστησας τῷ Θεῷ͵ ᾔδεις πάντως ὅτι θνητὴ οὖσα θνητὸν ἐγέννησας. Τί οὖν παράδοξον͵ εἰ ἀπέθανεν ὁ θνητός; Ἀλλὰ λυπεῖ ἡμᾶς τὸ παρὰ καιρόν. Ἄδηλον εἰ μὴ εὔκαιρον τοῦτο͵ ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐκλέγεσθαι τὰ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς καὶ ὁρίζειν προθεσμίας ἀνθρωπίνῃ ζωῇ οὐκ ἐπιστάμεθα.

Περίβλεψαι τὸν κόσμον ἅπαντα ἐν ᾧ κατοι κεῖς͵ καὶ ἐννόησον ὅτι πάντα θνητὰ τὰ ὁρώμενα καὶ πάντα φθορᾷ ὑποκείμενα. Ἀνάβλεψον πρὸς τὸν οὐρανόν· καὶ οὗτός ποτε λυθήσεται· πρὸς τὸν ἥλιον· οὐδὲ οὗτος διαμε νεῖ. Οἱ ἀστέρες σύμπαντες͵ ζῶα χερσαῖα καὶ ἔνυδρα͵ τὰ περὶ γῆν κάλλη͵ αὐτὴ ἡ γῆ͵ πάντα φθαρτά͵ πάντα μικρὸν ὕστερον οὐκ ἐσόμενα. Ἡ τούτων ἔννοια παραμυθία ἔστω τοῦ συμβεβηκότος. Μὴ καθ΄ ἑαυτὸ μέτρει τὸ πάθος· ἀφόρητον γὰρ οὕτω φανεῖταί σοι· ἀλλὰ τοῖς ἀνθρωπίνοις πᾶσι συγκρίνουσα͵ ἐντεῦθεν εὑρήσεις αὐτοῦ τὴν παρα μυθίαν.

Ἐπὶ πᾶσι δὲ ἐκεῖνο εἰπεῖν ἰσχυρὸν ἔχω͵ φεῖσαι τοῦ ὁμοζύγου· ἀλλήλοις ἐστὲ παραμυθία· μὴ ποιήσῃς αὐτῷ χαλεπωτέραν τὴν συμφοράν͵ τῷ πάθει ἑαυτὴν ἀνα λίσκουσα.

Ὅλως δὲ οὐκ οἶμαι λόγον ἐξαρκεῖν εἰς παράκλησιν͵ ἀλλ΄ εὐχῆς ἡγοῦμαι χρείαν εἶναι πρὸς τὰ παρόντα.

Εὔχομαι οὖν αὐτὸν τὸν Κύριον͵ τῇ ἀφάτῳ αὐτοῦ δυνά μει ἐφαψάμενόν σου τῆς καρδίας͵ ἐμποιῆσαι φῶς τῇ ψυχῇ σου διὰ τῶν ἀγαθῶν λογισμῶν͵ ἵν΄ οἴκοθεν ἔχῃς τῆς παραμυθίας τὰς ἀφορμάς.
 
Bookmark and Share

Πῶς ἰσορροποῦμε;

(Ἁπλοποιημένη μορφὴ κειμένου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ τῶν βασικῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ καλύτερος καθρέφτης, ὁ καθρέφτης τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔρχονται τὰ προβλήματα, τὰ ψυχικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ, ἐκεῖ ρίχνουμε τὴν ματιά μας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὴν ἰσορροπία μας· τὶ μᾶς φταίει.)

Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης