Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ἐρωτικὸς Λόγος
Συγγραφέας: Σεφέρης Γιῶργος
Κατηγορία:Ποίηση
Θέμα: Ἔρωτας, Χρόνος, Λόγος Ἐρωτικός , Πόθος
Πηγή/Έκδοση:Ποιήματα, ἐκδόσεις Ἴκαρος
Χρ.Έκδοσης:1977
Ἐννόημα
! Τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλια/ἡ σκοτεινάγρα τοῦ βυθοῦ ξεχνιέται στὸν ἀφρό·/λάμπουνε ξάφνου πορφυρὰ τῆς μνήμης τὰ κοράλλια...
 
! Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα!
 
! Τὸ δάσος στέκει ριγηλὸ τῆς νύχτας ἀντιστύλι/κι εἶναι ἡ σιγὴ τάσι ἀργυρὸ ὅπου πέφτουν οἱ στιγμὲς/ἀντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ὁλόκληροι, μιὰ σμίλη/προσεχτικὴ ποὺ δέχουνται πελεκητὲς γραμμές...
 
! Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς προσμένουμε τὸ θάμα/ποὺ ἀνοίγει τὰ ἐπουράνια κι εἶν᾿ ὅλα βολετὰ/προσμένουμε τὸν ἄγγελο σὰν τὸ πανάρχαιο δράμα/τὴν ὥρα ποὺ τοῦ δειλινοῦ χάνουνται τ᾿ ἀνοιχτὰ/τριαντάφυλλα...
 
! .......Ρόδο ἄλικο τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς μοίρας,/μόνο στὴ μνήμη ἀπόμεινες, ἕνας βαρὺς ρυθμὸς/ρόδο τῆς νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας/τρίκυμισμα τῆς θάλασσας... Ὁ κόσμος εἶναι ἁπλός.
 
Ἐρωτικὸς Λόγος
Σεφέρης Γιῶργος


Ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ




Α´

Ρόδο τῆς μοίρας, γύρευες νὰ βρεῖς νὰ μᾶς πληγώσεις

μὰ ἔσκυβες σὰν τὸ μυστικὸ ποὺ πάει νὰ λυτρωθεῖ

κι ἦταν ὡραῖο τὸ πρόσταγμα ποὺ δέχτηκες νὰ δώσεις

κι ἦταν τὸ χαμογέλιο σου σὰν ἕτοιμο σπαθί.

 

Τοῦ κύκλου σου τὸ ἀνέβασμα ζωντάνευε τὴ χτίση

ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθι σου ἔφευγε τὸ δρόμου ὁ στοχασμὸς

ἡ ὁρμή μας γλυκοχάραζε γυμνὴ νὰ σ᾿ ἀποχτήσει

ὁ κόσμος ἦταν εὔκολος· ἕνας ἁπλὸς παλμός.


 
Β´


Τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλια

ἡ σκοτεινάγρα τοῦ βυθοῦ ξεχνιέται στὸν ἀφρό·

λάμπουνε ξάφνου πορφυρὰ τῆς μνήμης τὰ κοράλλια...

Ὤ μὴν ταράξεις... πρόσεξε ν᾿ ἀκούσεις τ᾿ ἀλαφρὸ



ξεκίνημά της... τ᾿ ἄγγιξες τὸ δέντρο μὲ τὰ μῆλα

τὸ χέρι ἁπλώθη κι ἡ κλωστὴ δείχνει καὶ σὲ ὁδηγεῖ...

Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα

νὰ ῾σουν ἐσὺ ποὺ θὰ ῾φερνες τὴν ξεχασμένη αὐγή!



Στὸν κάμπο τοῦ ἀποχωρισμοῦ νὰ ξανανθίζουν κρίνα

μέρες ν᾿ ἀνοίγουνται ὥριμες, οἱ ἀγκάλες τ᾿ οὐρανοῦ,

νὰ φέγγουν στὸ ἀντηλάρισμα τὰ μάτια μόνο ἐκεῖνα

ἁγνὴ ἡ ψυχὴ νὰ γράφεται σὰν τὸ τραγούδι αὐλοῦ...



Ἡ νύχτα νά ῾ταν ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια; Μένει ἀθάλη,

σὰν ἀπὸ δοξαριοῦ νευρὰ μένει πνιχτὸ βουητό,

μιὰ στάχτη κι ἕνας ἴλιγγος στὸ μαῦρο γυρογιάλι

κι ἕνα πυκνὸ φτερούγισμα στὴν εἰκασία κλειστό.



Ρόδο τοῦ ἀνέμου, γνώριζες μὰ ἀνέγνωρους μᾶς πῆρες

τὴν ὥρα ποὺ θεμέλιωνε γιοφύρια ὁ λογισμὸς

νὰ πλέξουνε τὰ δάχτυλα καὶ νὰ διαβοῦν δυὸ μοῖρες

καὶ νὰ χυθοῦν στὸ χαμηλὸ κι ἀναπαμένο φῶς.

 
Γ´


Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα!

Πρόβαλε ἀνάστημα ἄγρυπνο στὸ πλῆθος τῆς σιωπῆς

σήκωσε τὸ κεφάλι σου ἀπὸ τὰ χέρια τὰ καμπύλα

τὸ θέλημά σου νὰ γενεῖ καὶ νὰ μοῦ ξαναπεῖς



τὰ λόγια ποὺ ἄγγιζαν καὶ σμίγαν τὸ αἷμα σὰν ἀγκάλη

κι ἂς γείρει ὁ πόθος σου βαθὺς σὰν ἴσκιος καρυδιᾶς

καὶ νὰ μᾶς πλημμυράει μὲ τῶν μαλλιῶν σου τὴ σπατάλη

ἀπὸ τὸ χνούδι τοῦ φιλιοῦ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.



Χαμήλωναν τὰ μάτια σου κι εἶχες τὸ χαμογέλιο

ποὺ ἀνιστοροῦσαν ταπεινὰ ζωγράφοι ἀλλοτινοί.

Λησμονημένο ἀνάγνωσμα σ᾿ ἕνα παλιὸ εὐαγγέλιο

τὸ μίλημά σου ἀνάσαινε κι ἡ ἀνάλαφρη φωνή:



«Εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου σιγαλὸ κι ἀπόκοσμο

κι ὁ πόνος ἁπαλὰ μὲς στὴν ψυχή μου λάμνει

χαράζει ἡ αὐγὴ τὸν οὐρανό, τ᾿ ὄνειρο μένει ἀπόντιστο

κι εἶναι σὰν νὰ διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.



Μὲ τοῦ ματιοῦ τ᾿ ἀλάφιασμα, μὲ τοῦ κορμιοῦ τὸ ρόδισμα

ξυπνοῦν καὶ κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια

μὲ περιπλέκει χαμηλὸ τὸ κυκλωτὸ φτερούγισμα

ἀνθρώπινο ἄγγιγμα στὸ κόρφο μου τ᾿ ἀστέρια.



Τὴν ἀκοή μου ὡς νὰ ῾σμιξε κοχύλι βουίζει ὁ ἀντίδικος

μακρινὸς κι ἀξεδιάλυτος τοῦ κόσμου ὁ θρῆνος

μὰ εἶναι στιγμὲς καὶ σβήνουνται καὶ βασιλεύει δίκλωνος

ὁ λογισμὸς τοῦ πόθου μου, μόνος ἐκεῖνος.



Λὲς κι εἶχα ἀναστηθεῖ γυμνή σὲ μία παρμένη θύμηση

σὰν ἦρθες γνώριμος καὶ ξένος, ἀκριβέ μου

νὰ μοῦ χαρίσεις γέρνοντας τὴν ἀπέραντη λύτρωση

ποὺ γύρευα ἀπὸ τὰ γοργὰ σεῖστρα τοῦ ἀνέμου...»



Τὸ ραγισμένο ἡλιόγερμα λιγόστεψε κι ἐχάθη

κι ἔμοιαζε πλάνη νὰ ζητᾶς τὰ δῶρα τ᾿ οὐρανοῦ.

Χαμήλωναν τὰ μάτια σου. Τοῦ φεγγαριοῦ τ᾿ ἀγκάθι

βλάστησε καὶ φοβήθηκες τοὺς ἴσκιους τοῦ βουνοῦ.



... Μὲς στὸν καθρέφτη ἡ ἀγάπη μας, πῶς πάει καὶ λιγοστεύει

μέσα στὸν ὕπνο τὰ ὄνειρα, σκολειὸ τῆς λησμονιᾶς

μέσα στὰ βάθη τοῦ καιροῦ, πῶς ἡ καρδιὰ στενεύει

καὶ χάνεται στὸ λίκνισμα μιᾶς ξένης ἀγκαλιᾶς...

 
Δ´


Δυὸ φίδια ὡραῖα κι ἀλαργινά, τοῦ χωρισμοῦ πλοκάμια

σέρνουνται καὶ γυρεύουνται στὴ νύχτα τῶν δεντρῶν,

γιὰ μίαν ἀγάπη μυστικὴ σ᾿ ἀνεύρετα θολάμια

ἀκοίμητα γυρεύουνται δὲν πίνουν καὶ δὲν τρῶν.



Μὲ γύρους μὲ λυγίσματα κι ἡ ἀχόρταγή τους γνώμη

κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, ἁπλώνει κρίκους στὸ κορμὶ

ποὺ κυβερνοῦν ἀμίλητοι τοῦ ἔναστρου θόλου οἱ νόμοι

καὶ τοῦ ἀναδεύουν τὴν πυρὴ κι ἀσίγαστη ἀφορμή.



Τὸ δάσος στέκει ριγηλὸ τῆς νύχτας ἀντιστύλι

κι εἶναι ἡ σιγὴ τάσι ἀργυρὸ ὅπου πέφτουν οἱ στιγμὲς

ἀντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ὁλόκληροι, μιὰ σμίλη

προσεχτικὴ ποὺ δέχουνται πελεκητὲς γραμμές...



Αὐγάζει ξάφνου τὸ ἄγαλμα. Μὰ τὰ κορμιὰ ἔχουν σβήσει

στὴ θάλασσα στὸν ἄνεμο στὸν ἥλιο στὴ βροχή.

Ἔτσι γεννιοῦνται οἱ ὀμορφιὲς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ φύση

μὰ ποιὸς νὰ ξέρει ἂν πέθανε στὸν κόσμο μιὰ ψυχή.



Στὴ φαντασία θὰ γύριζαν τὰ χωρισμένα φίδια

(Τὸ δάσος λάμπει μὲ πουλιὰ βλαστοὺς καὶ ροδαμούς)

μένουν ἀκόμη τὰ σγουρὰ γυρέματά τους, ἴδια

τοῦ κύκλου τὰ γυρίσματα ποὺ φέρνουν τοὺς καημούς.

 
Ε´


Ποῦ πῆγε ἡ μέρα ἡ δίκοπη ποὺ εἶχε τὰ πάντα ἀλλάξει;

Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας ποταμὸς νὰ ᾿ναι γιὰ μᾶς πλωτός;

Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας οὐρανὸς τὴ δρόσο νὰ σταλάξει

γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ νάρκωσε κι ἀνάθρεψε ὁ λωτός;



Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς προσμένουμε τὸ θάμα

ποὺ ἀνοίγει τὰ ἐπουράνια κι εἶν᾿ ὅλα βολετὰ

προσμένουμε τὸν ἄγγελο σὰν τὸ πανάρχαιο δράμα

τὴν ὥρα ποὺ τοῦ δειλινοῦ χάνουνται τ᾿ ἀνοιχτὰ



τριαντάφυλλα... Ρόδο ἄλικο τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς μοίρας,

μόνο στὴ μνήμη ἀπόμεινες, ἕνας βαρὺς ρυθμὸς

ρόδο τῆς νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας

τρίκυμισμα τῆς θάλασσας... Ὁ κόσμος εἶναι ἁπλός.

 

Ἀθήνα, Ὀχτώβρης ῾29 - Δεκέμβρης ῾30


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.