Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Τίτλος:Ὁ λοιμός (ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5)
Συγγραφέας: Θουκυδίδης
Κατηγορία:Ἀρχαία Ἱστορία
Θέμα: Ἱστορία, Ἰατρική, Λοιμός
Πηγή/Έκδοση:www.greek-language.gr
Χρ.Έκδοσης:
Ἐννόημα
! Δέν μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα οὔτε οἱ γιατροί πού κοίταζαν τούς ἀρρώστους στήν ἀρχή, γιατί δέν ἤξεραν τή φύση τοῦ κακοῦ, κι αὐτοί οἱ ἴδιοι πέθαιναν σέ μεγαλύτερην ἀναλογία ὅσο περισσότερο τοὺς πλησίαζαν, οὔτε καμιά ἄλλη ἀνθρώπινη τέχνη• κι ὅλες οἱ παρακλήσεις πού ἔκαναν στούς ναούς κι ὅσα προσκυνήματα στά μαντεῖα κι ἄλλα τέτοια, ἦταν ὅλα τοῦ κάκου• καί στό τέλος τά παράτησαν κι αὐτά, γιατί τούς χαντάκωσε τό κακό.
 
! Χειρότερο ἀπ' ὅλα ἦταν ἡ κατάθλιψη πού ἔπιανε τόν καθένα μόλις ἔνιωθε πώς ἀδιαθετοῦσε (γιατί ἡ ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στήν ἀπελπισία, κι ἀφήνονταν πολύ περισσότερο ἀπό μιᾶς ἀρχῆς καί δέν ἀντιδροῦσαν) καθώς κι ὅτι ὁ ἕνας γέμιζε μόλεμα ἀπό τόν ἄλλον πού περιποιόταν καί πέθαιναν ἀράδα σάν τά προβατα• καί τή μεγαλύτερη φθορά τήν προξενοῦσε τοῦτο: ἄν δηλαδή δέν ἤθελαν νά πλησιάσουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον ἀπό φόβο μήν κολλήσουν, πέθαιναν οἱ ἄρρωστοι μόνοι κ' ἔρημοι• κι ἄδειασαν ἔτσι πολλά σπίτια γιατί δέν ἦταν κανείς νά τούς κοιτάξει• κι ἄν πάλι ἐπικοινωνοῦσαν, τούς χαλοῦσε ἡ ἀρρώστεια, καί περισσότερο ἐκείνους πού ἤθελαν νά φερθοῦνε καθώς πρέπει• γιατί ντρέπονταν νά δείξουν πώς λογαριάζουν τόν ἑαυτό τους καί πήγαιναν κοντά στούς ἀγαπημένους τους.
 
! Καί σέ ἄλλα πράματα ἔδωσε ἡ ἀρρώστεια τήν κυριότερη πρώτη ἀφορμή γιά παρανομίες• γιατί τολμοῦσε κανείς πιό εὔκολα ἐκεῖνα πού προτήτερα κρυβόταν νά κάνει φανερά γιά τό κέφι του, ἤ δέν τά 'κανε διόλου, βλέποντας πώς γύριζε ἡ τύχη γρήγορα• ἀφοῦ οἱ πρίν εὐτυχισμένοι πέθαιναν ξαφνικά, κι ὅσοι ἄλλοτε δέν εἶχαν τίποτα, κληρονομοῦσαν εὐθύς τίς περιουσίες τους. Κ' ἔτσι ζητοῦσαν νά βροῦν καί νά χαροῦνε γρήγορα ὅ,τι τούς εὐχαριστοῦσε, καί πίστευαν πώς τόσο ἡ ζωή ὅσο κ' οἱ περιουσίες εἶναι περαστικά πράματα. Καί κανένας πιά δέν εἶχε ὄρεξη νά κοπιάσει ἀπό τά πρίν γιά κάτι πού τοῦ εἶχε φανεῖ ὡραῖο, νομίζοντας πώς ἦταν πολύ ἀβέβαιο ἄν δέ θά πέθαινε πρίν τό φτάσει• ἀλλά ἡ εὐχαρίστηση τῆς στιγμῆς καί τό κέρδος μέ ὁποιοδήποτε μέσον γιά νά τήν ἀπολάψουν ἀμέσως, αὐτό κατάντησε νά θεωρεῖται καί ὠφέλιμο καί σωστό. Καί κανένας φόβος τῶν θεῶν ἤ νόμος τῶν ἀνθρώπων δέν τούς συγκρατοῦσε πιά, γιατί ἔκριναν πώς τό ἴδιο κάνει εἴτε σέβονται τά θεῖα εἴτε ὄχι, βλέποντας πώς χάνονταν ὅλοι τό ἴδιο• κι ὅσο γιά τά ἐγκλήματα, δέν περίμεναν πώς θά ζήσουν ὥσπου νά γίνει ἡ δίκη καί νά τά πληρώσουν μέ τήν τιμωρία πού θά τούς ἔβαζαν, πιστεύοντας πώς πολύ μεγαλύτερη ἦταν ἡ καταδίκη πού εἶχε ψηφιστεῖ ἐνάντιά τους καί κρεμόταν τώρα πάνωθέ τους, πού πρίν πέσει ἐπάνω τους, τούς φαινότανε φυσικό νά χαροῦν καί κάτι ἀπ' τή ζωή.
 
Ὁ λοιμός (ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5)
Θουκυδίδης


 



(Λίγο μετά τὴν ἔναρξη τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ δευτέρου χρόνου τοῦ πολέμου ἐνέσκηψε στὴν Ἀθήνα μιὰ θανατηφόρα ἐπιδημία, ὁ λοιμός.)


Τέτοια λοιπόν ἐστάθηκε ἡ δημόσια κηδεία τό χειμώνα ἐκεῖνο• κι ὅταν πέρασε ὁ χειμώνας αὐτός, ἔκλεισε ὁ πρῶτος χρόνος τοῦ πολέμου. Κ' εὐθύς μόλις ἄρχισε τό καλοκαίρι, εἰσέβαλαν οἱ Πελοποννήσιοι κ' οἱ σύμμαχοί τους ὅπως καί προτήτερα στήν Ἀττική μέ τά δύο τρίτα τῆς στρατιωτικῆς του δύναμης ὁ καθένας (μέ ἀρχηγό πάλι τόν Ἀρχιδάμο, γιό τοῦ Ζευξιδάμου, βασιλιᾶ τῶν Λακεδαιμονίων), κι ἀφοῦ ἔκαμαν στρατόπεδο ἄρχισαν νά ρημάζουν τόν τόπο συστηματικά. Ἀλλά πρίν περάσουν πολλές ἡμέρες ἀπό τήν ὥρα πού μπῆκαν στήν Ἀττική, πρωτοφανερώθηκε ἡ ἀρρώστεια στήν Ἀθήνα, ἀρρώστεια πού λένε βέβαια πώς ἔπεσε κι ἄλλοτε σέ πολλούς τόπους, γύρω στή Λῆμνο καί ἀλλοῦ, ἀλλά πουθενά δέν θυμοῦνται νά παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, οὔτε νά χάλασε τόσους ἀνθρώπους. Γιατί δέν μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα οὔτε οἱ γιατροί πού κοίταζαν τούς ἀρρώστους στήν ἀρχή, γιατί δέν ἤξεραν τή φύση τοῦ κακοῦ, κι αὐτοί οἱ ἴδιοι πέθαιναν σέ μεγαλύτερην ἀναλογία ὅσο περισσότερο τοὺς πλησίαζαν, οὔτε καμιά ἄλλη ἀνθρώπινη τέχνη• κι ὅλες οἱ παρακλήσεις πού ἔκαναν στούς ναούς κι ὅσα προσκυνήματα στά μαντεῖα κι ἄλλα τέτοια, ἦταν ὅλα τοῦ κάκου• καί στό τέλος τά παράτησαν κι αὐτά, γιατί τούς χαντάκωσε τό κακό.

Κ' ἔπιασε ἡ ἀρρώστεια, καθώς λένε, πρῶτα–πρῶτα ἀπό τήν Αἰθιοπία πέρα ἀπό τήν Αἴγυπτο, κατέβηκε ὕστερα στήν Αἴγυπτο κι ἀπό κεῖ στή Λιβύη, καί σέ πολλά μέρη τῆς μεγάλης ἐπικράτειας τοῦ Πέρση βασιλιᾶ. Στήν πολιτεία τῆς Ἀθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, ἀφοῦ πείραξε μερικούς πρῶτα στόν Πειραιᾶ, ὥστε οἱ Πειραιῶτες εἶπαν πώς οἱ Πελοποννήσιοι εἴχανε ρίξει φαρμάκι στά πηγάδια καί τίς στέρνες• γιατί δέν εἶχαν ἀκόμα βρύσες ἐκεῖ. Ἀργότερα ὅμως ἦρθε καί στήν ἀπάνω πολιτεία, καί πέθαιναν τότε πιά πολύ περισσότεροι. Ἄς λέει λοιπόν ὁ καθένας γι' αὐτό ὅσα ξέρει, εἴτε γιατρός εἶναι εἴτε καί ἄμαθος, ἀπό τί δηλαδή ἦταν πιθανό νά γεννήθηκε, κι ἄς ἀναφέρει τίς αἰτίες πού νομίζει πώς ἦταν ἀρκετά ἰσχυρές γιά νά φέρουν τέτοια μεγάλη ἀλλαγή στήν κατάσταση ἀπό τήν ὑγεία στό θανατικό. Ἐγώ θά φανερώσω μόνο τί λογῆς ἦταν, κι ἀπό τί συμπτώματα, ἄν τύχει καί ξανάρθει ποτέ, θά μποροῦσε κανείς καλύτερα νά ἐξετάσει τό πράμα καί νά τό γνωρίσει ἀπό τά πρίν, ὥστε νά μήν τά 'χει ἐντελῶς χαμένα• γιατί τήν πέρασα κ' ἐγώ, καί εἶδα πολλούς ἄλλους πού ὑπόφεραν ἀπ' αὐτήν.

Ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ὅπως τό παραδέχονταν ὅλοι, ἦταν ἐξαιρετικά ἐλεύτερος ἀπό ἄλλες ἀρρώστειες• κι ἄν κανείς πρίν ἀπ' αὐτήν, ἦταν κάπως ἀνήμπορος, ὅλα ξεκαθάριζαν πώς ἦταν αὐτή. Τούς ἄλλους ὅμως, πού δέν εἶχαν καμιά φανερή αἰτία κακοδιαθεσίας, ἔξαφνα, ἐνῶ ἦταν προτήτερα ἐντελῶς γεροί, τούς ἔπιαναν πρῶτα δυνατές θέρμες στό κεφάλι, καί κοκκίνιζαν τά μάτια τους κ' ἐρεθίζονταν πολύ, κι ἀπ' τήν ἀρχή ἄναβαν καί μάτωναν τά μέσα τους, ὁ φάρυγγας καί ἡ γλώσσα, κι ἡ ἀναπνοή τους ἔβγαινε παράξενη καί βρωμοῦσε• ἔπειτ' ἀπ' αὐτά ἄρχιζε δυνατό φτάρνισμα καί βραχνάδα, καί σέ λίγο κατέβαινε στό στῆθος τό πάθημα, μέ δυνατό βήχα• κι ὅταν πιανόταν ἀπό τήν καρδιά, τῆς ἔδινε μιὰ καί τή γύριζε ἀνάποδα, κ' ἔβγαινε χολή ἀπό τό στόμα κι ἀπό κάτω, ὅσων λογιῶν ἔχουν κι ὄλας ὀνοματίσει οἱ γιατροί, καί μάλιστα μέ δυνατούς πόνους, καί τούς περισσότερους τοὺς ἔπιανε ξερό ρέψιμο πού τούς ἔφερνε δυνατούς σπασμούς, πού σέ ἄλλους σταματοῦσαν ὕστερ' ἀπό λίγο, σέ ἄλλους ὅμως κρατοῦσαν μέρες ὁλόκληρες. Καί σ' ὅποιον τ' ἄγγιζε ἀπ' ἔξω, τό κορμί τοῦ ἀρρώστου δέν ἦταν οὔτε ὑπερβολικά ζεστό, οὔτε ὑγρό, ἀλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο ἐξανθήματα, μικρά σπειριά ἤ καί πληγές• ἀπό μέσα τους ὅμως ἔνιωθαν τέτοια πυρά, πού δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν νά τούς ἀγγίζουν οὔτε τά πιό ψιλά καί μαλακά ροῦχα ἤ σεντόνια ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο καί τήν πιό μεγάλη ἀνακούφιση θά ἔνιωθαν ἄν μποροῦσαν νά ριχτοῦνε μέσα σέ κρύο νερό. Καί πολλοί ἀπ' ὅσους δέν εἶχαν κανένα νά τούς κοιτάξει ἔκαναν αὐτό ἀκριβῶς, πέφτοντας μέσα σέ πηγάδια βασανισμένοι ἀπό ἀδιάκοπη καί ἀνυπόφορη δίψα• καί τό ἴδιο ἔκανε εἴτε ἔπιναν πολύ εἴτε λίγο.

Καί πάνω ἀπ' ὅλα καί χωρίς ἀναπαμό ἦταν ἡ στενοχώρια πού δέν μποροῦσαν νά βροῦν ἀνακούφιση σέ τίποτα, καί οὔτε μποροῦσαν νά κοιμηθοῦν. Τό σῶμα ὅμως, ὅσον καιρό ἦταν ἡ ἀρρώστεια στό κρίσιμο στάδιό της, δέ μαραινόταν, ἀλλά ἄντεχε στό βάσανο περισσότερο ἀπ' ὅ,τι θά μποροῦσε κανείς νά περιμένει, ἔτσι πού πέθαιναν ―οἱ περισσότεροι― ὕστερ' ἀπό ἐννιά ἤ ἑφτά μεριές ἀπό τή μέσα τους κάψα, χωρίς νά 'χει ἐντελῶς ἐξαντληθεῖ ἡ δύναμή τους• ἤ ἄν ξέφευγαν αὐτό τό στάδιο, κατέβαινε ὕστερα τό κακό στήν κοιλιά, πού γέμιζε πληγές κι ἀφοῦ τούς ἔπιανε δυνατή καί ἀσταμάτητη διάρροια, πέθαιναν οἱ περισσότεροι στό δεύτερο αὐτό στάδιο ἀπό τήν ἐξάντληση. Καί τό κακό περνοῦσε ἀπ' ὅλο τό κορμί, μιὰ καί εἶχε στερεωθεῖ στήν ἀρχή στό κεφάλι καί προχωροῦσε ἀπό πάνω πρός τά κάτω, κι ἄν κανείς σωζόταν ἀπό τά χειρότερα, φανερωνόταν τοῦτο ἐπειδή ἔπιανε πιά τίς ἄκρες• γιατί ἔπεφτε καί στά γεννητικά ὄργανα, καί στίς ἄκριες τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν, καί πολλοί πού συνῆλθαν ἔμειναν χωρίς αὐτά• μερικοί ἄλλοι πάλι ἔχασαν τό φῶς τους ἤ τό θυμητικό τους ἐνῶ ἄντεξαν στήν καθαυτό ἀρρώστεια στήν ἀρχή, καί ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοί ἦταν οἱ ἴδιοι καί δέ γνώριζαν οὔτε τούς πιό στενούς συγγενεῖς καί φίλους τους.

Γιατί ἡ μορφή τῆς ἀρρώστειας ἦταν κάτι πού ξεπερνοῦσε τίς λογικές εἰκασίες τῶν ἀνθρώπων, καί πρόσβαλλε τόν καθένα πιό βαρειά ἀπ' ὅσο μπορεῖ νά βαστάξει ἡ ἀνθρώπινη φύση, καί φανερώθηκε κι ἀπό τό ἑξῆς πώς δέν ἦταν καμιά ἀπό τίς συνειθισμένες ἀρρώστειες: τά ὄρνια δηλαδή καί τά τετράποδα ζῶα, ὅσα τρῶν ἀνθρώπινη σάρκα, μ' ὅλο πού εἴχανε μείνει πολλά ἄταφα κορμιά, ἤ δέν τά πλησίαζαν, ἤ ἄν τά δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αὐτά. Κι ἀπόδειξη, πώς παρουσιάστηκε καθαρά ἐλάττωση τῶν πουλιῶν αὐτῶν, καί δέν τά 'βλεπε κανείς οὔτε ἀλλοῦ, οὔτε γύρω σέ νεκρούς ἀπό τήν ἀρρώστεια• ἐνῶ τά σκυλιά ἔδιναν ἀκόμα καλύτερη ἀφορμή νά τό παρατηρήσει κανείς, ἐπειδή ζοῦνε μαζί μέ τόν ἄνθρωπο.

Τέτοια λοιπόν ἦταν στίς μεγάλες γραμμές ἡ μορφή τῆς ἀρρώστειας, μ' ὅλο πού παρέλειψα πολλά γνωρίσματα ἀσυνείθιστα καί παράξενα, πού τύχαιναν νά παρουσιαστοῦν διαφορετικά στόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλον. Καί καμιά ἄλλη ἀπό τίς συνειθισμένες στενοχώριες δέ βασάνιζε τόν κόσμο ἐκεῖνο τόν καιρό• γιατί κι ἄν τύχαινε νά παρουσιαστεῖ καμιά, κατέληγε σέ τούτην–ἐδῶ. Καί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ἄλλοι χωρίς περιποίηση, κι ἄλλοι πού εἶχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Καί δέ βρέθηκε κανένα γιατρικό, πού νά μπορεῖ κανείς νά πεῖ πώς εἶναι τό γιατρικό τῆς ἀρρώστειας αὐτῆς, πού ἔμελλε χωρίς ἄλλο νά βοηθήσει τόν ἄρρωστο ἄν τοῦ τό 'δινε (γιατί ὅ,τι ὠφελοῦσε τόν ἕνα, τό ἴδιο αὐτό πράμα χειροτέρευε τόν ἄλλον), καί καμιά ἀνθρώπινη κράση δέ φάνηκε ἀπό μόνη της ἄξια ν' ἀντισταθεῖ στήν ἀρρώστεια, εἴτε ἦταν πολύ δυνατή, εἴτε τόσο ἀδύνατη ὥστε νά μήν τήν πιάσει τό κακό ἀλλά τούς ἐσάρωσε ὅλους, κ' ἐκείνους ἀκόμη πού εἶχαν τήν πιό περιποιημένη δίαιτα καί τρόπο ζωῆς.

Χειρότερο ἀπ' ὅλα ἦταν ἡ κατάθλιψη πού ἔπιανε τόν καθένα μόλις ἔνιωθε πώς ἀδιαθετοῦσε (γιατί ἡ ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στήν ἀπελπισία, κι ἀφήνονταν πολύ περισσότερο ἀπό μιᾶς ἀρχῆς καί δέν ἀντιδροῦσαν) καθώς κι ὅτι ὁ ἕνας γέμιζε μόλεμα ἀπό τόν ἄλλον πού περιποιόταν καί πέθαιναν ἀράδα σάν τά προβατα• καί τή μεγαλύτερη φθορά τήν προξενοῦσε τοῦτο: ἄν δηλαδή δέν ἤθελαν νά πλησιάσουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον ἀπό φόβο μήν κολλήσουν, πέθαιναν οἱ ἄρρωστοι μόνοι κ' ἔρημοι• κι ἄδειασαν ἔτσι πολλά σπίτια γιατί δέν ἦταν κανείς νά τούς κοιτάξει• κι ἄν πάλι ἐπικοινωνοῦσαν, τούς χαλοῦσε ἡ ἀρρώστεια, καί περισσότερο ἐκείνους πού ἤθελαν νά φερθοῦνε καθώς πρέπει• γιατί ντρέπονταν νά δείξουν πώς λογαριάζουν τόν ἑαυτό τους καί πήγαιναν κοντά στούς ἀγαπημένους τους. Ἀφοῦ ἀκόμα καί τά μοιρολόγια τῶν πεθαμένων τά παράτησαν στό τέλος καί οἱ ἴδιοι oἱ συγγενεῖς τους, ἀποκαμωμένοι ἀπό τή μεγάλη συμφορά. Ὅμως ἐκεῖνοι πού εἶχαν περάσει τήν ἀρρώστεια κ' εἴχανε σωθεῖ, αὐτοί σπλαχνίζονταν περισσότερο καί τούς ἑτοιμοθάνατους κι ὅσους ψήνονταν ἀπό τό κακό, καί οἱ ἴδιοι δέ φοβοῦνταν πιά• γιατί δέν ἔπιανε ἡ ἀρρώστεια δύο φορές τόν ἴδιον ἄνθρωπο, ὥστε νά τόν θανατώσει. Καί τούς μακάριζαν οἱ ἄλλοι, κι αὐτοί οἱ ἴδιοι ἀπ' τή μεγάλη τους χαρά γιά τή σωτηρία τούς σ' αὐτή τήν περίσταση εἶχαν τήν μάταιην ἐλπίδα πώς γιά πάντα δέ θενά πέθαιναν οὔτε κι ἀπό καμιάν ἄλλην ἀρώστεια.

Κοντά στά βάσανα τῆς στιγμῆς τούς τυραννοῦσε καί ἡ συγκέντρωση τῶν κατοίκων ἀπό τήν ἐξοχή στήν πολιτεία κ' ὑπόφεραν περισσότερο οἱ πρόσφυγες. Γιατί ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν ἀρκετά σπίτια, παρά ἔμεναν σέ πνιγηρές παράγκες καί ἦταν κι ὅλας καλοκαίρι, πέθαιναν χωρίς νά μποροῦν νά τηρηθοῦν οἱ εὐπρέπειες, ἀλλά καί πεθαίνοντας ἔπεφταν οἱ νεκροί ἀπάνω στά πτώματα, κι ἄλλοι ψυχομαχοῦσαν τριγυρίζοντας μέσα στούς δρόμους, κι ἀπό τήν ἀκράτητη δίψα τους μαζεύονταν μισοπεθαμένοι γύρω σ' ὅλες τίς βρύσες. Καί οἱ ναοί ὅπου εἶχαν κατασκηνώσει ἦταν γεμάτοι νεκρούς πού εἶχαν ξεψυχήσει ἐκεῖ μέσα γιατί ὅταν παράγινε τό κακό, μήν ξέροντας πιά τί θ' ἀπογίνουν, οἱ ἄνθρωποι τό γύρισαν στήν ἀψηφισιά γιά τά θεῖα καί τίς θρησκευτικές ἀπαγορεύσεις• κι ὅλες οἱ κανονικές τελετές, πού συνειθίζονταν ἄλλοτε στίς κηδεῖες, ἔγιναν ἄνω–κάτω, καί τούς ἔθαβαν ὅπως μποροῦσε ὁ καθένας. Καί πολλοί κατάντησαν νά κηδεύουν τούς δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τούς ἔλειπαν τά χρειαζούμενα, ἀφοῦ τούς εἶχαν κι ὅλας πεθάνει τόσοι συγγενείς• ἄλλοι προλάβαιναν ξένους πού σώριαζαν ξύλα γιά νά κάψουν τό νεκρό τους, κ' ἔβαζαν ἀπάνω τό δικό τους, κι ἄναβαν τή φωτιά ἀπό κάτω, ἄλλοι, ἐνῶ καιγόταν κι ὅλας ξένος νεκρός ἔριχναν ἀπό πάνω τό δικό τους καί τό 'βαζαν στά πόδια.

Καί σέ ἄλλα πράματα ἔδωσε ἡ ἀρρώστεια τήν κυριότερη πρώτη ἀφορμή γιά παρανομίες• γιατί τολμοῦσε κανείς πιό εὔκολα ἐκεῖνα πού προτήτερα κρυβόταν νά κάνει φανερά γιά τό κέφι του, ἤ δέν τά 'κανε διόλου, βλέποντας πώς γύριζε ἡ τύχη γρήγορα• ἀφοῦ οἱ πρίν εὐτυχισμένοι πέθαιναν ξαφνικά, κι ὅσοι ἄλλοτε δέν εἶχαν τίποτα, κληρονομοῦσαν εὐθύς τίς περιουσίες τους. Κ' ἔτσι ζητοῦσαν νά βροῦν καί νά χαροῦνε γρήγορα ὅ,τι τούς εὐχαριστοῦσε, καί πίστευαν πώς τόσο ἡ ζωή ὅσο κ' οἱ περιουσίες εἶναι περαστικά πράματα. Καί κανένας πιά δέν εἶχε ὄρεξη νά κοπιάσει ἀπό τά πρίν γιά κάτι πού τοῦ εἶχε φανεῖ ὡραῖο, νομίζοντας πώς ἦταν πολύ ἀβέβαιο ἄν δέ θά πέθαινε πρίν τό φτάσει• ἀλλά ἡ εὐχαρίστηση τῆς στιγμῆς καί τό κέρδος μέ ὁποιοδήποτε μέσον γιά νά τήν ἀπολάψουν ἀμέσως, αὐτό κατάντησε νά θεωρεῖται καί ὠφέλιμο καί σωστό. Καί κανένας φόβος τῶν θεῶν ἤ νόμος τῶν ἀνθρώπων δέν τούς συγκρατοῦσε πιά, γιατί ἔκριναν πώς τό ἴδιο κάνει εἴτε σέβονται τά θεῖα εἴτε ὄχι, βλέποντας πώς χάνονταν ὅλοι τό ἴδιο• κι ὅσο γιά τά ἐγκλήματα, δέν περίμεναν πώς θά ζήσουν ὥσπου νά γίνει ἡ δίκη καί νά τά πληρώσουν μέ τήν τιμωρία πού θά τούς ἔβαζαν, πιστεύοντας πώς πολύ μεγαλύτερη ἦταν ἡ καταδίκη πού εἶχε ψηφιστεῖ ἐνάντιά τους καί κρεμόταν τώρα πάνωθέ τους, πού πρίν πέσει ἐπάνω τους, τούς φαινότανε φυσικό νά χαροῦν καί κάτι ἀπ' τή ζωή.

Ἔχοντας λοιπόν καταντήσει σέ τέτοια παθήματα, τυραγνιοῦνταν οἱ Ἀθηναῖοι, γιατί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι μέσα στήν πολιτεία καί ρημαζόταν ἡ γῆς τους ἀπ' ἔξω. Καί μέσα στά βάσανά τους, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, θυμήθηκαν καί τοῦτο τό στιχάκι, πού ἔλεγαν οἱ γεροντότεροι πώς τό τραγουδοῦσαν ἄλλοτε: «Πόλεμος θά 'ρθει Δωρικός, καί μαζί μ' αὐτόν λιμός». Καί πολλές συζητήσεις ἀνάβαν κι ἄλλοι ὑποστήριζαν πώς δέν ἔλεγε ὁ στίχος λοιμό, ἐπιδημία, ἀλλά λιμό, πείνα, ὑπερίσχυσε ὅμως ἡ γνώμη, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀπ' ὅ,τι δοκίμαζαν τότε, πώς ἡ λέξη ἦταν λοιμός• γιατί οἱ ἄνθρωποι θυμοῦνταν ἀνάλογα μ' αὐτά πού τούς τύχαιναν. Μοῦ φαίνεται δηλαδή πώς ἄν καμιά φορὰ ἔρθει ἄλλος Δωρικός πόλεμος ὕστερ' ἀπό τοῦτον καί τύχει νά πέσει πείνα, θά τόν τραγουδήσουνε μέ τό «λιμός», ὅπως θά τούς φαίνεται πώς ταιριάζει.

Θυμήθηκαν τότε ὅσοι τόν ἤξεραν καί τό χρησμό πού δόθηκε στούς Λακεδαιμονίους, ὅταν ρώτησαν τό θεό ἄν πρέπει νά πολεμήσουν, καί τούς προφήτεψε πώς ἄν πολεμήσουνε μ' ὅλη τους τή δύναμη, θά βάλει, εἶπε, κι αὐτός τό χέρι του. Συμπέραιναν λοιπόν πώς ὅσα γίνονταν ἔμοιαζαν μέ τά λόγια του χρησμοῦ• ἡ ἀρρώστεια ἔπεσε μόλις εἶχαν εἰσβάλει οἱ Πελοποννήσιοι. Στήν Πελοπόννησο ὅμως δέν ἔπεσε, ἐξόν ἀπό ἐλάχιστες περιπτώσεις, πού δέν ἀξίζει τόν κόπο νά τίς ἀναφέρει κανείς, ἀλλά ἦταν βαρειά στήν Ἀθήνα, τό περισσότερο κ' ὕστερα καί σ' ἄλλα μέρη μέ σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Αὐτά λοιπόν ἦταν ὅσα ἔγιναν μέ τήν ἀρρώστεια.


Πρωτότυπο Κείμενο

[2.47.1] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ• καὶ διελθόντος αὐτοῦ πρῶτον ἔτος τοῦ πολέμου τοῦδε ἐτελεύτα.

[2.47.2] τοῦ δὲ θέρους εὐθὺς ἀρχομένου Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι τὰ δύο μέρη ὥσπερ καὶ τὸ πρῶτον ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἀττικήν (ἡγεῖτο δὲ Ἀρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς), καὶ καθεζόμενοι ἐδῄουν τὴν γῆν.

[2.47.3] καὶ ὄντων αὐτῶν οὐ πολλάς πω ἡμέρας ἐν τῇ Ἀττικῇ ἡ νόσος πρῶτον ἤρξατο γενέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, λεγόμενον μὲν καὶ πρότερον πολλαχόσε ἐγκατασκῆψαι καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις, οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι.

[2.47.4] οὔτε γὰρ ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη
ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία• ὅσα τε πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν ἢ μαντείοις καὶ τοῖς τοιούτοις ἐχρήσαντο, πάντα ἀνωφελῆ ἦν, τελευτῶντές τε αὐτῶν ἀπέστησαν ὑπὸ τοῦ κακοῦ νικώμενοι.

[2.48.1] ἤρξατο δὲ τὸ μὲν πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιβύην κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν τὴν πολλήν.

[2.48.2] ἐς δὲ τὴν Ἀθηναίων πόλιν ἐξαπιναίως ἐσέπεσε, καὶ τὸ πρῶτον ἐν τῷ Πειραιεῖ ἥψατο τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν ὡς οἱ Πελοποννήσιοι φάρμακα ἐσβεβλήκοιεν ἐς τὰ φρέατα• κρῆναι γὰρ οὔπω ἦσαν αὐτόθι. ὕστερον δὲ καὶ ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο, καὶ ἔθνῃσκον πολλῷ μᾶλλον ἤδη.

[2.48.3] λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῦ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει καὶ ἰατρὸς καὶ ἰδιώτης, ἀφ’ ὅτου εἰκὸς ἦν γενέσθαι αὐτό, καὶ τὰς αἰτίας ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν• ἐγὼ δὲ οἷόν τε ἐγίγνετο λέξω, καὶ ἀφ’ ὧν ἄν τις σκοπῶν, εἴ ποτε καὶ αὖθις ἐπιπέσοι, μάλιστ’ ἂν ἔχοι τι προειδὼς μὴ ἀγνοεῖν, ταῦτα δηλώσω αὐτός τε νοσήσας καὶ αὐτὸς ἰδὼν ἄλλους πάσχοντας.

[2.49.1] Τὸ μὲν γὰρ ἔτος, ὡς ὡμολογεῖτο, ἐκ πάντων μάλιστα δὴ ἐκεῖνο ἄνοσον ἐς τὰς ἄλλας ἀσθενείας ἐτύγχανεν ὄν• εἰ δέ τις καὶ προὔκαμνέ τι, ἐς τοῦτο πάντα ἀπεκρίθη.

[2.49.2] τοὺς δὲ ἄλλους ἀπ’ οὐδεμιᾶς προφάσεως, ἀλλ’ ἐξαίφνης ὑγιεῖς ὄντας πρῶτον μὲν τῆς κεφαλῆς θέρμαι ἰσχυραὶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐρυθήματα καὶ φλόγωσις ἐλάμβανε, καὶ τὰ ἐντός, ἥ τε φάρυγξ καὶ ἡ γλῶσσα, εὐθὺς αἱματώδη ἦν καὶ πνεῦμα ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει•

[2.49.3] ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ βράγχος ἐπεγίγνετο, καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν ἐς τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ• καὶ ὁπότε ἐς τὴν καρδίαν στηρίξειεν, ἀνέστρεφέ τε αὐτὴν καὶ ἀποκαθάρσεις χολῆς πᾶσαι ὅσαι ὑπὸ ἰατρῶν ὠνομασμέναι εἰσὶν ἐπῇσαν, καὶ αὗται μετὰ ταλαιπωρίας μεγάλης.

[2.49.4] λύγξ τε τοῖς πλέοσιν ἐνέπιπτε κενή, σπασμὸν ἐνδιδοῦσα ἰσχυρόν, τοῖς μὲν μετὰ ταῦτα λωφήσαντα, τοῖς δὲ καὶ πολλῷ ὕστερον.

[2.49.5] καὶ τὸ μὲν ἔξωθεν ἁπτομένῳ σῶμα οὔτ’ ἄγαν θερμὸν ἦν οὔτε χλωρόν, ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκός• τὰ δὲ ἐντὸς οὕτως ἐκάετο ὥστε μήτε τῶν πάνυ λεπτῶν ἱματίων καὶ σινδόνων τὰς ἐπιβολὰς μηδ’ ἄλλο τι ἢ γυμνοὶ ἀνέχεσθαι, ἥδιστά τε ἂν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν σφᾶς αὐτοὺς ῥίπτειν. καὶ πολλοὶ τοῦτο τῶν ἠμελημένων ἀνθρώπων καὶ ἔδρασαν ἐς φρέατα, τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυνεχόμενοι• καὶ ἐν τῷ ὁμοίῳ καθειστήκει τό τε πλέον καὶ ἔλασσον ποτόν.

[2.49.6] καὶ ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ, ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης καὶ διαρροίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον δι’ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο.

[2.49.7] διεξῄει γὰρ διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἄνωθεν ἀρξάμενον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ πρῶτον ἱδρυθὲν κακόν, καὶ εἴ τις ἐκ τῶν μεγίστων περιγένοιτο, τῶν γε ἀκρωτηρίων ἀντίληψις αὐτοῦ ἐπεσήμαινεν.

[2.49.8] κατέσκηπτε γὰρ ἐς αἰδοῖα καὶ ἐς ἄκρας χεῖρας καὶ πόδας, καὶ πολλοὶ στερισκόμενοι τούτων διέφευγον, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν. τοὺς δὲ καὶ λήθη ἐλάμβανε παραυτίκα ἀναστάντας τῶν πάντων ὁμοίως, καὶ ἠγνόησαν σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπιτηδείους.

[2.50.1] γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι• τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο.

[2.50.2] τεκμήριον δέ• τῶν μὲν τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν• οἱ δὲ κύνες μᾶλλον αἴσθησιν παρεῖχον τοῦ ἀποβαίνοντος διὰ τὸ ξυνδιαιτᾶσθαι.

[2.51.1] Τὸ μὲν οὖν νόσημα, πολλὰ καὶ ἄλλα παραλιπόντι ἀτοπίας ὡς ἑκάστῳ ἐτύγχανέ τι διαφερόντως ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον γιγνόμενον, τοιοῦτον ἦν ἐπὶ πᾶν τὴν ἰδέαν. καὶ ἄλλο παρελύπει κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον οὐδὲν τῶν εἰωθότων• ὃ δὲ καὶ γένοιτο, ἐς τοῦτο ἐτελεύτα.

[2.51.2] ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν ἀμελείᾳ, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι. ἕν τε οὐδὲ ἓν κατέστη ἴαμα ὡς εἰπεῖν ὅτι χρῆν προσφέροντας ὠφελεῖν• τὸ γάρ τῳ ξυνενεγκὸν ἄλλον τοῦτο ἔβλαπτεν.

[2.51.3] σῶμά τε αὔταρκες ὂν οὐδὲν διεφάνη πρὸς αὐτὸ ἰσχύος πέρι ἢ ἀσθενείας, ἀλλὰ πάντα ξυνῄρει καὶ τὰ πάσῃ διαίτῃ θεραπευόμενα.

[2.51.4] δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων (πρὸς γὰρ τὸ ἀνέλπιστον εὐθὺς τραπόμενοι τῇ γνώμῃ πολλῷ μᾶλλον προΐεντο σφᾶς αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀντεῖχον), καὶ ὅτι ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλάμενοι ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον• καὶ τὸν πλεῖστον φθόρον τοῦτο ἐνεποίει.

[2.51.5] εἴτε γὰρ μὴ ’θέλοιεν δεδιότες ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ τοῦ θεραπεύσοντος• εἴτε προσίοιεν, διεφθείροντο, καὶ μάλιστα οἱ ἀρετῆς τι μεταποιούμενοι• αἰσχύνῃ γὰρ ἠφείδουν σφῶν αὐτῶν ἐσιόντες παρὰ τοὺς φίλους, ἐπεὶ καὶ τὰς ὀλοφύρσεις τῶν ἀπογιγνομένων τελευτῶντες καὶ οἱ οἰκεῖοι ἐξέκαμνον ὑπὸ τοῦ πολλοῦ κακοῦ νικώμενοι.

[2.51.6] ἐπὶ πλέον δ’ ὅμως οἱ διαπεφευγότες τόν τε θνῄσκοντα καὶ τὸν πονούμενον ᾠκτίζοντο διὰ τὸ προειδέναι τε καὶ αὐτοὶ ἤδη ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι• δὶς γὰρ τὸν αὐτόν, ὥστε καὶ κτείνειν, οὐκ ἐπελάμβανεν. καὶ ἐμακαρίζοντό τε ὑπὸ τῶν ἄλλων, καὶ αὐτοὶ τῷ παραχρῆμα περιχαρεῖ καὶ ἐς τὸν ἔπειτα χρόνον ἐλπίδος τι εἶχον κούφης μηδ’ ἂν ὑπ’ ἄλλου νοσήματός ποτε ἔτι διαφθαρῆναι.

[2.52.1] Ἐπίεσε δ’ αὐτοὺς μᾶλλον πρὸς τῷ ὑπάρχοντι πόνῳ καὶ ἡ ξυγκομιδὴ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ ἄστυ, καὶ οὐχ ἧσσον τοὺς ἐπελθόντας.

[2.52.2] οἰκιῶν γὰρ οὐχ ὑπαρχουσῶν, ἀλλ’ ἐν καλύβαις πνιγηραῖς ὥρᾳ ἔτους διαιτωμένων ὁ φθόρος ἐγίγνετο οὐδενὶ κόσμῳ, ἀλλὰ καὶ νεκροὶ ἐπ’ ἀλλήλοις ἀποθνῄσκοντες ἔκειντο καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐκαλινδοῦντο καὶ περὶ τὰς κρήνας ἁπάσας ἡμιθνῆτες τοῦ ὕδατος ἐπιθυμίᾳ.

[2.52.3] τά τε ἱερὰ ἐν οἷς ἐσκήνηντο νεκρῶν πλέα ἦν, αὐτοῦ ἐναποθνῃσκόντων• ὑπερβιαζομένου γὰρ τοῦ κακοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅτι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο καὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων ὁμοίως.

[2.52.4] νόμοι τε πάντες ξυνεταράχθησαν οἷς ἐχρῶντο πρότερον περὶ τὰς ταφάς, ἔθαπτον δὲ ὡς ἕκαστος ἐδύνατο. καὶ πολλοὶ ἐς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο σπάνει τῶν ἐπιτηδείων διὰ τὸ συχνοὺς ἤδη προτεθνάναι σφίσιν• ἐπὶ πυρὰς γὰρ ἀλλοτρίας φθάσαντες τοὺς νήσαντας οἱ μὲν ἐπιθέντες τὸν ἑαυτῶν νεκρὸν ὑφῆπτον, οἱ δὲ καιομένου ἄλλου ἐπιβαλόντες ἄνωθεν ὃν φέροιεν ἀπῇσαν.

[2.53.1] Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα. ῥᾷον γὰρ ἐτόλμα τις ἃ πρότερον ἀπεκρύπτετο μὴ καθ’ ἡδονὴν ποιεῖν, ἀγχίστροφον τὴν μεταβολὴν ὁρῶντες τῶν τε εὐδαιμόνων καὶ αἰφνιδίως θνῃσκόντων καὶ τῶν οὐδὲν πρότερον κεκτημένων, εὐθὺς δὲ τἀκείνων ἐχόντων.

[2.53.2] ὥστε ταχείας τὰς ἐπαυρέσεις καὶ πρὸς τὸ τερπνὸν ἠξίουν ποιεῖσθαι, ἐφήμερα τά τε σώματα καὶ τὰ χρήματα ὁμοίως ἡγούμενοι.

[2.53.3] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται• ὅτι δὲ ἤδη τε ἡδὺ πανταχόθεν τε ἐς αὐτὸ κερδαλέον, τοῦτο καὶ καλὸν καὶ χρήσιμον κατέστη.

[2.53.4] θεῶν δὲ φόβος ἢ ἀνθρώπων νόμος οὐδεὶς ἀπεῖργε, τὸ μὲν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καὶ σέβειν καὶ μὴ ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους,
τῶν δὲ ἁμαρτημάτων οὐδεὶς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιοὺς ἂν τὴν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι, πολὺ δὲ μείζω τὴν ἤδη κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι.

[2.54.1] Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο, ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης.

[2.54.2] ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους, φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι «ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.»

[2.54.3] ἐγένετο μὲν οὖν ἔρις τοῖς ἀνθρώποις μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἐν τῷ ἔπει ὑπὸ τῶν παλαιῶν, ἀλλὰ λιμόν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰκότως λοιμὸν εἰρῆσθαι• οἱ γὰρ ἄνθρωποι πρὸς ἃ ἔπασχον τὴν μνήμην ἐποιοῦντο. ἢν δέ γε οἶμαί ποτε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ Δωρικὸς τοῦδε ὕστερος καὶ ξυμβῇ γενέσθαι λιμόν, κατὰ τὸ εἰκὸς οὕτως ᾄσονται.

[2.54.4] μνήμη δὲ ἐγένετο καὶ τοῦ Λακεδαιμονίων χρηστηρίου τοῖς εἰδόσιν, ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι, καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι.

[2.54.5] περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι• ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς, καὶ ἐς μὲν Πελοπόννησον οὐκ ἐσῆλθεν, ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν, ἐπενείματο δὲ Ἀθήνας μὲν μάλιστα, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τὰ πολυανθρωπότατα. ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.


Μτφρ. Ε. Λαμπρίδη. 1962. Θουκυδίδου Ἱστορία. Πρόλογος, μετάφραση, σχόλια. Εἰσαγωγή: Ι.Θ. Κακριδής. Ι–IV. Ἀθήνα: Γκοβόστης.


 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή
     

Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.