Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ταξινόμηση ανά
Αγία Γραφή
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ

Σοφ. Σειρ. 1,1 Πᾶσα σοφία παρὰ Κυρίου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἐστιν εἰς τὸν αἰῶνα.
Σοφ. Σειρ. 1,1 Καθε σοφία έχει πηγήν και προέλευσίν της τον Κυριον και εις αυτόν και με αυτόν υπάρχει αιωνίως.
 
Σοφ. Σειρ. 1,2 ἄμμον θαλασσῶν καὶ σταγόνας ὑετοῦ καὶ ἡμέρας αἰῶνος τίς ἐξαριθμήσει;
Σοφ. Σειρ. 1,2 Ποιός ημπορεί να μετρήση τους κόκκους της άμμου των θαλασσών, τας σταγόνας της βροχής, τας ημέρας του χρόνου, που έχει ήδη παρέλθει;
 
Σοφ. Σειρ. 1,3 ὕψος οὐρανοῦ καὶ πλάτος γῆς καὶ ἄβυσσον καὶ σοφίαν τίς ἐξιχνιάσει;
Σοφ. Σειρ. 1,3 Ποιός ημπορεί να εξιχνιάση το ύψος του ουρανού, το πλάτος της γης, τα βάθη των θαλασσών και την σοφίαν εις όλην αυτής την εκτασιν;
 
Σοφ. Σειρ. 1,4 προτέρα πάντων ἔκτισται σοφία καὶ σύνεσις φρονήσεως ἐξ αἰῶνος
Σοφ. Σειρ. 1,4 Η σοφία εδημιουργήθη παρά του Θεού πριν από όλα τα άλλα δημιουργήματα, η δε σύνεσις της φρονήσεως υπάρχει από της αιωνιότητος.
 
Σοφ. Σειρ. 1,5 [πηγὴ σοφίας λόγος Θεοῦ ἐν ὑψίστοις, καὶ αἱ πορεῖαι αὐτῆς ἐντολαὶ αἰώνιοι].
Σοφ. Σειρ. 1,5 Πηγή σοφίας είναι ο λόγος του Θεού του Υψίστου και οι δρόμοι αυτής είναι αιώνιοι και αναλλοίωτοι.
 
Σοφ. Σειρ. 1,6 ῥίζα σοφίας τίνι ἀπεκαλύφθη; καὶ τὰ πανουργεύματα αὐτῆς τίς ἔγνω;
Σοφ. Σειρ. 1,6 Η ρίζα της σοφίας εις ποίον έχει αποκαλυφθή εξ ολοκλήρου; Και ποιός έως τώρα εγνώρισε τα σοφά αυτής σχέδια και έργα;
 
Σοφ. Σειρ. 1,7 [ἐπιστήμη σοφίας τίνι ἐφανερώθη; καὶ τὴν πολυπειρίαν αὐτῆς τίς συνῆκε;]
Σοφ. Σειρ. 1,7 Η επίγνωσις της σοφίας εις ποίον απεκαλύφθη; Ποιός την εγνώρισε εις βάθος και το πολύπλευρον της γνώσεώς της ποιός το κατενόησεν;
 
Σοφ. Σειρ. 1,8 εἷς ἐστι σοφὸς φοβερὸς σφόδρα καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 1,8 Ενας είναι ο απολύτως σοφός, ο πολύ φοβερός, εκείνος ο οποίος κάθεται επί του θρόνου του.
 
Σοφ. Σειρ. 1,9 Κύριος αὐτὸς ἔκτισεν αὐτὴν καὶ εἶδε καὶ ἐξηρίθμησεν αὐτὴν καὶ ἐξέχεεν αὐτὴν ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ,
Σοφ. Σειρ. 1,9 Ο Κυριος, αυτός ο ίδιος εδημιούργησε την σοφίαν. Την είδε, την εξηρεύνησε λεπτομερώς και την εσκόρπισεν εις όλα τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 1,10 μετὰ πάσης σαρκὸς κατὰ τὴν δόσιν αὐτοῦ, καὶ ἐχορήγησεν αὐτὴν τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 1,10 Την ενέθεσεν εις κάθε ζωντανόν οργανισμόν σύμφωνα με το μέτρον της δωρεάς του. Ιδίως όμως την εχορήγησεν στους ανθρώπους, οι οποίοι τον αγαπούν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,11 φόβος Κυρίου δόξα καὶ καύχημα καὶ εὐφροσύνη καὶ στέφανος ἀγαλλιάματος.
Σοφ. Σειρ. 1,11 Η ευλάβεια προς τον Κυριον είναι δια τον άνθρωπον δόξα, καύχημα, χαρά και στέφανος αγαλλιάσεως.
 
Σοφ. Σειρ. 1,12 φόβος Κυρίου τέρψει καρδίαν καὶ δώσει εὐφροσύνην καὶ χαρὰν καὶ μακροημέρευσιν.
Σοφ. Σειρ. 1,12 Ο σεβασμός προς τον Κυριον τέρπει την καρδίαν, δίδει ευφροσύνην και χαράν και μακροημέρευσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,13 τῷ φοβουμένῳ τὸν Κύριον εὖ ἔσται ἐπ᾿ ἐσχάτων, καὶ ἐν ἡμέρᾳ τελευτῆς αὐτοῦ εὑρήσει χάριν.
Σοφ. Σειρ. 1,13 Εις τον φοβούμενον τον Κυριον θα δοθούν καλά τέλη ζωής. Κατά δε την ημέραν του θανάτου του θα εύρη χάριν ενώπιον του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 1,14 ἀρχὴ σοφίας φοβεῖσθαι τὸν Κύριον, καὶ μετὰ πιστῶν ἐν μήτρᾳ συνεκτίσθη αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 1,14 Αρχή και πηγή της σοφίας είναι το να φοβήται και να σέβεται κανείς τον Κυριον. Αυτή δε η σοφία συνοδεύει τους ανθρώπους από την κοιλίαν ακόμη της μητρός των.
 
Σοφ. Σειρ. 1,15 μετὰ ἀνθρώπων θεμέλιον αἰῶνος ἐνόσσευσε καὶ μετὰ τοῦ σπέρματος αὐτῶν ἐμπιστευθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 1,15 Η σοφία κατεσκεύασε τον οίκον της αιώνιον μεταξύ των ανθρώπων και θα παραμείνη αυτή πιστή στους απογόνους των. Πλούτος σοφίας είναι το να ευλαβήται κανείς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 1,16 πλησμονὴ σοφίας φοβεῖσθαι τὸν Κύριον καὶ μεθύσκει αὐτοὺς ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῆς·
Σοφ. Σειρ. 1,16 Από τους καρπούς δε της σοφίας χορταίνουν και ευφραίνονται εκείνοι, οι οποίοι την κατέχουν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,17 πάντα τὸν οἶκον αὐτῆς ἐμπλήσει ἐπιθυμημάτων καὶ τὰ ἀποδοχεῖα ἀπὸ τῶν γεννημάτων αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 1,17 Ολον τον οίκον, στον οποίον αυτή θα κατοικήση, θα τον γεμίση από επιθυμητούς θησαυρούς και τας αποθήκας από τα προϊόντα της.
 
Σοφ. Σειρ. 1,18 στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου ἀναθάλλων εἰρήνην καὶ ὑγίειαν ἰάσεως.
Σοφ. Σειρ. 1,18 Ολοκλήρωσις και στέφανος σοφίας είναι η ευλάβεια προς τον Κυριον. Αυτή βλαστάνει συνεχώς ειρήνην και σώματος υγείαν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,19 καὶ εἶδε καὶ ἐξηρίθμησεν αὐτήν, ἐπιστήμην καὶ γνῶσιν συνέσεως ἐξώμβρησε καὶ δόξαν κρατούντων αὐτῆς ἀνύψωσε.
Σοφ. Σειρ. 1,19 Ο Κυριος μόνος εγνώρισεν απολύτως και εξιχνίασε την σοφίαν. Αυτός σκορπίζει ως βροχήν στους ανθρώπους επιστήμην και γνώσιν. Αυτός εξυψώνει και δοξάζει εκείνους, οι οποίοι κατέχουν την σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,20 ῥίζα σοφίας φοβεῖσθε τὸν Κύριον, καὶ οἱ κλάδοι αὐτῆς μακροημέρευσις.
Σοφ. Σειρ. 1,20 Ριζα και αρχή της σοφίας είναι να ευλαβήται κανείς τον Κυριον. Οι κλάδοι του δένδρου της είναι μακροημέρευσις.
 
Σοφ. Σειρ. 1,21 [φόβος Κυρίου ἀπωθεῖται ἁμαρτήματα, παραμένων δὲ ἀποστρέψει ὀργήν].
Σοφ. Σειρ. 1,21 Ο σεβασμός προς τον Κυριον απομακρύνει τα αμαρτήματα. Οταν δε μονίμως ενθρονισθή εις την καρδίαν, απομακρύνει από τον άνθρωπον κάθε οργήν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,22 οὐ δυνήσεται θυμὸς ἄδικος δικαιωθῆναι, ἡ γὰρ ῥοπὴ τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ πτῶσις αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 1,22 Ανθρωπος, που κρατεί μέσα του θυμόν άδικον και εχθρότητα, δεν θα εύρη δικαίωσιν, διότι η ορμή του θυμού του αποτελεί δι' αυτόν πτώσιν και καταδίκην.
 
Σοφ. Σειρ. 1,23 ἕως καιροῦ ἀνθέξεται μακρόθυμος, καὶ ὕστερον αὐτῷ ἀναδώσει εὐφροσύνη·
Σοφ. Σειρ. 1,23 Ο μακρόθυμος επί ολίγον καιρόν θα δείξη υπομονήν, ύστερον δε θα δοθή εις αυτόν ως αμοιβή χαρά και ευφροσύνη.
 
Σοφ. Σειρ. 1,24 ἕως καιροῦ κρύψει τοὺς λόγους αὐτοῦ, καὶ χείλη πιστῶν ἐκδιηγήσεται σύνεσιν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 1,24 Μέχρις ωρισμένου καιρού θα κρύπτη εντός αυτού και θα κρατή εν τη μακροθυμία του τους λόγους του. Επειτα όμως τα στόματα των ευσεβών ανθρώπων θα διηγούνται την σύνεσιν αυτού.
 
Σοφ. Σειρ. 1,25 ἐν θησαυροῖς σοφίας παραβολὴ ἐπιστήμης, βδέλυγμα δὲ ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια.
Σοφ. Σειρ. 1,25 Εις τους θησαυρούς της σοφίας υπάρχουν τα σοφά αποφθέγματα. Εις δε τον αμαρτωλόν η προς τον Θεόν ευσέβεια είναι πολύ μισητή.
 
Σοφ. Σειρ. 1 ,26 ἐπεθύμησας σοφίαν διατήρησον ἐντολάς, καὶ Κύριος χορηγήσει σοι αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 1 ,26 Επιθυμείς να αποκτήσης σοφίαν· Φυλασσε τας εντολάς του Θεού και ο Κυριος θα σου χορηγήση αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,27 σοφία γὰρ καὶ παιδεία φόβος Κυρίου, καὶ ἡ εὐδοκία αὐτοῦ πίστις καὶ πρᾳότης.
Σοφ. Σειρ. 1,27 Διότι η σοφία και η μόρφωσις πηγάζουν άττο τον σεβασμόν προς τον Κυριον, η πίστις δε και η πραότης είναι χαρίσματα της ιδικής του καλωσύνης.
 
Σοφ. Σειρ. 1,28 μὴ ἀπειθήσῃς φόβῳ Κυρίου καὶ μὴ προσέλθῃς αὐτῷ ἐν καρδίᾳ δισσῇ.
Σοφ. Σειρ. 1,28 Μη γίνεσαι απειθής στον φόβον του Κυρίου και μη προσέρχεσαι προς αυτόν με παλίμβουλον και διπρόσωπον καρδίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 1,29 μὴ ὑποκριθῇς ἐν στόμασιν ἀνθρώπων καὶ ἐν τοῖς χείλεσί σου πρόσεχε.
Σοφ. Σειρ. 1,29 Μη υποκρίνεσαι ενώπιον των ανθρώπων και πρόσεχε στους λόγους σου.
 
Σοφ. Σειρ. 1,30 μὴ ἐξύψου σεαυτόν, ἵνα μὴ πέσῃς καὶ ἐπαγάγῃς τῇ ψυχῇ σου ἀτιμίαν, καὶ ἀποκαλύψει Κύριος τὰ κρυπτά σου καὶ ἐν μέσῳ συναγωγῆς καταβαλεῖ σε, ὅτι οὐ προσῆλθες φόβῳ Κυρίου, καὶ ἡ καρδία σου πλήρης δόλου.
Σοφ. Σειρ. 1,30 Μη αλαζονεύεσαι, δια να μη πέσης και προσάψης εις την ζωήν σου εντροπήν. Ο δε Κυριος θα αποκαλύψη τα κρυπτά σου έργα και θα σε ταπεινώση εν μέσω συναθροίσεως του λαού. Διότι δεν προσήλθες με ευλαβειαν πλησίον του Κυρίου, αλλά τουναντίον η καρδία σου ήτο γεμάτη δολιότητα.
 
Σοφ. Σειρ. 2,1 Τέκνον, εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν·
Σοφ. Σειρ. 2,1 Παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρετήσης τον Κυριον, ετοίμασε τον εαυτόν σου δια διαφόρους δοκιμασίας.
 
Σοφ. Σειρ. 2,2 εὔθυνον τὴν καρδίαν σου καὶ καρτέρησον καὶ μὴ σπεύσῃς ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς·
Σοφ. Σειρ. 2,2 Να έχης ευθείαν και ειλικρινή την καρδίαν σου. Οπλισε τον εαυτόν σου με υπομονήν και θάρρος και να μη παρασυρθής μακράν από τον Κυριον εις περίοδον δυσκολιών.
 
Σοφ. Σειρ. 2,3 κολλήθητι αὐτῷ καὶ μὴ ἀποστῇς, ἵνα αὐξηθῇς ἐπ᾿ ἐσχάτων σου.
Σοφ. Σειρ. 2,3 Μένε προσκολλημένος στον Θεόν, μη απομακρυνθής από αυτόν, δια να δοξασθής και μεγαλυνθής κατόπιν.
 
Σοφ. Σειρ. 2,4 πᾶν ὃ ἐὰν ἐπαχθῇ σοι, δέξαι καὶ ἐν ἀλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον·
Σοφ. Σειρ. 2,4 Καθε πειρασμόν και δύσκολον περίστασιν, που θα εκσπάση επάνω σου, δέξου τα με υπομονήν. Εις δε τας μεταπτώσεις και εναλλαγάς των θλίψεών σου δείξε μακροθυμίαν·
 
Σοφ. Σειρ. 2,5 ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως.
Σοφ. Σειρ. 2,5 διότι, όπως με την φωτιάν καθαρίζεται και γίνεται λαμπρότερος ο χρυσός, έτσι και οι άνθρωποι γίνονται δεκτοί ενώπιον του Κυρίου δια μέσου της καμίνου των θλίψεων.
 
Σοφ. Σειρ. 2,6 πίστευσον αὐτῷ, καὶ ἀντιλήψεταί σου· εὔθυνον τὰς ὁδούς σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 2,6 Εμπιστεύσου τον εαυτόν σου στον Κυριον και αυτός θα σε προστατεύση. Φρόντισε να είναι ειλικρινείς και ευθείαι αι οδοί και οι τρόποι της ζωής σου και στήριξε εις Εκείνον τας ελπίδας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 2,7 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἀναμείνατε τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ μὴ ἐκκλίνητε, ἵνα μὴ πέσητε.
Σοφ. Σειρ. 2,7 Οσοι φοβείσθε τον Κυριον, αναμείνατε την εκβασιν, που Εκείνος θα δώση, και μη παρεκκλίνετε από τον δρόμον του Κυρίου, δια να μη πέσετε και συντριβήτε.
 
Σοφ. Σειρ. 2,8 οἱ φοβούμενοι Κύριον πιστεύσατε αὐτῷ, καὶ οὐ μὴ πταίσῃ ὁ μισθὸς ὑμῶν.
Σοφ. Σειρ. 2,8 Ολοι όσοι φοβούνται τον Κυριον ας εμπιστευθούν τον εαυτόν των εις Εκείνον και η αμοιβή της υπομονής των δεν θα χαθή.
 
Σοφ. Σειρ. 2,9 οἱ φοβούμενοι Κύριον ἐλπίσατε εἰς ἀγαθὰ καὶ εἰς εὐφροσύνην αἰῶνος καὶ ἐλέους.
Σοφ. Σειρ. 2,9 Σεις, που φοβείσθε τον Κυριον, να έχετε την ελπίδα, ότι θα απολαύσετε το έλεός του, τα αγαθά και την αιωνίαν χαράν.
 
Σοφ. Σειρ. 2,10 ἐμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεὰς καὶ ἴδετε· τίς ἐνεπίστευσε Κυρίῳ καὶ κατῃσχύνθη; ἢ τίς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ αὐτοῦ καὶ ἐγκατελείφθη; ἢ τίς ἐπεκαλέσατο αὐτόν, καὶ ὑπερεῖδεν αὐτόν;
Σοφ. Σειρ. 2,10 Παρατηρήσατε εις τας αρχαίας γενεάς των ανθρώπων και ιδέτε, ποιός από εκείνους, που ενεπιστεύθησαν τον εαυτόν των στον Κυριον, εντροπιάστηκε; Η ποιός έμεινεν ακλόνητος στον σεβασμόν προς αυτόν και εγκατελείφθη από Εκείνον; Η ποιός παρεκάλεσε τον Κυριον και ο Κυριος του έδειξεν αδιαφορίαν και εγκατάλειψιν;
 
Σοφ. Σειρ. 2,11 διότι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ ἀφίησιν ἁμαρτίας καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως.
Σοφ. Σειρ. 2,11 Διότι ο Κυριος είναι οικτίρμων και ελεήμων, συγχωρεί τας αμαρτίας και σώζει τους ανθρώπους εις περίοδον θλίψεων και πειρασμών.
 
Σοφ. Σειρ. 2,12 οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς καὶ χερσὶ παρειμέναις καὶ ἁμαρτωλῷ ἐπιβαίνοντι ἐπὶ δύο τρίβους.
Σοφ. Σειρ. 2,12 Αλλοίμονον εις τας δειλάς καρδίας, εις τα παραλελυμένα χέρια και στον αμαρτωλόν, ο οποίος προσπαθεί να βαδίζη δύο δρόμους, ένα του Θεού και ένα του πονηρού.
 
Σοφ. Σειρ. 2,13 οὐαὶ καρδίᾳ παρειμένῃ, ὅτι οὐ πιστεύει· διὰ τοῦτο οὐ σκεπασθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 2,13 Αλλοίμονον εις την άτονον και παραλελυμένην καρδίαν, διότι δεν πιστεύει στον Θεόν. Εξ αιτίας δε της απιστίας της δεν θα τεθή υπό την σκέπην και προστασίαν του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 2,14 οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ἀπολωλεκόσι τὴν ὑπομονήν· καὶ τί ποιήσετε ὅταν ἐπισκέπτηται ὁ Κύριος;
Σοφ. Σειρ. 2,14 Αλλοίμονον εις σας, που έχετε χάσει την υπομονήν! Τι θα κάμετε, όταν σας επισκεφθή ο Κυριος με δοκιμασίας και θλίψεις;
 
Σοφ. Σειρ. 2,15 οἱ φοβούμενοι Κύριον οὐκ ἀπειθήσουσι ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀγαπῶντες αὐτὸν συντηρήσουσι τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 2,15 Εκείνοι, που σέβονται τον Κυριον, δεν θα δείξουν ανυπακοήν στους λόγους του. Οι δε αγαπώντες αυτόν θα τηρήσουν πιστώς τας εντολάς του.
 
Σοφ. Σειρ. 2,16 οἱ φοβούμενοι κύριον ζητήσουσιν εὐδοκίαν αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀγαπῶντες αὐτὸν ἐμπλησθήσονται τοῦ νόμου.
Σοφ. Σειρ. 2,16 Οσοι φοβούνται τον Κυριον θα ζητήσουν και θα εύρουν την καλωσύνην και τας δωρεάς του. Εκείνοι δέ, που τον αγαπούν, θα χορτάσουν με το παραπάνω από την μελέτην και εφαρμογήν του Νομου του.
 
Σοφ. Σειρ. 2,17 οἱ φοβούμενοι Κύριον ἑτοιμάσουσι καρδίας αὐτῶν καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ταπεινώσουσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 2,17 Οι φοβούμενοι τον Κυριον ας έχουν ετοίμους τας καρδίας των να υποστούν πειρασμούς. Και ενώπιον του Κυρίου ας υποτάξουν και ταπεινώσουν τους εαυτούς των λέγοντες·
 
Σοφ. Σειρ. 2,18 ἐμπεσούμεθα εἰς χεῖρας Κυρίου καὶ οὐκ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων· ὡς γὰρ ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 2,18 “Θα παραδοθώμεν εις τα χέρια του Κυρίου μάλλον και οχι εις τα χέρια των ανθρώπων. Διότι όσον μεγάλη και απροσμέτρητος είναι η μεγαλοπρέπειά του, έτσι μέγα και απροσμέτρητον είναι το έλεός του”.
 
Σοφ. Σειρ. 3,1 Ἐμοῦ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε, τέκνα, καὶ οὕτως ποιήσατε, ἵνα σωθῆτε·
Σοφ. Σειρ. 3,1 Παιδιά μου, ακούσατε εμέ τον πατέρα σας και πράξατε εκείνο, το οποίον εγώ σας λέγω, δια να εύρετε σωτηρίαν και χαράν.
 
Σοφ. Σειρ. 3,2 ὁ γὰρ Κύριος ἐδόξασε πατέρα ἐπὶ τέκνοις καὶ κρίσιν μητρὸς ἐστερέωσεν ἐφ᾿ υἱοῖς.
Σοφ. Σειρ. 3,2 Διότι ο Κυριος εδόξασε και κατέστησε σεβαστόν τον πατέρα εις τα τέκνα του, εστερέωσε δε και ενίσχυσε το κύρος και τα δικαιώματα της μητρός απέναντι των παιδιών της.
 
Σοφ. Σειρ. 3,3 ὁ τιμῶν πατέρα ἐξιλάσεται ἁμαρτίας,
Σοφ. Σειρ. 3,3 Εκείνος που τιμά τον πατέρα του υπακούων έτσι στον Θεόν εξιλεώνει τας αμαρτίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,4 καὶ ὡς ὁ ἀποθησαυρίζων, ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 3,4 Εκείνος δέ που τιμά και σέβεται την μητέρα του, ομοιάζει με ο άνθρωπον, ο οποίος αποταμιεύει θησαυρούς.
 
Σοφ. Σειρ. 3,5 ὁ τιμῶν πατέρα εὐφρανθήσεται ὑπὸ τέκνων, καὶ ἐν ἡμέρᾳ προσευχῆς αὐτοῦ εἰσακουσθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 3,5 Εκείνος που τιμά και σέβεται τον πατέρα του, θα ευφρανθή και ο ίδιος εκ μέρους των τέκνων του. Και εις ημέραν, κατά την οποίαν θα προσευχηθή, θα γίνη ακουστή η προσευχή του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,6 ὁ δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, καὶ ὁ εἰσακούων Κυρίου ἀναπαύσει μητέρα αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 3,6 Αυτός, που τιμά και σέβεται τον πατέρα, θα μακροημερεύση επί της γης. Και εκείνος, ο οποίος υπακούει στον Κυριον, θα επαναπαύη και θα ευφραίνη την μητέρα του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,7 καὶ ὡς δεσπόταις δουλεύσει ἐν τοῖς γεννήσασιν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 3,7 Ο στοργικός υιός θα υπηρετή τους γονείς του, ως εάν αυτοί είναι οι κύριοι και αυθένται του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,8 ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ τίμα τὸν πατέρα σου, ἵνα ἐπέλθῃ σοι εὐλογία παρ᾿ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 3,8 Με τα έργα και με τα λόγια σου να τιμάς τον πατέρα σου, δια να έλθη εις σε η ευλογία του,
 
Σοφ. Σειρ. 3,9 εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δὲ μητρὸς ἐκριζοῖ θεμέλια.
Σοφ. Σειρ. 3,9 Διότι η ευλογία του πατρός στηρίζει τους οίκους των παιδιών του. Εξ αντιθέτου δε η κατάρα της μητρός καταστρέφει τα σπίτια των υιών εκ θεμελίων.
 
Σοφ. Σειρ. 3,10 μὴ δοξάζου ἐν ἀτιμίᾳ πατρός σου, οὐ γάρ ἐστί σοι δόξα πατρὸς ἀτιμία·
Σοφ. Σειρ. 3,10 Μη επιδιώκης να δοξασθής με την δυσφήμησιν του πατρός σου. Διότι δεν είναι δυνατόν η ανυποληψία του πατρός σου να είναι ιδική σου δόξα.
 
Σοφ. Σειρ. 3,11 ἡ γὰρ δόξα ἀνθρώπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνειδος τέκνοις μήτηρ ἐν ἀδοξίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 3,11 Διότι η δόξα του παιδιού πηγάζει από την υπόληψιν και το καλόν όνομα του πατρός. Εξ αντιθέτου είναι καταισχύνη δια τα τέκνα η ανυποληψία της μητρός των.
 
Σοφ. Σειρ. 3,12 τέκνον, ἀντιλαβοῦ ἐν γήρᾳ πατρός σου, καὶ μὴ λυπήσῃς αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 3,12 Παιδί μου, γίνε στήριγμα του πατρός σου εις τα γεράματά του και μη τον λυπήσης καθόλου κατά το διάστημα της ζωής του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,13 κἂν ἀπολείπῃ σύνεσιν, συγγνώμην ἔχε καὶ μὴ ἀτιμάσῃς αὐτὸν ἐν πάσῃ ἰσχύϊ σου.
Σοφ. Σειρ. 3,13 Και εάν ακόμη η διάνοιά του και η φρόνησις εξασθενήσουν, συ να είσαι μεγαλόκαρδος και επιεικής απέναντί του. Μη τον εξευτελίσης και μη τον δυσφήμησης, όταν συ θα ευρίσκεσαι εις την ακμήν των δυνάμεών σου.
 
Σοφ. Σειρ. 3,14 ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται, καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι.
Σοφ. Σειρ. 3,14 Η σπλαγχνική σου συμπεριφορά πους τον πατέρα σου δεν θα λησμονηθή από τον Θεόν. Και αντί να σε τιμωρήση ο Θεός δια τας άλλας αμαρτίας σου, θα αποκαταστήση ευτυχισμένον και σταθερόν τον οίκον σου.
 
Σοφ. Σειρ. 3,15 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπὶ παγετῷ, οὕτως ἀναλυθήσονταί σου αἱ ἁμαρτίαι.
Σοφ. Σειρ. 3,15 Εις περίοδον δοκιμασιών και πειρασμών ο Κυριος θα σε ενθυμηθή. Και όπως ο ηλιόλουστος καιρός διαλύει τον πάγον, κατά παρόμοιον τρόπον θα διαλυθούν και θα εξαφανισθούν αι αμαρτίαι σου.
 
Σοφ. Σειρ. 3,16 ὡς βλάσφημος ὁ ἐγκαταλιπὼν πατέρα, καὶ κεκατηραμένος ὑπὸ Κυρίου ὁ παροργίζων μητέρα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 3,16 Το παιδί, που εγκαταλείπει αβοήθητον τον πατέρα του, είναι όμοιον με τον άνθρωπον εκείνον, που βλασφημεί τον Θεόν. Κατηραμένος δε είναι από τον Κυριον εκείνος, ο οποίος με την απρεπή συμπεριφοράν του εξοργίζει την μητέρα του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,17 τέκνον, ἐν πραΰτητι τὰ ἔργα σου διέξαγε, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπου δεκτοῦ ἀγαπηθήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 3,17 Τέκνον μου, πράττε πάντοτε τα έργα σου με πραότητα και ετσι θα εκτιμηθής και θα αγαπηθής από κάθε καλόν άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 3,18 ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὑρήσεις χάριν·
Σοφ. Σειρ. 3,18 Οσον μέγας και ένδοξος είσαι, τόσον περισσότερον να ταπεινώνης τον εαυτόν σου και έτσι θα εύρης χάριν ενώπιον του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 3,20 ὅτι μεγάλη ἡ δυναστεία τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὸ τῶν ταπεινῶν δοξάζεται.
Σοφ. Σειρ. 3,20 Διότι μεγάλη είναι η εξουσία και η μεγαλοπρέπεια του Κυρίου, και δοξάζεται πάντοτε από τους ταπεινούς ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 3,21 χαλεπώτερά σου μὴ ζήτει καὶ ἰσχυρότερά σου μὴ ἐξέταζε·
Σοφ. Σειρ. 3,21 Μη επιζητής δυσκατόρθωτα πράγματα, και ανώτερα από τας δυνάμεις σου μη τα εξετάζης καθόλου.
 
Σοφ. Σειρ. 3,22 ἃ προσετάγη σοι, ταῦτα διανοοῦ, οὐ γάρ ἐστί σοι χρεία τῶν κρυπτῶν.
Σοφ. Σειρ. 3,22 Εκείνα, δια τα οποία έχεις λάβει εντολήν και δύνασαι να τα εκτέλέσης, αυτά να σκέπτεσαι πάντοτε. Διότι δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να ερευνάς τας κρυπτάς βουλάς του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 3,23 ἐν τοῖς περισσοῖς τῶν ἔργων σου μὴ περιεργάζου· πλείονα γὰρ συνέσεως ἀνθρώπων ὑπεδείχθη σοι·
Σοφ. Σειρ. 3,23 Μη περιεργάζεσαι υπέρτερα έργα από εκείνα, που σου έχουν ανατεθή· διότι τα όσα έχεις διδαχθή και γνωρίζεις, υπερβαίνουν την διάνοιαν των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 3,24 πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησεν ἡ ὑπόληψις αὐτῶν, καὶ ὑπόνοια πονηρὰ ὠλίσθησε διανοίας αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 3,24 Πολλοί άνθρωποι έχουν παραπλανηθή από την έπαρσίν των και ένοχος διάθεσις παρέσυρε τας διανοίας των εις ολισθήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 3,25 [κόρας μὴ ἔχων ἀπορήσεις φωτός, γνώσεως δὲ ἄμοιρος ὢν μὴ ἐπαγγέλλου].
Σοφ. Σειρ. 3,25 Εάν δεν έχης υγιείς τας κόρας των οφθαλμών σου, θα χάσης μόνον το φως. Εάν όμως μείνης άγευστος της υγιούς γνώσεως και σοφίας, μη επιχειρής τίποτε, διότι τα πάντα είναι χαμένα δια σέ.
 
Σοφ. Σειρ. 3,26 καρδία σκληρὰ κακωθήσεται ἐπ᾿ ἐσχάτων, καὶ ὁ ἀγαπῶν κίνδυνον ἐν αὐτῷ ἐμπεσεῖται.
Σοφ. Σειρ. 3,26 Ο σκληρός και θρασύς κατά την καρδίαν, στο τέλος, θα καταστροφή. Εκείνος δε ο οποίος αγαπά να εκτίθεται εις παράτολμους κινδύνους, θα περιπέση εις κινδύνους και δεν θα ημπορέση να γλυτώση.
 
Σοφ. Σειρ. 3,27 καρδία σκληρὰ βαρυνθήσεται πόνοις, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς προσθήσει ἁμαρτίαν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις.
Σοφ. Σειρ. 3,27 Ανθρωπος εσκληρυμμένος και εγωπαθής θα καταβαρυνθή με πολλάς ταλαιπωρίας. Και ο αμαρτωλός αυτός θα προσθέτη συνεχώς την μίαν αμαρτίαν επάνω εις τας άλλας αμαρτίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,28 ἐπαγωγὴ ὑπερηφάνου οὐκ ἔστιν ἴασις, φυτὸν γὰρ πονηρίας ἐῤῥίζωκεν ἐν αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 3,28 Η θλίψις και η ταλαιπωρία του υπερηφάνου είναι αθεράπευτος· διότι ένα φυτόν κακότητος έχει ριζώσει μέσα του.
 
Σοφ. Σειρ. 3,29 καρδία συνετοῦ διανοηθήσεται παραβολήν, καὶ οὖς ἀκροατοῦ ἐπιθυμία σοφοῦ.
Σοφ. Σειρ. 3,29 Εξ αντιθέτου η καρδία του συνετού θα σκέπτεται πάντοτε σοφά γνωμικά. Και ενας άνθρωπος σοφός επιθυμεί να έχη πάντοτε προσεκτικόν το αυτί του εις αυτά, που ακούει.
 
Σοφ. Σειρ. 3,30 πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ, καὶ ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 3,30 Το νερό σβήνει τας φλόγας του πυρός. Ετσι και η ελεημοσύνη εξιλεώνει τας αμαρτίας.
 
Σοφ. Σειρ. 3,31 ὁ ἀνταποδιδοὺς χάριτας μέμνηται εἰς τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ ἐν καιρῷ πτώσεως εὑρήσει στήριγμα.
Σοφ. Σειρ. 3,31 Εκείνος ο οποίος ανταποδίδει ευγνωμοσύνην και χάριν δια τας ευεργεσίας, που έλαβε, θα μνημονεύεται και στο μέλλον. Εις δε καιρόν δυστυχίας και θλίψεως θα εύρη βοήθειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,1 Τέκνον, τὴν ζωὴν τοῦ πτωχοῦ μὴ ἀποστερήσῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς ὀφθαλμοὺς ἐπιδεεῖς.
Σοφ. Σειρ. 4,1 Παιδί μου, μη στερήσης τον πτωχόν από όσα του χρειάζονται δια την ζωήν του και μη αναβάλης την βοήθειάν σου εις μάτια, τα οποία σε κυττάζουν ικετευτικώς.
 
Σοφ. Σειρ. 4,2 ψυχὴν πεινῶσαν μὴ λυπήσῃς καὶ μὴ παροργίσῃς ἄνδρα ἐν ἀπορίᾳ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 4,2 Ανθρωπον, που πεινά, μη τον λυπήσης. Μη εξοργίζης άνθρωπον, ο οποίος ευρίσκεται εις ανάγκην.
 
Σοφ. Σειρ. 4,3 καρδίαν παρωργισμένην μὴ προσταράξῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς δόσιν προσδεομένου.
Σοφ. Σειρ. 4,3 Μη ταράξης περισσότερον καρδίαν, την οποίαν έχει αναστατώσει η οργή, και μη αναβάλης την βοήθειάν σου εις άνθρωπον, που έχει την ανάγκην σου.
 
Σοφ. Σειρ. 4,4 ἱκέτην θλιβόμενον μὴ ἀπαναίνου καὶ μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ πτωχοῦ.
Σοφ. Σειρ. 4,4 Μη απωθής άνθρωπον, που θλίβεται και ο οποίος σε παρακαλεί. Και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχόν άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 4,5 ἀπὸ δεομένου μὴ ἀποστρέψῃς ὀφθαλμὸν καὶ μὴ δῷς τόπον ἀνθρώπῳ καταράσασθαί σε·
Σοφ. Σειρ. 4,5 Μη απρστρέψης τα μάτια σου από άνθρωπον, που ευρίσκεται εις ανάγκην, και μη δίδης εις κανένα αφορμήν, να σε καταρασθή·
 
Σοφ. Σειρ. 4,6 καταρωμένου γάρ σε ἐν πικρίᾳ ψυχῆς αὐτοῦ, τῆς δεήσεως αὐτοῦ ἐπακούσεται ὁ ποιήσας αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 4,6 διότι, όταν αυτός υπό το κράτος της ψυχικής του στενοχωρίας σε καταρασθή, ο Κυριος, ο οποίος τον έπλασε, θα ακούση την δέησίν του.
 
Σοφ. Σειρ. 4,7 προσφιλῇ συναγωγῇ σεαυτὸν ποίει καὶ μεγιστᾶνι ταπείνου τὴν κεφαλήν σου.
Σοφ. Σειρ. 4,7 Καμε τον εαυτόν σου αγαπητόν εις την κοινωνίαν των ανθρώπων. Και σκύψε ταπεινοφρόνως το κεφάλι σου εμπρός στους άρχοντας.
 
Σοφ. Σειρ. 4,8 κλῖνον πτωχῷ τὸ οὖς σου καὶ ἀποκρίθητι αὐτῷ εἰρηνικὰ ἐν πραΰτητι.
Σοφ. Σειρ. 4,8 Σκύψε και άκουσε τον πτωχόν και να αποκριθής προς αυτόν με ειρήνην και πραότητα.
 
Σοφ. Σειρ. 4,9 ἐξελοῦ ἀδικούμενον ἐκ χειρὸς ἀδικοῦντος καὶ μὴ ὀλιγοψυχήσῃς ἐν τῷ κρίνειν σε.
Σοφ. Σειρ. 4,9 Βγάλε από τα χέρια αδικούντος τον αδικούμενον και μη δειλιάσης, όταν αίσαι δικαστής, να αποδώσης το δίκαιον.
 
Σοφ. Σειρ. 4,10 γίνου ὀρφανοῖς ὡς πατὴρ καὶ ἀντὶ ἀνδρὸς τῇ μητρὶ αὐτῶν· καὶ ἔσῃ ὡς υἱὸς Ὑψίστου, καὶ ἀγαπήσει σε μᾶλλον ἢ μήτηρ σου.
Σοφ. Σειρ. 4,10 Γινε ωσάν πατέρας εις τα ορφανά και ωσάν σύζυγος εις την χήραν μητέρα των. Ετσι δε θα γίνης και θα είσαι υιός του Υψίστου, ο οποίος θα σε αγαπήση πολύ περισσότερον, από όσον σε ηγάπησεν η μητέρα σου.
 
Σοφ. Σειρ. 4,11 Ἡ σοφία υἱοὺς αὐτῆς ἀνύψωσε καὶ ἐπιλαμβάνεται τῶν ζητούντων αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 4,11 Η σοφία αναδεικνύει και δοξάζει τα παιδιά της και φροντίζει δι' εκείνους, οι οποίοι ζητούν να την αποκτήσουν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,12 ὁ ἀγαπῶν αὐτὴν ἀγαπᾷ ζωήν, καὶ οἱ ὀρθρίζοντες πρὸς αὐτὴν ἐμπλησθήσονται εὐφροσύνης.
Σοφ. Σειρ. 4,12 Εκείνος που αγαπά την σοφίαν, αγαπά εις την πραγματικότητα την ειρηνικήν ζωήν του. Και όσοι εξυπνούν πρωϊ πρωϊ προς χάριν αυτής, θα γεμίσουν από χαράν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,13 ὁ κρατῶν αὐτῆς κληρονομήσει δόξαν, καὶ οὗ εἰσπορεύεται, εὐλογήσει Κύριος.
Σοφ. Σειρ. 4,13 Εκείνος που κατέχει την σοφίαν και ζη σύμφωνα με τας εντολάς της, θα αποκτήση δόξαν. Ο δε Κυριος θα ευλογή πάντοτε την οικίαν, εις την οποίαν αυτή θα εισέρχεται.
 
Σοφ. Σειρ. 4,14 οἱ λατρεύοντες αὐτῇ λειτουργήσουσιν ἁγίῳ, καὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὴν ἀγαπᾷ ὁ Κύριος.
Σοφ. Σειρ. 4,14 Οσοι υπηρετούν την σοφίαν, προσφέρουν λατρείαν στον άγιον Θεόν. Εκείνοι δε οι οποίοι την αγαπούν, θα αγαπηθούν από τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 4,15 ὁ ὑπακούων αὐτῆς κρινεῖ ἔθνη, καὶ ὁ προσέχων αὐτῇ κατασκηνώσει πεποιθώς.
Σοφ. Σειρ. 4,15 Εκείνος που υπακούει εις τας εντολάς της σοφίας, θα αναδειχθή άρχων λαών. Και όποιος προσέχει εις αυτήν, θα κατοική εις την οικίαν του ασφαλής.
 
Σοφ. Σειρ. 4,16 ἐὰν ἐμπιστεύσῃ, κατακληρονομήσει αὐτήν, καὶ ἐν κατασχέσει ἔσονται αἱ γενεαὶ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 4,16 Εάν εμπιστευθή κανείς τον εαυτόν του εις την σοφίαν, θα γίνη κληρονόμος και κάτοχός της και οι απόγονοί του θα είναι μέτοχοι εις αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,17 ὅτι διεστραμμένως πορεύεται μετ᾿ αὐτοῦ ἐν πρώτοις, φόβον δὲ καὶ δειλίαν ἐπάξει ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ βασανίσει αὐτὸν ἐν παιδείᾳ αὐτῆς, ἕως οὗ ἐμπιστεύσῃ τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, καὶ πειράσῃ αὐτὸν ἐν τοῖς δικαιώμασιν αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 4,17 Η σοφία κατ' αρχάς βαδίζει μαζή με τον κάτοχον αυτής δια μέσου πολλών δυσκολιών και δι' οδών στενωπών. Θα του φέρη κάποιον φοβον και δειλίαν και με την διαπαιδαγώγησίν της θα τον ταλαιπωρή, μέχρις ότου εμπνεύση εις την ψυχήν του την εμπιστοσύνην της. Και θα δοκιμάση αυτόν δια μέσου των εντολών της.
 
Σοφ. Σειρ. 4,18 καὶ πάλιν ἐπανήξει κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς αὐτὸν καὶ εὐφρανεῖ αὐτὸν καὶ ἀποκαλύψει αὐτῷ τὰ κρυπτὰ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 4,18 Θα επανέλθη όμως κατόπιν προς αυτόν κατ' ευθείαν και χωρίς περιστροφάά· θα του χαρίση ευφροσύνην και θα αποκαλύψη εις αυτόν τα μυστικά της.
 
Σοφ. Σειρ. 4,19 ἐὰν ἀποπλανηθῇ, ἐγκαταλείψει αὐτὸν καὶ παραδώσει αὐτὸν εἰς χεῖρας πτώσεως αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 4,19 Εάν όμως ο άνθρωπος την εγκαταλείψη και εκουσίως παραπλανηθή, αυτή επίσης θα τον εγκαταλείψη και θα τον παραδώση αβοήθητον εις την καταστροφήν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,20 Συντήρησον καιρὸν καὶ φύλαξαι ἀπὸ πονηροῦ καὶ περὶ τῆς ψυχῆς σου μὴ αἰσχυνθῇς·
Σοφ. Σειρ. 4,20 Να προσέχης και να εκτιμάς τας εκάστοτε περιστάσεις· φύλαξε την ψυχήν σου από το πονηρόν και εις ζητήματα, τα οποία αφορούν την πρόοδον και σωτηρίαν της ψυχής σου, μη εντροπής κανένα.
 
Σοφ. Σειρ. 4,21 ἔστι γὰρ αἰσχύνη ἐπάγουσα ἁμαρτίαν, καὶ ἔστιν αἰσχύνη δόξα καὶ χάρις.
Σοφ. Σειρ. 4,21 Διότι υπάρχει εντροπή, η οποία οδηγεί εις την αμαρτίαν. Υπάρχει δε και εντροπή, η οποία είναι δόξα και χάρις.
 
Σοφ. Σειρ. 4,22 μὴ λάβῃς πρόσωπον κατὰ τῆς ψυχῆς σου καὶ μὴ ἐντραπῇς εἰς πτῶσίν σου.
Σοφ. Σειρ. 4,22 Μη, δια λόγους συστολής προς κάποιο πρόσωπον ξένον προς την αλήθειαν του Θεού, αμαρτήσης εναντίον της ψυχής σου και μη λόγω της κακώς νοουμένης εντροπής προς άνθρωπον, πέσης εις κάποιο παράπτωμα.
 
Σοφ. Σειρ. 4,23 μὴ κωλύσῃς λόγον ἐν καιρῷ σωτηρίας·
Σοφ. Σειρ. 4,23 Μη, δια λόγους πάλιν συστολής κρατής τον λόγον του Θεού εις περίστασιν, κατά την οποίαν αυτός λεγόμενος θα φέρη σωτηρίαν, εις όσους τον ακούσουν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,24 ἐν γὰρ λόγῳ γνωσθήσεται σοφία καὶ παιδεία ἐν ῥήματι γλώσσης.
Σοφ. Σειρ. 4,24 Διότι με τον λόγον τον συνετόν γίνεται γνωστή η σοφία. Και με γλώσσαν, η οποία ομιλεί λόγους Θεού, προσφέρεται η μόρφωσις.
 
Σοφ. Σειρ. 4,25 μὴ ἀντίλεγε τῇ ἀληθείᾳ καὶ περὶ τῆς ἀπαιδευσίας σου ἐντράπηθι.
Σοφ. Σειρ. 4,25 Μη, δια λόγους προσωπικής προκαταλήψεως αντιλέγης προς την αλήθειαν· δια την άγνοιάν σου και την έλλειψιν μορφώσεως πρέπει να εντρέπεσαι.
 
Σοφ. Σειρ. 4,26 μὴ αἰσχυνθῇς ὁμολογῆσαι ἐφ᾿ ἁμαρτίαις σου καὶ μὴ βιάζου ῥοῦν ποταμοῦ.
Σοφ. Σειρ. 4,26 Μη εντραπής να υμολογήσης τα σφάλματά σου και μη αντιτίθεσαι εις την φυσικήν ροήν των πραγμάτων.
 
Σοφ. Σειρ. 4,27 καὶ μὴ ὑποστρώσῃς σεαυτὸν ἀνθρώπῳ μωρῷ καὶ μὴ λάβῃς πρόσωπον δυνάστου.
Σοφ. Σειρ. 4,27 Μη, δια λόγους εντροπής, υποταχθής και πέσης πρηνής εις άνθρωπον άμυαλον και ασεβή και μη επηρεασθής ποτέ από πρόσωπα, που κατέχουν αξιώματα, ώστε να παρεκκλίνης από την αλήθειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 4,28 ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ.
Σοφ. Σειρ. 4,28 Μέχρι της τελευταίας σου αναπνοής να αγωνίζεσαι δια την αλήθειαν και ο Κυριος θα πολεμήση μετά σου και υπέρ σου.
 
Σοφ. Σειρ. 4,29 μὴ γίνου ταχὺς ἐν γλώσσῃ σου καὶ νωθρὸς καὶ παρειμένος ἐν τοῖς ἔργοις σου.
Σοφ. Σειρ. 4,29 Μη γίνεσαι ταχύς εις λόγους, εις υποσχέσεις και σχέδια ωραία, αμελής δε και αργοκίνητος εις έργα καλά.
 
Σοφ. Σειρ. 4,30 μὴ ἴσθι ὡς λέων ἐν τῷ οἴκῳ σου καὶ φαντασιοκοπῶν ἐν τοῖς οἰκέταις σου.
Σοφ. Σειρ. 4,30 Μη γίνεσαι σαν ληοντάρι μέσα στο σπίτι σου, φαντασιοκοπών και καυχώμενος ανάμεσα στους υπηρέτας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 4,31 μὴ ἔστω ἡ χείρ σου ἐκτεταμένη εἰς τὸ λαβεῖν καὶ ἐν τῷ ἀποδιδόναι συνεσταλμένη.
Σοφ. Σειρ. 4,31 Ας μη είναι το χέρι σου απλωμένο, δια να λαμβάνη, σφικτό δε και απρόθυμον στο να δίδη.
 
Σοφ. Σειρ. 5,1 Μὴ ἔπεχε ἐπὶ τοῖς χρήμασί σου καὶ μὴ εἴπῃς· αὐτάρκη μοί ἐστι.
Σοφ. Σειρ. 5,1 Μη στηρίζεσαι εις τα χρήματά σου και μη είπης καυχώμενος· “έχω αρκετά χρήματα”.
 
Σοφ. Σειρ. 5,2 μὴ ἐξακολούθει τῇ ψυχῇ σου καὶ τῇ ἰσχύϊ σου τοῦ πορεύεσθαι ἐν ἐπιθυμίαις καρδίας σου,
Σοφ. Σειρ. 5,2 Μη ακολουθής τους αμαρτωλούς πόθους της ψυχής σου και μη στηρίζεσαι, εις την δύναμίν σου, ώστε να πορεύεσαι σύμφωνα προς τας κακάς επιθυμίας της καρδίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 5,3 καὶ μὴ εἴπῃς· τίς με δυναστεύσει; ὁ γὰρ Κύριος ἐκδικῶν ἐκδικήσει σε.
Σοφ. Σειρ. 5,3 Μη είπης· “ποίος έχει εξουσίαν και κυριότητα επάνω μου;» Διότι Ο Κυριος αυστηρώς θα σε τιμωρήση.
 
Σοφ. Σειρ. 5,4 μὴ εἴπῃς, ἥμαρτον, καὶ τί μοι ἐγένετο; ὁ γὰρ Κύριός ἐστι μακρόθυμος.
Σοφ. Σειρ. 5,4 Μη είπης· “ημάρτησα και λοιπόν τι κακόν μο συνέβη προς τιμωρίαν μου;” Δεν ετιμωρήθης διότι ο Κυριος είναι μακρόθυμος.
 
Σοφ. Σειρ. 5,5 περὶ ἐξιλασμοῦ μὴ ἄφοβος γίνου, προσθεῖναι ἁμαρτίαν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις·
Σοφ. Σειρ. 5,5 Μη στηρίζεσαι εις την συγχώρησιν, που δίδει ο Θεός, και μη γίνεσαι άφοβος απέναντι της αμαρτίας και έτσι προσθετής αμαρτίας επάνω εις αμαρτίας.
 
Σοφ. Σειρ. 5,6 καὶ μὴ εἴπῃς· ὁ οἰκτιρμὸς αὐτοῦ πολύς, τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου ἐξιλάσεται· ἔλεος γὰρ καὶ ὀργὴ παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ ἁμαρτωλοὺς καταπαύσει ὁ θυμὸς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 5,6 Μη είπης· “μέγα και πολύ είναι το έλεος του Θεού και οσονδήποτε πλήθος αμαρτιών και αν έχω διαπράξει, θα με συγχωρήση ο Κυριος”. Μη λησμονής όμως, ότι παρά τω Θεώ υπάρχει βεβαίως το έλεος άλλα και η οργή. Εναντίον δε εκείνων, οι οποίοι αφόβως αμαρτάνουν, θα επιπέση η οργή του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 5,7 μὴ ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον καὶ μὴ ὑπερβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας· ἐξάπινα γὰρ ἐξελεύσεται ὀργὴ Κυρίου, καὶ ἐν καιρῷ ἐκδικήσεως ἐξολῇ.
Σοφ. Σειρ. 5,7 Μη βραδύνης αναμένων κατάλληλον τάχα καιρόν, δια να επιστρέψης προς τον Κυριον, και μη αναβάλλης την μετάνοιαν και διόρθωσίν σου από την μίαν ημέραν εις την άλλην. Διότι αιφνιδίως θα επέλθη εναντίον σου η οργή του Κυρίου και κατά τον καιρόν της δικαίας παρά του Θεού τιμωρίας θα καταστραφής.
 
Σοφ. Σειρ. 5,8 μὴ ἔπεχε ἐπὶ χρήμασιν ἀδίκοις· οὐδὲν γὰρ ὠφελήσει σε ἐν ἡμέρᾳ ἐπαγωγῆς.
Σοφ. Σειρ. 5,8 Μη στηρίζεσαι εις χρήματα άδικα· διότι αυτά τίποτε δεν θα σε ωφελήσουν κατά την ημέραν των συμφορών και της οργής του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 5,9 μὴ λίκμα ἐν παντὶ ἀνέμῳ καὶ μὴ πορεύου ἐν πάσῃ ἀτραπῷ· οὕτως ὁ ἁμαρτωλὸς ὁ δίγλωσσος.
Σοφ. Σειρ. 5,9 Μη λιχνίζης το σιτάρι σου με κάθε άνεμον και μη βαδίζης εις κάθε δρόμον, που παρουσιάζεται εμπρός σου. Ετσι πράττει ο διπρόσωπος και ανθρωπάρεσκος αμαρτωλός.
 
Σοφ. Σειρ. 5,10 ἴσθι ἐστηριγμένος ἐν συνέσει σου, καὶ εἷς ἔστω σου ὁ λόγος.
Σοφ. Σειρ. 5,10 Να είσαι σταθερός εις τας συνετάς και όρθάς πεποιθήσεις και αποφάσεις σου και ο λόγος σου να είναι ένας.
 
Σοφ. Σειρ. 5,11 γίνου ταχὺς ἐν ἀκροάσει σου καὶ ἐν μακροθυμίᾳ φθέγγου ἀπόκρισιν.
Σοφ. Σειρ. 5,11 Να είσαι ταχύς στο να ακούης, βραδύς δε στο να δίδης απαντήσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 5,12 εἰ ἔστι σοι σύνεσις, ἀποκρίθητι τῷ πλησίον· εἰ δὲ μή, ἡ χείρ σου ἔστω ἐπὶ στόματί σου.
Σοφ. Σειρ. 5,12 Εάν έχης συνετήν απάντησιν, αποκρίσου στον πλησίον σου· ει δε άλλως βάλε το χέρι στο στόμα σου, ώστε να μη ομιλήσης.
 
Σοφ. Σειρ. 5,13 δόξα καὶ ἀτιμία ἐν λαλιᾷ, καὶ γλῶσσα ἀνθρώπου πτῶσις αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 5,13 Δοξα και εξευτελισμός υπάρχουν εις την ομιλίαν, αναλόγως των όσων λέγει ο άνθρωπος. Η δε άκριτος και απρόσεκτος γλώσσα οδηγεί εις πτώσεις και δυσκολίας τον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 5,14 μὴ κληθῇς ψίθυρος, καὶ τῇ γλώσσῃ σου μὴ ἐνέδρευε· ἐπὶ γὰρ τῷ κλέπτῃ ἐστὶν αἰσχύνη, καὶ κατάγνωσις πονηρὰ ἐπὶ διγλώσσου.
Σοφ. Σειρ. 5,14 Μη φέρεσαι έτσι, ώστε να σε ονομάσουν κουτσομπόλην και ψιθυριστήν· με την γλώσσαν σου δε μη στήνης παγίδας εις βάρος των άλλων. Διότι, εάν δια τον κλέπτην επιφυλάσσεται καταισχύνη, δια τον διπλοπρόσωπον και καταλάλον επιφυλάσσεται αυστηρά καταδίκη.
 
Σοφ. Σειρ. 5,15 ἐν μεγάλῳ καὶ ἐν μικρῷ μὴ ἀγνόει.
Σοφ. Σειρ. 5,15 Και τα μεγάλα και τα μικρά εξέταζέ τα με πολλήν προσοχήν, ώστε να μη τα αγνοής.
 
Σοφ. Σειρ. 6,1 Καὶ ἀντὶ φίλου μὴ γίνου ἐχθρός· ὄνομα γὰρ πονηρὸν αἰσχύνην καὶ ὄνειδος κληρονομήσει· οὕτως ὁ ἁμαρτωλὸς ὁ δίγλωσσος.
Σοφ. Σειρ. 6,1 Αντί φίλου μη γίνεσαι, με την κακήν συμπεριφοράν ίσου εχθρός προς τον φίλον σου, διότι έτσι θα αποκτήσης κακήν φήμην, εντροπήν και όνειδος. Τέτοιος είναι ο διπρόσωπος αμαρτωλός.
 
Σοφ. Σειρ. 6,2 μὴ ἐπάρῃς σεαυτὸν ἐν βουλῇ ψυχῆς σου, ἵνα μὴ διαρπαγῇ ὡς ταῦρος ἡ ψυχή σου·
Σοφ. Σειρ. 6,2 Μη παρασυρθής και δοθής εις τας κακάς εκρήξεις της καρδίας σου, δια να μη αναστατωθή και καταστραφή ως από μαινόμενον ταύρον η ζωη σου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,3 τὰ φύλλα σου καταφάγεσαι καὶ τοὺς καρπούς σου ἀπολέσεις καὶ ἀφήσεις σεαυτὸν ὡς ξύλον ξηρόν.
Σοφ. Σειρ. 6,3 Εάν καταβροχθίζης και καταστρέφης τα φύλλα της ζωής σου, θα χάσης και τους καρπούς σου. Και εν τέλει θα κάμης και θα αφήσης τον εαυτόν σου ως ένα ξηρόν ξύλον.
 
Σοφ. Σειρ. 6,4 ψυχὴ πονηρὰ ἀπολεῖ τὸν κτησάμενον αὐτὴν καὶ ἐπίχαρμα ἐχθρῶν ποιήσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 6,4 Η πονηρά ψυχή καταστρέφει αυτόν, που την έχει, και θα τον κάμη περίγελων στους εχθρούς του.
 
Σοφ. Σειρ. 6,5 Λάρυγξ γλυκὺς πληθυνεῖ φίλους αὐτοῦ, καὶ γλῶσσα εὔλαλος πληθυνεῖ εὐπροσήγορα.
Σοφ. Σειρ. 6,5 Ο γλυκύς όμως λόγος θα πληθύνη τους φίλους του. Και γλώσσα, η οποία ομιλεί καλά, θα ελκύση πλήθος από ευγενείς και καλάς απαντήσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 6,6 οἱ εἰρηνεύοντές σοι ἔστωσαν πολλοί, οἱ δὲ σύμβουλοί σου εἷς ἀπὸ χιλίων.
Σοφ. Σειρ. 6,6 Οι άνθρωποι, με τους οποίους ευρίσκεσαι εις ειρηνικάς σχέσεις, ας είναι πολυάριθμοι. Οι σύμβουλοί σου όμως ας εκλέγωνται μετά προσοχής, ένας ανάμεσα εις χιλίους.
 
Σοφ. Σειρ. 6,7 εἰ κτᾶσαι φίλον, ἐν πειρασμῷ κτῆσαι αὐτόν, καὶ μὴ ταχὺ ἐμπιστεύσῃς αὐτῷ·
Σοφ. Σειρ. 6,7 Εάν θέλης να αποκτήσης φίλον, απόκτησέ τον κατόπιν δοκιμασίας και εξετάσεως, και πάντως μη εμπιστεύεσαι τον εαυτόν σου εις εκείνον αμέσως·
 
Σοφ. Σειρ. 6,8 ἔστι γὰρ φίλος ἐν καιρῷ αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ παραμείνῃ ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου.
Σοφ. Σειρ. 6,8 διότι υπάρχουν φίλοι προσωρινοί και πρόσκαιροι· αυτοί όμως δεν θα παραμείνουν κοντά σου ως φίλοι εις περίοδον της δυστυχίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,9 καὶ ἔστι φίλος μετατιθέμενος εἰς ἔχθραν καὶ μάχην ὀνειδισμοῦ σου ἀποκαλύψει.
Σοφ. Σειρ. 6,9 Υπάρχουν φίλοι, οι οποίοι μεταβάλλουν συντόμως εις έχθραν την φιλίαν, αποκαλύπτουν στους άλλους τα τρωτά του χαρακτήρος και της ζωής σου, ώστε να προκαλούν εναντίον σου μάχην και ονειδισμόν.
 
Σοφ. Σειρ. 6,10 καὶ ἔστι φίλος κοινωνὸς τραπεζῶν καὶ οὐ μὴ παραμείνῃ ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου.
Σοφ. Σειρ. 6,10 Υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι μένουν φίλοι, εφ' όσον τρώγουν εις την τράπεζάν σου. Δεν θα μείνουν όμως κοντά σου εις περίοδον ανάγκης και δοκιμασίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,11 καὶ ἐν τοῖς ἀγαθοῖς σου ἔσται ὡς σύ, καὶ ἐπὶ τοὺς οἰκέτας σου παῤῥησιάσεται·
Σοφ. Σειρ. 6,11 Οι ψευδείς και ανειλικρινείς αυτοί φίλοι θα χρησιμοποιούν τα αγαθά σου, ως εάν είναι ιδικά των. Και θα ομιλούν με εξουσίαν προς τους υπηρέτας σου, ως εάν αυτοί είναι οι κύριοί των.
 
Σοφ. Σειρ. 6,12 ἐὰν ταπεινωθῇς, ἔσται κατὰ σοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου κρυβήσεται.
Σοφ. Σειρ. 6,12 Οταν όμως εκπέσης και ευρεθής εις ανάγκην, θα στραφούν εναντίον σου και θα φύγουν από εμπρός σου και θα κρυφθούν.
 
Σοφ. Σειρ. 6,13 ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν σου διαχωρίσθητι καὶ ἀπὸ τῶν φίλων σου πρόσεχε.
Σοφ. Σειρ. 6,13 Να απομακρυνθής από τους εχθρούς σου· και από κάτι τέτοιους φίλους να προσέχης.
 
Σοφ. Σειρ. 6,14 φίλος πιστὸς σκέπη κραταιά, ὁ δὲ εὑρὼν αὐτὸν εὗρε θησαυρόν.
Σοφ. Σειρ. 6,14 Ο πιστός φίλος είναι ισχυρά προστασία. Εκείνος δέ που εύρεν ένα τέτοιον φίλον εύρε θησαυρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 6,15 φίλου πιστοῦ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα, καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς τῆς καλλονῆς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 6,15 Με τίποτε δεν ανταλλάσσεται ένας πιστός φίλος, και με κανένα τρόπον δεν ημπορεί κανείς να ζυγίση και εκτιμήση την αξίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 6,16 φίλος πιστὸς φάρμακον ζωῆς, καὶ οἱ φοβούμενοι Κύριον εὑρήσουσιν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 6,16 Ο πιστός φίλος είναι φάρμακον, που δίδει ζωήν. Οσοι δε φοβούνται τον Κυριον, θα εύρουν τέτοιον φίλον.
 
Σοφ. Σειρ. 6,17 ὁ φοβούμενος Κύριον εὐθύνει φιλίαν αὐτοῦ, ὅτι κατ᾿ αὐτὸν οὕτως καὶ ὁ πλησίον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 6,17 Εκείνος που ευλαβείται τον Κυριον, είναι ευθύς και ειλικρινής εις την φιλίαν του. Οπως είναι αυτός, έτσι θα είναι και ο φίλος, τον οποίον εξέλεξε.
 
Σοφ. Σειρ. 6,18 Τέκνον, ἐκ νεότητός σου ἐπίλεξαι παιδείαν, καὶ ἕως πολιῶν εὑρήσεις σοφίαν.
Σοφ. Σειρ. 6,18 Παιδί μου, από την νεαράν σου ηλικίαν διάλεξε και προτίμησε την υγιά μόρφωσιν. Ετσι δε θα εύρης και θα κατέχης την αληθινήν σοφίαν, έως ότου ασπρίσουν αι τρίχες της κεφαλής σου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,19 ὡς ὁ ἀροτριῶν καὶ ὁ σπείρων πρόσελθε αὐτῇ καὶ ἀνάμενε τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς αὐτῆς· ἐν γὰρ τῇ ἐργασίᾳ αὐτῆς ὀλίγον κοπιάσεις καὶ ταχὺ φάγεσαι γεννημάτων αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 6,19 Οπως εκείνος που οργώνει και σπείρει, κοπιάζει, ετσι και συ πρόσελθε προς την αληθή μόρφωσίν με την απόφασιν να κοπιάσης και περίμενε τους καλούς αυτής καρπούς. Διότι, όταν εργάζεσαι δια την απόκτησιν αυτής, θα κοπιάσης βέβαια ολίγον, πολύ σύντομα όμως θα γευθής τους καλούς καρπούς της.
 
Σοφ. Σειρ. 6,20 ὡς τραχεῖά ἐστι σφόδρα τοῖς ἀπαιδεύτοις, καὶ οὐκ ἐμμενεῖ ἐν αὐτῇ ἀκάρδιος·
Σοφ. Σειρ. 6,20 Ποσον όμως δύσκολος είναι δι' εκείνους, που δεν έχουν ούτε θέλουν παιδείαν και μόρφωσιν! Ανθρωπος δε χωρίς ευγενή καρδίαν και ανόητος δεν θα επιμείνη, δια να αποκτήση την σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 6,21 ὡς λίθος δοκιμασίας ἰσχυρὸς ἔσται ἐπ᾿ αὐτῷ, καὶ οὐ χρονιεῖ ἀποῤῥῖψαι αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 6,21 Διότι η σοφία του είναι ωσάν βαρύς λίθος, που τον καταβαρύνει και τον πιέζει και δεν θα βραδύνη αυτός να την απορρίψη.
 
Σοφ. Σειρ. 6,22 σοφία γὰρ κατὰ τὸ ὄνομα αὐτῆς ἐστι, καὶ οὐ πολλοῖς ἐστι φανερά.
Σοφ. Σειρ. 6,22 Η σοφία είναι αξία του λαμπρού ονόματος της. Αλλα δεν γίνεται φανερά και γνωστή στους πολλούς.
 
Σοφ. Σειρ. 6,23 ἄκουσον, τέκνον, καὶ δέξαι γνώμην μου, καὶ μὴ ἀπαναίνου τὴν συμβουλίαν μου.
Σοφ. Σειρ. 6,23 Ακουσε, παιδί μου, δέξαι την γνώμην μου και μη απαρνείσαι την συμβουλήν μου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,24 καὶ εἰσένεγκον τοὺς πόδας σου εἰς τὰς πέδας αὐτῆς καὶ εἰς τὸν κλοιὸν αὐτῆς τὸν τράχηλόν σου.
Σοφ. Σειρ. 6,24 Θέσε τα πόδια σου εις τα δεσμά της και τον τράχηλόν σου στο σιδερένιο περιλαίμιόν της.
 
Σοφ. Σειρ. 6,25 ὑπόθες τὸν ὦμόν σου καὶ βάσταξον αὐτήν, καὶ μὴ προσοχθίσῃς τοῖς δεσμοῖς αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 6,25 Χαμήλωσε τους ώμους σου, φορτώσου την και βάσταξέ την και μη δυσφορήσης δια τα δεσμά της.
 
Σοφ. Σειρ. 6,26 ἐν πάσῃ ψυχῇ σου πρόσελθε αὐτῇ καὶ ἐν ὅλῃ δυνάμει σου συντήρησον τὰς ὁδοὺς αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 6,26 Με όλην σου την καρδίαν πλησίασε προς αυτήν και με όλην σου την δύναμιν φύλαξε τους δρόμους της.
 
Σοφ. Σειρ. 6,27 ἐξίχνευσον καὶ ζήτησον, καὶ γνωσθήσεταί σοι, καὶ ἐγκρατὴς γενόμενος μὴ ἀφῇς αὐτήν·
Σοφ. Σειρ. 6,27 Ακολούθησε τα ίχνη της, αναζήτησέ την και θα την εύρης, θα γίνη γνωστή εις σέ. Και όταν πλέον την αποκτήσης, μη την αφήσης ποτέ.
 
Σοφ. Σειρ. 6,28 ἐπ᾿ ἐσχάτων γὰρ εὑρήσεις τὴν ἀνάπαυσιν αὐτῆς, καὶ στραφήσεταί σοι εἰς εὐφροσύνην.
Σοφ. Σειρ. 6,28 Διότι εις το τέλος των προσπαθειών και των κόπων σου θα εύρης ανάπαυσιν από αυτήν. Αυτή θα μεταβληθή και θα γίνη δια σε χαρά και ευφροσύνη.
 
Σοφ. Σειρ. 6,29 καὶ ἔσονταί σοι αἱ πέδαι εἰς σκέπην ἰσχύος καὶ οἱ κλοιοὶ αὐτῆς εἰς στολὴν δόξης.
Σοφ. Σειρ. 6,29 Τα πεδούκλια της, τα οποία προηγουμένως σε εστενοχωρούσαν, θα είναι τώρα δια σε ισχυρά προστασία. Και τα σιδερένια της περιλαίμια θα είναι ένδοξος στολή σου.
 
Σοφ. Σειρ. 6,30 κόσμος γὰρ χρύσεός ἐστιν ἐπ᾿ αὐτῆς, καὶ οἱ δεσμοὶ αὐτῆς κλῶσμα ὑακίνθινον·
Σοφ. Σειρ. 6,30 Ο ζυγός της θα είναι ολόχρυσον κόσμημα δια σε και τα δεσμά της κλωσμένες κυανές ωραίες ταινίες.
 
Σοφ. Σειρ. 6,31 στολὴν δόξης ἐνδύσῃ αὐτήν, καὶ στέφανον ἀγαλλιάσεως περιθήσεις σεαυτῷ.
Σοφ. Σειρ. 6,31 Θα ενδυθής αυτήν ως ωραίαν ένδοξον στολήν και θα την θέσης επάνω στο κεφάλι σου ωσάν ένα στέφανον χαράς και δόξης.
 
Σοφ. Σειρ. 6,32 ἐὰν θέλῃς, τέκνον, παιδευθήσῃ, καὶ ἐὰν δῷς τὴν ψυχήν σου, πανοῦργος ἔσῃ.
Σοφ. Σειρ. 6,32 Εάν, παιδί μου, θελήσης και αγαπήσης την σοφίαν, θα εκπαιδευθής και θα μορφωθής με αυτήν· και αν της δώσης την καρδίαν σου, θα γίνης πολύ σοφός.
 
Σοφ. Σειρ. 6,33 ἐὰν ἀγαπήσῃς ἀκούειν, ἐκδέξῃ, καὶ ἐὰν κλίνῃς τὸ οὖς σου, σοφὸς ἔσῃ.
Σοφ. Σειρ. 6,33 Εάν την αγαπήσης και θελήσης να την ακούης, θα διδαχθής από αυτήν πολλά. Και εάν με προσοχήν και ενδιαφέρον κλίνης το αυτί σου προς αυτήν, θα γίνης σοφός.
 
Σοφ. Σειρ. 6,34 ἐν πλήθει πρεσβυτέρων στῆθι, καὶ τίς σοφός, αὐτῷ προσκολλήθητι.
Σοφ. Σειρ. 6,34 Ανάμεσα εις συγκέντρωσιν πρεσβυτέρων και εμπείρων ανθρώπων στάσου όρθιος και αφού εξετάσης, ποιός από αυτούς είναι ο σοφώτερος, προσκολλήσου εις αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 6,35 πᾶσαν διήγησιν θείαν θέλε ἀκροᾶσθαι, καὶ παροιμίαι συνέσεως μὴ ἐκφευγέτωσάν σε.
Σοφ. Σειρ. 6,35 Με όλην σου την θέλησιν άκουε κάθε θείαν διδασκαλίαν και ιστορίαν. Τα δε σοφά γνωμικά ας μη σου διαφεύγουν ποτέ.
 
Σοφ. Σειρ. 6,36 ἐὰν ἴδῃς συνετόν, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν, καὶ βαθμοὺς θυρῶν αὐτοῦ ἐκτριβέτω ὁ πούς σου.
Σοφ. Σειρ. 6,36 Εάν εύρης ένα συνετόν άνθρωπον, πήγαινε από πολύ πρωϊ προς αυτόν και με την συχνήν σου φοίτησιν, ας τριβούν από τα πόδια σου τα σκαλοπάτια της θύρας του σπιτιού του.
 
Σοφ. Σειρ. 6,37 διανοοῦ ἐν τοῖς προστάγμασι Κυρίου καὶ ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ μελέτα διὰ παντός· αὐτὸς στηριεῖ τὴν καρδίαν σου, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς σοφίας σου δοθήσεταί σοι.
Σοφ. Σειρ. 6,37 Να έχης πάντοτε εις την διάνοιάν σου και να σκέπτεσαι τα προστάγματα του Κυρίου και τας εντολάς αυτού να τας μελετάς πάντοτε. Αυτός θα στηρίξη και θα ενισχύση την καρδίαν σου και η σοφία, την οποίαν επιθυμείς, θα σου δοθή.
 
Σοφ. Σειρ. 7,1 Μὴ ποίει κακά, καὶ οὐ μή σε καταλάβῃ κακόν·
Σοφ. Σειρ. 7,1 Μη πράττης το κακόν και κακόν ποτέ δεν θα σε εύρη.
 
Σοφ. Σειρ. 7,2 ἀπόστηθι ἀπὸ ἀδίκου, καὶ ἐκκλινεῖ ἀπὸ σοῦ.
Σοφ. Σειρ. 7,2 Φυγε μακρυά από το άδικον, και το άδικον θα απομακρυνθή από σέ.
 
Σοφ. Σειρ. 7,3 υἱέ, μὴ σπεῖρε ἐπ᾿ αὔλακας ἀδικίας, καὶ οὐ μὴ θερίσῃς αὐτὰς ἑπταπλασίως.
Σοφ. Σειρ. 7,3 Παιδί μου, μη σπέρνης εις αυλάκια αδικίας και έτσι δεν θα θερίσης επτά φοράς περισσότερα από τας αδικίας, που έσπειρες.
 
Σοφ. Σειρ. 7,4 μὴ ζήτει παρὰ Κυρίου ἡγεμονίαν, μηδὲ παρὰ βασιλέως καθέδραν δόξης.
Σοφ. Σειρ. 7,4 Μη ζητής από τον Κυριον εξουσίας και αξιώματα, ούτε ενδόξους θέσεις από τον βασιλέα.
 
Σοφ. Σειρ. 7,5 μὴ δικαιοῦ ἔναντι Κυρίου καὶ παρὰ βασιλεῖ μὴ σοφίζου.
Σοφ. Σειρ. 7,5 Μη προσπαθής να δικαιολογηθής και φανής δίκαιος ενώπιον του Κυρίου, ούτε και να θέλης να φανής σοφός ενώπιον του βασιλέως.
 
Σοφ. Σειρ. 7,6 μὴ ζήτει γενέσθαι κριτής, μὴ οὐκ ἐξισχύσεις ἐξᾶραι ἀδικίας· μή ποτε εὐλαβηθῇς ἀπὸ προσώπου δυνάστου καὶ θήσεις σκάνδαλον ἐν εὐθύτητί σου.
Σοφ. Σειρ. 7,6 Μη επιζητής να γίνης δικαστής, μήπως τυχόν δεν ημπορέσης να εξαλείψης τας αδικίας. Υπάρχει δε ο κίνδυνος, μήπως από φόβον και συστολήν προς το πρόσωπον του άρχοντος θέσης ενώπιόν σου εμπόδια, όπου θα σκοντάψη η ειλικρίνειά σου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,7 μὴ ἁμάρτανε εἰς πλῆθος πόλεως καὶ μὴ καταβάλῃς σεαυτὸν ἐν ὄχλῳ.
Σοφ. Σειρ. 7,7 Μη διαπράττης αδικίας εις βάρος του πλήθους της πόλεως και μη έρχεσαι αντιμέτωπος προς αυτό. Ούτε πάλιν να πτοήσαι και ξεπέφτης ενώπιον του όχλου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,8 μὴ καταδεσμεύσῃς δὶς ἁμαρτίαν, ἐν γὰρ τῇ μιᾷ οὐκ ἀθῷος ἔσῃ.
Σοφ. Σειρ. 7,8 Μη επαναλάβης δευτέραν φοράν την αμαρτίαν και δεσμευθής πάλιν από αυτήν, διότι και της μιας μονής αμαρτίας δεν θα αποφύγης την τιμωρίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 7,9 μὴ εἴπῃς· τῷ πλήθει τῶν δώρων μου ἐπόψεται καὶ ἐν τῷ προσενέγκαι με Θεῷ Ὑψίστῳ προσδέξεται.
Σοφ. Σειρ. 7,9 Μη είπης, ότι “ο Κυριος θα λάβη υπ' όψιν του το πλήθος των δώρων μου και ο Θεός ο ύψιστος θα τα προσδεχθή, όταν εγώ τα προσφέρω, και έτσι θα εξιλεωθώ ενώπιόν του”.
 
Σοφ. Σειρ. 7,10 μὴ ὀλιγοψυχήσῃς ἐν τῇ προσευχῇ σου καὶ ἐλεημοσύνην ποιῆσαι μὴ παρίδῃς.
Σοφ. Σειρ. 7,10 Μη αποκάμης και μη ολιγοψυχήσης εις την προσευχήν σου και μη παραμελής, εφ' όσον δύνασαι, να κάνης ελεημοσύνην.
 
Σοφ. Σειρ. 7,11 μὴ καταγέλα ἄνθρωπον ὄντα ἐν πικρίᾳ ψυχῆς αὐτοῦ, ἔστι γὰρ ὁ ταπεινῶν καὶ ἀνυψῶν.
Σοφ. Σειρ. 7,11 Μη περιγελάς άνθρωπον, ο οποίος ευρίσκεται εις ψυχικήν στενοχωρίαν, διότι υπάρχει ο Κυριος, ο οποίος ταπεινώνει και ανυψώνει.
 
Σοφ. Σειρ. 7,12 μὴ ἀροτρία ψεῦδος ἐπ᾿ ἀδελφῷ σου, μηδὲ φίλῳ τὸ ὅμοιον ποίει.
Σοφ. Σειρ. 7,12 Μη καλλιεργής ψεύδη εις βάρος του αδελφού σου, ούτε να κάμης το ίδιον στον φίλον σου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,13 μὴ θέλε ψεύδεσθαι πᾶν ψεῦδος, ὁ γὰρ ἐνδελεχισμὸς αὐτοῦ οὐκ εἰς ἀγαθόν.
Σοφ. Σειρ. 7,13 Πρόσεχε να μη είπης κανένα ψεύδος, διότι της ψευδολογίας η συνέχεια ποτέ δεν θα καταλήξη στο καλόν.
 
Σοφ. Σειρ. 7,14 μὴ ἀδελέσχει ἐν πλήθει πρεσβυτέρων καὶ μὴ δευτερώσῃς λόγον ἐν προσευχῇ σου.
Σοφ. Σειρ. 7,14 Μη λέγης πολλά και άσκοπα λόγια ενώπιον πολλών μεγαλυτέρων σου και μη επαναλαμβάνης ασκόπως τα ίδια λόγια και φλυαρής έτσι εις την προσευχήν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,15 μὴ μισήσῃς ἐπίπονον ἐργασίαν καὶ γεωργίαν ὑπὸ Ὑψίστου ἐκτισμένην.
Σοφ. Σειρ. 7,15 Μη μισήσης και αποστραφής κοπιώδη εργασίαν, ούτε την γεωργίαν, διότι αυτή έχει καθιερωθή και επιβληθή από τον Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 7,16 μὴ προσλογίζου σεαυτὸν ἐν πλήθει ἁμαρτωλῶν. μνήσθητι ὅτι ὀργὴ οὐ χρονιεῖ.
Σοφ. Σειρ. 7,16 Μη συγκαταλέγης τον εαυτόν σου με τα πλήθη των αμαρτωλών· έχε υπ' όψιν σου, ότι η οργή του Κυρίου δεν θα βραδύνη να εκδηλωθή.
 
Σοφ. Σειρ. 7,17 ταπείνωσον σφόδρα τὴν ψυχήν σου, ὅτι ἐκδίκησις ἀσεβοῦς πῦρ καὶ σκώληξ.
Σοφ. Σειρ. 7,17 Ταπείνωσε βαθύτατα τον εαυτόν σου ενώπιον του Θεού, διότι η καταδίκη του ασεβούς εκ μέρους του Θεού θα είναι πυρ και σκώληξ.
 
Σοφ. Σειρ. 7,18 Μὴ ἀλλάξῃς φίλον ἕνεκεν διαφόρου, μηδ᾿ ἀδελφὸν γνήσιον ἐν χρυσίῳ Σουφείρ.
Σοφ. Σειρ. 7,18 Μη αλλάξης και μη εγκαταλίπης τον φίλον σου ένεκα συμφέροντος. Ούτε και γνήσιον αδελφόν σου, έστω και με το πολύτιμον και γνήσιον χρυσάφι Σουφείρ.
 
Σοφ. Σειρ. 7,19 μὴ ἀστόχει γυναικὸς σοφῆς καὶ ἀγαθῆς, ἡ γὰρ χάρις αὐτῆς ὑπὲρ τὸ χρυσίον.
Σοφ. Σειρ. 7,19 Μη αδιαφορής δια την συνετήν και αγαθήν σύζυγόν σου, διότι η χάρις των αρετών της είναι ανωτέρα από χρυσάφι.
 
Σοφ. Σειρ. 7,20 μὴ κακώσῃς οἰκέτην ἐργαζόμενον ἐν ἀληθείᾳ, μηδὲ μίσθιον διδόντα ψυχὴν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 7,20 Μη κακοποίησης υπηρέτην, ο οποίος εργάζεται με ειλικρίνειαν δια σέ, ούτε ημερομίσθιον εργάτην, ο οποίος σου έχει δώσει την ψυχήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 7,21 οἰκέτην συνετὸν ἀγαπάτω σου ἡ ψυχή, μὴ στερήσῃς αὐτὸν ἐλευθερίας.
Σοφ. Σειρ. 7,21 Δούλον συνετόν και φρόνιμον αγάπησέ τον με όλην σου την καρδίαν· και μη στερήσης αυτόν από την ελευθερίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 7,22 κτήνη σοί ἐστιν, ἐπισκέπτου αὐτὰ καὶ εἰ ἔστι σοι χρήσιμα, ἐμμενέτω σοι.
Σοφ. Σειρ. 7,22 Εάν έχης κτήνη, φρόντιζε δι' αυτά, και εάν αυτά σου είναι χρήσιμα, φύλαξέ τα κοντά σου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,23 τέκνα σοί ἐστι, παίδευσον αὐτά, καὶ κάμψον ἐκ νεότητος τὸν τράχηλον αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 7,23 Εάν έχης παιδιά, διαπαιδαγώγησέ τα και μόρφωσέ τα και μάθε τα να κύπτουν τον τράχηλόν των στον ζυγόν των θείων εντολών.
 
Σοφ. Σειρ. 7,24 θυγατέρες σοί εἰσι, πρόσεχε τῷ σώματι αὐτῶν, καὶ μὴ ἱλαρώσῃς πρὸς αὐτὰς τὸ πρόσωπόν σου.
Σοφ. Σειρ. 7,24 Εάν έχης θυγατέρας, πρόσεχε την σωματικήν υγείαν και αγνότητα, αλλά και δείχνε τους πρόσωπον αυστηρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 7,25 ἔκδου θυγατέρα, καὶ ἔσῃ τετελεκὼς ἔργον μέγα, καὶ ἀνδρὶ συνετῷ δώρησαι αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 7,25 Παντρεψε καλά την κόρην σου και θα κατορθώσης έτσι μέγα έργον. Δωρησέ την εις άνδρα συνετόν.
 
Σοφ. Σειρ. 7,26 γυνή σοί ἐστι κατὰ ψυχήν, μὴ ἐκβάλῃς αὐτήν· καὶ μισουμένῃ μὴ ἐμπιστεύσῃς σεαυτόν.
Σοφ. Σειρ. 7,26 Εχεις λάβει σύζυγον κατά την επιθυμίαν της καρδίας σου; Μη την εκδιώξης. Εις γυναίκα δέ, δια την οποίαν τρέφεις αποτροφήν και μίσος, μη εμπιστευθής και παραδώσης τον εαυτόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 7,27 Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ δόξασον τὸν πατέρα σου καὶ μητρὸς ὠδῖνας μὴ ἐπιλάθῃ·
Σοφ. Σειρ. 7,27 Με όλην σου την καρδίαν να σέβεσαι και να τιμάς τον πατέρα σου και ποτέ να μη λησμονής τους πόνους, που εδοκίμασεν η μητέρα σου, όταν σε εγέννησε.
 
Σοφ. Σειρ. 7,28 μνήσθητι ὅτι δι᾿ αὐτῶν ἐγεννήθης, καὶ τί ἀνταποδώσεις αὐτοῖς καθὼς αὐτοί σοι;
Σοφ. Σειρ. 7,28 Να ενθυμήσαι, ότι δια μέσου των δύο αυτών γονέων σου ήλθες στον κόσμον. Και τι ημπορείς συ να ανταποδώσης προς αυτούς εν συγκρίσει προς εκείνα, που εκείνοι έκαμαν εις σέ;
 
Σοφ. Σειρ. 7,29 ἐν ὅλῃ ψυχῇ σου εὐλαβοῦ τὸν Κύριον καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ θαύμαζε.
Σοφ. Σειρ. 7,29 Με όλην σου την ψυχήν να ευλαβήσαι τον Κυριον και να σέβεσαι τους ιερείς του.
 
Σοφ. Σειρ. 7,30 ἐν ὅλῃ δυνάμει ἀγάπησον τὸν ποιήσαντά σε καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ μὴ ἐγκαταλίπῃς.
Σοφ. Σειρ. 7,30 Με όλην την δύναμιν της καρδίας και της διανοίας σου αγάπησε τον Πλάστην σου και μη εγκαταλείψης τους λειτουργούς του.
 
Σοφ. Σειρ. 7,31 φοβοῦ τὸν Κύριον καὶ δόξασον ἱερέα καὶ δῷς τὴν μερίδα αὐτῷ, καθὼς ἐντέταλταί σοι, ἀπαρχὴν καὶ περὶ πλημμελείας καὶ δόσιν βραχιόνων καὶ θυσίαν ἁγιασμοῦ καὶ ἀπαρχὴν ἁγίων.
Σοφ. Σειρ. 7,31 Να ευλαβήσαι τον Κυριον, να δοξάσης τον ιερέα και να δίδης εις αυτόν την μερίδα του, όπως έχει ορίσει ο Νομος· τας απαρχάς των προϊόντων σου, τα τεμάχια από τας εξιλαστηρίους θυσίας, που προσφέρεις, τους δεξιούς μηρούς, την αναίμακτον θυσίαν του αγιασμού και τας απαρχάς των ιερών προσφορών.
 
Σοφ. Σειρ. 7,32 Καὶ πτωχῷ ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου, ἵνα τελειωθῇ ἡ εὐλογία σου.
Σοφ. Σειρ. 7,32 Απλωσε ελεήμονα την χείρα σου και προς τον πτωχόν, δια να είναι πλήρης και τελεία η ευλογία του Θεού προς σέ.
 
Σοφ. Σειρ. 7,33 χάρις δόματος ἔναντι παντὸς ζῶντος, καὶ ἐπὶ νεκρῷ μὴ ἀποκωλύσῃς χάριν.
Σοφ. Σειρ. 7,33 Η γενναιοδωρία σου ας εκδηλώνεται προς κάθε ζώντα· και προς αυτόν ακόμα τον νεκρόν να δείξης έλεος.
 
Σοφ. Σειρ. 7,34 μὴ ὑστέρει ἀπὸ κλαιόντων καὶ μετὰ πενθούντων πένθησον.
Σοφ. Σειρ. 7,34 Μη παραλείπης να συμπαρίστασαι στους κλαίοντας, πένθησε δε και συ μαζή με τους πενθούντας.
 
Σοφ. Σειρ. 7,35 μὴ ὄκνει ἐπισκέπτεσθαι ἄῤῥωστον, ἐκ γὰρ τῶν τοιούτων ἀγαπηθήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 7,35 Μη είσαι νωθρός και απρόθυμος στο να επισκέπτεσαι τον άρρωστον, διότι από κάτι τέτοια έργα θα αγαπηθής από τον Θεόν και από τους ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 7,36 ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις σου μιμνήσκου τὰ ἔσχατά σου, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐχ ἁμαρτήσεις.
Σοφ. Σειρ. 7,36 Εις όλα τα έργα και τα λόγια σου να ενθυμήσαι πάντοτε το τέλος της ζωής σου, και έτσι ποτέ δεν θα παρασυρθής εις αμαρτίας.
 
Σοφ. Σειρ. 8,1 Μὴ διαμάχου μετὰ ἀνθρώπου δυνάστου, μήποτε ἐμπέσῃς εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 8,1 Μη φιλονεικής και μη διαπληκτίζεσαι με άνθρωπον, που έχει εξουσίαν, μήπως τυχόν και πέσης εις τα χέρια του.
 
Σοφ. Σειρ. 8,2 μὴ ἔριζε μετὰ ἀνθρώπου πλουσίου, μήποτε ἀντιστήσῃ σου τὴν ὁλκήν· πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσε τὸ χρυσίον καὶ καρδίας βασιλέων ἐξέκλινε.
Σοφ. Σειρ. 8,2 Μη διαπληκτίζεσαι με πλούσιον άνθρωπον, μήπως αυτός χρησιμοποίηση τον πλούτον του εναντίον σου. Διότι πολλούς έχει καταστρέψει ο χρυσός· και καρδίας ακόμη βασιλέων έχει παρεκκλίνει από την ευθείαν οδόν.
 
Σοφ. Σειρ. 8,3 μὴ διαμάχου μετὰ ἀνθρώπου γλωσσώδους καὶ μὴ ἐπιστοιβάσῃς ἐπὶ τὸ πῦρ αὐτοῦ ξύλα.
Σοφ. Σειρ. 8,3 Μη μάχεσαι εναντίον ανθρώπου αθυροστόμου και αυθάδους, και μη με τα λόγια και την συμπεριφοράν σου στοιβάζης ξύλα εις την φωτιάν των παθών, που είναι αναμμένη μέσα του.
 
Σοφ. Σειρ. 8,4 μὴ πρόσπαιζε ἀπαιδεύτῳ, ἵνα μὴ ἀτιμάζωνται οἱ πρόγονοί σου.
Σοφ. Σειρ. 8,4 Μη αστειολογής με αγροίκον άνθρωπον, δια να μη ίδης υβριζομένους τους προγόνους σου.
 
Σοφ. Σειρ. 8,5 μὴ ὀνείδιζε ἄνθρωπον ἀποστρέφοντα ἀπὸ ἁμαρτίας· μνήσθητι ὅτι πάντες ἐσμὲν ἐν ἐπιτιμίοις.
Σοφ. Σειρ. 8,5 Μη εμπαίξης ποτέ άνθρωπον, ο οποίος επιστρέφει εν μετανοία από την αμαρτίαν. Εχε δε πάντοτε υπ' όψιν σου, ότι όλοι είμεθα υπόδικοι τιμωριών ενώπιον του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 8,6 μὴ ἀτιμάσῃς ἄνθρωπον ἐν γήρᾳ αὐτοῦ, καὶ γὰρ ἐξ ἡμῶν γηράσκουσι.
Σοφ. Σειρ. 8,6 Μη καταφρονήσης και μη εξευτελίσης άνθρωπον στο γήρας αυτού, διότι από ημάς, καθώς περνα ο καιρός, προέρχονται οι γέροντες.
 
Σοφ. Σειρ. 8,7 μὴ ἐπίχαιρε ἐπὶ νεκρῷ, μνήσθητι ὅτι πάντες τελευτῶμεν.
Σοφ. Σειρ. 8,7 Μη σε καταλάβη μοχθηρά χαρά δια νεκρόν, ο οποίος ενδεχομένως υπήρξεν εχθρός σου. Εχε δε πάντοτε υπ' όψιν σου, ότι όλοι βαδίζομεν προς τον θάνατον.
 
Σοφ. Σειρ. 8,8 μὴ παρίδῃς διήγημα σοφῶν, καὶ ἐν ταῖς παροιμίαις αὐτῶν ἀναστρέφου· ὅτι παρ᾿ αὐτῶν μαθήσῃ παιδείαν καὶ λειτουργῆσαι μεγιστᾶσι.
Σοφ. Σειρ. 8,8 Μη απροσεκτήσης εις διδασκαλίας και διηγήσεις σοφών, αλλά τα σοφά γνωμικά των να τα έχης ως διαρκή απασχόλησίν σου· διότι από αυτά θα διδαχθής και θα μορφωθής, ώστε να γίνης ικανός να υπηρετής άρχοντας.
 
Σοφ. Σειρ. 8,9 μὴ ἀστόχει διηγήματος γερόντων, καὶ γὰρ αὐτοὶ ἔμαθον παρὰ τῶν πατέρων αὐτῶν· ὅτι παρ᾿ αὐτῶν μαθήσει σύνεσιν καὶ ἐν καιρῷ χρείας δοῦναι ἀπόκρισιν.
Σοφ. Σειρ. 8,9 Μη αδιαφορής εις τα λόγια των γερόντων, διότι αυτά, που εκείνοι γνωρίζουν, τα έμαθαν από τους προγόνους των. Από τους γέροντας θα διδαχθής σύνεσιν και εν καιρώ ανάγκης σου θα γνωρίζης να δίδης τας καταλλήλους απαντήσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 8,10 μὴ ἔκκαιε ἄνθρακας ἁμαρτωλοῦ, μὴ ἐμπυρισθῇς ἐν πυρὶ φλογὸς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 8,10 Μη ανάπτης άνθρακας παθών εις την καρδίαν του αμαρτωλού, μήπως και συ καής από την φλόγα των.
 
Σοφ. Σειρ. 8,11 μὴ ἐξαναστῇς ἀπὸ προσώπου ὑβριστοῦ, ἵνα μὴ ἐγκαθίσῃ ὡς ἔνεδρον τῷ στόματί σου.
Σοφ. Σειρ. 8,11 Μη εξαναστής και μη απαντήσης εναντίον του υβριστού, μήπως και σου στήση παγίδα εις τα λόγια του στόματός σου.
 
Σοφ. Σειρ. 8,12 μὴ δανείσῃς ἀνθρώπῳ ἰσχυροτέρῳ σου· καὶ ἐὰν δανείσῃς, ὡς ἀπολωλεκὼς γίνου.
Σοφ. Σειρ. 8,12 Μη δώσης δάνειον στον ισχυρότερόν σου. Εάν δε και του δώσης, να θεωρής αυτό ως χαμένον.
 
Σοφ. Σειρ. 8,13 μὴ ἐγγυήσῃ ὑπὲρ δύναμίν σου· καὶ ἐὰν ἐγγυήσῃ, ὡς ἀποτίσων φρόντιζε.
Σοφ. Σειρ. 8,13 Μη δίδης εγγύησιν μεγαλυτέραν από τας δυνάμεις σου. Εάν όμως και δώσης εγγύησιν, ας ετοιμασθής ως εάν πρόκειται να πληρώσης ο ίδιος.
 
Σοφ. Σειρ. 8,14 μὴ δικάζου μετὰ κριτοῦ, κατὰ γὰρ τὴν δόξαν αὐτοῦ κρινοῦσιν αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 8,14 Μη έρχεσαι εις αντιδικίαν με δικαστήν, διότι οι δικασταί, που θα δικάσουν την διαφοράν σας, θα κρίνουν σύμφωνα με την γνώμην του συναδέλφου των.
 
Σοφ. Σειρ. 8,15 μετὰ τολμηροῦ μὴ πορεύου ἐν ὁδῷ, ἵνα μὴ βαρύνηται κατὰ σοῦ· αὐτὸς γὰρ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιήσει, καὶ τῇ ἀφροσύνῃ αὐτοῦ συναπολῇ.
Σοφ. Σειρ. 8,15 Με θρασύν και απερισκέπτως τολμηρόν μη βαδίζης στον ίδιον δρόμον, δια να μη πέση επάνω σου το βάρος εκείνου. Διότι αυτός θα πράτη πάντοτε σύμφωνα με το θέλημά του, χωρίς να ακούη κανένα. Ετσι δέ με την απερισκεψίαν εκείνου θα καταστραφής και συ.
 
Σοφ. Σειρ. 8,16 μετὰ θυμώδους μὴ ποιήσῃς μάχην καὶ μὴ διαπορεύου μετ᾿ αὐτοῦ τὴν ἔρημον· ὅτι ὡς οὐδὲν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ αἷμα, καὶ ὅπου οὐκ ἔστι βοήθεια, καταβαλεῖ σε.
Σοφ. Σειρ. 8,16 Με θυμώδη άνθρωπον μη ανοίγης φιλονεικίας και μάχας και μη βαδίζης μαζή του εις ερημικόν δρόμον, διότι αυτός δεν δίδει σημασίαν στο ανθρώπινον αίμα· και δεν θα διστάση να σε φονεύση εκεί, όπου δια την ερημίαν του τόπου δεν είναι δυνατόν να σου παρασχεθή καμμία βοήθεια.
 
Σοφ. Σειρ. 8,17 μετὰ μωροῦ μὴ συμβουλεύου, οὐ γὰρ δυνήσεται λόγον στέξαι.
Σοφ. Σειρ. 8,17 Μη ζητής συμβουλάς από μωρόν άνθρωπον και μη εμπιστεύεσαι εις αυτόν τον εαυτόν σου, διότι εκείνος δεν θα ημπορέση να κρατήση μυστικόν τον λόγον σου.
 
Σοφ. Σειρ. 8,18 ἐνώπιον ἀλλοτρίου μὴ ποιήσῃς κρυπτόν, οὐ γὰρ γινώσκεις τί τέξεται.
Σοφ. Σειρ. 8,18 Ενώπιον ενός ξένου και αγνώστου ανθρώπου μη κάμης κάτι, το οποίον πρέπει να μείνη μυστικόν, διότι δεν γνωρίζεις τι θα επακολουθήση.
 
Σοφ. Σειρ. 8,19 παντὶ ἀνθρώπῳ μὴ ἔκφαινε σὴν καρδίαν, καὶ μὴ ἀναφερέτω σοι χάριν.
Σοφ. Σειρ. 8,19 Μη ανοίγης την καρδίαν σου εις οιονδήποτε άνθρωπον και μη ζητήσης να λάβης από αυτόν καμμίαν εκδούλευσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 9,1 Μὴ ζήλου γυναῖκα τοῦ κόλπου σου, μηδὲ διδάξῃς ἐπὶ σεαυτὸν παιδείαν πονηράν.
Σοφ. Σειρ. 9,1 Μη ζηλοτυπής την γυναίκα σου, που αναπαύεται εις την αγκάλην σου. Και μη εμβαλης στον εαυτόν σου πονηράς σκέψεις·
 
Σοφ. Σειρ. 9,2 μὴ δῷς γυναικὶ τὴν ψυχήν σου ἐπιβῆναι αὐτὴν ἐπὶ τὴν ἰσχύν σου.
Σοφ. Σειρ. 9,2 αλλά και μη παραδίδης εξ ολοκλήρου την καρδίαν σου εις την σύζυγόν σου, δια να μη γίνη αυτή κυρία επί της δυνάμεώς σου.
 
Σοφ. Σειρ. 9,3 μὴ ὑπάντα γυναικὶ ἑταιριζομένῃ, μήποτε ἐμπέσῃς εἰς τὰς παγίδας αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 9,3 Μη επιζητής συναντήσεις με εταίραν, μήπως περιπέσης εις τας παγίδας της.
 
Σοφ. Σειρ. 9,4 μετὰ ψαλλούσῃς μὴ ἐνδελέχιζε, μήποτε ἁλῷς ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασιν αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 9,4 Μη συχνάζης και μη συναναστρέφεσαι με τραγουδίστριαν, δια να μη περιπέσης και κυριευθής εις τα τεχνάσματά της.
 
Σοφ. Σειρ. 9,5 παρθένον μὴ καταμάνθανε, μήποτε σκανδαλισθῇς ἐν τοῖς ἐπιτιμίοις αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 9,5 Μη περιεργάζεσαι παρθένον, δια να μη σκανδαλισθής και πέσης εις την αυτήν μαζή της αμαρτίαν και τιμωρίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 9,6 μὴ δῷς πόρναις τὴν ψυχήν σου, ἵνα μὴ ἀπολέσῃς τὴν κληρονομίαν σου.
Σοφ. Σειρ. 9,6 Μη παραδίδης την καρδίαν σου εις πόρνας, δια να μη χάσης την περιουσίαν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 9,7 μὴ περιβλέπου ἐν ῥύμαις πόλεως καὶ ἐν ταῖς ἐρήμοις αὐτῆς μὴ πλανῶ.
Σοφ. Σειρ. 9,7 Μη εις τας οδούς της πόλεως στρέφης εδώ και εκεί το βλέμμα σου και εις δρόμους, όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, μη περιπλανάσαι.
 
Σοφ. Σειρ. 9,8 ἀπόστρεψον ὀφθαλμὸν ἀπὸ γυναικὸς εὐμόρφου, καὶ μὴ καταμάνθανε κάλλος ἀλλότριον· ἐν κάλλει γυναικὸς πολλοὶ ἐπλανήθησαν, καὶ ἐκ τούτου φιλία ὡς πῦρ ἀνακαίεται.
Σοφ. Σειρ. 9,8 Γυρισε αλλού το βλέμμα σου από ωραίαν γυναίκα και μη περιεργάζεσαι κάλλος ξένον. Διότι από το κάλλος της γυναικός πολλοί άνδρες επλανήθησαν και παρεσύρθησαν στο κακόν. Από το κάλλος της ωσάν φωτιά ανάπτει ο έρως.
 
Σοφ. Σειρ. 9,9 μετὰ ὑπάνδρου γυναικὸς μὴ κάθου τὸ σύνολον καὶ μὴ συμβολοκοπήσῃς μετ᾿ αὐτῆς ἐν οἴνῳ, μήποτε ἐκκλίνη ἡ ψυχή σου ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ τῷ πνεύματί σου ὀλισθήσῃς εἰς ἀπώλειαν.
Σοφ. Σειρ. 9,9 Μη κάθεσαι καθόλου μαζή με ύπανδρον γυναίκα και μη παρακαθήσης μαζή της εις ευωχίαν και οινοποσίαν, μήπως παρεκκλίνη η καρδία σου και υποκύψη στο κάλλος αυτής και ολισθήσης ψυχικώς και καταστραφής.
 
Σοφ. Σειρ. 9,10 μὴ ἐγκαταλίπῃς φίλον ἀρχαῖον, ὁ γὰρ πρόσφατος οὐκ ἔστιν ἔπισος αὐτῷ· οἶνος νέος φίλος νέος· ἐὰν παλαιωθῇ, μετ᾿ εὐφροσύνης πίεσαι αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 9,10 Μη αφήνης φίλον παλαιόν και δοκιμασμένον χάριν ενός νέου· διότι ο νέος δεν είναι δυνατόν να είναι ισάξιος με εκείνον. Ο νέος φίλος ομοιάζει προς το νέο κρασί. Εάν το κρασί γίνη παλαιόν, θα το πίνης με πολλήν ευχαρίστησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 9,11 μὴ ζηλώσῃς δόξαν ἁμαρτωλοῦ, οὐ γὰρ οἶδας τί ἔσται ἡ καταστροφὴ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 9,11 Μη ζηλεύσης την δόξαν του αμαρτωλού ανθρώπου, διότι δεν γνωρίζεις ποία και πόσον μεγάλη θα είναι η καταστροφή του.
 
Σοφ. Σειρ. 9,12 μὴ εὐδοκήσῃς ἐν εὐδοκίᾳ ἀσεβῶν· μνήσθητι ὅτι ἕως ᾅδου οὐ μὴ δικαιωθῶσι.
Σοφ. Σειρ. 9,12 Μη δίδης την καρδίαν σου εις τας τέρψεις των ασεβών ανθρώπων. Εχε υπ' όψιν σου ότι μέχρι και του άδου δεν θα μείνουν αυτοί ατιμώρητοι.
 
Σοφ. Σειρ. 9,13 μακρὰν ἄπεχε ἀπὸ ἀνθρώπου, ὃς ἔχει ἐξουσίαν τοῦ φονεύειν, καὶ οὐ μὴ ὑποπτεύσῃς φόβον θανάτου· κἂν προσέλθῃς, μὴ πλημμελήσῃς, ἵνα μὴ ἀφέληται τὴν ζωήν σου· ἐπίγνωθι ὅτι ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνεις καὶ ἐπὶ ἐπάλξεων πόλεων περιπατεῖς.
Σοφ. Σειρ. 9,13 Φεύγε μακρυά από άνθρωπον, ο οποίος έχει την εξουσίαν να διατάσση φόνον και να εκτελή φόνον, δια να μη σε καταλάβη καμμιά φορά ο φόβος και η αγωνία του θανάτου. Κοντά του μη διαπράξης ποτέ κανένα αφάλμα, δια να μη αφαιρέση την ζωήν σου. Καθ' ον χρόνον μένεις μαζή του, έχε σαφώς υπ' όψιν σου, ότι βαδίζεις εν μέσω παγίδων και περιπατείς επάνω εις επικινδύνους επάλξεις τειχών πόλεως.
 
Σοφ. Σειρ. 9,14 κατὰ τὴν ἰσχύν σου στόχασαι τοὺς πλησίον καὶ μετὰ σοφῶν συμβουλεύου.
Σοφ. Σειρ. 9,14 Με όλην την δύναμιν της διανοίας σου εξέταζε τους ανθρώπους, που ευρίσκονται κοντά σου, εάν είναι ευσεβείς και αξιόπιστοι. Και να ζητής συμβουλήν μόνον από τους σοφούς.
 
Σοφ. Σειρ. 9,15 καὶ μετὰ συνετῶν ἔστω ὁ διαλογισμός σου καὶ πᾶσα διήγησίς σου ἐν νόμῳ Ὑψίστου.
Σοφ. Σειρ. 9,15 Ας συσκέπτεσαι και ας συνομιλής με αυνετούς ανθρώπους και πρόσεχε, ώστε κάθε συνομιλία σου να αναφέρεται στον Νομον του Υψιστου Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 9,16 ἄνδρες δίκαιοι ἔστωσαν σύνδειπνοί σου, καὶ ἐν φόβῳ Κυρίου ἔστω τὸ καύχημά σου.
Σοφ. Σειρ. 9,16 Οι δίκαιοι άνθρωποι ας είναι συνδαιτυμόνες σου, καύχημα δε και δόξα σου ας υπάρχη πάντοτε στον σεβασμόν προς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 9,17 ἐν χειρὶ τεχνιτῶν ἔργον ἐπαινεθήσεται, καὶ ὁ ἡγούμενος λαοῦ σοφὸς ἐν λόγῳ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 9,17 Ωραίον έργον, που βγαίνει από τα χέρια τεχνιτών, επαινείται, και ο συνετός αρχηγός του λαού θα φανή από τα λόγια του.
 
Σοφ. Σειρ. 9,18 φοβερὸς ἐν πόλει αὐτοῦ ἀνὴρ γλωσσώδης, καὶ ὁ προπετὴς ἐν λόγῳ αὐτοῦ μισηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 9,18 Επικίνδυνος και φοβερός είναι εις την πόλιν ο κακόγλωσσος και αθυρόστομος άνθρωπος· εκείνος δέ που είναι άκριτος και ταχύς εις τα λόγια του θα μισηθή.
 
Σοφ. Σειρ. 10,1 Κριτὴς σοφὸς παιδεύσει τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ ἡγεμονία συνετοῦ τεταγμένη ἔσται.
Σοφ. Σειρ. 10,1 Σοφός άρχων παιδαγωγεί και μορφώνει τον λαόν του· η εξουσία δε και η κυβέρνησις του συνετού άρχοντος είναι ορθώς τακτοποιημένη.
 
Σοφ. Σειρ. 10,2 κατὰ τὸν κριτὴν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ οὕτως καὶ οἱ λειτουργοὶ αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸν ἡγούμενον τῆς πόλεως πάντες οἱ κατοικοῦντες αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 10,2 Οποίος τις είναι ο άρχων ενός λαού, τέτοιοι θα είναι και οι υπ' αυτόν αξιωματούχοι. Και οποίος είναι ο άρχων μιας πόλεως, τέτοιοι θα είναι και οι κάτοικοι αυτής.
 
Σοφ. Σειρ. 10,3 βασιλεὺς ἀπαίδευτος ἀπολεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ πόλις οἰκισθήσεται ἐν συνέσει δυναστῶν.
Σοφ. Σειρ. 10,3 Αμόρφωτος και ασύνετος βασιλεύς οδηγεί τον λαόν του εις την καταστροφήν· εξ αντιθέτου αποκτά πολλούς κατοίκους μία πόλις και ευημερεί χάρις εις την σύνεσιν των καλών αρχόντων.
 
Σοφ. Σειρ. 10,4 ἐν χειρὶ Κυρίου ἐξουσία τῆς γῆς, καὶ τὸν χρήσιμον ἐγερεῖ εἰς καιρὸν ἐπ᾿ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 10,4 Από το χέρι του Κυρίου χορηγείται κάθε εξουσία επάνω εις την γην, τον δε χρήσιμον και καλόν άρχοντα επ' αυτής θα αναδείξη ο Κυριος στον κατάλληλον καιρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 10,5 ἐν χειρὶ Κυρίου εὐοδία ἀνδρός, καὶ προσώπῳ γραμματέως ἐπιθήσει δόξαν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 10,5 Εις το χέρι του παντοδυνάμου Κυρίου είναι η κατευόδωσις παντός ανθρώπου εις τα έργα του. Και στο πρόσωπον του δικαίου νομοθέτου θα αποθέση ο Θεός την δόξαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 10,6 Ἐπὶ παντὶ ἀδικήματι μὴ μηνιάσῃς τῷ πλησίον καὶ μὴ πρᾶσσε μηδὲν ἐν ἔργοις ὕβρεως.
Σοφ. Σειρ. 10,6 Οιανδήποτε αδικίαν και αν σου κάμη ο πλησίον, μη μνησικακήσης εναντίον του και μη κάμης τίποτε επάνω εις την ορμήν του πάθους.
 
Σοφ. Σειρ. 10,7 μισητὴ ἔναντι Κυρίου καὶ ἀνθρώπων ὑπερηφανία, καὶ ἐξ ἀμφοτέρων πλημμελήσει ἄδικα.
Σοφ. Σειρ. 10,7 Η υπερηφάνεια είναι μισητή ενώπιον Θεού και ανθρώπων και ενώπιον αμφοτέρων ο υπερήφανος θα διαπράξη πολλάς αδικίας.
 
Σοφ. Σειρ. 10,8 βασιλεία ἀπὸ ἔθνους εἰς ἔθνος μετάγεται διὰ ἀδικίας καὶ ὕβρεις καὶ χρήματα.
Σοφ. Σειρ. 10,8 Η βασιλεία περιέρχεται από το ένα έθνος στο άλλο εξ αιτίας των αδικιών, της υπερηφανείας και του αδίκου πλουτισμού.
 
Σοφ. Σειρ. 10,9 τί ὑπερηφανεύεται γῆ καὶ σποδός; ὅτι ἐν ζωῇ ἔῤῥιψα τὰ ἐνδόσθια αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 10,9 Διατί υπερηφανεύεται ο άνθρωπος, που είναι χώμα και στάκτη; Διότι του υπερηφάνου ανθρώπου, καθ' ον χρόνον ακόμη εζούσε, εγώ έρριψα τα εντόσθιά του κάτω.
 
Σοφ. Σειρ. 10,10 μακρὸν ἀῤῥώστημα σκώπτει ἰατρός· καὶ βασιλεὺς σήμερον, καὶ αὔριον τελευτήσει.
Σοφ. Σειρ. 10,10 Μακράν ασθένειαν, η οποία δεν φέρει τον θάνατον αλλά ούτε και θεραπεύεται, την εμπαίζει και ο ιατρός. Και ο ασθενών βασιλεύς σήμερον υπάρχει, αύριον δε αποθνήσκει.
 
Σοφ. Σειρ. 10,11 ἐν γὰρ τῷ ἀποθανεῖν ἄνθρωπον κληρονομήσει ἑρπετὰ καὶ θηρία καὶ σκώληκας.
Σοφ. Σειρ. 10,11 Οταν δε αποθάνη ο άνθρωπος, θα τον κληρονομήσουν και θα τον παραλάβουν τα ερπετά και τα θηρία και τα σκουλήκια.
 
Σοφ. Σειρ. 10,12 ἀρχὴ ὑπερηφανίας ἀνθρώπου ἀφισταμένου ἀπὸ Κυρίου, καὶ ἀπὸ τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν ἀπέστη ἡ καρδία αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 10,12 Η αρχή και πρώτη αιτία της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Κυριον είναι η υπερηφάνεια. Η καρδία του υπερηφάνου έχει απομακρυνθή από τον δημιουργόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 10,13 ὅτι ἀρχὴ ὑπερηφανίας ἁμαρτία, καὶ ὁ κρατῶν αὐτῆς ἐξομβρήσει βδέλυγμα· διὰ τοῦτο παρεδόξασε Κύριος τὰς ἐπαγωγὰς καὶ κατέστρεψεν εἰς τέλος αὐτούς.
Σοφ. Σειρ. 10,13 Επειδή δε αρχή και πηγή κάθε αμαρτίας είναι ο εγωϊσμός, εκείνος ο οποίος κρατεί τον εγωϊσμόν του και κυριαρχείται από αυτόν, θα ξεχύση ωσάν βροχήν από μέσα του βδελυρότητας. Δια τούτο ο Κυριος θα του αποστείλη τρομεράς τιμωρίας και θα τον καταστρέψη εξ ολοκλήρου.
 
Σοφ. Σειρ. 10,14 θρόνους ἀρχόντων καθεῖλεν ὁ Κύριος καὶ ἐκάθισε πρᾳεῖς ἀντ᾿ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 10,14 Ο Κυριος εκρήμνισε θρόνους αρχόντων και αντί εκείνων εγκατέστησε πράους ανθρώπους ως άρχοντας.
 
Σοφ. Σειρ. 10,15 ῥίζας ἐθνῶν ἐξέτιλεν ὁ Κύριος καὶ ἐφύτευσε ταπεινοὺς ἀντ᾿ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 10,15 Ριζας αλαζονικών εθνών εξερρίζωσεν ο Κυριος και εφύτευσεν αντί εκείνων ταπεινούς ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 10,16 χώρας ἐθνῶν κατέστρεψεν ὁ Κύριος καὶ ἀπώλεσεν αὐτὰς ἕως θεμελίων γῆς.
Σοφ. Σειρ. 10,16 Χωρας υπερηφάνων εθνών τας κατέστρεψεν ο Κυριος. Τας εξωλόθρευσεν έως τα θεμέλιά των.
 
Σοφ. Σειρ. 10,17 ἐξήρανεν ἐξ αὐτῶν καὶ ἀπώλεσεν αὐτοὺς καὶ κατέπαυσεν ἀπὸ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 10,17 Εξήρανε την ζωήν των, εξωλόθρευσε τους κατοίκους των και έσβησε την ανάμνησίν των από την γην.
 
Σοφ. Σειρ. 10,18 οὐκ ἔκτισται ἀνθρώποις ὑπερηφανία, οὐδὲ ὀργὴ θυμοῦ γεννήμασι γυναικῶν.
Σοφ. Σειρ. 10,18 Ο εγωϊσμός δεν είναι προωρισμένος και ταιριαστός δια τον άνθρωπον, ούτε ο θυμός και η οργή δια τα τέκνα των γυναικών.
 
Σοφ. Σειρ. 10,19 Σπέρμα ἔντιμον ποῖον; σπέρμα ἀνθρώπου. σπέρμα ἔντιμον ποῖον; οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον. σπέρμα ἄτιμον ποῖον; σπέρμα ἀνθρώπου. σπέρμα ἄτιμον ποῖον; οἱ παραβαίνοντες ἐντολάς.
Σοφ. Σειρ. 10,19 Ποίον γένος είναι έντιμον και ένδοξον ενώπιον του Θεού; Το γένος των ανθρώπων. Ποίον γένος ανθρώπων και ποίοι άνθρωποι είναι έντιμοι και δοξασμένοι πλησίον του Θεού; Εκείνοι μόνον, που φοβούνται τον Κυριον. Ποίον γένος μεταξύ των ζώντων δημιουργημάτων είναι δυνατόν να καταντήση καταφρονημένον και άδοξον; Το γένος των ανθρώπων. Ποίοι από το γένος αυτό περιπίπτουν εις αδοξίαν και καταφρόνησιν; Εκείνοι που παραβαίνουν τας εντολάς του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 10,20 ἐν μέσῳ ἀδελφῶν ὁ ἡγούμενος αὐτῶν ἔντιμος, καὶ οἱ φοβούμενοι Κύριον ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 10,20 Αρχων απολαμβάνει δικαίαν τιμήν και δόξαν εν μέσω μόνον ανθρώπων, που θεωρούν ο ένας τον άλλον αδελφόν των. Αυτός δε ας έχη πάντοτε προ οφθαλμών και ας τιμά εκείνους, που ευλαβούνται τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 10,22 πλούσιος καὶ ἔνδοξος καὶ πτωχός, τὸ καύχημα αὐτῶν φόβος Κυρίου.
Σοφ. Σειρ. 10,22 Και δια τον πλούσιον και δια τον ένδοξον και δια τον πτωχόν το καύχημα πρέπει να είναι ο σεβασμός προς τον Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 10,23 οὐ δίκαιον ἀτιμάσαι πτωχὸν συνετόν, καὶ οὐ καθήκει δοξάσαι ἄνδρα ἁμαρτωλόν.
Σοφ. Σειρ. 10,23 Δεν είναι δίκαιον να θεωρήται ανάξιος τιμής ο συνετός, διότι είναι πτωχός. Ούτε δε να τιμάται και να δοξάζεται ο αμαρτωλός άνθρωπος επειδή είναι πλούσιος.
 
Σοφ. Σειρ. 10,24 μεγιστὰν καὶ κριτὴς καὶ δυνάστης δοξασθήσεται, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτῶν τις μείζων τοῦ φοβουμένου τὸν Κύριον.
Σοφ. Σειρ. 10,24 Οι μεγιστάνες και οι κριταί και οι άρχοντες δοξάζονται, αλλά κανείς από αυτούς δεν είναι ανώτερος από εκείνον, που φοβείται τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 10,25 οἰκέτῃ σοφῷ ἐλεύθεροι λειτουργήσουσι, καὶ ἀνὴρ ἐπιστήμων οὐ γογγύσει.
Σοφ. Σειρ. 10,25 Ανθρωποι ελεύθεροι θα γίνουν υπηρέται εις δούλον σοφόν. Ο δε συνετός και μορφωμένος άνθρωπος δεν θα γογγύση δι' αυτό.
 
Σοφ. Σειρ. 10,26 Μὴ σοφίζου ποιῆσαι τὸ ἔργον σου καὶ μὴ δοξάζου ἐν καιρῷ στενοχωρίας σου.
Σοφ. Σειρ. 10,26 Μη αλαζονεύεσαι, ότι θα κάμης έργα μεγάλα ανώτερα από τας δυνάμεις σου. Και εις καιρόν δυσκολιών και στενοχωριών μη επιδεικνύεσαι αποκρύπτων την πραγματικήν σου κατάστασιν.
 
Σοφ. Σειρ. 10,27 κρείσσων ἐργαζόμενος καὶ περισσεύων ἐν πᾶσιν ἢ περιπατῶν δοξαζόμενος καὶ ἀπορῶν ἄρτων.
Σοφ. Σειρ. 10,27 Καλύτερος είναι εκείνος, που εργάζεται και ετσι ανταποκρίνεται εις όλας αυτού τας βιοτικάς ανάγκας, παρά εκείνος που περιπατεί καυχησιολογών καθ' ον χρόνον στερείται και από αυτό το ψωμί του.
 
Σοφ. Σειρ. 10,28 τέκνον, ἐν πραΰτητι δόξασον τὴν ψυχήν σου καὶ δὸς αὐτῇ τιμὴν κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 10,28 Παιδί μου, να τιμάς τον εαυτόν σου με την πραότητά σου και να αποδίδης στον εαυτόν σου την τιμήν και την θέσιν, που σου αξίζει.
 
Σοφ. Σειρ. 10,29 τὸν ἁμαρτάνοντα εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίς δικαιώσει; καὶ τίς δοξάσει τὸν ἀτιμάζοντα τὴν ζωὴν αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 10,29 Εκείνον που διαπράττει αμαρτήματα εναντίον της ψυχής του, ποιός θα ευρεθή να τον δικαιώση; Και ποιός θα δοξάση εκείνον, ο οποίος κατεξευτελίζει τον εαυτόν του με την απρεπή διαγωγήν του;
 
Σοφ. Σειρ. 10,30 πτωχὸς δοξάζεται δι᾿ ἐπιστήμην αὐτοῦ, καὶ πλούσιος δοξάζεται διὰ τὸν πλοῦτον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 10,30 Ο πτωχός αποκτά δόξαν με την γνώσιν και μέ την σοφίαν του. Ο πλούσιος αποκτά δόξαν με τον πλούτον του. Προτιμότερος όμως είναι ο πρώτος.
 
Σοφ. Σειρ. 10,31 ὁ δεδοξασμένος ἐν πτωχείᾳ, καὶ ἐν πλούτῳ ποσαχῶς; καὶ ὁ ἄδοξος ἐν πλούτῳ, καὶ ἐν πτωχείᾳ ποσαχῶς;
Σοφ. Σειρ. 10,31 Εάν ο πτωχός είναι σοφός και δοξάζεται, πόσον περισσότερον θα δοξασθή όταν αποκτήση και πλούτον; Εάν ο πλούσιος δεν έχεη την δόξαν της σοφίας, πόσον άδοξος θα είναι, όταν καταντήση πτωχός;
 
Σοφ. Σειρ. 11,1 Σοφία ταπεινοῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἐν μέσῳ μεγιστάνων καθίσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 11,1 Η σοφία του ταπεινόφρονος ανθρώπου τον δοξάζει και τον τιμά, εν μέσω δε επισήμων ανθρώπων θα του δώση θέσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 11,2 μὴ αἰνέσῃς ἄνδρα ἐν κάλλει αὐτοῦ καὶ μὴ βδελύξῃ ἄνθρωπον ἐν ὁράσει αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,2 Μη επαινέσης άνθρωπον δια την ωραιότητά του, ούτε και να αποστροφής άλλον άνθρωπον, διότι το πρόσωπόν του δεν είναι ωραίον.
 
Σοφ. Σειρ. 11,3 μικρὰ ἐν πετεινοῖς μέλισσα, καὶ ἀρχὴ γλυκασμάτων ὁ καρπὸς αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 11,3 Η μέλισσα από απόψεως σωματικής εμφανίσεως και ισχύος είναι μικρά μεταξύ των πτερωτών, αλλά το προϊόν των κόπων της είναι εξαιρετικής γλυκύτητας.
 
Σοφ. Σειρ. 11,4 ἐν περιβολῇ ἱματίων μὴ καυχήσῃ καὶ ἐν ἡμέρᾳ δόξης μὴ ἐπαίρου· ὅτι θαυμαστὰ τὰ ἔργα Κυρίου, καὶ κρυπτὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν ἀνθρώποις.
Σοφ. Σειρ. 11,4 Μη καυχάσαι δια τα ωραία ενδύματα, που φορείς, ούτε και να αλαζονεύεσαι εις ημέρας δόξης σου. Ιδού, ότι τα έργα του Κυρίου είναι θαυμαστά· και όμως τα πλείστα από τα έργα του μένουν άγνωστα μεταξύ των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 11,5 πολλοὶ τύραννοι ἐκάθισαν ἐπὶ ἐδάφους, ὁ δὲ ἀνυπονόητος ἐφόρεσε διάδημα.
Σοφ. Σειρ. 11,5 Πολλοί άρχοντες έχασαν τους θρόνους και την εξουσίαν των και εκάθησαν κάτω στο χώμα. Εκείνος δέ, τον οποίον δια την ασημότητά του κανείς ποτέ δεν εσκέφθη, εφόρεσε βασιλικόν στέμμα εις την κεφαλήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 11,6 πολλοὶ δυνάσται ἠτιμάσθησαν σφόδρα, καὶ ἔνδοξοι παρεδόθησαν εἰς χεῖρας ἑτέρων.
Σοφ. Σειρ. 11,6 Πολλοί βασιλείς και άρχοντες έχασαν το στέμμα και την εξουσίαν των και περιέπεσαν εις ασημότητα, όπως επίσης και πολλοί ένδοξοι παρεδόθησαν εις χείρας άλλων ως δούλοι.
 
Σοφ. Σειρ. 11,7 πρὶν ἐξετάσῃς, μὴ μέμψῃ· νόησον πρῶτον καὶ τότε ἐπιτίμα.
Σοφ. Σειρ. 11,7 Πριν ακριβώς εξετάσης και πληροφορηθής την αλήθειαν, μη κατηγορήσης. Πρώτα να κατανοήσης καλώς και κατόπιν να απευθύνης παρατηρήσεις και ελέγχους.
 
Σοφ. Σειρ. 11,8 πρὶν ἢ ἀκοῦσαι, μὴ ἀποκρίνου καὶ ἐν μέσῳ λόγων μὴ παρεμβάλλου.
Σοφ. Σειρ. 11,8 Πριν ακούσης και εννοήσης, μη δίδης απόκρισιν. Και όταν οι άλλοι ομιλούν, μη παρεμβαίνης, δια να τους διακόψης.
 
Σοφ. Σειρ. 11,9 περὶ πράγματος, οὗ οὐκ ἔστι σοι χρεία, μὴ ἔριζε καὶ ἐν κρίσει ἁμαρτωλῶν μὴ συνέδρευε.
Σοφ. Σειρ. 11,9 Δια ζητήματα, τα οποία δεν σε αφορούν, μη φιλονεικής, εις δε τας αντεγκλήσεις και τας δίκας των αμαρτωλών ανθρώπων μη ανακατεύεσαι.
 
Σοφ. Σειρ. 11,10 Τέκνον, μὴ περὶ πολλὰ ἔστωσαν αἱ πράξεις σου· ἐὰν πληθυνῇς, οὐκ ἀθωωθήσῃ· καὶ ἐὰν διώκῃς, οὐ μὴ καταλάβῃς, καὶ οὐ μὴ ἐκφύγῃς διαδράς.
Σοφ. Σειρ. 11,10 Παιδί μου, μη εκτείνεσαι εις πολλά έργα και μάλιστα ανώτερα των δυνάμεών σου. Εάν πληθύνης τα έργα σου και τας ασχολίας σου, θα περιπέσης ενδεχομένως εις σφάλματα και δεν θα μείνης χωρίς ενόχην. Και εάν επιδιώκης να επιτύχης πολλά, δεν θα κατορθώσης να αποφύγης τας αποτυχίας.
 
Σοφ. Σειρ. 11,11 ἔστι κοπιῶν καὶ πονῶν καὶ σπεύδων, καὶ τόσῳ μᾶλλον ὑστερεῖται.
Σοφ. Σειρ. 11,11 Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι κοπιάζουν και μοχθούν και σπεύδουν συνεχώς, και όμως τόσον περισσότερον στερούνται.
 
Σοφ. Σειρ. 11,12 ἔστι νωθρὸς καὶ προσδεόμενος ἀντιλήψεως, ὑστερῶν ἰσχύϊ καὶ πτωχείᾳ περισσεύει· καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπέβλεψαν αὐτῷ εἰς ἀγαθά, καὶ ἀνώρθωσεν αὐτὸν ἐκ ταπεινώσεως αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,12 Υπάρχουν εξ αντιθέτου άνθρωποι αδύνατοι, μειωμένης δραστηριότητος, οι οποίοι έχουν ανάγκην συμπαραστάσεως και βοηθείας των άλλων, υστερούν αυτοί εις δύναμιν και ευρίσκονται εις μεγάλην πτωχείαν. Εν τούτοις προς αυτούς ο Κυριος στρέφει με ευμένειαν τους οφθαλμούς του και τους ανορθώνει από την ταπεινήν και δύσκολον θέσιν των.
 
Σοφ. Σειρ. 11,13 καὶ ἀνύψωσε κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ ἀπεθαύμασαν ἐπ᾿ αὐτῷ πολλοί.
Σοφ. Σειρ. 11,13 Ανυψώνει την κεφαλήν των τους τιμά και τους εμφανίζει μεταξύ των άλλων, ώστε πολλοί άνθρωποι να καταλαμβάνωνται από θαυμασμόν δι' αυτούς.
 
Σοφ. Σειρ. 11,14 ἀγαθὰ καὶ κακά, ζωὴ καὶ θάνατος, πτωχεία καὶ πλοῦτος παρὰ Κυρίου ἐστί.
Σοφ. Σειρ. 11,14 Τα καλά και τα δυσάρεστα, η ζωή και ο θάνατος, ο πλούτος και η πτωχεία, δίδονται και κατευθύνονται από τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 11,17 δόσις Κυρίου παραμένει εὐσεβέσι, καὶ ἡ εὐδοκία αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα εὐοδωθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 11,17 Αι δωρεαί του Θεού δίδονται και παραμένουν εις χείρας των ευσεβών. Η δε ευμενεία του Κυρίου προστατεύει και κατευοδώνει αυτούς στους αιώνας.
 
Σοφ. Σειρ. 11,18 ἔστι πλουτῶν ἀπὸ προσοχῆς καὶ σφιγγίας αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἡ μερὶς τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,18 Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι πλουτούν, διότι έχουν ενδιαφέρον δια το χρήμα και διότι είναι σφιχτοχέρηδες. Ιδού όμως ποία θα είναι η αμοιβή των·
 
Σοφ. Σειρ. 11,19 ἐν τῷ εἰπεῖν αὐτόν· εὗρον ἀνάπαυσιν καὶ νῦν φάγομαι ἐκ τῶν ἀγαθῶν μου, καὶ οὐκ οἶδε τίς καιρὸς παρελεύσεται καὶ καταλείψει αὐτὰ ἑτέροις καὶ ἀποθανεῖται.
Σοφ. Σειρ. 11,19 Οταν θα είπουν “ευρήκα επιτέλους την ησυχίαν και ανάπαυσίν μου και τώρα θα τρώγω και θα απολαμβάνω τα αγαθά μου”, εν τούτοις δεν γνωρίζει επί πόσον καιρόν θα διαρκέση αυτή η κατάστασις και πότε θα εγκαταλείψη τα αγαθά του στους άλλους, διότι αυτός θα αποθάνη.
 
Σοφ. Σειρ. 11,20 στῆθι ἐν διαθήκῃ σου καὶ ὁμίλει ἐν αὐτῇ καὶ ἐν τῷ ἔργῳ σου παλαιώθητι.
Σοφ. Σειρ. 11,20 Συ όμως μένε προσηλωμένος στο έντιμον έργον, που έχεις αναλάβει. Αυτό να έχης σύντροφόν σου εις την καρδίαν και την διάνοιάν σου και γήρασε στο έργον σου αυτό.
 
Σοφ. Σειρ. 11,21 μὴ θαύμαζε ἐν ἔργοις ἁμαρτωλοῦ, πίστευε τῷ Κυρίῳ καὶ ἔμμενε τῷ πόνῳ σου· ὅτι κοῦφον ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου διὰ τάχους ἐξάπινα πλουτίσαι πένητα.
Σοφ. Σειρ. 11,21 Μη καταπλήττεσαι δια τα έργα του αμαρτωλού. Συ έχε πίστιν και εμπιστοσύνην στον Κυριον και μένε σταθερός στο έργον σου, όσον κουραστικόν και αν είναι. Διότι είναι εύκολον στον Κυριον ταχύτατα και αμέσως να δώση πλούτη στον πτωχόν.
 
Σοφ. Σειρ. 11,22 εὐλογία Κυρίου ἐν μισθῷ εὐσεβοῦς, καὶ ἐν ὥρᾳ ταχινῇ ἀναθάλλει εὐλογίαν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,22 Η ευλογία του Κυρίου είναι ο μισθός και η ανταμοιβή του ευσεβούς. Και εις στιγμήν χρόνου ημπορεί να κάμη, ώστε να αναθάλη και να καρποφορήση η ευλογία του.
 
Σοφ. Σειρ. 11,23 μὴ εἴπῃς· τίς ἐστί μου χρεία, καὶ τίνα ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται μου τὰ ἀγαθά;
Σοφ. Σειρ. 11,23 Μη είπης· “τι ανάγκην έχω πλέον, ποιά άλλα αγαθά ημπορώ από έδω και πέρα να έχω;”
 
Σοφ. Σειρ. 11,24 μὴ εἴπῃς· αὐτάρκη μοί ἐστι, καὶ τί ἀπὸ τοῦ νῦν κακωθήσομαι;
Σοφ. Σειρ. 11,24 Μη είπης· “αρκετά είναι αυτά, που έχω. Και ποίον κακόν η ποίαν δυστυχίαν έχω να φοβηθώ από τώρα και στο εξής;”
 
Σοφ. Σειρ. 11,25 ἐν ἡμέρᾳ ἀγαθῶν ἀμνησία κακῶν, καὶ ἐν ἡμέρᾳ κακῶν οὐ μνησθήσεται ἀγαθῶν·
Σοφ. Σειρ. 11,25 Εις περίοδον ευτυχίας και μέσα στον πλούτον των αγαθών δεν ενθυμείται κανείς τας θλίψεις και στενοχωρίας. Οπως επίσης και εις περίοδον στενοχωριών και συμφορών δεν ενθυμείται τα αγαθά, που είχεν άλλοτε.
 
Σοφ. Σειρ. 11,26 ὅτι κοῦφον ἔναντι Κυρίου ἐν ἡμέρᾳ τελευτῆς ἀποδοῦναι ἀνθρώπῳ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,26 Είναι όμως ευκολώτατον στον Κυριον κατά την ώραν του θανάτου να αποδώση στον κάθε άνθρωπον ανάλογα με τον τρόπον της ζωής του και με τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 11,27 κάκωσις ὥρας ἐπιλησμονὴν ποιεῖ τρυφῆς, καὶ ἐν συντελείᾳ ἀνθρώπου ἀποκάλυψις ἔργων αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 11,27 Μια ώρα στενοχωρίας και θλίψεως κάμνει τον άνθρωπον να λησμονήση τας ημέρας της ευτυχίας του. Κατά δε την ώραν του θανάτου του θα αποκαλυφθούν όλα αυτού τα έργα.
 
Σοφ. Σειρ. 11,28 πρὸ τελευτῆς μὴ μακάριζε μηδένα, καὶ ἐν τέκνοις αὐτοῦ γνωσθήσεται ἀνήρ.
Σοφ. Σειρ. 11,28 Δια τούτο προ του θανάτου μη καλοτυχίζης κανένα. Και εις τα τέκνα του, τα οποία θα τον κληρονομήσουν, θα δειχθή ο άνθρωπος, ποιός πραγματικά είναι.
 
Σοφ. Σειρ. 11,29 Μὴ πάντα ἄνθρωπον εἴσαγε εἰς τὸν οἶκόν σου, πολλὰ γὰρ τὰ ἔνεδρα τοῦ δολίου.
Σοφ. Σειρ. 11,29 Μη εισάγης κάθε άνθρωπον στο σπίτι σου. Διότι πολλαί είναι αι παγίδες, τας οποίας στήνουν οι δόλιοι άνθρωποι.
 
Σοφ. Σειρ. 11,30 πέρδιξ θηρευτὴς ἐν καρτάλλῳ, οὕτως καρδία ὑπερηφάνου, καὶ ὡς ὁ κατάσκοπος ἐπιβλέπει πτῶσιν·
Σοφ. Σειρ. 11,30 Οπως η πέρδικα τίθεται στο κλουβί του κυνηγού ως δόλωμα, έτσι είναι η καρδιά, ο νους και η διάθεσις του υπερηφάνου, διότι ως κατάσκοπος αυτός παρακολουθεί και περιμένει την κατάρρευσίν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 11,31 τὰ γὰρ ἀγαθὰ εἰς κακὰ μεταστρέφων ἐνεδρεύει καὶ ἐν τοῖς αἱρετοῖς ἐπιθήσει μῶμον.
Σοφ. Σειρ. 11,31 Αυτός ενεδρεύει και προσπαθεί να μεταβάλη τα καλά εις κακά, εναντίον δε των εκλεκτών και διακεκριμένων προσπαθεί να προσάψη κατηγορίας.
 
Σοφ. Σειρ. 11,32 ἀπὸ σπινθῆρος πυρὸς πληθύνεται ἀνθρακιά, καὶ ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς εἰς αἷμα ἐνεδρεύει.
Σοφ. Σειρ. 11,32 Από ένα σπινθήρα ανάπτει μεγάλη φωτιά· και ένας αμαρτωλός άνθρωπος στήνει ενέδρας, δια να χύση αίματα.
 
Σοφ. Σειρ. 11,33 πρόσεχε ἀπὸ κακούργου, πονηρὰ γὰρ τεκταίνει, μήποτε μῶμον εἰς τὸν αἰῶνα δῷ σοι.
Σοφ. Σειρ. 11,33 Πρόσεχε από τον κακοποιόν άνθρωπον, διότι αυτός πάντοτε καταστρώνει και θέτει εις ενέργειαν πονηρά σχέδια. Πρόσεχε, μήπως και εναντίον σου προσάψη κατηγορίαν άδικον, η οποία θα μείνη πάντοτε.
 
Σοφ. Σειρ. 11,34 ἐνοίκισον ἀλλότριον καὶ διαστρέψει σε ἐν ταραχαῖς, καὶ ἀπαλλοτριώσει σε τῶν ἰδίων σου.
Σοφ. Σειρ. 11,34 Βαλε ένα ξένον στο σπίτι σου και αυτός θα σε αναστατώση με τας ταραχάς, που θα υπεγείρη στον οίκον σου, και θα σε αποξενώση από τους ιδικούς σου ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 12,1 Ἐὰν εὖ ποιῇς, γνῶθι τίνι ποιεῖς, καὶ ἔσται χάρις τοῖς ἀγαθοῖς σου.
Σοφ. Σειρ. 12,1 Εάν κάμνης ευεργεσίας, πρόσεχε εις ποίον τας κάμνεις, και θα εύρης τότε ευχαρίστησιν δι' αυτάς.
 
Σοφ. Σειρ. 12,2 εὖ ποίησον εὐσεβεῖ, καὶ εὑρήσεις ἀνταπόδομα καὶ εἰ μὴ παρ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ Ὑψίστου.
Σοφ. Σειρ. 12,2 Ευεργέτησε τον ευσεβή, άνθρωπον δηλαδή που αξίζει να ευεργετηθή, και θα εύρης από αυτόν ευγνώμονα ανταπόδοσιν. Αλλά και αν δεν εύρης από εκείνον, θα εύρης την ανταπόδοσιν του αγαθού από τον Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 12,3 οὐκ ἔστιν ἀγαθὰ τῷ ἐνδελεχίζοντι εἰς κακὰ καὶ τῷ ἐλεημοσύνην μὴ χαριζομένῳ.
Σοφ. Σειρ. 12,3 Δεν είναι ορθόν και δίκαιον να ευεργετήται άνθρωπος, ο οποίος ισχυρογνωμόνως επιμένει στο κακόν. Οπως επίσης και εκείνος, ο οποίος, ενώ ημπορεί, δεν κάμνει ποτέ ελεημοσύνην.
 
Σοφ. Σειρ. 12,4 δὸς τῷ εὐσεβεῖ καὶ μὴ ἀντιλάβῃ τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Σοφ. Σειρ. 12,4 Δώσε την ελεημοσύνην σου στον ευσεβή και μη έρχεσαι εις βοήθειαν του αμετανοήτου αμαρτωλού.
 
Σοφ. Σειρ. 12,5 εὖ ποίησον τῷ ταπεινῷ καὶ μὴ δῷς ἀσεβεῖ· ἐμπόδισον τοὺς ἄρτους αὐτοῦ καὶ μὴ δῷς αὐτῷ, ἵνα μὴ ἐν αὐτοῖς σε δυναστεύσῃ· διπλάσια γὰρ κακὰ εὑρήσεις ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς, οἷς ἂν ποιήσῃς αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 12,5 Ευεργέτησε τον ταπεινόν άνθρωπον και μη δώσης την ευεργεσίαν σου στον πωρωμένον ασεβή. Κράτησε τους άρτους σου, μη τους δίδης στον ασεβή, δια να μη σε καταδυναστεύση εκείνος με αυτούς. Διότι θα εύρης από αυτόν όχι ευγνωμοσύνην, αλλά διπλάσια κακά από τα αγαθά, τα οποία του έκαμες.
 
Σοφ. Σειρ. 12,6 ὅτι καὶ ὁ Ὕψιστος ἐμίσησεν ἁμαρτωλοὺς καὶ τοῖς ἀσεβέσιν ἀποδώσει ἐκδίκησιν.
Σοφ. Σειρ. 12,6 Διότι και αυτός ούτος ο Υψιστος μισεί και αποστρέφεται τους αμαρτωλούς. Και θα ανταποδώση στους ασεβείς την δικαίαν τιμωρίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 12,7 δὸς τῷ ἀγαθῷ καὶ μὴ ἀντιλάβου τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Σοφ. Σειρ. 12,7 Πρόσφερε, λοιπόν, την βοήθειαν και ευεργεσίαν σου στον αγαθόν και μη έρχεσαι εις βοήθειαν του αμαρτωλού.
 
Σοφ. Σειρ. 12,8 Οὐκ ἐκδικηθήσεται ἐν ἀγαθοῖς ὁ φίλος καὶ οὐ κρυβήσεται ἐν κακοῖς ὁ ἐχθρός.
Σοφ. Σειρ. 12,8 Ο φίλος σου δεν θα σε φθονήση ούτε θα προσπαθήση να σε βλάψη, όταν ευτυχής· όπως επίσης και ο εχθρός σου δεν θα κρύψη την χαράν του, εάν περιπέσης εις δυστυχίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 12,9 ἐν ἀγαθοῖς ἀνδρὸς οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ἐν λύπῃ, καὶ ἐν τοῖς κακοῖς αὐτοῦ καὶ ὁ φίλος διαχωρισθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 12,9 Οταν ένας ευτυχή και απολαμβάνη τα αγαθά του, οι εχθροί του στενοχωρούνται. Οταν όμως περιπέση εις συμφοράς και στενοχωρίας, τότε και αυτός ακόμη ο φίλος του είναι δυνατόν να τον εγκαταλείψη.
 
Σοφ. Σειρ. 12,10 μὴ πιστεύσῃς τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα· ὡς γὰρ ὁ χαλκὸς ἰοῦται, οὕτως ἡ πονηρία αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 12,10 Μη δίδης ποτέ εμπιστοσύνην στον εχθρόν σου, διότι, όπως ο χαλκός οξειδώνεται και δεν φαίνεται το εσωτερικόν του, έτσι είναι και η πονηρία του εχθρού.
 
Σοφ. Σειρ. 12,11 καὶ ἐὰν ταπεινωθῇ καὶ πορεύηται συγκεκυφώς, ἐπίστησον τὴν ψυχήν σου καὶ φύλαξαι ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἔσῃ αὐτῷ ὡς ἐκμεμαχὼς ἔσοπτρον, καὶ γνώσῃ ὅτι οὐκ εἰς τέλος κατίωσε.
Σοφ. Σειρ. 12,11 Εάν αυτός ταπεινωθή ενώπιόν σου και βαδίζη με την κεφαλήν προς τα κάτω, πρόσεξε τον εαυτόν σου και φυλάξου από αυτόν. Να φερθής και να πράξης απέναντι αυτού, όπως κάμνεις, όταν έχης καθαρίσει ένα καθρέπτην. Η σκουριά χαι η υποκρισία του εχθρού σου δεν θα μείνη έως τέλος. Θα φανή αυτός που πραγματικά είναι.
 
Σοφ. Σειρ. 12,12 μὴ στήσῃς αὐτὸν παρὰ σεαυτῷ, μὴ ἀνατρέψας σε στῇ ἐπὶ τὸν τόπον σου· μὴ καθίσῃς αὐτὸν ἐκ δεξιῶν σου, μήποτε ζητήσῃ τὴν καθέδραν σου καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐπιγνώσῃ τοὺς λόγους μου καὶ ἐπὶ τῶν ῥημάτων μου κατανυγήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 12,12 Μη τοποθετήσης τον εχθρόν σου πλησίον σου, δια να μη σε ανατρέψη και καθίση εκείνος εις την θέσιν σου. Μη τον βάλης να καθίση εκ δεξιών σου, δια να μη επιζητήση εκείνος να σε εκτοπίση και καθίση στο κάθισμά σου. Ετσι δε πολύ αργά θα κατανοήσης την αξίαν των λόγων μου και θα λυπηθής, διότι δεν ήκουσες τας σύμβουλάς μου.
 
Σοφ. Σειρ. 12,13 τίς ἐλεήσει ἐπαοιδὸν ὀφιόδηκτον καὶ πάντας τοὺς προσάγοντας θηρίοις;
Σοφ. Σειρ. 12,13 Ποιός θα λυπηθή και θα δείξη οίκτον προς τον μάγον, που γοητεύει τα φίδια με τα άσματα του, όταν τον δαγκώση το φίδι η προς τους θηριοδαμαστάς, οι οποίοι πλησιάζουν τα θηρία;
 
Σοφ. Σειρ. 12,14 οὕτως τὸν προσπορευόμενον ἀνδρὶ ἁμαρτωλῷ καὶ συμφυρόμενον ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 12,14 Ετσι συμβαίνει και με εκείνον, που αναστρέφεται και πορεύεται μαζή με αμαρτωλόν άνθρωπον και συμφύρεται με τας αμαρτίας εκείνου.
 
Σοφ. Σειρ. 12,15 ὥραν μετὰ σοῦ διαμενεῖ, καὶ ἐὰν ἐκκλίνῃς, οὐ μὴ καρτερήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 12,15 Προσωρινώς μένει μαζή σου, όταν σε βλέπη να ίστασαι και έχη συμφέρον από σέ. Εάν όμως κλονισθής, δεν θα σε στηρίξη ούτε θα παραμείνη κοντά σου.
 
Σοφ. Σειρ. 12,16 καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ γλυκανεῖ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ βουλεύσεται ἀνατρέψαι σε εἰς βόθρον· ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ δακρύσει ὁ ἐχθρός, καὶ ἐὰν εὕρῃ καιρόν, οὐκ ἐμπλησθήσεται ἀφ᾿ αἵματος.
Σοφ. Σειρ. 12,16 Ο εχθρός σου θα έχη πάντοτε γλυκά λόγια εις τα χείλη του· εις την καρδίαν του όμως θα σκέπτεται, να σε ανατρέψη και να σε ρίψη εις βόθρον. Ο εχθρός σου θα έχη υποκριτικά δάκρυα συμπαθείας εις τα μάτια του δια σέ. Εάν όμως εύρη ευκαιρίαν, δεν θα χορταίνη από το αίμα σου.
 
Σοφ. Σειρ. 12,17 κακὰ ἂν ὑπαντήσῃ σοι, εὑρήσεις αὐτὸν ἐκεῖ πρότερόν σου, καὶ ὡς βοηθῶν ὑποσχάσει πτέρναν σου·
Σοφ. Σειρ. 12,17 Εάν σου συμβή κάτι κακόν, θα εύρης αυτόν εκεί έμπροσθέν σου· και προσποιούμενος ότι σε βοηθεί, θα σε αρπάση από την πτέρναν, δια να σε ρίψη κάτω.
 
Σοφ. Σειρ. 12,18 κινήσει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ ἐπικροτήσει ταῖς χερσὶν αὐτοῦ καὶ πολλὰ διαψιθυρίσει καὶ ἀλλοιώσει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 12,18 Επειτα θα κινή εμπαικτικώς την κεφαλήν του, θα κτυπά με χαιρεκακίαν τας παλάμας του, θα ψιθυρίζη πολλά εις βάρος σου και θα μεταβάλη το πρόσωπόν του, ώστε να φανή μοχθηρόν, όπως εις την πραγματικότητα είναι.
 
Σοφ. Σειρ. 13,1 Ὁ ἁπτόμενος πίσσης μολυνθήσεται, καὶ ὁ κοινωνῶν ὑπερηφάνῳ ὁμοιωθήσεται αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 13,1 Εκείνος που εγγίζει την πίσσαν, θα πασαλειφθή με την ακαθαρσίαν της, και εκείνος που συναναστρέφεται με άνθρωπον υπερήφανον, θα γίνη όμοιος με αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 13,2 βάρος ὑπὲρ σὲ μὴ ἄρῃς, καὶ ἰσχυροτέρῳ σου καὶ πλουσιωτέρῳ μὴ κοινώνει. τί κοινωνήσει χύτρα πρὸς λέβητα; αὕτη προσκρούσει, καὶ αὕτη συντριβήσεται.
Σοφ. Σειρ. 13,2 Μη σηκώνης στους ώμους σου βάρος ανώτερον από τας δυνάμεις σου. Με άνθρωπον, που είναι ισχυρότερος και πλουσιώτερος από σέ, μη έχης πολλήν επικοινωνίαν. Ποίαν σχέσιν ημπορεί να έχη μία πηλίνη χύτρα με τον χάλκινον λέβητα; Εάν προσκρούση εις εκείνον, αυτή θα συντριβή.
 
Σοφ. Σειρ. 13,3 πλούσιος ἠδίκησε, καὶ αὐτὸς προσενεβριμήσατο· πτωχὸς ἠδίκηται, καὶ αὐτὸς προσδεηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 13,3 Ο πλούσιος αδικεί και έχει το θράσος να μεγαλαυχή και να επιπλήττη. Ο πτωχός αδικείται και όμως ικετεύει και παρακαλεί, ως εάν είναι ένοχος.
 
Σοφ. Σειρ. 13,4 ἐὰν χρησιμεύσῃς, ἐργᾶται ἐν σοί· καὶ ἐὰν ὑστερήσῃς, καταλείψει σε.
Σοφ. Σειρ. 13,4 Εάν συ ο πτωχός είσαι εις κάτι χρήσιμος προς τον πλούσιον, θα σε εκμεταλλευθή. Εάν όμως ευρεθής εις ανάγκην και στέρησιν, αυτός θα σε εγκαταλείψη.
 
Σοφ. Σειρ. 13,5 ἐὰν ἔχῃς, συμβιώσεταί σοι καὶ ἀποκενώσει σε, καὶ αὐτὸς οὐ πονέσει.
Σοφ. Σειρ. 13,5 Εάν έχης αγαθά, αυτός υποκριτικώτατα θα σε συναναστρέφεται και θα ζη μαζή σου, μέχρις ότου σου αρπάση τα αγαθά και σε αδειάση εντελώς από αυτά. Δεν θα αισθανθή δε καμμίαν λύπην και στενοχωρίαν δια το κακόν, που σου έκαμε.
 
Σοφ. Σειρ. 13,6 χρείαν ἔσχηκέ σου, καὶ ἀποπλανήσει σε καὶ προσγελάσεταί σοι καὶ δώσει σοι ἐλπίδα· λαλήσει σοι καλὰ καὶ ἐρεῖ· τίς ἡ χρεία σου;
Σοφ. Σειρ. 13,6 Οταν έχη την ανάγκην σου, θα προσπαθήση να σε παραπλανήση. Θα φανή φιλομειδής και γελαστός απέναντί σου και θα σου δώση ελπίδα. Θα ομιλήση προς σε με καλά λόγια και θα σου πη, “τι ανάγκην έχεις;”
 
Σοφ. Σειρ. 13,7 καὶ αἰσχυνεῖ σε ἐν τοῖς βρώμασιν αὐτοῦ, ἕως οὗ ἀποκενώσῃ σε δὶς ἢ τρίς, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων καταμωκήσεταί σου· μετὰ ταῦτα ὄψεταί σε καὶ καταλείψει σε καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ κινήσει ἐπὶ σοί.
Σοφ. Σειρ. 13,7 Θα σε κάμη να αισθανθής συστολήν απέναντί του με τα συμπόσιά του, μέχρις ότου σε απογυμνώση από τα αγαθά σου δύο και τρεις φορές και τελευταία θα σε ειρωνεύεται και θα σε περιγελά. Επειτα θα ίδη την πτωχείαν, εις την οποίαν σε κατήντησε, θα σε εγκαταλείψη και θα κινή εμπαικτικώς την κεφαλήν του εις βάρος σου.
 
Σοφ. Σειρ. 13,8 πρόσεχε μὴ ἀποπλανηθῇς καὶ μὴ ταπεινωθῇς ἐν ἀφροσύνῃ σου.
Σοφ. Σειρ. 13,8 Πρόσεχε, μη παραπλανηθής από αυτόν, δια να μη εξευτελισθής με αυτήν σου την απερισκεψίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 13,9 Προσκαλεσαμένου σε δυνάστου, ὑποχωρῶν γίνου, καὶ τόσῳ μᾶλλον προσκαλέσεταί σε.
Σοφ. Σειρ. 13,9 Οταν ένας άρχων σε προσκαλή, δια να σε τιμήση, συ προσπάθησε να αποφύγης την πρόσκλησιν και αυτός τόσον περισσότερον θα σε προσκαλή.
 
Σοφ. Σειρ. 13,10 μὴ ἔμπιπτε, ἵνα μὴ ἀπωσθῇς, καὶ μὴ μακρὰν ἀφίστω, ἵνα μὴ ἐπιλησθῇς.
Σοφ. Σειρ. 13,10 Παντως μη σπεύδης προς αυτόν, δια να μη σε απωθήση κατόπιν, αλλά και να μη στέκεσαι πολύ μακράν, δια να μη σε λησμονήση.
 
Σοφ. Σειρ. 13,11 μὴ ἔπεχε ἰσηγορεῖσθαι μετ᾿ αὐτοῦ καὶ μὴ πίστευε τοῖς πλείοσι λόγοις αὐτοῦ· ἐκ πολλῆς γὰρ λαλιᾶς πειράσει σε καὶ ὡς προσγελῶν ἐξετάσει σε.
Σοφ. Σειρ. 13,11 Πρόσεχε, μη ομιλήσης μαζή του ως ίσος προς ίσον, και μη δίδης εμπιστοσύνην εις τα πολλά λόγια του. Διότι αυτός με τα πολλά λόγια του θα θελήση να σε δοκιμάση, και καθ' ον χρόνον γελαστός θα σου ομιλή θα βυθομετρή τα βάθη της καρδίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 13,12 ἀνελεήμων ὁ μὴ συντηρῶν λόγους καὶ οὐ μὴ φείσηται περὶ κακώσεως καὶ δεσμῶν.
Σοφ. Σειρ. 13,12 Σκληρός θα φανή προς σε αυτός, που εδείχθη πλούσιος εις λόγια και υποσχέσεις. Και δεν θα λυπηθή ούτε θα διστάση, να χρησιμοποιήση εναντίον σου βασανιστήρια και δεσμά φυλακής.
 
Σοφ. Σειρ. 13,13 συντήρησον καὶ πρόσεχε σφοδρῶς, ὅτι μετὰ τῆς πτώσεώς σου περιπατεῖς.
Σοφ. Σειρ. 13,13 Λαβε τα μέτρα σου, πρόσεχε πάρα πολύ. Διότι συναναστρεφόμενος εκείνον συμπορεύεσαι με βέβαίαν την πτώσιν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 13,14 [ἀκούων αὐτὰ ἐν ὕπνῳ σου γρηγόρησον· πάσῃ ζωῇ σου ἀγάπα τὸν Κύριον, καὶ ἐπικαλοῦ αὐτὸν εἰς σωτηρίαν σου].
Σοφ. Σειρ. 13,14 Ακούων αυτά πρόσεχε και εις αυτόν ακόμη τον ύπνον σου. Εις όλην σου την ζωήν τον Κυριον μόνον να αγαπάς και αυτόν να επικαλήσαι δια την σωτηρίαν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 13,15 Πᾶν ζῷον ἀγαπᾷ τὸ ὅμοιον αὐτῷ καὶ πᾶς ἄνθρωπος τὸν πλησίον αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 13,15 Καθε ζώον αγαπώ το όμοιον προς αυτό. Ετσι και κάθε άνθρωπος αγαπά τον από κοινωνικής θέσεως και μορφώσεως όμοιόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 13,16 πᾶσα σὰρξ κατὰ γένος συνάγεται, καὶ τῷ ὁμοίῳ αὐτοῦ προσκολληθήσεται ἀνήρ.
Σοφ. Σειρ. 13,16 Καθε ζώον εντάσσεται και αποτελεί ομάδα με αλλά ζώα του είδους του. Ετσι και κάθε άνθρωπος επικοινωνεί και προσκολλάται εις άλλους ομοίους του.
 
Σοφ. Σειρ. 13,17 τί κοινωνήσει λύκος ἀμνῷ; οὕτως ἁμαρτωλὸς πρὸς εὐσεβῆ.
Σοφ. Σειρ. 13,17 Ποία σχέσις και επικοινωνία είναι δυνατόν να υπάρχη μεταξύ λύκου και αρνίου; Ετσι μεταξύ αμαρτωλού και ευσεβούς ανθρώπου.
 
Σοφ. Σειρ. 13,18 τίς εἰρήνη ὑαίνῃ πρὸς κύνα; καὶ τίς εἰρήνη πλουσίῳ πρὸς πένητα;
Σοφ. Σειρ. 13,18 Ποία ειρηνική σχέσις και επικοινωνία είναι δυνατόν να υπάρχη ανάμεσα εις την ύαιναν και το σκυλί; Καμμία. Ποία κατ' αναλογίαν ειρηνική επικοινωνία και αναστροφή ημπορεί να υπάρχη μεταξύ ενός πλουσίου και ενός πτωχού;
 
Σοφ. Σειρ. 13,19 κυνήγια λεόντων ὄναγροι ἐν ἐρήμῳ, οὕτως νομαὶ πλουσίων πτωχοί.
Σοφ. Σειρ. 13,19 Οι λέοντες κυνηγούν αγρίους όνους εις ερήμους περιοχάς. Ετσι θήραμα και βοσκή των πλουσίων είναι οι πτωχοί.
 
Σοφ. Σειρ. 13,20 βδέλυγμα ὑπερηφάνῳ ταπεινότης, οὕτως βδέλυγμα πλουσίῳ πτωχός.
Σοφ. Σειρ. 13,20 Η ταπεινοφροσύνη είναι μισητή και αποκρουστική στον υπερήφανον. Ετσι αποκρουστικός είναι και ο πτωχός στον πλούσιον.
 
Σοφ. Σειρ. 13,21 πλούσιος σαλευόμενος στηρίζεται ὑπὸ φίλων, ταπεινὸς δὲ πεσὼν προσαπωθεῖται ὑπὸ φίλων.
Σοφ. Σειρ. 13,21 Οταν κάποιος πλούσιος κλονισθή, στηρίζεται από τους φίλους του. Οταν όμως ο πτωχός περιπέση εις δυστυχίαν, σπρώχνεται και από αυτούς τους φίλους του.
 
Σοφ. Σειρ. 13,22 πλουσίου σφαλέντος πολλοὶ ἀντιλήπτορες, ἐλάλησεν ἀπόῤῥητα καὶ ἐδικαίωσαν αὐτόν. ταπεινὸς ἔσφαλε καὶ προσεπετίμησαν αὐτῷ, ἐφθέγξατο σύνεσιν καὶ οὐκ ἐδόθη αὐτῷ τόπος.
Σοφ. Σειρ. 13,22 Οταν ένας πλούσιος περιπέση εις αποτυχίας, πολλοί θα τρέξουν να τον βοηθήσουν. Λέγει ανοησίες και λόγια, που δια συστολήν και εντροπήν δεν πρέπει να λέγωνται, και σπεύδουν όλοι να τον δικαιολογήσουν. Οταν όμως ο πτωχός υποπέση εις σφάλμα, όλοι τον παρατηρούν και τον ελέγχουν. Δεν ευρίσκει ακόμη θέσιν ούτε και όταν λέγη σοφά και συνετά λόγια.
 
Σοφ. Σειρ. 13,23 πλούσιος ἐλάλησε καὶ πάντες ἐσίγησαν, καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ ἀνύψωσαν ἕως τῶν νεφελῶν. πτωχὸς ἐλάλησε καὶ εἶπαν· τίς οὗτος; κἂν προσκόψῃ, προσανατρέψουσιν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 13,23 Ομιλεί ο πλούσιος και όλοι σιωπούν· εγκωμιάζουν τα λόγια του και τα ανυψώνουν έως τα σύννεφα του ουρανού. Ομιλεί ο πτωχός και εκείνοι περιφρονητικώς λέγουν αναμεταξύ των· “ποιός είναι αυτός που τολμά να ομιλή;” Εάν ο πτωχός σκοντάψη, θα τον ρίψουν κατά γης και θα τον ποδοπατήσουν.
 
Σοφ. Σειρ. 13,24 ἀγαθὸς ὁ πλοῦτος, ᾧ μή ἐστιν ἁμαρτία, καὶ πονηρὰ ἡ πτωχεία ἐν στόματι ἀσεβοῦς.
Σοφ. Σειρ. 13,24 Καλός είναι ο πλούτος μόνον εκεί, όπου δεν υπάρχει αμαρτία. Θεωρείται δε κακή και καταφρονητέα η πτωχεία μόνον από την καρδίαν και τα στόματα των ασεβών.
 
Σοφ. Σειρ. 13,25 Καρδία ἀνθρώπου ἀλλοιοῖ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἐάν τε εἰς ἀγαθὰ ἐάν τε εἰς κακά.
Σοφ. Σειρ. 13,25 Η καρδιά του ανθρώπου ανάλογα με το περιεχόμενόν της κάνει το πρόσωπόν του είτε ευχάριστον είτε σκυθρωπόν.
 
Σοφ. Σειρ. 13,26 ἴχνος καρδίας ἐν ἀγαθοῖς πρόσωπον ἱλαρόν, καὶ εὕρεσις παραβολῶν διαλογισμοὶ μετὰ κόπου.
Σοφ. Σειρ. 13,26 Εκφρασις καρδίας αγαθής είναι το γλυκύ και ευχάριστον πρόσωπον. Η εύρεσις και αποδοχή σοφών γνωμικών είναι ένα έργον, που απαιτεί κόπον.
 
Σοφ. Σειρ. 14,1 Μακάριος ἀνήρ, ὣς οὐκ ὠλίσθησεν ἐν στόματι αὐτοῦ καὶ οὐ κατενύγη ἐν λύπῃ ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 14,1 Ευτυχής είναι ο άνθρωπος εκείνος, από το στόμα του οποίου δεν εξέφυγαν λόγια αμαρτωλά και ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν είχε τύψεις συνειδήσεως και λύπην δι' αμαρτίας στόματός του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,2 μακάριος οὗ οὐ κατέγνω ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ὃς οὐκ ἔπεσεν ἀπὸ τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 14,2 Μακάριος είναι ο άνθρωπος, τον οποίον δεν ελέγχει η συνείδησις και ο οποίος δεν έχει ξεπέσει και δεν έχει χάσει την ελπίδα του στον Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 14,3 Ἀνδρὶ μικρολόγῳ οὐ καλὸς ὁ πλοῦτος, καὶ ἀνθρώπῳ βασκάνῳ ἱνατί χρήματα;
Σοφ. Σειρ. 14,3 Εις τον μικροπρεπή άνθρωπον δεν είναι καλός ο πλούτος. Εις άνθρωπον φθονερόν, που λυώνει από τον φθόνον του, τι χρειάζονται τα χρήματα;
 
Σοφ. Σειρ. 14,4 ὁ συνάγων ἀπὸ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ συνάγει ἄλλοις, καὶ ἐν τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ τρυφήσουσιν ἕτεροι.
Σοφ. Σειρ. 14,4 Εκείνος που συνάγει χρήματα κάμνων μεγάλας οικονομίας εις βάρος της ζωής του, τα συγκεντρώνει δια τους άλλους. Και άλλοι είναι εκείνοι, οι οποίοι θα χαρούν και θα γλεντοκοπήσουν με τα αγαθά του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,5 ὁ πονηρὸς ἑαυτῷ τίνι ἀγαθὸς ἔσται; καὶ οὐ μὴ εὐφρανθήσεται ἐν τοῖς χρήμασιν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 14,5 Εκείνος που είναι κακός δια τον ίδιον τον εαυτόν του, εις ποίον είναι δυνατόν να φανή καλός; Αυτός δεν θα απολαύση και δεν θα χαρή τα αγαθά του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,6 τοῦ βασκαίνοντος ἑαυτὸν οὐκ ἔστι πονηρότερος, καὶ τοῦτο ἀνταπόδομα τῆς κακίας αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 14,6 Δεν υπάρχει δυστυχέστερος άνθρωπος από τον ζηλόφθονον. Αυτό τούτο το πάθος του αποτελεί την τιμωρίαν της κακίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,7 κἂν εὖ ποιῇ, ἐν λήθῃ ποιεῖ, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκφαίνει τὴν κακίαν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 14,7 Εάν δε τύχη και κάμη κάποιο καλόν, κατά λάθος το πράττει. Διότι στο τέλος θα φανερώση την κακίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,8 πονηρὸς ὁ βασκαίνων ὀφθαλμῷ, ἀποστρέφων πρόσωπον καὶ ὑπερορῶν ψυχάς.
Σοφ. Σειρ. 14,8 Κακός είναι εκείνος, ο οποίος με τα ίδια του τα μάτια εκδηλώνει τον φθόνον του, γυρίζει το πρόσωπόν του από εκείνους, που έχουν ανάγκην, και τους αντιπαρέρχεται με αδιαφορίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 14,9 πλεονέκτου ὀφθαλμὸς οὐκ ἐμπίπλαται μερίδι, καὶ ἀδικία πονηρὰ ἀναξηραίνει ψυχήν.
Σοφ. Σειρ. 14,9 Το μάτι του πλεονέκτου δεν χορταίνει ποτέ με εκείνα, που έχει. Η δε αχόρταστος πλεονεξία, που τον ωθεί προς αδικίας, ξηραίνει κάθε τι καλόν από την ψυχήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,10 ὀφθαλμὸς πονηρὸς φθονερὸς ἐπ᾿ ἄρτῳ καὶ ἐλλιπὴς ἐπὶ τῆς τραπέζης αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 14,10 Ο φθονερός οφθαλμός του φιλαργύρου τσιγκουνεύεται και αυτόν τον άρτον, ώστε ολιγοστός να παρατίθεται πάντοτε εις την τράπεζάν του.
 
Σοφ. Σειρ. 14,11 Τέκνον, καθὼς ἐὰν ἔχῃς, εὖ ποίει σεαυτὸν καὶ προσφορὰς Κυρίῳ ἀξίως πρόσαγε.
Σοφ. Σειρ. 14,11 Παιδί μου, ανάλογα με εκείνα, τα οποία έχεις, να περιποιήσαι τον εαυτόν σου, κατ' αξίαν δε να προσφέρης προς τον Κυριον θυσίας και δωρεάς.
 
Σοφ. Σειρ. 14,12 μνήσθητι ὅτι θάνατος οὐ χρονιεῖ καὶ διαθήκη ᾅδου οὐχ ὑπεδείχθη σοι·
Σοφ. Σειρ. 14,12 Εχε πάντοτε υπ' όψιν σου ότι ο θάνατος δεν θα αργήση να έλθη και καμμία συμφωνία με τον άδην δεν σου έχει αποκαλυφθή. Και άρα δεν γνωρίζεις την ώραν της εκδημίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 14,13 πρίν σε τελευτῆσαι, εὖ ποίει φίλῳ καὶ κατὰ τὴν ἰσχύν σου ἔκτεινον καὶ δῷς αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 14,13 Πριν, λοιπόν, αποθάνης, κάμνε το καλόν στον φίλον σου και ανάλογα με την οικονομικήν σου δυνατότητα άπλωνε το χέρι σου και δίνε εις αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 14,14 μὴ ἀφυστερήσῃς ἀπὸ ἀγαθῆς ἡμέρας, καὶ μερὶς ἐπιθυμίας ἀγαθῆς μή σε παρελθάτω.
Σοφ. Σειρ. 14,14 Μη απαρνήσαι την ευτυχίαν της παρούσης καλής ημέρας και μη αφήνης να σου διαφεύγουν αι παρά του Θεού επιτρεπόμενοι απολαύσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 14,15 οὐχὶ ἑτέρῳ καταλείψεις τοὺς πόνους σου καὶ τοὺς κόπους σου εἰς διαίρεσιν κλήρου;
Σοφ. Σειρ. 14,15 Οταν αποθάνης, δεν θα αφήσης τους κόπους σου εις τα χέρια άλλων και όσα με την εργασίαν σου απέκτησες δεν θα τα αφήσης, να τα μοιρασθούν με κλήρον μεταξύ των οι κληρονόμοι;
 
Σοφ. Σειρ. 14,16 δὸς καὶ λάβε καὶ ἀπάτησον τὴν ψυχήν σου, ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν ᾅδου ζητῆσαι τρυφήν.
Σοφ. Σειρ. 14,16 Δώσε και πάρε. Διδε ευκαιρίαν χαράς και αναψυχής εις την ζωήν σου, διότι στον άδην δεν θα αναζητήσης και δεν θα εύρης απόλαυσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 14,17 πᾶσα σὰρξ ὡς ἱμάτιον παλαιοῦται, ἡ γὰρ διαθήκη ἀπ᾿ αἰῶνος· θανάτῳ ἀποθανῇ.
Σοφ. Σειρ. 14,17 Το σώμα του ανθρώπου γηράσκει, όπως παληώνει το φόρεμα. Ο θάνατος είναι η από αιώνος εντολή του Θεού. Και συ, λοιπόν, οπωσδήποτε θα αποθάνης.
 
Σοφ. Σειρ. 14,18 ὡς φύλλον θάλλον ἐπὶ δένδρου δασέος, τὰ μὲν καταβάλλει, ἄλλα δὲ φύει, οὕτως γενεὰ σαρκὸς καὶ αἵματος, ἡ μὲν τελευτᾷ, ἑτέρα δὲ γεννᾶται.
Σοφ. Σειρ. 14,18 Από το θαλλερόν φύλλωμα πυκνοφύλλου δένδρου άλλα μεν φύλλα πίπτουν, άλλα δε βλαστάνουν. Ετσι συμβαίνει και μεταξύ των γενεών των ανθρώπων, που έχουν σάρκα και αίμα· άλλη μεν γενεά αποθνήσκει, άλλη δε γεννάται.
 
Σοφ. Σειρ. 14,19 πᾶν ἔργον σηπόμενον ἐκλείπει, καὶ ὁ ἐργαζόμενος αὐτὸ μετ᾿ αὐτοῦ ἀπελεύσεται.
Σοφ. Σειρ. 14,19 Ωσάν το φύλλον κάθε έργον πονηρού ανθρώπου σαπίζει και εξαφανίζεται· μαζή δέ με αυτό περνάει και εξαφανίζεται και φεύγει και ο άνθρωπος, που το έπραξε.
 
Σοφ. Σειρ. 14,20 Μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐν σοφίᾳ τελευτήσει καὶ ὃς ἐν συνέσει αὐτοῦ διαλεχθήσεται,
Σοφ. Σειρ. 14,20 Ευτυχής ο άνθρωπος, ο οποίος θα τελευτήση μελετών τας αληθείας αυτάς με σοφίαν και ο οποίος συλλογίζεται και σκέπτεταί με σύνεσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 14,21 ὁ διανοούμενος τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἀποκρύφοις αὐτῆς νοηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 14,21 Αυτός, που σκέπτεται στο βάθος της καρδίας του τας εντολάς της θείας σοφίας, αυτός και κατανοεί τα απόκρυφα και άρρητα αυτής νοήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 14,22 ἔξελθε ὀπίσω αὐτῆς ὡς ἰχνευτής, καὶ ἐν ταῖς εἰσόδοις αὐτῆς ἐνέδρευε.
Σοφ. Σειρ. 14,22 Εβγα από το σπίτι σου, ωσάν ανιχνευτής, ακολούθησε τους δρόμους της σοφίας πίσω από αυτήν και στήσε ενέδραν εις την είσοδον του οίκου της.
 
Σοφ. Σειρ. 14,23 ὁ παρακύπτων διὰ τῶν θυρίδων αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν θυρωμάτων αὐτῆς ἀκροάσεται.
Σοφ. Σειρ. 14,23 Εκείνος, που σκύβει και παρατηρεί από τα παράθυρά της, αυτός και θα ακροασθή σοφά πράγματα από τας θύρας της.
 
Σοφ. Σειρ. 14,24 ὁ καταλύων σύνεγγυς τοῦ οἴκου αὐτῆς καὶ πήξει πάσσαλον ἐν τοῖς τοίχοις αὐτῆς,
Σοφ. Σειρ. 14,24 Αυτός, που κατοικεί κοντά στον οίκον της και καρφώνει τον πάσσαλον της σκηνής του στον τοίχον της,
 
Σοφ. Σειρ. 14,25 στήσει τὴν σκηνὴν αὐτοῦ κατὰ χεῖρας αὐτῆς καὶ καταλύσει ἐν καταλύματι ἀγαθῶν·
Σοφ. Σειρ. 14,25 στήνει δε την σκηνήν του εκεί, όπου φθάνουν τα χέρια της, αυτός θα έχη το κατάλυμά του πλήρες από αγαθά.
 
Σοφ. Σειρ. 14,26 θήσει τὰ τέκνα αὐτοῦ ἐν τῇ σκέπῃ αὐτῆς καὶ ὑπὸ τοὺς κλάδους αὐτῆς αὐλισθήσεται·
Σοφ. Σειρ. 14,26 Θα θέση τα τέκνα του υπό την σκέπην και την προστασίαν της σοφίας, κάτω δε από τους κλάδους του δένδρου της θα καταυλισθή.
 
Σοφ. Σειρ. 14,27 σκεπασθήσεται ὑπ᾿ αὐτῆς ἀπὸ καύματος καὶ ἐν τῇ δόξῃ αὐτῆς καταλύσει.
Σοφ. Σειρ. 14,27 Θα σκεπασθή από αυτήν και θα προφυλαχθή από το καύμα του ηλίου. Θα μείνη και θα αναπαυθή μέσα εις την δόξαν της.
 
Σοφ. Σειρ. 15,1 Ὁ φοβούμενος Κύριον ποιήσει αὐτό, καὶ ὁ ἐγκρατὴς τοῦ νόμου καταλήψεται αὐτήν·
Σοφ. Σειρ. 15,1 Εκείνος που φοβείται τον Κυριον, θα κάμη αυτό, το οποίον η σοφία του υποδεικνύει. Αυτός δέ που γνωρίζει και εφαρμόζει τον Νομον του Θεού, θα καταλάβη και θα κάμη κτήμα του την σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,2 καὶ ὑπαντήσεται αὐτῷ ὡς μήτηρ καὶ ὡς γυνὴ παρθενίας προσδέξεται αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 15,2 Αυτή θα τον προαπαντήση και θα τον υποδεχθή, όπως υποδέχεται η μητέρα το τέκνον της και όπως υποδέχεται η νεαρά παρθένος σύζυγος τον συζυγόν της.
 
Σοφ. Σειρ. 15,3 ψωμιεῖ αὐτὸν ἄρτον συνέσεως καὶ ὕδωρ σοφίας ποτίσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 15,3 Θα τον χορτάση με άρτον συνέσεως, θα τον ποτίση με το ύδωρ της σοφίας.
 
Σοφ. Σειρ. 15,4 στηριχθήσεται ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ οὐ μὴ κλιθῇ, καὶ ἐπ᾿ αὐτῆς ἐφέξει καὶ οὐ μὴ καταισχυνθῇ·
Σοφ. Σειρ. 15,4 Αυτός δε θα στηριχθή εις αυτήν και έτσι δεν θα κλονισθή ποτέ. Θα την κρατήση σταθερά και θα προσκολληθή εις αυτήν και έτσι δεν θα ντροπιασθή ποτέ.
 
Σοφ. Σειρ. 15,5 καὶ ὑψώσει αὐτὸν παρὰ τοὺς πλησίον αὐτοῦ καὶ ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ἀνοίξει στόμα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 15,5 Θα τον ανυψώση υπεράνω από τους γύρω του ανθρώπους και εν μέσω συνάξεως του λαού θα ανοίξη το στόμα του δια να ομιλήση τα πρέποντα.
 
Σοφ. Σειρ. 15,6 εὐφροσύνην καὶ στέφανον ἀγαλλιάματος καὶ ὄνομα αἰώνιον κατακληρονομήσει.
Σοφ. Σειρ. 15,6 Η σοφία θα δώση ως κληρονομίαν της εις αυτόν χαράν, στέφανον αγαλλιάσεως και όνομα αιώνιον και ένδοξον.
 
Σοφ. Σειρ. 15,7 οὐ μὴ καταλήψονται αὐτὴν ἄνθρωποι ἀσύνετοι, καὶ ἄνδρες ἁμαρτωλοὶ οὐ μὴ ἴδωσιν αὐτήν·
Σοφ. Σειρ. 15,7 Οι μωροί και ασεβείς δεν θα απολαύσουν σοφίαν, ούτε οι αμαρτωλοί άνθρωποι θα την αντικρύσουν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,8 μακράν ἐστιν ὑπερηφανίας, καὶ ἄνδρες ψεῦσται οὐ μὴ μνησθήσονται αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 15,8 Διότι η σοφία ευρίσκεται μακράν από την υπερηφάνειαν και οι άνθρωποι του ψεύδους ούτε καν και θα την ενθυμηθούν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,9 Οὐχ ὡραῖος αἶνος ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ, ὅτι οὐ παρὰ Κυρίου ἀπεστάλη·
Σοφ. Σειρ. 15,9 Δεν ταιριάζει και ούτε ενθρονίζεται ωραίος ύμνος στο στόμα του αμαρτωλού. Τέτοιος ύμνος δεν του έχει αποσταλή από τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 15,10 ἐν γὰρ σοφίᾳ ῥηθήσεται αἶνος, καὶ ὁ Κύριος εὐοδώσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 15,10 Διότι εις την αληθινήν σοφίαν εκφράζεται ο αίνος προς τον Θεόν και ο Κυριος στέλλει και κατευοδώνει αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,11 μὴ εἴπῃς ὅτι διὰ Κύριον ἀπέστην· ἃ γὰρ ἐμίσησεν, οὐ ποιήσεις.
Σοφ. Σειρ. 15,11 Μη είπης, ότι, εάν εγώ απεμακρύνθην από την σοφίαν και τας θείας εντολάς, το έπραξα δια τον Κυριον. Διότι, εκείνο το οποίον αυτός μισεί, συ ποτέ δεν πρέπει να το πράξης.
 
Σοφ. Σειρ. 15,12 μὴ εἴπῃς ὅτι αὐτός με ἐπλάνησεν· οὐ γὰρ χρείαν ἔχει ἀνδρὸς ἁμαρτωλοῦ.
Σοφ. Σειρ. 15,12 Μη είπης ποτέ ότι ο Θεός με έσυρε εις την πλάνην και με έκαμεν αμαρτωλόν· διότι ο Θεός δεν έχει ανάγκην από αμαρτωλόν άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 15,13 πᾶν βδέλυγμα ἐμίσησε Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἀγαπητὸν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 15,13 Καθε βδελυρόν και αηδιαστικόν αμάρτημα το μισεί ο Κυριος· όσοι δε τον φοφούνται αποστρέφονται το κακόν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,14 αὐτὸς ἐξ ἀρχῆς ἐποίησεν ἄνθρωπον καὶ ἀφῆκεν αὐτὸν ἐν χειρὶ διαβουλίου αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 15,14 Αυτός απ' αρχής εδημιούργησεν ελεύθερον τον άνθρωπον και τον αφήκεν εις την ελευθέραν αυτού θέλησιν και διάθεσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 15,15 ἐὰν θέλῃς, συντηρήσεις ἐντολὰς καὶ πίστιν ποίησαι εὐδοκίας.
Σοφ. Σειρ. 15,15 Εάν θέλης, θα τηρήσης τας εντολάς του και θα πράξης όσα είναι ευδοκία πίστεως.
 
Σοφ. Σειρ. 15,16 παρέθηκέ σοι πῦρ καὶ ὕδωρ· οὗ ἐὰν θέλῃς, ἐκτενεῖς τὴν χεῖρά σου.
Σοφ. Σειρ. 15,16 Ενώπιόν σου έθεσε φωτιά και νερό, όπου θέλεις ημπορείς να απλώσης ελευθέρως το χέρι σου.
 
Σοφ. Σειρ. 15,17 ἔναντι ἀνθρώπων ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, καὶ ὃ ἐὰν εὐδοκήσῃ, δοθήσεται αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 15,17 Ενώπιον των ανθρώπων υπάρχει η ζωή και ο θάνατος και εκείνο το οποίον κανείς θα θελήση και θα προτιμήση, θα του δοθή.
 
Σοφ. Σειρ. 15,18 ὅτι πολλὴ σοφία τοῦ Κυρίου· ἰσχυρὸς ἐν δυναστείᾳ καὶ βλέπων τὰ πάντα,
Σοφ. Σειρ. 15,18 Πολλή είναι η σοφία του Κυρίου. Αυτός είναι ισχυρός και παντοδύναμος και επιβλέπει τα πάντα.
 
Σοφ. Σειρ. 15,19 καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἐπιγνώσεται πᾶν ἔργον ἀνθρώπου.
Σοφ. Σειρ. 15,19 Οι οφθαλμοί αυτού είναι εστραμμένοι προστατευτικώς εις εκείνους, που τον φοβούνται, και αυτός βλέπει, εξετάζει και γνωρίζει καλά κάθε έργον ανθρώπου.
 
Σοφ. Σειρ. 15,20 καὶ οὐκ ἐνετείλατο οὐδενὶ ἀσεβεῖν καὶ οὐκ ἔδωκεν ἄνεσιν οὐδενὶ ἁμαρτάνειν.
Σοφ. Σειρ. 15,20 Εις κανένα δεν έδωσε την εντολήν να είναι ασεβής και εις κανένα δεν έδωσε το δικαίωμα να διαπράττη αμαρτίας.
 
Σοφ. Σειρ. 16,1 Μὴ ἐπιθύμει τέκνων πλῆθος ἀχρήστων, μὴ εὐφραίνου ἐπὶ υἱοῖς ἀσεβέσιν.
Σοφ. Σειρ. 16,1 Μη επιθυμής πλήθος απογόνων, οι οποίοι δεν θα είναι ικανοί εις τίποτε και μη ευφραίνεσαι δια τα παιδιά σου τα ασεβή.
 
Σοφ. Σειρ. 16,2 ἐὰν πληθύνωσι, μὴ εὐφραίνου ἐπ᾿ αὐτοῖς, εἰ μή ἐστι φόβος Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 16,2 Εάν πληθυνθον, μη ευφρανθής δι' αυτά, έκτος εάν εις τας καρδίας τΩν υπάρχη ο φόβος του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 16,3 μὴ ἐμπιστεύσῃς τῇ ζωῇ αὐτῶν καὶ μὴ ἔπεχε ἐπὶ τὸ πλῆθος αὐτῶν· κρείσσων γὰρ εἷς ἢ χίλιοι, καὶ ἀποθανεῖν ἄτεκνον ἢ ἔχειν τέκνα ἀσεβῆ.
Σοφ. Σειρ. 16,3 Μη ελπίζης μακράν και ευτυχισμένην την ζωήν αυτών, και μη στηρίζεσαι στο πλήθος των. Προτιμότερος είναι ένας ευσεβής παρά χίλιοι ασεβείς. Και είναι προτιμότερον να αποθάνη κανείς άτεκνος, παρά να έχη παιδιά ασεβή και αμαρτωλά.
 
Σοφ. Σειρ. 16,4 ἀπὸ γὰρ ἑνὸς συνετοῦ συνοικισθήσεται πόλις, φυλὴ δὲ ἀνόμων ἐρημωθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 16,4 Διότι ενας μυαλωμένος και του Θεού άνθρωπος ημπορεί να γεμίση από πλήθος ανθρώπων μίαν πόλιν. Ολόκληρος δε φυλή ανόμων και αμαρτωλών ανθρώπων θα εξολοθρευθή και θα ερημωθή.
 
Σοφ. Σειρ. 16,5 πολλὰ τοιαῦτα ἑώρακα ἐν ὀφθαλμοῖς μου, καὶ ἰσχυρότερα τούτων ἀκήκοε τὸ οὖς μου.
Σοφ. Σειρ. 16,5 Πολλά τέτοια γεγονότα είδα με τα μάτια μου και ακόμη σπουδαιότερα από αυτά ήκουσαν τα αυτιά μου.
 
Σοφ. Σειρ. 16,6 ἐν συναγωγῇ ἁμαρτωλῶν ἐκκαυθήσεται πῦρ, καὶ ἐν ἔθνει ἀπειθεῖ ἐξεκαύθη ὀργή.
Σοφ. Σειρ. 16,6 Εις συγκέντρωσιν αμαρτωλών θα ανάψη φωτιά, δια να τους κατακαύση, και εναντίον έθνους, που δεν υπακούει εις τας θείας εντολάς, ωσάν πυρκαϊά θα εκσπάση η οργή του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 16,7 οὐκ ἐξιλάσατο περὶ τῶν ἀρχαίων γιγάντων, οἳ ἀπέστησαν τῇ ἰσχύϊ αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 16,7 Ο Θεός δεν εξιλεώθη και δεν συνεχώρησε τους αρχαίους εκείνους γίγαντας, οι οποίοι, έχοντες πεποίθησιν εις την δύναμίν των, απεμακρύνθησαν από αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 16,8 οὐκ ἐφείσατο περὶ τῆς παροικίας Λώτ, οὓς ἐβδελύξατο διὰ τὴν ὑπερηφανίαν αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 16,8 Δεν ελυπήθη την πόλιν, εις την οποίαν κατοικούσε ο Λωτ. Τους κατοίκους αυτής τους απεστράφη και τους εμίσησε δια την υπερηφάνειάν των.
 
Σοφ. Σειρ. 16,9 οὐκ ἠλέησεν ἔθνος ἀπωλείας, τοὺς ἐξῃρμένους ἐν ἁμαρτίαις αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 16,9 Δεν ηλέησεν έθνος, το οποίον εκουσίως εβάδισε τον δρόμον της απωλείας, τους ανθρώπους που αλαζονεύθησαν μέσα εις τας αμαρτίας των.
 
Σοφ. Σειρ. 16,10 καὶ οὕτως ἑξακοσίας χιλιάδας πεζῶν τοὺς ἐπισυναχθέντας ἐν σκληροκαρδίᾳ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 16,10 Και έτσι δεν ηλέησεν ο Κυριος αυτούς, αλλά εξωλόθρευσεν εξακοσίας χιλιάδας ανδρών Εβραίων εις την έρημον, οι οποίοι εν τη σκληροκαρδία των είχαν συσσωματωθή απειθούντες προς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 16,11 κἂν ᾖ εἷς σκληροτράχηλος, θαυμαστὸν τοῦτο εἰ ἀθωωθήσεται· ἔλεος γὰρ καὶ ὀργὴ παρ᾿ αὐτῷ, δυνάστης ἐξιλασμῶν καὶ ἐκχέων ὀργήν.
Σοφ. Σειρ. 16,11 Εάν δε έστω και ένας σκληροτράχηλος υπάρξη, θα είναι θαυμαστόν, εάν διαφύγη την τιμωρίαν. Διότι στον Κυριον υπάρχει βεβαίως το έλεος, αλλά και η δικαία οργή. Ο Κυριος είναι ο άρχων και ο χορηγός των οικτιρμών, άλλα και αφήνει να εκσπά η οργή του εναντίον των αμετανοήτων αμαρτωλών.
 
Σοφ. Σειρ. 16,12 κατὰ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ, οὕτως καὶ πολὺς ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ· ἄνδρα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ κρίνει.
Σοφ. Σειρ. 16,12 Οσον μέγα είναι το έλεός του, τόσον μεγάλη είναι και η δικαία τιμωρία, που στέλλει. Αυτός κρίνει τον καθένα άνθρωπον κατά τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 16,13 οὐκ ἐκφεύξεται ἐν ἁρπάγμασιν ἁμαρτωλός, καὶ οὐ μὴ καθυστερήσῃ ὑπομονὴν εὐσεβοῦς.
Σοφ. Σειρ. 16,13 Ο αμαρτωλός με τας αρπαγάς του δεν θα διαφύγη την δικαίαν παρά Θεού τιμωρίαν και δεν θα καθυστερήση ο Κυριος να βραβεύση την υπομονήν του ευσεβούς.
 
Σοφ. Σειρ. 16,14 πάσῃ ἐλεημοσύνῃ ποιήσει τόπον, ἕκαστος κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ εὑρήσει.
Σοφ. Σειρ. 16,14 Πρυς πάσαν κατεύθυνσιν θα σκορπίση ο Κυριος το έλεός του, αλλά ο καθένας θα εύρη κατά τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 16,15 [Κύριος ἐσκλήρυνε Φαραὼ μὴ εἰδέναι αὐτόν, ὅπως ἂν γνωσθῇ ἐνεργήματα αὐτοῦ τῇ ὑπ᾿ οὐρανόν.
Σοφ. Σειρ. 16,15 Ο Κυριος αφήκε να σκληρυνθή η καρδία του Φαραώ, ώστε να μη γνωρίση τον αληθινόν Θεόν, δια να γίνουν έτσι φανερά εις όλην την γην τα έργα του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 16,16 πάσῃ τῇ κτίσει τὸ ἔλεος αὐτοῦ φανερόν, καὶ τὸ φῶς αὐτοῦ καὶ τὸ σκότος ἐμέρισε τῷ ἀδάμαντι].
Σοφ. Σειρ. 16,16 Το έλεός του είναι ολοφάνερον εις όλην την δημιουργίαν. Ωσάν δέ με διαμάντι διεχώρισε το φως από το σκότος.
 
Σοφ. Σειρ. 16,17 μὴ εἴπῃς, ὅτι ἀπὸ Κυρίου κρυβήσομαι, μὴ ἐξ ὕψους τίς μου μνησθήσεται; ἐν λαῷ πλείονι οὐ μὴ γνωσθῶ, τίς γὰρ ἡ ψυχή μου ἐν ἀμετρήτῳ κτίσει;
Σοφ. Σειρ. 16,17 Μη είπης· “εγώ θα κρυφθώ από το βλέμμα του Κυρίου. Μηπως τάχα και από τα ύψη του ουρανού υπάρχει κανείς, που θα ενθυμηθή εμέ τον άνθρωπον της γης; Μέσα δε εις τα πλήθη του λαού κανείς δεν θα με γνωρίση. Και τι είμαι εγώ μέσα εις την απέραντον δημιουργίαν;”
 
Σοφ. Σειρ. 16,18 ἰδοὺ ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἄβυσσος καὶ γῆ σαλευθήσονται ἐν τῇ ἐπισκοπῇ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 16,18 Ιδού, ο ουρανός της γης και ο άλλος, ο απέραντος ουρανός του σύμπαντος, ιδού η άβυσσος της θαλάσσης και η γη κλονίζονται, όταν ρίψη το βλέμμα του ο Κυριος επάνω εις αυτά.
 
Σοφ. Σειρ. 16,19 ἅμα τὰ ὄρη καὶ τὰ θεμέλια τῆς γῆς ἐν τῷ ἐπιβλέψαι εἰς αὐτὰ τρόμῳ συσσείονται,
Σοφ. Σειρ. 16,19 Συγχρόνως τα όρη και τα θεμέλια της γης καταλαμβάνονται από τρόμον και συγκλονίζονται από σεισμόν, όταν ο Κυριος ρίψη προς αυτά άγριον το βλέμμα του.
 
Σοφ. Σειρ. 16,20 καὶ ἐπ᾿ αὐτοῖς οὐ διανοηθήσεται καρδία· καὶ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τίς ἐνθυμηθήσεται;
Σοφ. Σειρ. 16,20 Αλλά όλα αυτά δεν τα σκέπτεται η καρδία του ανθρώπου. Ποιός ενδιαφέρεται και ποιός σκέπτεται τας οδούς του Κυρίου;
 
Σοφ. Σειρ. 16,21 καὶ καταιγίς, ἣν οὐκ ὄψεται ἄνθρωπος, τὰ δὲ πλείονα τῶν ἔργων αὐτοῦ ἐν ἀποκρύφοις.
Σοφ. Σειρ. 16,21 Και αυτή η ορατή και αισθητή καταιγίς αγνοείται από τον άνθρωπον. Τα πλείστα άλλωστε από τα έργα του Θεού παραμένουν άγνωστα και μυστηριώδη δια τον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 16,22 ἔργα δικαιοσύνης τίς ἀναγγελεῖ ἢ τίς ὑπομενεῖ; μακρὰν γὰρ ἡ διαθήκη.
Σοφ. Σειρ. 16,22 Τα έργα της θείας δικαιοσύνης ποιός τα αναγγέλλει η ποιός τα περιμένει μέχρι τέλους; Διότι ο Νομος και αι υποσχέσστου Κυρίου ευρίσκονται μακράν από τον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 16,23 ἐλαττούμενος καρδίᾳ διανοεῖται ταῦτα, καὶ ἀνὴρ ἄφρων καὶ πλανώμενος διανοεῖται μωρά.
Σοφ. Σειρ. 16,23 Αυτά σκέπτεται ο μικρόμυαλος και στενόκαρδος άνθρωπος. Ασύνετος και πλανώμενος σκέπτεται τοιαύτας μωρίας.
 
Σοφ. Σειρ. 16,24 Ἄκουσόν μου, τέκνον, καὶ μάθε ἐπιστήμην καὶ ἐπὶ τῶν λόγων μου πρόσεχε τῇ καρδίᾳ σου.
Σοφ. Σειρ. 16,24 Παιδί μου, άκουσέ με· μάθε την αληθινήν γνώσιν και στους λόγους μου ας δώση προσοχήν η καρδία σου.
 
Σοφ. Σειρ. 16,25 ἐκφανῶ ἐν σταθμῷ παιδείαν καὶ ἐν ἀκριβείᾳ ἀπαγγελῶ ἐπιστήμην.
Σοφ. Σειρ. 16,25 Θα φανερώσω ολοκάθαρα εις σε με ακριβές ζύγι την αληθινήν παιδείαν και μόρφωσιν και με επιμέλειαν και λεπτομέρειαν θα διακηρύξω ενώπιόν σου την επιστήμην.
 
Σοφ. Σειρ. 16,26 ἐν κρίσει Κυρίου τὰ ἔργα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ ἀπὸ ποιήσεως αὐτῶν διέστειλε μερίδας αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 16,26 Με την πάνσοφον κρίσιν του Κυρίου έγιναν απ' αρχής όλα τα έργα του. Και απ' αρχής της δημιουργίας καθώρισε δια το καθένα την θέσιν και τον προορισμόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 16,27 ἐκόσμησεν εἰς αἰῶνα τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν εἰς γενεὰς αὐτῶν· οὔτε ἐπείνασαν οὔτε ἐκοπίασαν καὶ οὐκ ἐξέλιπον ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 16,27 Εστόλισε και ενηρμόνισεν στους αιώνας τα έργα του, από της αρχής της δημιουργίας των και εις τας γενεάς αυτών μέχρι συντελείας. Αυτά ούτε επείνασαν ούτε εκοπίασαν και ποτέ δεν παρεξέκλιναν και δεν παρέλειψαν από τα έργα των.
 
Σοφ. Σειρ. 16,28 ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ οὐκ ἐξέθλιψε, καὶ ἕως αἰῶνος οὐκ ἀπειθήσουσι τοῦ ῥήματος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 16,28 Κανένα από αυτά δεν προσέκρουσε και δεν επέπεσεν επί του άλλου και μέχρι συντελείας των αιώνων δεν θα απειθήσουν ποτέ εις την εντολήν του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 16,29 καὶ μετὰ ταῦτα Κύριος εἰς τὴν γῆν ἐπέβλεψε καὶ ἐνέπλησεν αὐτὴν τῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 16,29 Επειτα ο Κυριος έρριψε το βλέμμα του εις την γην και την εγέμισεν από τα αγαθά του.
 
Σοφ. Σειρ. 16,30 ψυχὴν παντὸς ζῴου ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτῆς, καὶ εἰς αὐτὴν ἡ ἀποστροφὴ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 16,30 Εγέμισε την επιφάνειαν της γης με κάθε ειδός ζώων, και εις την γην αυτά πάλιν θα επιστρέψουν, όταν αποθνήσκουν.
 
Σοφ. Σειρ. 17,1 Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καὶ πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτὸν εἰς αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 17,1 Ο Κυριος έπλασε το σώμα του ανθρώπου από την γην, και πάλιν διέταΞε να επιστρέψη αυτό εις την γην.
 
Σοφ. Σειρ. 17,2 ἡμέρας ἀριθμοῦ καὶ καιρὸν ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν ἐπ᾿ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 17,2 Μετρημένας τας ημέρας της ζωής των έδωκεν στους πρωτοπλάστους. Εχορήγησεν επίσης εις αυτούς την εξουσίαν να άρχουν εις όλα τα ζώα της ξηράς και της θαλάσσης.
 
Σοφ. Σειρ. 17,3 καθ᾿ ἑαυτοὺς ἐνέδυσεν αὐτοὺς ἰσχὺν καὶ κατ᾿ εἰκόνα αὐτοῦ ἐποίησεν αὐτοὺς
Σοφ. Σειρ. 17,3 Περιέβαλε τον καθένα από αυτούς με δύναμιν, τους εδημιούργησε σύμφωνα με την ιδικήν του εικόνα.
 
Σοφ. Σειρ. 17,4 καὶ ἔθηκε τὸν φόβον αὐτοῦ ἐπὶ πάσης σαρκὸς καὶ κατακυριεύειν θηρίων καὶ πετεινῶν.
Σοφ. Σειρ. 17,4 Εις όλα τα δημιουργήματα ενέπνευσε ψόβον απέναντι του ανθρώπου, δια να κατεξουσιάζη αυτός εις όλα τα θηρία του αγρού και εις τα πετεινά του ουρανού.
 
Σοφ. Σειρ. 17,5 [ἔλαβον χρῆσιν τῶν πέντε τοῦ Κυρίου ἐνεργημάτων, ἕκτον δὲ νοῦν αὐτοῖς ἐδωρήσατο μερίζων καὶ τὸν ἕβδομον λόγον ἑρμηνέα τῶν ἐνεργημάτων αὐτοῦ].
Σοφ. Σειρ. 17,5 Επήραν οι πρωτόπλαστοι από τον Κυριον την δύναμιν και την χρήσιν των πέντε αισθήσεων, ως έκτον δε δώρον εχορήγησεν εις αυτούς ο Κυριος την διάνοιαν. Εβδομον δε τον προφορικόν λόγον, δια να ημπορούν να εκφράζουν και να ερμηνεύουν τας ενεργείας και τα δημιουργήματα του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 17,6 διαβούλιον καὶ γλῶσσαν καὶ ὀφθαλμούς, ὦτα καὶ καρδίαν ἔδωκε διανοεῖσθαι αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 17,6 Ελευθέραν βούλησιν, γλώσσαν, οφθαλμούς, αυτιά και καρδίαν έδωσεν εις αυτούς ο Θεός, δια να σκέπτωνται.
 
Σοφ. Σειρ. 17,7 ἐπιστήμην συνέσεως ἐνέπλησεν αὐτοὺς καὶ ἀγαθὰ καὶ κακὰ ὑπέδειξεν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 17,7 Τους εγέμισε με γνώσιν συνέσεως, υπέδειξεν εις αυτούς τα καλά και τα κακά.
 
Σοφ. Σειρ. 17,8 ἔθηκε τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὰς καρδίας αὐτῶν δεῖξαι αὐτοῖς τὸ μεγαλεῖον τῶν ἔργων αὐτοῦ,
Σοφ. Σειρ. 17,8 Εθεσε τον οφθαλμόν του εις τας καρδίας των, τους έδωσε φως νοήσεως, δια να δείξη εις αυτούς, και εκείνοι να ίδουν, το μεγαλείον των έργων του.
 
Σοφ. Σειρ. 17,9 καὶ ὄνομα ἁγιασμοῦ αἰνέσουσιν,
Σοφ. Σειρ. 17,9 Τους έδωσε την δυνατότητα να υμνολογούν και να αγιάζουν το Ονομα του
 
Σοφ. Σειρ. 17,10 ἵνα διηγῶνται τὰ μεγαλεῖα τῶν ἔργων αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 17,10 και να διηγούνται τα μεγαλεία των έργων του.
 
Σοφ. Σειρ. 17,11 προσέθηκεν αὐτοῖς ἐπιστήμην καὶ νόμον ζωῆς ἐκληροδότησεν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 17,11 Προσέθεσεν εις αυτούς γνώσιν και σοφίαν, τους εκληροδότησε τον νόμον της ζωής,
 
Σοφ. Σειρ. 17,12 διαθήκην αἰῶνος ἔστησε μετ᾿ αὐτῶν καὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ ὑπέδειξεν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 17,12 συνήψε μαζή των αιωνίαν διαθήκην και υπέδειξεν εις αυτούς τας εντολάς του.
 
Σοφ. Σειρ. 17,13 μεγαλεῖον δόξης εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν, καὶ δόξαν φωνῆς αὐτῶν ἤκουσε τὸ οὖς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 17,13 Μεγαλείον δόξης είδαν τα μάτια των και την ένδοξον φωνήν του ήκουσαν τα αυτιά των.
 
Σοφ. Σειρ. 17,14 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· προσέχετε ἀπὸ παντὸς ἀδίκου· καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς ἑκάστῳ περὶ τοῦ πλησίον.
Σοφ. Σειρ. 17,14 Είπε δε προς αυτούς· “προσέχετε από κάθε αδικίαν”. Εδωσεν στον καθένα των εντολάς σχετικώς με την συμπεριφοράν του απέναντι του πλησίον του.
 
Σοφ. Σειρ. 17,15 αἱ ὁδοὶ αὐτῶν ἐναντίον αὐτοῦ διαπαντός, οὐ κρυβήσονται ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 17,15 Οι δρόμοι και οι τρόποι της ζωής των ευρίσκονται πάντοτε ενώπιόν του. Δεν θα ημπορέσουν να αποκρυβούν από τα μάτια του.
 
Σοφ. Σειρ. 17,17 ἑκάστῳ ἔθνει κατέστησεν ἡγούμενον, καὶ μερὶς Κυρίου Ἰσραήλ ἐστιν.
Σοφ. Σειρ. 17,17 Εις κάθε άλλο έθνος εγκατέστησεν ο Θεός άρχοντα. Αρχων και κληρονομία όμως του Ισραήλ είναι ο Κυριος.
 
Σοφ. Σειρ. 17,19 ἅπαντα τὰ ἔργα αὐτῶν ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐνδελεχεῖς ἐπὶ τὰς ὁδοὺς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 17,19 Ολα τα έργα αυτών είναι ενώπιόν του φανερά όπως ο ήλιος, και τα μάτια του συνεχώς εις τας πορείας της ζωής των.
 
Σοφ. Σειρ. 17,20 οὐκ ἐκρύβησαν αἱ ἀδικίαι αὐτῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ πᾶσαι αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν ἔναντι Κυρίου.
Σοφ. Σειρ. 17,20 Δεν απεκρύβησαν ούτε αποκρύπτονται αι αδικίαι των από αυτόν και όλαι αι αμαρτίαι των ευρίσκονται πάντοτε ενώπιον του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 17,22 ἐλεημοσύνη ἀνδρὸς ὡς σφραγὶς μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ χάριν ἀνθρώπου ὡς κόρην συντηρήσει.
Σοφ. Σειρ. 17,22 Καθε ελεημοσύνη ανθρώπου είναι δι' αυτόν ως μία σφραγίς. Προσέχει δε και διαφυλάττει ελεημοσύνην ανθρώπου ως κόρην οφθαλμού.
 
Σοφ. Σειρ. 17,23 μετὰ ταῦτα ἐξαναστήσεται καὶ ἀνταποδώσει αὐτοῖς καὶ τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν εἰς κεφαλὴν αὐτῶν ἀποδώσει·
Σοφ. Σειρ. 17,23 Επειτα θα εξεγερθή ο Κυριος και θα αποδώση εις αυτούς, που διαπράττουν αδικίας, το δίκαιον ανταπόδομα. Εις το κεφάλι των θα ανταποδώση τας αδικίας, τας οποίας διέπραξαν.
 
Σοφ. Σειρ. 17,24 πλὴν μετανοοῦσιν ἔδωκεν ἐπάνοδον καὶ παρεκάλεσεν ἐκλείποντας ὑπομονήν.
Σοφ. Σειρ. 17,24 Αλλά στους μετανοούντας έδωσε το δικαίωμα και την δυνατότητα επιστροφής, τους δε λιποψυχούντας τους παρηγόρησε και τους ενίσχυσε, ώστε να υπομένουν.
 
Σοφ. Σειρ. 17,25 Ἐπίστρεφε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀπόλειπε ἁμαρτίας, δεήθητι κατὰ πρόσωπον καὶ σμίκρυνον πρόσκομμα.
Σοφ. Σειρ. 17,25 Γυρισε λοιπόν, ω αμαρτωλέ, και έλα προς τυν Κυριον. Απαρνήσου και άφησε τας αμαρτίας, παρακάλεσέ τον προσωπικώς και λιγόστεψε τας παραβάσεις σου, αι οποίαι παρεντίθενται πρόσκομμα μεταξύ σου και του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 17,26 ἐπάναγε ἐπὶ Ὕψιστον καὶ ἀπόστρεφε ἀπὸ ἀδικίας, καὶ σφόδρα μίσησον βδέλυγμα.
Σοφ. Σειρ. 17,26 Επάνελθε προς τον υψιστον Θεόν. Απομακρύνσου από κάθε αδικίαν, μίσησέ με όλην σου την καρδία αυτά, που είναι βδελυρά και μισητά δια τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 17,27 Ὑψίστῳ τίς αἰνέσει ἐν ᾅδου ἀντὶ ζώντων καὶ ζώντων καὶ διδόντων ἀνθομολόγησιν;
Σοφ. Σειρ. 17,27 Ποιός θα δοξολογήση κάτω στον άδην τον Κυριον αντί εκείνων, που ζουν εις την γην, ζουν και αναπέμπουν δοξολογίαν προς αυτόν;
 
Σοφ. Σειρ. 17,28 ἀπὸ νεκροῦ ὡς μηδὲ ὄντος ἀπόλλυται ἐξομολόγησις· ζῶν καὶ ὑγιὴς αἰνέσει τὸν Κύριον.
Σοφ. Σειρ. 17,28 Από τον νεκρόν, ως εάν πλέον δεν υπάρχη, χάνεται κάθε δοξολογία προς τον Κυριον. Ο ζων και ο υγιής άνθρωπος θα υμνολογήση τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 17,29 ὡς μεγάλη ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Κυρίου καὶ ἐξιλασμὸς τοῖς ἐπιστρέφουσιν ἐπ᾿ αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 17,29 Ποσον μέγα είναι το έλεος του Κυρίου! Η εξιλέωσις και η άφεσις, την οποίαν προσφέρει προς εκείνους, που επιστρέφουν εις αυτόν!
 
Σοφ. Σειρ. 17,30 οὐ γὰρ δύναται πάντα εἶναι ἐν ἀνθρώποις, ὅτι οὐκ ἀθάνατος υἱὸς ἀνθρώπου.
Σοφ. Σειρ. 17,30 Διότι δεν είναι όλα δυνατά και κατορθωτά εκ μέρους των ανθρώπων. Κανείς άνθρωπος, κανείς γεννητός γυναικών δεν είναι αθάνατος.
 
Σοφ. Σειρ. 17,31 τί φωτεινότερον ἡλίου; καὶ τοῦτο ἐκλείπει· καὶ πονηρὸς ἐνθυμηθήσεται σάρκα καὶ αἷμα.
Σοφ. Σειρ. 17,31 Ποίον άλλο κτίσμα είναι φωτεινότερον από τον ήλιον; Και όμως και ο ίδιος εξαφανίζεται με την δύσιν του. Ετσι εκλείπει και ο αμαρτωλός, ο οποίος έχει πάντοτε στον νουν και την καρδίαν του αμαρτωλάς καταστάσεις και πράξεις σαρκός και αίματος.
 
Σοφ. Σειρ. 17,32 δύναμιν ὕψους οὐρανοῦ αὐτὸς ἐπισκέπτεται, καὶ οἱ ἄνθρωποι πάντες γῆ καὶ σποδός.
Σοφ. Σειρ. 17,32 Ο Θεός είναι εκείνος, ο οποίος επιβλέπει τας εν υψηλοίς ουρανίους στρατιάς, όλοι δε οι άνθρωποι δεν είναι παρά χώμα και στάκτη.
 
Σοφ. Σειρ. 18,1 Ὁ ζῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔκτισε τὰ πάντα κοινῇ·
Σοφ. Σειρ. 18,1 Ο αιώνιος Κυριος εδημιούργησεν όλα ανεξαιρέτως.
 
Σοφ. Σειρ. 18,2 Κύριος μόνος δικαιωθήσεται. [καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν αὐτοῦ
Σοφ. Σειρ. 18,2 Ο Κυριος είναι και θα διακηρύσσεται αιωνίως ο μόνος και απόλυτα δίκαιος. Δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού.
 
Σοφ. Σειρ. 18,3 οἰακίζων τὸν κόσμον ἐν σπιθαμῇ χειρὸς αὐτοῦ, καὶ πάντα ὑπακούει τῷ θελήματι αὐτοῦ, αὐτὸς γὰρ βασιλεὺς πάντων ἐν κράτει αὐτοῦ, διαστέλλων ἐν αὐτοῖς ἅγια ἀπὸ βεβήλων].
Σοφ. Σειρ. 18,3 Αυτός κυβερνά και διευθύνει τα πάντα εις την σπιθαμήν της χειρός του, και τα πάντα υποτάσσονται στο θέλημά του, διότι αυτός με την παντοδυναμίαν του είναι βασιλεύς όλων. Αυτός ξεχωρίζει τα στον κόσμον υπάρχοντα άγια από τα βέβηλα.
 
Σοφ. Σειρ. 18,4 οὐθενὶ ἐξεποίησεν ἐξαγγεῖλαι τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ τίς ἐξιχνιάσει τὰ μεγαλεῖα αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 18,4 Εις κανένα δεν έδωσε την ικανότητα και την δύναμιν να αναγγέλλη κατ' αξίαν τα έργα του. Ποίος ημπορεί να εξιχνιάση και κατανοήση τα μεγαλεία του;
 
Σοφ. Σειρ. 18,5 κράτος μεγαλωσύνης αὐτοῦ τίς ἐξαριθμήσεται; καὶ τίς προσθήσει ἐκδιηγήσασθαι τὰ ἐλέη αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 18,5 Ποιός ημπορεί να μετρήση την δύναμιν της μεγαλωσύνης του; Ποιός ποτέ θα έχη την τόλμην και την δύναμιν να διηγηθή ακριβώς τα ελέη του;
 
Σοφ. Σειρ. 18,6 οὐκ ἔστιν ἐλαττῶσαι οὐδὲ προσθεῖναι, καὶ οὐκ ἔστιν ἐξιχνιάσαι τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου·
Σοφ. Σειρ. 18,6 Κανείς δεν δύναται ούτε να μειώση ούτε να προσθέση στο μεγαλείον του. Και δεν είναι δυνατόν ποτέ, να εξιχνιάση και κατανοήση ακριβώς κανείς τα θαυμάσια του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,7 ὅταν συντελέσῃ ἄνθρωπος, τότε ἄρχεται, καὶ ὅταν παύσηται, τότε ἀπορηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 18,7 Και όταν ο άνθρωπος νομίση ότι έφθανεν στο τέρμα των ερευνών και αναζητήσεών του, τότε αντιλαμβάνεται ότι ευρίσκεται εις την αρχήν. Και όταν καταπαύση την προσπάθειάν του εις κατανόησιν των μεγαλείων του Θεού, τότε θα ευρεθή εις αμηχανίαν προ του έργου, που ανέλαβε.
 
Σοφ. Σειρ. 18,8 τί ἄνθρωπος καὶ τί ἡ χρῆσις αὐτοῦ; τί τὸ ἀγαθὸν αὐτοῦ καὶ τί τὸ κακὸν αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 18,8 Τι είναι ο άνθρωπος και εις τι αποβλέπουν αι υπηρεσίαι του; Ποίον είναι το καλόν και ευχάριστον αυτού και ποίον είναι το κακόν και δυσάρεστον;
 
Σοφ. Σειρ. 18,9 ἀριθμὸς ἡμερῶν ἀνθρώπου πολλὰ ἔτη ἑκατόν·
Σοφ. Σειρ. 18,9 Και αν ακόμη τα έτη της ζωής του ανθρώπου φθάσουν τα εκατόν,
 
Σοφ. Σειρ. 18,10 ὡς σταγὼν ὕδατος ἀπὸ θαλάσσης καὶ ψῆφος ἄμμου, οὕτως ὀλίγα ἔτη ἐν ἡμέρᾳ αἰῶνος.
Σοφ. Σειρ. 18,10 είναι ωσάν μία σταγών ύδατος από την θάλασσαν και ωσάν ένας κόκκος άμμου· τόσον ολίγα είναι τα εκατόν έτη εμπρός εις την αιωνιότητα.
 
Σοφ. Σειρ. 18,11 διὰ τοῦτο ἐμακροθύμησε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐξέχεεν ἐπ᾿ αὐτοὺς τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 18,11 Δια την μηδαμινότητα του ανθρώπου και την μικρότητα των ημερών της ζωής του, έδειξε και δεικνύει ο Κυριος εμακροθυμίαν προς τους ανθρώπους και αφήνει να εκχυθούν πλούσια τα ελέη του εις αυτούς.
 
Σοφ. Σειρ. 18,12 εἶδε καὶ ἐπέγνω τὴν καταστροφὴν αὐτῶν ὅτι πονηρά· διὰ τοῦτο ἐπλήθυνε τὸν ἐξιλασμὸν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 18,12 Είδε και κατενόησε πλήρως, ότι τους αναμένει φοβερά καταστροφή, εάν τους εγκαταλείψη. Δια τούτο έδωσεν εις αυτούς πλούσιον το έλεός του.
 
Σοφ. Σειρ. 18,13 ἔλεος ἀνθρώπου ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, ἔλεος δὲ Κυρίου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα· ἐλέγχων καὶ παιδεύων καὶ διδάσκων καὶ ἐπιστρέφων ὡς ποιμὴν τὸ ποίμνιον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 18,13 Το έλεος του ανθρώπου φθάνει μόνον μέχρι του πλησίον του· το έλεος όμως του Κυρίου εκτείνεται επί όλης της ανθρωπότητος. Ο Κυριος ελέγχει, παιδαγωγεί και μορφώνει, διδάσκει και ως καλός ποιμήν επαναφέρει το πλανηθέν ποίμνιόν του εις την μάνδραν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,14 τοὺς ἐκδεχομένους παιδείαν ἐλεᾷ καὶ τοὺς κατασπεύδοντας ἐπὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 18,14 Εκείνους που επιθυμούν και αποδέχονται παιδείαν, τους ελεεί, όπως επίσης και εκείνους, οι οποίοι μετά σπουδής φροντίζουν δια την εφαρμογην των εντολών του.
 
Σοφ. Σειρ. 18,15 Τέκνον, ἐν ἀγαθοῖς μὴ δῷς μῶμον καὶ ἐν πάσῃ δόσει λύπην λόγων.
Σοφ. Σειρ. 18,15 Παιδί μου, εις τας ευεργεσίας, που κάμνεις, μη προσθέτης και κατηγορίας εναντίον των ευεργετουμένων. Εις κάθε δωρεάν και ελεημοσύνην σου, μη προσθέτης λυπηρούς λόγους δια τους αποδεχομένους αυτάς.
 
Σοφ. Σειρ. 18,16 οὐχὶ καύσωνα ἀναπαύσει δρόσος; οὕτως κρείσσων λόγος ἢ δόσις.
Σοφ. Σειρ. 18,16 Ο δροσερός άνεμος δεν είναι εκείνος, ο οποίος μειώνει και καταπαύει τον καύσωνα; Ετσι και ένας καλός λόγος είναι ανώτερος από μίαν υλικήν βοήθειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,17 οὐκ ἰδοὺ λόγος ὑπὲρ δόμα ἀγαθόν; καὶ ἀμφότερα παρὰ ἀνδρὶ κεχαριτωμένῳ.
Σοφ. Σειρ. 18,17 Δεν είναι πράγματι ο καλός λόγος ανώτερος και από την πολυσιωτέραν δωρεάν; Εις τον άνθρωπον όμως, που έχει χάριν Θεού, είναι συνδυασμένα και τα δυο, το δώρον και ο καλός λόγος.
 
Σοφ. Σειρ. 18,18 μωρὸς ἀχαρίστως ὀνειδιεῖ, καὶ δόσις βασκάνου ἐκτήκει ὀφθαλμούς.
Σοφ. Σειρ. 18,18 Ο μωρός δεν δίδει τίποτε και εκτρέπεται εις ύβρεις και κατηγορίας. Το δε δώρον του φθονερού ανθρώπου φλογίζει και λυώνει τα μάτια εκείνου, που το δέχεται.
 
Σοφ. Σειρ. 18,19 πρὶν ἢ λαλῆσαι μάνθανε, καὶ πρὸ ἀῤῥωστίας θεραπεύου.
Σοφ. Σειρ. 18,19 Πριν ομιλήσης, σκέψου και μάθε καλά τι θα είπης· και πριν ασθενήσης πρόσεχε, να μη αρρωστήσης.
 
Σοφ. Σειρ. 18,20 πρὸ κρίσεως ἐξέταζε σεαυτόν, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπισκοπῆς εὑρήσεις ἐξιλασμόν.
Σοφ. Σειρ. 18,20 Πριν σε κρίνη ο Κυριος, εξέτασε συ τον εαυτόν σου· και κατά την ώραν της επισκέψεως του Κυρίου, θα εύρης ενώπιόν του έλεος και συγχώρησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,21 πρὶν ἀῤῥωστῆσαί σε ταπεινώθητι καὶ ἐν καιρῷ ἁμαρτημάτων δεῖξον ἐπιστροφήν.
Σοφ. Σειρ. 18,21 Πριν πέσης άρρωστος, ταπείνωσε τον εαυτόν σου και όταν αμαρτήσης δείξε αμέσως μετάνοιαν και επιστροφήν προς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 18,22 μὴ ἐμποδισθῇς τοῦ ἀποδοῦναι εὐχὴν εὐκαίρως, καὶ μὴ μείνῃς ἕως θανάτου δικαιωθῆναι.
Σοφ. Σειρ. 18,22 Από τίποτε δεν πρέπει να εμποδισθής δια την έγκαιρον εκπλήρωσιν του τάματος, που έχεις κάμει. Μη περιμένης δε να τακτοποιηθής και δικαιωθής ενώπιον του Κυρίου κατά την ώραν του θανάτου σου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,23 πρὶν εὔξασθαι, ἑτοίμασον σεαυτὸν καὶ μὴ γίνου ὡς ἄνθρωπος πειράζων τὸν Κύριον.
Σοφ. Σειρ. 18,23 Πριν να κάμης το τάμα σου, εξέτασε και ετοίμασε τον εαυτόν σου δια την εκπλήρωσίν του και μη γίνης σαν άνθρωπος, που αρνείται το τάμα του και πειράζει έτσι τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 18,24 μνήσθητι θυμοῦ ἐν ἡμέραις τελευτῆς καὶ καιρὸν ἐκδικήσεως ἐν ἀποστροφῇ προσώπου.
Σοφ. Σειρ. 18,24 Να έχης πάντοτε υπ' όψιν σου την οργήν του Κυρίου κατά την ημέραν του θανάτου σου και την ώραν της δικαίας τιμωρίας σου, όταν ο Θεός αποστρέφη από σε το πρόσωπόν του δια τας αμαρτίας σου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,25 μνήσθητι καιρὸν λιμοῦ ἐν καιρῷ πλησμονῆς, πτωχείαν καὶ ἔνδειαν ἐν ἡμέραις πλούτου.
Σοφ. Σειρ. 18,25 Οταν θα έχης πλούσια τα αγαθά, να ενθυμήσαι και τον καιρόν της πείνας· όπως επίσης και κατά τας ημέρας του πλουτισμού σου, να ενθυμήσαι την προτέραν πτωχείαν και στέρησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,26 ἀπὸ πρωΐθεν ἕως ἑσπέρας μεταβάλλει καιρός, καὶ πάντα ἐστὶ ταχινὰ ἔναντι Κυρίου.
Σοφ. Σειρ. 18,26 Από το πρωϊ έως το βραδύ μεταβάλλεται ο καιρός· έτσι και όλα ταχύτατα παρέρχονται ενώπιον του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,27 ἄνθρωπος σοφὸς ἐν παντὶ εὐλαβηθήσεται καὶ ἐν ἡμέραις ἁμαρτιῶν προσέξει ἀπὸ πλημμελείας.
Σοφ. Σειρ. 18,27 Ο σοφός άνθρωπος είναι εις όλα προσεκτικός και έτοιμος, και εις ημέρας πειρασμού της αμαρτίας θα προσέξη να αποφύγη την πτώσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,28 πᾶς συνετὸς ἔγνω σοφίαν καὶ τῷ εὑρόντι αὐτὴν δώσει ἐξομολόγησιν.
Σοφ. Σειρ. 18,28 Καθε συνετός άνθρωπος κατέχει την αληθή γνώσιν και σοφίαν. Θα συγχαρή δε ειλικρινώς εκείνον, που θα αναζητήση και θα εύρη την σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 18,29 συνετοὶ ἐν λόγοις καὶ αὐτοὶ ἐσοφίσαντο καὶ ἀνώμβρησαν παροιμίας ἀκριβεῖς.
Σοφ. Σειρ. 18,29 Ευφυείς άνθρωποι, που προσέχουν τους λόγους των σοφών, θα γίνουν και αυτοί σοφοί και ωσάν ευεργετική βροχή θα πίπτουν τα σοφά γνωμικά των.
 
Σοφ. Σειρ. 18,30 Ὀπίσω τῶν ἐπιθυμιῶν σου μὴ πορεύου καὶ ἀπὸ τῶν ὀρέξεών σου κωλύου.
Σοφ. Σειρ. 18,30 Μη παρασύρεσαι και μη ακολουθής τας κακάς επιθυμίας σου. Και από τας αμαρτωλάς ορέξεις σου να εμποδίζης τον εαυτόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,31 ἐὰν χορηγήσῃς τῇ ψυχῇ σου εὐδοκίαν ἐπιθυμίας, ποιήσει σε ἐπίχαρμα τῶν ἐχθρῶν σου.
Σοφ. Σειρ. 18,31 Εάν χορηγήσης εις την ψυχήν σου την συγκατάθεσίν σου εις εκπλήρωσιν των ατόπων επιθυμιών, θα γίνης περίγελως των εχθρών σου.
 
Σοφ. Σειρ. 18,32 μὴ εὐφραίνου ἐπὶ πολλῇ τρυφῇ, μηδὲ προσδεθῇς συμβολῇ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 18,32 Μη επιδιώκης την τέρψιν και χαράν σου εις την πολλήν και μεγάλην τρυφήν, ούτε να προσδεθής και υποταχθής εις την καλοζωΐαν, την οποίαν αυτή προσφέρει.
 
Σοφ. Σειρ. 18,33 μὴ γίνου πτωχὸς συμβολοκοπῶν ἐκ δανεισμοῦ, καὶ οὐδέν σοί ἐστιν ἐν μαρσιπείῳ.
Σοφ. Σειρ. 18,33 Εάν είσαι πτωχός μη οργανώνης συμπόσια με δανεικά χρήματα, καθ' ον χρόνον τίποτε δεν έχεις μέσα στο βαλάντιόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 19,1 Ἐργάτης μέθυσος οὐ πλουτισθήσεται· ὁ ἐξουθενῶν τὰ ὀλίγα κατὰ μικρὸν πεσεῖται.
Σοφ. Σειρ. 19,1 Μέθυσος εργάτης ποτέ δεν θα πλουτήση. Εκείνος δέ, ο οποίος καταφρονε και δεν προσέχει τα ολίγα, θα περιπέση ολίγον κατ' ολίγον εις πτωχείαν.
 
Σοφ. Σειρ. 19,2 οἶνος καὶ γυναῖκες ἀποστήσουσι συνετούς, καὶ ὁ κολλώμενος πόρναις τολμηρότερος ἔσται·
Σοφ. Σειρ. 19,2 Το κρασί και αι γυναίκες απομακρύνουν από τον Θεόν και αυτούς ακόμη τους φρόνιμους ανθρώπους. Εκείνος που προσκολλάται εις τας πόρνας, γίνεται θρασύς και αναιδής.
 
Σοφ. Σειρ. 19,3 σῆτες καὶ σκώληκες κληρονομήσουσιν αὐτόν, καὶ ψυχὴ τολμηρὰ ἐξαρθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 19,3 Οι μεν θα γίνουν τροφή εις τα σαράκια και τα σκουλήκια, ο δε θρασύς και αναιδής θα χάση την ψυχήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 19,4 Ὁ ταχὺ ἐμπιστεύων κοῦφος καρδίᾳ, καὶ ὁ ἁμαρτάνων εἰς ψυχὴν αὐτοῦ πλημμελήσει.
Σοφ. Σειρ. 19,4 Εκείνος που δίδει αμέσως εμπιστοσύνην εις όλους και εις όλα είναι ελαφρόμυαλος, και εκείνος που αμαρτάνει, κάμνει κακόν εις την ψυχήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 19,5 ὁ εὐφραινόμενος καρδίᾳ καταγνωσθήσεται,
Σοφ. Σειρ. 19,5 Εκείνος που προσπαθεί να ευφραίνη την καρδίαν του με ασωτίας, θα κατακριθή.
 
Σοφ. Σειρ. 19,6 καὶ ὁ μισῶν λαλιὰν ἐλαττονοῦται κακίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 19,6 Εκείνος που μισεί και αποστρέφεται την φλυαρίαν, θα αποφύγη πολλάς πτώσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 19,7 μηδέποτε δευτερώσῃς λόγον, καὶ οὐθέν σοι οὐ μὴ ἐλαττονωθῇ.
Σοφ. Σειρ. 19,7 Μη περιφέρης εδώ και εκεί λόγον, που έχεις ακούσει, και έτσι δεν θα χάσης τίποτε.
 
Σοφ. Σειρ. 19,8 ἐν φίλῳ καὶ ἐν ἐχθρῷ μὴ διηγοῦ, καὶ εἰ μή ἔστι σοι ἁμαρτία, μὴ ἀποκάλυπτε·
Σοφ. Σειρ. 19,8 Ούτε στον φίλον ούτε στον εχθρόν σου να επαναλαμβάνης αδιακρίτως όσα ήκουσες. Μη φανερώνης όσα ήκουσες, έκτος εάν η απόκρυψίς των καταλογισθή εις σε ως αμαρτία.
 
Σοφ. Σειρ. 19,9 ἀκήκοε γάρ σου καὶ ἐφυλάξατό σε, καὶ ἐν καιρῷ μισήσει σε.
Σοφ. Σειρ. 19,9 Διότι ο εχθρός σου ήκουσε λόγιά σου, τα εφύλαξε μέσα του και στον κατάλληλον δι' εκείνον χρόνον θα εκδηλώση εναντίον σου το μίσος του.
 
Σοφ. Σειρ. 19,10 ἀκήκοας λόγον, συναποθανέτω σοι· θάρσει, οὐ μή σε ῥήξει.
Σοφ. Σειρ. 19,10 Ηκουσες κάποιο μυστικόν, ας αποθάνη μαζή σου. Εχε θάρρος και αν το κρατήσης μέσα σου, δεν θα σε κάμη να σκάσης.
 
Σοφ. Σειρ. 19,11 ἀπὸ προσώπου λόγου ὠδινήσει μωρὸς ὡς ἀπὸ προσώπου βρέφους ἡ τίκτουσα.
Σοφ. Σειρ. 19,11 Ο μωρός, όταν ακούση έναν λόγον, θέλει να τον εξωτερικεύση ως εάν δσκιμάζη ωδίνας τοκετού, όπως η γυναίκα η οποία πρόκειται να γεννήση βρέφος.
 
Σοφ. Σειρ. 19,12 βέλος πεπηγὸς ἐν μηρῷ σαρκός, οὕτως λόγος ἐν κοιλίᾳ μωροῦ.
Σοφ. Σειρ. 19,12 Οπως όταν ένα βέλος έχη καρφωθή στον μηρόν του σώματός μας, φέρει πόνον και θέλομεν να το βγάλωμεν, έτσι και ένα μυστικόν, που ήκουσεν ο μωρός και το έχει μέσα του, του φέρει πόνον και θέλει να το εξωτερικεύση.
 
Σοφ. Σειρ. 19,13 Ἔλεγξον φίλον, μήποτε οὐκ ἐποίησε, καὶ εἴ τι ἐποίησε, μήποτε προσθῇ.
Σοφ. Σειρ. 19,13 Καμε παρατήρησιν στον φίλον σου δια σφάλμα, δια το οποίον κατηγορείται και το οποίον ενδέχεται να μη διέπραξε. Και εάν περιέπεσεν εις κάποιο σφάλμα, πάλιν κάμε του υπόδειξιν, δια να μη το επαναλάβη και προσθέση νέον σφάλμα στο παλαιόν.
 
Σοφ. Σειρ. 19,14 ἔλεγξον τὸν πλησίον, μήποτε οὐκ εἶπε, καὶ εἰ εἴρηκεν, ἵνα μὴ δευτερώσῃ.
Σοφ. Σειρ. 19,14 Καμε παρατήρησιν στον πλησίον σου δια λόγια, που κατηγορείται ότι τα είπε, διότι ενδεχομένως δεν τα έχει είπει. Και εάν κάτι το εσφαλμένον έχη πει, κάμε του παρατήρησιν, δια να μη το επαναλαβη.
 
Σοφ. Σειρ. 19,15 ἔλεγξον φίλον, πολλάκις γὰρ γίνεται διαβολή, καὶ μὴ παντὶ λόγῳ πίστευε.
Σοφ. Σειρ. 19,15 Καμε παρατήρησιν, ζήτησε εξήγησιν από τον φίλον σου δια κατηγορίαν εκσφενδονισθείσαν εναντίον του, διότι πολλές φορές υπάρχουν και συκοψαντίαι, και μη δίδης εμπιστοσύνην εις κάθε λόγον κατηγορίας.
 
Σοφ. Σειρ. 19,16 ἔστιν ὀλισθαίνων καὶ οὐκ ἀπὸ ψυχῆς, καὶ τίς οὐχ ἡμάρτησεν ἐν τῇ γλώσσῃ αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 19,16 Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι ξεγλυστρούν προς το κακόν, χωρίς να έχουν κακήν πρόθεσιν, αλλά από συναρπαγήν. Και ποιός άνθρωπος ημπορεί να ισχυρισθή, ότι δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια του;
 
Σοφ. Σειρ. 19,17 ἔλεγξον τὸν πλησίον σου πρὶν ἢ ἀπειλῆσαι, καὶ δὸς τόπον νόμῳ Ὑψίστου. [γινόμενος ἄμηνις.
Σοφ. Σειρ. 19,17 Ελεγξε τον φίλον σου πριν απειλαί και κίνδυνοι τον περιστοιχίσουν και άφησε να ενεργήση εις την καρδίαν του ο Νομος του Υψίστου. Συ όμως πρέπει να παραμείνης αόργητος.
 
Σοφ. Σειρ. 19,18 φόβος Κυρίου ἀρχὴ προσλήψεως, σοφία δὲ παρ᾿ αὐτοῦ ἀγάπησιν περιποιεῖ.
Σοφ. Σειρ. 19,18 Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και η αιτία της συνάψεως ειλικρινούς φιλίας. Η δε σοφία, απορρέουσα από τον Θεόν, εμπνέει αγάπην προς τον φίλον.
 
Σοφ. Σειρ. 19,19 γνῶσις ἐντολῶν Κυρίου παιδεία ζωῆς, οἱ δὲ ποιοῦντες τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ἀθανασίας δένδρον καρποῦνται].
Σοφ. Σειρ. 19,19 Η γνώσις των εντολών του Κυρίου είναι αληθινή μόρφωσις δια την ζωήν. Οσοι δε πράττουν τα ευάρεστα εις αυτόν, απολαμβάνουν τους καρπούς του δένδρου της αθανασίας.
 
Σοφ. Σειρ. 19,20 Πᾶσα σοφία φόβος Κυρίου, καὶ ἐν πάσῃ σοφίᾳ ποίησις νόμου· [καὶ γνῶσις τῆς παντοδυναμίας αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 19,20 Καθε πραγματική σοφία χαρακτηρίζεται και διαποτίζεται από την ευλάβειαν προς τον Κυριον. Εις την αληθινήν σοφίαν ακολουθεί και υπάρχει πάντοτε η τήρησις του θείου Νομου και η γνώσις της παντοδυναμίας του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 19,21 οἰκέτης λέγων τῷ δεσπότῃ· ὡς ἀρέσκει οὐ ποιήσω, ἐὰν μετὰ ταῦτα ποιήσῃ, παροργίζει τὸν τρέφοντα αὐτόν].
Σοφ. Σειρ. 19,21 Δούλος, ο οποίος λέγει στον δεσπότην του· “δεν θα κάμω αυτό που αρέσει εις σέ”, έστω και εάν κατόπιν μεταμεληθή και εκτελέση την εντολήν, που έλαβε, εξοργίζει οπωσδήποτε τον τροφοδότην κύριόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 19,22 καὶ οὐκ ἔστι σοφία πονηρίας ἐπιστήμη, καὶ οὐκ ἔστιν ὅπου βουλὴ ἁμαρτωλῶν φρόνησις.
Σοφ. Σειρ. 19,22 Η σοφία δεν είναι επιστήμη της κακίας. Η δε συνεσις δεν υπάρχει εις τας σκέψεις και τας συμβουλάς των αμαρτωλών.
 
Σοφ. Σειρ. 19,23 ἔστι πονηρία καὶ αὕτη βδέλυγμα, καὶ ἔστιν ἄφρων ἐλαττούμενος σοφίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 19,23 Υπάρχει γνώσις και πράξις πονηρά· αυτή όμως είναι βδελυρά ενώπιον του Κυρίου. Υπάρχει όμως και άφρων, ανόητος, καθυστερημένος εις νόησιν και γνώσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 19,24 κρείττων ἡττώμενος ἐν συνέσει ἔμφοβος ἢ περισσεύων ἐν φρονήσει καὶ παραβαίνων νόμον.
Σοφ. Σειρ. 19,24 Προτιμότερος είναι εκείνος, που υπολείπεται εις σοφίαν αλλ' έχει φόβον Θεού, από τον άλλον, ο οποίος είναι πλούσιος εις σοφίαν, παραβαίνει όμως τον νόμον του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 19,25 ἔστι πανουργία ἀκριβὴς καὶ αὕτη ἄδικος, καὶ ἔστι διαστρέφων χάριν τοῦ ἐκφᾶναι κρίμα.
Σοφ. Σειρ. 19,25 Υπάρχουν ικανότητες και δραστηριότητες αξιόλογοι, οδηγούν όμως εις την αδικίαν. Υπάρχουν δε και άλλοι, οι οποίοι, δια να υποστηρίξουν και επιτύχουν το ζήτημα των, καταφεύγουν εις την διαστροφήν της αληθείας και την απάτην.
 
Σοφ. Σειρ. 19,26 ἔστι πονηρευόμενος συγκεκυφὼς μελανίᾳ, καὶ τὰ ἐντὸς αὐτοῦ πλήρης δόλου·
Σοφ. Σειρ. 19,26 Υπάρχουν πονηροί, που βαδίζουν με σκυμμένο το κεφάλι και σκυθρωπόν το πρόσωπον, δήθεν από λύπην, ενώ το εσωτερικόν των είναι γεμάτον δολιότητας.
 
Σοφ. Σειρ. 19,27 συγκύφων πρόσωπον καὶ ἑτεροκωφῶν, ὅπου οὐκ ἐπεγνώσθη, προφθάσει σε·
Σοφ. Σειρ. 19,27 Αυτός προχωρεί με σκυμμένο το κεφάλι, προσποιείται ότι δεν ακούει τίποτε και εάν δεν αντιληφθής εγκαίρως την υποκρισίαν και δολιότητά του, θα τρέξη ενωρίτερα από σέ, δια να καταπατήση το δίκαιόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 19,28 καὶ ἐὰν ὑπὸ ἐλαττώματος ἰσχύος κωλυθῇ ἁμαρτεῖν, ἐὰν εὕρῃ καιρόν, κακοποιήσει.
Σοφ. Σειρ. 19,28 Και εάν εξ αιτίας κάποιας αδυναμίας του εμποδισθή να πραγματοποιήση το κακόν, που έχει αποφασίσει, όταν εύρη κατάλληλον καιρόν θα το πραγματοποιήση.
 
Σοφ. Σειρ. 19,29 ἀπὸ ὁράσεως ἐπιγνωσθήσεται ἀνήρ, καὶ ἀπὸ ἀπαντήσεως προσώπου ἐπιγνωσθήσεται νοήμων.
Σοφ. Σειρ. 19,29 Από την εξωτερικήν του εμφάνισιν είναι δυνατόν να γίνη γνωστός ο κακός άνθρωπος και από την έκφρασιν του προσώπου του είναι δυνατόν να γίνη γνωστός ο καλός και συνετός άνθρωπος.
 
Σοφ. Σειρ. 19,30 στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ γέλως ὀδόντων καὶ βήματα ἀνθρώπου ἀναγγέλλει τὰ περὶ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 19,30 Η ενδυμασία του ανθρώπου, το γέλιο των χειλέων του και το βάδισμά του διαλαλούν, τι άνθρωπος είναι αυτός.
 
Σοφ. Σειρ. 20,1 Ἔστιν ἔλεγχος ὃς οὐκ ἔστιν ὡραῖος, καὶ ἔστι σιωπῶν καὶ αὐτὸς φρόνιμος.
Σοφ. Σειρ. 20,1 Υπάρχει έλεγχος άκαιρος και επιβλαβής· υπάρχει σιωπή, η οποία μαρτυρεί φρόνησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,2 ὡς καλὸν ἐλέγξαι ἢ θυμοῦσθαι, καὶ ὁ ἀνθομολογούμενος ἀπὸ ἐλαττώσεως κωλυθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 20,2 Καλύτερον είναι να ελέγξη κανείς τον φίλον του δια παράπτωμά του, παρά να θυμώση και να μείνη θυμωμένος εναντίον του. Εκείνος που ελέγχεται δι' ένα σφάλμα του και αποδέχεται τον έλεγχον, θα εμποδισθή από άλλα παρόμοια και τας συνεπείας των.
 
Σοφ. Σειρ. 20,4 ἐπιθυμία εὐνούχου ἀποπαρθενῶσαι νεάνιδα, οὕτως ὁ ποιῶν ἐν βίᾳ κρίματα.
Σοφ. Σειρ. 20,4 Οπως απραγματοποίητος μένει η επιθυμία του ευνούχου να καταστρέψη την παρθενίαν νεάνιδος, ετσι και εκείνος που θέλει να επιβάλη δια της βίας τας κρίσστου στους άλλους.
 
Σοφ. Σειρ. 20,5 ἔστι σιωπῶν εὑρισκόμενος σοφός, καὶ ἔστι μισητὸς ἀπὸ πολλῆς λαλιᾶς.
Σοφ. Σειρ. 20,5 Υπάρχουν άνθρωποι, που σιωπούν και οι οποίοι είναι σοφοί· υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι λόγω της φλυαρίας των μισούνται.
 
Σοφ. Σειρ. 20,6 ἔστι σιωπῶν, οὐ γὰρ ἔχει ἀπόκρισιν, καὶ ἔστι σιωπῶν εἰδὼς καιρόν.
Σοφ. Σειρ. 20,6 Σιωπά κάποιος, διότι δεν έχει και δεν ημπορεί να δώση απάντησιν. Σιωπά άλλος, διότι γνωρίζει και περιμένει τον κατάλληλον καιρόν να ομιλήση.
 
Σοφ. Σειρ. 20,7 ἄνθρωπος σοφὸς σιγήσει ἕως καιροῦ, ὁ δὲ λαπιστὴς καὶ ἄφρων ὑπερβήσεται καιρόν.
Σοφ. Σειρ. 20,7 Ο συνετός άνθρωπος θα σιωπήση μέχρι του καταλλήλου καιρού, ο καυχησιολόγος όμως και άφρων θα ξεπερνά ασυλλόγιστα τον κατάλληλον δι' ομιλίας καιρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,8 ὁ πλεονάζων λόγῳ βδελυχθήσεται, καὶ ὁ ἐνεξουσιαζόμενος μισηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 20,8 Εκείνος που λέγει πολλά λόγια, θα κερδίση την αποστροφήν εκ μέρους των άλλων· και εκείνος που έχει την απαίτησιν να τον ακούουν και τον υπακούουν οι άλλοι, θα προκαλέση το μίσος των.
 
Σοφ. Σειρ. 20,9 ἔστιν εὐοδία ἐν κακοῖς ἀνδρί, καὶ ἔστιν εὕρημα εἰς ἐλάττωσιν.
Σοφ. Σειρ. 20,9 Είναι δυνατόν ενας να ίδη κατευόδωσιν και επιτυχίαν των έργων του εν μέσω θλίψεων και περιπετειών, και εξ αντιθέτου άλλος από ανέλπιστον επιτυχίαν να οδηγηθή εις καταστροφήν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,10 ἔστι δόσις, ἣ οὐ λυσιτελήσει σοι, καὶ ἔστι δόσις, ἧς τὸ ἀνταπόδομα διπλοῦν.
Σοφ. Σειρ. 20,10 Υπάρχει ευεργεσία, η οποία εις τίποτε δεν θα σε ωφελήση, και υπάρχει ευεργεσία, της οποίας η αμοιβή θα είναι μεγάλη.
 
Σοφ. Σειρ. 20,11 ἔστιν ἐλάττωσις ἕνεκεν δόξης, καὶ ἔστιν ὃς ἀπὸ ταπεινώσεως ᾖρε κεφαλήν.
Σοφ. Σειρ. 20,11 Υπάρχουν περιστάσεις, κατά τας οποίας μεγάλη δόξα και αι μεγάλαι θέσεις μειώνουν την αξίαν του ανθρώπου. Εξ αντιθέτου μερικοί άνθρωποι από την κατάστασιν της ταπεινώσεως, εις την οποίαν ευρίσκοντο, εδοξάσθησαν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,12 ἔστιν ἀγοράζων πολλὰ ὀλίγου καὶ ἀποτιννύων αὐτὰ ἑπταπλάσιον.
Σοφ. Σειρ. 20,12 Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι, οι οποίοι αγοράζουν πολλά πράγματα με ολίγα χρήματα· έπειτα όμως πληρώνουν αυτά, που ηγόρασαν, επτά φορές περισσότερον.
 
Σοφ. Σειρ. 20,13 ὁ σοφὸς ἐν λόγῳ ἑαυτὸν προσφιλῆ ποιήσει, χάριτες δὲ μωρῶν ἐκχυθήσονται.
Σοφ. Σειρ. 20,13 Ο συνετός και φρόνιμος εις τα λόγια του θα καταστήση τον εαυτόν του προσφιλή στους άλλους. Τα γλυκανάλατα λόγια και έργα των μωρών ανθρώπων σκορπίζονται χωρίς καμμίαν ωφέλειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,14 δόσις ἄφρονος οὐ λυσιτελήσει σοι, οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἀνθ᾿ ἑνὸς πολλοί·
Σοφ. Σειρ. 20,14 Το δώρον ενός ασυνέτου ανθρώπου δεν θα σε ωφελήση, διότι αυτός θα σε κυττάζη οχι με ένα μάτι αλλά με πολλά, περιμένων πολλαπλασίαν την ανταπόδοσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,15 ὀλίγα δώσει καὶ πολλὰ ὀνειδίσει καὶ ἀνοίξει τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς κῆρυξ· σήμερον δανιεῖ καὶ αὔριον ἀπαιτήσει, μισητὸς ἄνθρωπος ὁ τοιοῦτος.
Σοφ. Σειρ. 20,15 Θα σου δώση ολίγα, θα σε ονειδίση όμως δι' αυτά πολύ. Θα ανοίξη το στόμα του εναντίον σου, ωσάν διαλαλητής δημόσιος. Σημερα θα σε δανείση και αμέσως αύριον θα σου ζητήση το δάνειον. Αυτός ο άνθρωπος θα γίνη μισητός εκ μέρους των άλλων.
 
Σοφ. Σειρ. 20,16 μωρὸς ἐρεῖ· οὐχ ὑπάρχει μοι φίλος, καὶ οὐκ ἔστι χάρις τοῖς ἀγαθοῖς μου· οἱ ἔσθοντες τὸν ἄρτον μου, φαῦλοι γλώσσῃ·
Σοφ. Σειρ. 20,16 Ο ασύνετος άνθρωπος θα πη· “δεν υπάρχει για μένα κανένας φίλος. Καμμίαν ευγνωμοσύνην δεν ευρήκα δια τας ευεργεσίας, που έχω κάμει. Αυτοί που έφαγαν και εχόρτασαν από το ψωμί μου είναι φαύλοι και αχάριστοι εις τα λόγια των”.
 
Σοφ. Σειρ. 20,17 ποσάκις καὶ ὅσοι καταγελάσονται αὐτοῦ; -
Σοφ. Σειρ. 20,17 Ποσες όμως φορές και πόσοι άνθρωποι δεν θα γελάσουν εις βάρος του μωρού αυτού!
 
Σοφ. Σειρ. 20,18 Ὀλίσθημα ἀπὸ ἐδάφους μᾶλλον ἢ ἀπὸ γλώσσης, οὕτως πτῶσις κακῶν κατὰ σπουδὴν ἥξει.
Σοφ. Σειρ. 20,18 Είναι προτιμότερον να γλυστρήση κανείς και να πέση κάτω στο χώμα, παρά να γλυστρήση εις την γλώσσαν του και να του διαφύγουν απρεπή λόγια. Ετσι κλονίζονται και πίπτουν απότομα οι κακοί.
 
Σοφ. Σειρ. 20,19 ἄνθρωπος ἄχαρις, μῦθος ἄκαιρος· ἐν στόματι ἀπαιδεύτων ἐνδελεχισθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 20,19 Οπως ένας αγροίκος και βάναυσος άνθρωπος είναι αποκρουστικός, έτσι και ένας λόγος, που λέγεται στον ακατάλληλον καιρόν. Ακαιροι λόγοι λέγονται και επαναλαμβάνονται με τα στόματα των αμορφώτων.
 
Σοφ. Σειρ. 20,20 ἀπὸ στόματος μωροῦ ἀποδοκιμασθήσεται παραβολή, οὐ γὰρ μὴ εἴπῃ αὐτὴν ἐν καιρῷ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 20,20 Από το στόμα του μωρού δεν βγαίνει ποτέ κανένα σοφόν γνωμικόν. Δεν θα λεχθή κάτι το συνετόν στον κατάλληλον καιρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,21 Ἔστι κωλυόμενος ἁμαρτάνειν ἀπὸ ἐνδείας, καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει αὐτοῦ οὐ κατανυγήσεται.
Σοφ. Σειρ. 20,21 Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι από φόβον και πτωχείαν δεν αμαρτάνουν, και στον καιρόν της αναπαύσεως και ησυχίας των δεν θα έχουν τύψεις συνειδήσεως.
 
Σοφ. Σειρ. 20,22 ἔστιν ἀπολλύων τὴν ψυχὴν αὐτοῦ δι᾿ αἰσχύνην, καὶ ἀπὸ ἄφρονος προσώπου ἀπολεῖ αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 20,22 Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι καταστρέφονται από μίαν άκριτον και επιλήψιμον συστολήν. Βαδίζουν προς την καταστροφήν εξ αιτίας ενός ασύνετου και μωρού.
 
Σοφ. Σειρ. 20,23 ἔστι χάριν αἰσχύνης ἐπαγγελόμενος φίλῳ, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν ἐχθρὸν δωρεάν. -
Σοφ. Σειρ. 20,23 Υπάρχουν μερικοί, οι οποίοι δια λόγους κακώς νοουμένης συστολής δίδουν στον φίλον των υπόσχεσιν, και τον οποίον αποκτούν εχθρόν, χωρίς λόγον, διότι δεν είναι εις θέσιν να εκπληρώσουν την υπόσχεσίν των.
 
Σοφ. Σειρ. 20,24 Μῶμος πονηρὸς ἐν ἀνθρώπῳ ψεῦδος, ἐν στόματι ἀπαιδεύτων ἐνδελεχισθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 20,24 Μεγάλη μομφή είναι δια τον άνθρωπον το ψεύδος. Εις το στόμα των αμορφώτων θα επαναλαμβάνεται και θα υπάρχη διαρκώς το ψεύδος.
 
Σοφ. Σειρ. 20,25 αἱρετὸν κλέπτης ἢ ὁ ἐνδελεχίζων ψεύδει, ἀμφότεροι δὲ ἀπώλειαν κληρονομήσουσιν.
Σοφ. Σειρ. 20,25 Προτιμότερος είναι ένας κλέπτης παρά εκείνος, ο οποίος συνεχώς ψεύδεται. Αλλά και οι δύο θα έχουν ως κατάντημα των την καταστροφήν.
 
Σοφ. Σειρ. 20,26 ἦθος ἀνθρώπου ψευδοῦς ἀτιμία, καὶ ἡ αἰσχύνη αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ ἐνδελεχῶς.
Σοφ. Σειρ. 20,26 Η συνήθεια της ψευδολογίας είναι δια τον άνθρωπον εξευτελισμός· η καταισχύνη του εξ αιτίας αυτής θα είναι και θα μένη πάντοτε μαζή του.
 
Σοφ. Σειρ. 20,27 Ὁ σοφὸς ἐν λόγοις προάξει ἑαυτόν, καὶ ἄνθρωπος φρόνιμος ἀρέσει μεγιστᾶσιν.
Σοφ. Σειρ. 20,27 Ο συνετός και προσεκτικός εις τα λόγια του θα εξυψώση τον εαυτόν του και θα γίνη άξιος τιμής και υπολήψεως. Ο φρόνιμος δε άνθρωπος θα είναι αρεστός και στους άρχοντας.
 
Σοφ. Σειρ. 20,28 ὁ ἐργαζόμενος γῆν ἀνυψώσει θημωνίαν αὐτοῦ, καὶ ὁ ἀρέσκων μεγιστᾶσιν ἐξιλάσεται ἀδικίαν.
Σοφ. Σειρ. 20,28 Εκείνός που καλλιεργεί επιμελώς τους αγρούς του, θα ανυψώση τα δεμάτια του εις μεγάλες θημωνιές. Ετσι και εκείνος που με τα συνετά του λόγια ευαρεστεί στους άρχοντας της πολιτείας, θα εξιλεωθή δια τας τυχόν αδικίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 20,29 ξένια καὶ δῶρα ἀποτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν καὶ ὡς φιμὸς ἐν στόματι ἀποτρέπει ἐλεγμούς.
Σοφ. Σειρ. 20,29 Συμπόσια και δώρα τυφλώνουν τους οφθαλμούς και αυτών ακόμη των συνετών δικαστών. Αυτά είναι ως ένα φίμωτρον στο στόμα, ώστε να μη λαλή την αλήθειαν, και αποτρέπουν τους δικαίους ελέγχους.
 
Σοφ. Σειρ. 20,30 σοφία κεκρυμμένη καὶ θησαυρὸς ἀφανής, τίς ὠφέλεια ἐν ἀμφοτέροις;
Σοφ. Σειρ. 20,30 Σοφία κρυμμένη και θησαυρός αφανής ποίαν ωφέλειαν και τα δύο ημπορούν να αποφέρουν στους ανθρώπους;
 
Σοφ. Σειρ. 20,31 κρείσσων ἄνθρωπος ἀποκρύπτων τὴν μωρίαν αὐτοῦ ἢ ἄνθρωπος ἀποκρύπτων τὴν σοφίαν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 20,31 Προτιμότερος είναι ο άνθρωπος, που κρύπτει την μωρίαν του, από εκείνον που κρύπτει την σοφίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 21,1 Τέκνον, ἥμαρτες, μὴ προσθῇς μηκέτι καὶ περὶ τῶν προτέρων σου δεήθητι.
Σοφ. Σειρ. 21,1 Παιδί μου, εάν παρασυρθής εις την αμαρτίαν, μη προσθέτης και νέας εις αυτήν αμαρτίας. Περί δε των προηγουμένων σου αμαρτιών παρακάλεσε τον Θεόν, να σε συγχωρήση.
 
Σοφ. Σειρ. 21,2 ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως φεῦγε ἀπὸ ἁμαρτίας, ἐὰν γὰρ προσέλθῃς, δήξεταί σε· ὀδόντες λέοντος οἱ ὀδόντες αὐτῆς ἀναιροῦντες ψυχὰς ἀνθρώπων.
Σοφ. Σειρ. 21,2 Οπως αποφεύγστο φίδι, έτσι να αποφύγης και την αμαρτίαν, διότι εάν πλησιάσης προς αυτήν, θα σε δαγκώση κατά τρόπον επικίνδυνον. Δοντια λέοντος είναι τα δόντια της αμαρτίας, φονεύοντα τας ψυχάς των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 21,3 ὡς ῥομφαία δίστομος πᾶσα ἀνομία, τῇ πληγῇ αὐτῆς οὐκ ἔστιν ἴασις.
Σοφ. Σειρ. 21,3 Καθε παρανομία είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, από την πληγήν του οποίου δεν υπάρχει θεραπεία.
 
Σοφ. Σειρ. 21,4 καταπληγμὸς καὶ ὕβρις ἐρημώσουσι πλοῦτον· οὕτως οἶκος ὑπερηφάνου ἐρημωθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 21,4 Βιοπραγίαι και αλαζονείαι καταστρέφουν τον πλούτον· έτσι και ο οίκος των υπερηφάνων θα ερημωθή.
 
Σοφ. Σειρ. 21,5 δέησις πτωχοῦ ἐκ στόματος ἕως ὠτίων αὐτοῦ, καὶ τὸ κρίμα αὐτοῦ κατὰ σπουδὴν ἔρχεται.
Σοφ. Σειρ. 21,5 Η δέησις, που βγαίνει από το στόμα του πτωχού, φθάνει έως τα αυτιά του Θεού, και η δικαιοσύνη αυτού δεν θα βραδύνη να επέλθη.
 
Σοφ. Σειρ. 21,6 μισῶν ἐλεγμὸν ἐν ἴχνει ἁμαρτωλοῦ, καὶ ὁ φοβούμενος Κύριον ἐπιστρέψει ἐν καρδίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 21,6 Εκείνος, που μισεί τους δικαίους ελέγχους, βαδίζει εις τα ίχνη των αμαρτωλών. Εκείνος όμως, που φοβείται τον Κυριον, θα επιστρέψη προς αυτόν με όλην του την καρδίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 21,7 γνωστὸς μακρόθεν ὁ δυνατὸς ἐν γλώσσῃ, ὁ δὲ νοήμων οἶδεν ἐν τῷ ὀλισθαίνειν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 21,7 Από μακράν αναγνωρίζεται ο ασυγκράτητος κατά την γλώσσαν, δε συνετός άνθρωπος γνωρίζει αυτόν και τα ολισθήματά του και τον αποφεύγει.
 
Σοφ. Σειρ. 21,8 ὁ οἰκοδομῶν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐν χρήμασιν ἀλλοτρίοις, ὡς ὁ συνάγων αὐτοῦ τοὺς λίθους εἰς χειμῶνα.
Σοφ. Σειρ. 21,8 Εκείνος, που οικοδομεί το σπίτι του με ξένα άδικα χρήματα, ομοιάζει με τον άνθρωπον, που συγκεντρώνει λίθους- αντί ξύλων- δια τον χειμώνα!
 
Σοφ. Σειρ. 21,9 στυππεῖον συνηγμένον συναγωγὴ ἀνόμων, καὶ ἡ συντέλεια αὐτῶν φλὸξ πυρός.
Σοφ. Σειρ. 21,9 Η συγκέντρωσις των ασεβών είναι σαν ενας σωρός στουπί, και το τέλος των θα είναι να καούν εις φλόγα πυρός.
 
Σοφ. Σειρ. 21,10 ὁδὸς ἁμαρτωλῶν ὡμαλισμένη ἐκ λίθων, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ αὐτῆς βόθρος ᾅδου.
Σοφ. Σειρ. 21,10 Ο δρόμος των αμαρτωλών είναι ομαλός, καθαρισμένος από λίθους. Το τέλος όμως του δρόμου είναι το βάραθρον του άδου.
 
Σοφ. Σειρ. 21,11 Ὁ φυλάσσων νόμον κατακρατεῖ τοῦ ἐννοήματος αὐτοῦ, καὶ συντέλεια τοῦ φόβου Κυρίου σοφία.
Σοφ. Σειρ. 21,11 Εκείνος που τηρεί τον νόμον του Θεού, κατανοεί βαθύτερον τα υψηλά αυτού νοήματα. Αποτέλεσμα δε της ευλαβείας προς τον Κυριον είναι το δώρον της αληθινής σοφίας.
 
Σοφ. Σειρ. 21,12 οὐ παιδευθήσεται ὃς οὐκ ἔστι πανοῦργος· ἔστι πανουργία πληθύνουσα πικρίαν.
Σοφ. Σειρ. 21,12 Δεν θα εκπαιδευθή. και δεν θα μορφωθή εκείνος, ο οποίος δεν έχει τας αναλόγους ικανότητας. Υπάρχει όμως και ικανότης, η οποία πολλαπλασιάζει τας θλίψεις και τας πικρίας.
 
Σοφ. Σειρ. 21,13 γνῶσις σοφοῦ ὡς κατακλυσμὸς πληθυνθήσεται καὶ ἡ βουλὴ αὐτοῦ ὡς πηγὴ ζωῆς.
Σοφ. Σειρ. 21,13 Η γνώσις του σοφού πληθύνεται ωσάν κατακλυσμός πολλών υδάτων, και η συμβουλή του γίνεται πηγή ζωής δι' εκείνους, που την δέχονται.
 
Σοφ. Σειρ. 21,14 ἔγκατα μωροῦ ὡς ἀγγεῖον συντετριμμένον καὶ πᾶσαν γνῶσιν οὐ κρατήσει.
Σοφ. Σειρ. 21,14 Το εσωτερικόν του μωρού είναι σαν ένα πήλινον σπασμένον αγγείον, και δεν είναι δυνατόν να συγκρατήση αυτός καμμίαν γνώσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 21,15 λόγον σοφὸν ἐὰν ἀκούσῃ ἐπιστήμων, αἰνέσει αὐτὸν καὶ ἐπ᾿ αὐτὸν προσθήσει· ἤκουσεν ὁ σπαταλῶν καὶ ἀπήρεσεν αὐτῷ, καὶ ἀπέστρεψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 21,15 Ο πραγματικά συνετός, εάν ακούση κανένα σοφόν λόγον, θα τον επαινέση και επάνω εις αυτόν θα προσθέση και ο ίδιος κάποιον άλλον. Ο άσωτος όμως και μωρός εάν ακούση σοφόν λόγον, δεν ευχαριστείται εις αυτόν, αλλά τον καταφρονεί και τον πετά όπισθέν του.
 
Σοφ. Σειρ. 21,16 ἐξήγησις μωροῦ ὡς ἐν ὁδῷ φορτίον, ἐπὶ δὲ χείλους συνετοῦ εὑρεθήσεται χάρις.
Σοφ. Σειρ. 21,16 Η εξήγησις, την οποίαν ένας μωρός θα θελήση να δώση εις τα μεγάλα θέματα, είναι σαν ένα ενοχλητικόν φορτίον στον οδοιπόρον. Εις τα χείλη όμως του σοφού ανθρώπου υπάρχει πάντοτε χάρις.
 
Σοφ. Σειρ. 21,17 στόμα φρονίμου ζητηθήσεται ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ τοὺς λόγους αὐτοῦ διανοηθήσονται ἐν καρδίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 21,17 Το στόμα του σοφού θα αναζητηθή εις συγκέντρωσιν ανθρώπων, και τους λόγους του θα τους σκεφθούν, θα τους βάλουν και θα τους μελετήσουν μέσα εις την καρδιάν των.
 
Σοφ. Σειρ. 21,18 ὡς οἶκος ἠφανισμένος οὕτως μωρῷ σοφία, καὶ γνῶσις ἀσυνέτου ἀδιεξέταστοι λόγοι.
Σοφ. Σειρ. 21,18 Ωσάν ερειπωμένο σπίτι είναι δια τον μωρόν η σοφία. Αι δε γνώσστου ασυνέτου και τα λόγια του είναι ασυνάρτητα.
 
Σοφ. Σειρ. 21,19 πέδαι ἐν ποσὶν ἀνοήτοις παιδεία καὶ ὡς χειροπέδαι ἐπὶ χειρὸς δεξιᾶς.
Σοφ. Σειρ. 21,19 Η μόρφωσις είναι ωσάν πεδούκλι εις τα πόδια των ανοήτων και ωσάν χειροπέδες στο δεξιόν των χέρι.
 
Σοφ. Σειρ. 21,20 μωρὸς ἐν γέλωτι ἀνυψοῖ φωνὴν αὐτοῦ, ἀνὴρ δὲ πανοῦργος μόλις ἡσυχῇ μειδιάσει.
Σοφ. Σειρ. 21,20 Ο μωρός ξέσπά εις θορυβώδεις γέλωτας, ο φρόνιμος άνθρωπος μόλις και ησύχως θα μειδιάση.
 
Σοφ. Σειρ. 21,21 ὡς κόσμος χρυσοῦ φρονίμῳ παιδεία καὶ ὡς χλιδὼν ἐπὶ βραχίονι δεξιῷ.
Σοφ. Σειρ. 21,21 Η μόρφωσις είναι δια τον συνετόν ωσάν ένα χρυσούν κόσμημα και ωσάν πολύτιμον βραχιόλι εις την δεξιάν του χείρα.
 
Σοφ. Σειρ. 21,22 ποὺς μωροῦ ταχὺς εἰς οἰκίαν, ἄνθρωπος δὲ πολύπειρος αἰσχυνθήσεται ἀπὸ προσώπου.
Σοφ. Σειρ. 21,22 Το πόδι του ασυνέτου είναι ταχύ στο να επισκέπτεται οικίας, ο μορφωμένος όμως και πολύπειρος άνθρωπος αισθάνεται συστολήν εις τας επισκέψστου.
 
Σοφ. Σειρ. 21,23 ἄφρων ἀπὸ θύρας παρακύπτει εἰς οἰκίαν, ἀνὴρ δὲ πεπαιδευμένος ἔξω στήσεται.
Σοφ. Σειρ. 21,23 Ο μωρός σκύβει εις τας θύρας των ξένων οικιών και παρακολουθεί, όσα γίνονται εις αυτάς· ο συνετός όμως και ο μορφωμένος στέκεται έξω μακράν.
 
Σοφ. Σειρ. 21,24 ἀπαιδευσία ἀνθρώπου ἀκροᾶσθαι παρὰ θύραν, ὁ δὲ φρόνιμος βαρυνθήσεται ἀτιμίᾳ.
Σοφ. Σειρ. 21,24 Είναι απρέπεια και έλλειψις μορφώσεως δια τον άνθρωπον να κρυφακούη από την θύραν ξένου σπιτιού. Ο συνετός άνθρωπος το θεωρεί αυτό βαρύ και εξευτελιστικόν πράγμα, δι' αυτό και το αποφεύγει.
 
Σοφ. Σειρ. 21,25 χείλη ἀλλοτρίων ἐν τούτοις βαρυνθήσεται, λόγοι δὲ φρονίμων ἐν ζυγῷ σταθήσονται.
Σοφ. Σειρ. 21,25 Τα χείλη των μωρών και φλυάρων ανθρώπων επαναλαμβάνουν τα λόγια των ξένων, οι λόγοι όμως των φρονίμων ζυγίζονται από αυτούς με ακρίβειαν και κατόπιν λέγονται.
 
Σοφ. Σειρ. 21,26 ἐν στόματι μωρῶν ἡ καρδία αὐτῶν, καρδία δὲ σοφῶν στόμα αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 21,26 Η καρδία των μωρών είναι στο στόμα των και συνεχώς εξωτερικεύεται, ενώ το στόμα των σοφών είναι η καρδία των.
 
Σοφ. Σειρ. 21,27 ἐν τῷ καταρᾶσθαι ἀσεβῆ τὸν σατανᾶν αὐτὸς καταρᾶται τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν.
Σοφ. Σειρ. 21,27 Οταν ο ασεβής καταράται τον σατανάν, είναι το ίδιον ως εάν καταράται τον εαυτόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 21,28 μολύνει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ ψιθυρίζων καὶ ἐν παροικήσει μισηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 21,28 Εκείνος που ψιθυρίζει επικρίσεις και κατακρίσεις εις βάρος του άλλου, μολύνει την ψυχήν του. Αυτός θα μισηθή από το περιβάλλον, μέσα στο οποίον ζη.
 
Σοφ. Σειρ. 22,1 Λίθῳ ἠρδαλωμένῳ συνεβλήθη ὀκνηρός, καὶ πᾶς ἐκσυριεῖ ἐπὶ τῇ ἀτιμίᾳ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 22,1 Ο οκνηρός ομοιάζει με λίθον λερωμένον από αηδείς ακαθαρσίας. Καθε άνθρωπος σφυρίζει με αποδοκιμασίαν δια τον εξευτελισμόν αυτού.
 
Σοφ. Σειρ. 22,2 βολβίτῳ κοπρίων συνεβλήθη ὀκνηρός, πᾶς ὁ ἀναιρούμενος αὐτὸν ἐκτινάξει χεῖρα.
Σοφ. Σειρ. 22,2 Με σιχαμερήν κόπρον ομοιάζει ο οκνηρός. Καθένας που σηκώνει αυτήν, θα τινάξη κατόπιν τα χέρια του. Ετσι θα συμβή και με τον οκνηρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 22,3 αἰσχύνη πατρὸς ἐν γεννήσει ἀπαιδεύτου, θυγάτηρ δὲ ἐπ᾿ ἐλαττώσει γίνεται.
Σοφ. Σειρ. 22,3 Παιδί αμόρφωτον είναι εντροπή δια τον πατέρα. Απαίδευτος δε κόρη γίνεται αφορμή, να μειώνεται η καλή φήμη του πατρός της.
 
Σοφ. Σειρ. 22,4 θυγάτηρ φρονίμη κληρονομήσει ἄνδρα αὐτῆς, καὶ ἡ καταισχύνουσα εἰς λύπην γεννήσαντος·
Σοφ. Σειρ. 22,4 Η φρόνιμος κόρη θα κερδήση τον σύζυγόν της· θυγάτηρ δέ, η οποία με την έλλειψιν μορφώσεως και την κακήν συμπεριφοράν της προκαλεί εντροπήν, θα είναι λύπη δια τον πατέρα, που την εγέννησεν.
 
Σοφ. Σειρ. 22,5 πατέρα καὶ ἄνδρα καταισχύνει ἡ θρασεῖα καὶ ὑπὸ ἀμφοτέρων ἀτιμασθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 22,5 Η αυθάδης και βάναυσος γυναίκα κατεντροπιάζει τον πατέρα και τον σύζυγον· θα καταφρονηθή όμως και από τους δύο.
 
Σοφ. Σειρ. 22,6 Μουσικὰ ἐν πένθει ἄκαιρος διήγησις, μάστιγες δὲ καὶ παιδεία ἐν παντὶ καιρῷ σοφίας.
Σοφ. Σειρ. 22,6 Η χαρμόσυνος μουσική εις καιρόν πένθους είναι αταίριαστος· έτσι και η μακρά διήγησις εις ακατάλληλον χρόνον. Αι παιδαγωγικαί όμως τιμωρίαι και η μόρφωσις είναι εις πάντα χρόνον συντελεστικαί σοφίας.
 
Σοφ. Σειρ. 22,7 συγκολλῶν ὄστρακον ὁ διδάσκων μωρόν, ἐξεγείρων καθεύδοντα ἐκ βαθέως ὕπνου.
Σοφ. Σειρ. 22,7 Οποιος διδάσκει άνθρωπον μωρόν, ομοιάζει με εκείνον, που προσπαθεί να συγκολλήση τα θραύσματα ενός πηλίνου δοχείου· ομοιάζει επίσης με εκείνον, ο οποίος προσπαθεί να εξυπνήση άνθρωπον που κοιμάται βαθέως.
 
Σοφ. Σειρ. 22,8 διηγούμενος νυστάζοντι ὁ διηγούμενος μωρῷ, καὶ ἐπὶ συντελείᾳ ἐρεῖ, τί ἐστιν;
Σοφ. Σειρ. 22,8 Με άνθρωπον που διηγείται ιστορίας εις κάποιον νυστάζοντα, ομοιάζει ο διδάσκαλος που διδάσκει μωρόν και, όταν τελειώση την διδασκαλίαν του, ο μωρός θα του είπη· τι συμβαίνει;
 
Σοφ. Σειρ. 22,11 ἐπὶ νεκρῷ κλαῦσον, ἐξέλιπε γὰρ φῶς, καὶ ἐπὶ μωρῷ κλαῦσον, ἐξέλιπε γὰρ σύνεσις. ἥδιον κλαῦσον ἐπὶ νεκρῷ, ὅτι ἀνεπαύσατο, τοῦ δὲ μωροῦ ὑπὲρ θάνατον ἡ ζωὴ πονηρά.
Σοφ. Σειρ. 22,11 Κλαύσε δι' ένα νεκρόν, διότι εσβέσθη το φως της ζωής· κλαύσε και δια τον μωρόν, διότι δεν υπάρχει εις αυτόν σύνεσις. Ηπιώτερα κλαύσε δια τον νεκρόν, διότι επιτέλους αυτός ανεπαύθη από τας ταλαιπωρίας της παρούσης ζωής. Η ζωή όμως του μωρού είναι χειροτέρα και από αυτόν τον θάνατον.
 
Σοφ. Σειρ. 22,12 πένθος νεκροῦ ἑπτὰ ἡμέραι, μωροῦ δὲ καὶ ἀσεβοῦς πᾶσαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 22,12 Το πένθος δι' ένα νεκρόν διαρκεί επτά ημέρας, το πένθος όμως δι' ένα μωρόν διαρκεί όλας τας ημέρας της ζωής του.
 
Σοφ. Σειρ. 22,13 μετὰ ἄφρονος μὴ πληθύνῃς λόγον, καὶ πρὸς ἀσύνετον μὴ πορεύου· φύλαξαι ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἵνα μὴ κόπον ἔχῃς, καὶ οὐ μὴ μολυνθῇς ἐν τῷ ἐντιναγμῷ αὐτοῦ· ἔκκλινον ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ εὑρήσεις ἀνάπαυσιν καὶ οὐ μὴ ἀκηδιάσῃς ἐν τῇ ἀπονοίᾳ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 22,13 Με μωρόν και ασύνετον μη ανοίγης μακράς συνομιλίας· και στο σπίτι απερίσκεπτου ανθρώπου μη πορευθής· φυλάξου από αυτόν και την συναναστροφήν του, δια να μη κουρασθής ψυχικώς και δια να μη μολυνθής, από όσα εκτινάσσονται από το στόμα του. Παραμέρισε και φύγε από αυτόν και έτσι θα εύρης ανάπαυσιν· δεν θα αθυμήσης από τας ανοησίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 22,14 ὑπὲρ μόλυβδον τί βαρυνθήσεται; καὶ τί αὐτῷ ὄνομα ἀλλ᾿ ἢ μωρός;
Σοφ. Σειρ. 22,14 Τι υπάρχει βαρύτερον από τον μόλυβδον και πως ονομάζεται; Ονομάζεται μωρός.
 
Σοφ. Σειρ. 22,15 ἄμμον καὶ ἅλα καὶ βῶλον σιδήρου εὔκοπον ὑπενεγκεῖν ἢ ἄνθρωπον ἀσύνετον. -
Σοφ. Σειρ. 22,15 Αμμον και αλάτι και όγκον σιδήρου είναι ευκολώτερον να σηκώση κανείς στους ώμους του και να μεταφέρη, παρά να υποφέρη ασύνετον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 22,16 Ἱμάντωσις ξυλίνη ἐνδεδεμένη εἰς οἰκοδομὴν ἐν συσσεισμῷ οὐ διαλυθήσεται· οὕτως καρδία ἐστηριγμένη ἐπὶ διανοήματος βουλῆς ἐν καιρῷ οὐ δειλιάσει.
Σοφ. Σειρ. 22,16 Ξυλίνη δέσις εις μίαν οικοδομήν εις καιρόν σεισμού δεν θα διαλυθή· ετσι και μία καρδία, εστηριγμένη εις ώριμον σοφήν σκέψιν, δεν θα δειλιάση εις ώραν κινδύνου.
 
Σοφ. Σειρ. 22,17 καρδία ἡδρασμένη ἐπὶ διανοίας συνέσεως ὡς κόσμος ψαμμωτὸς τοίχου ξυστοῦ.
Σοφ. Σειρ. 22,17 Καρδία η οποία είναι στερεωμένη επάνω εις συνετήν διάνοιαν, ομοιάζει με ωραίον στόλισμα αμμοκονιάματος επάνω εις ομαλόν τοίχον.
 
Σοφ. Σειρ. 22,18 χάρακες ἐπὶ μετεώρου κείμενοι κατέναντι ἀνέμου οὐ μὴ ὑπομείνωσιν· οὕτως καρδία δειλὴ ἐπὶ διανοήματος μωροῦ κατέναντι παντὸς φόβου οὐ μὴ ὑπομείνῃ.
Σοφ. Σειρ. 22,18 Φράκται από πασσάλους εις υψηλόν ακάλυπτον μέρος δεν θα ανθέξουν εις την ορμήν των ανέμων· έτσι και η δειλή καρδία, που στηρίζεται, εις τας σκέψεις ενός μωρού, δεν θα ανθέξη εις διαφόρους επικινδύνους δυσκολίας.
 
Σοφ. Σειρ. 22,19 Ὁ νύσσων ὀφθαλμὸν κατάξει δάκρυα, καὶ ὁ νύσσων καρδίαν ἐκφαίνει αἴσθησιν.
Σοφ. Σειρ. 22,19 Εκείνος που κεντά τον οφθαλμόν του, θα προκαλέση δάκρυα· όποιος όμως κεντά την καρδίαν του άλλου προκαλεί πόνον.
 
Σοφ. Σειρ. 22,20 βάλλων λίθον ἐπὶ πετεινὰ ἀποσοβεῖ αὐτά, καὶ ὁ ὀνειδίζων φίλον διαλύσει φιλίαν.
Σοφ. Σειρ. 22,20 Εκείνος που ρίπτει λίθον εναντίον των πτηνών, τα τρομάζει και τα κάμνει να φεύγουν· όποιος υβρίζει τον φίλον του, θα διαλύση την φιλίαν του με αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 22,21 ἐπὶ φίλον ἐὰν σπάσῃς ῥομφαίαν, μὴ ἀπελπίσῃς, ἔστι γὰρ ἐπάνοδος·
Σοφ. Σειρ. 22,21 Εάν εις στιγμήν παραφοράς ανασύρης φανερά την μάχαιραν εναντίον του φίλου σου, μη απελπισθής, διότι είναι δυνατή η επανόρθωσις και αποκατάστασις της φιλίας.
 
Σοφ. Σειρ. 22,22 ἐπὶ φίλον ἐὰν ἀνοίξῃς στόμα, μὴ εὐλαβηθῇς, ἔστι γὰρ διαλλαγή· πλὴν ὀνειδισμοῦ καὶ ὑπερηφανίας καὶ μυστηρίου ἀποκαλύψεως καὶ πληγῆς δολίας, ἐν τούτοις ἀποφεύξεται πᾶς φίλος.
Σοφ. Σειρ. 22,22 Εάν ανοίξης το στόμα σου και καταφερθής εναντίον του φίλου σου, μη φοβηθής, διότι είναι δυνατόν να υπάρξη συνδιαλλαγή και συμφιλίωσις. Μονον εάν τον υβρίσης και φερθής προς αυτόν με υπερηφάνειαν και φανερώσης τα μυστικά του και δολίως τον πληγώσης, τότε ο φίλος σου θα απομακρυνθή οριστικώς από σέ.
 
Σοφ. Σειρ. 22,23 πίστιν κτῆσαι ἐν πτωχείᾳ μετὰ τοῦ πλησίον, ἵνα ἐν τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ ὁμοῦ πλησθῇς· ἐν καιρῷ θλίψεως διάμενε αὐτῷ, ἵνα ἐν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ συγκληρονομήσῃς.
Σοφ. Σειρ. 22,23 Απόκτησε και κράτησε την εμπιστοσύνην του πλησίον σου εις περίοδον πτωχείας του, δια να χαρής έτσι και απολαύσης τα αγαθά του εις περίοδον ευτυχίας του. Εις περίστασιν θλίψεως και ανάγκης του μένε κοντά του, δια να έχης και συ κατόπιν μερίδιον εις τα αγαθά, τα οποία αργότερον αυτός θα αποκτήση.
 
Σοφ. Σειρ. 22,24 πρὸ πυρὸς ἀτμὶς καμίνου καὶ καπνός· οὕτως πρὸ αἱμάτων λοιδορίαι.
Σοφ. Σειρ. 22,24 Από την φωτιά μιας καμίνου προηγείται ο ατμός και ο καπνός. Ετσι και από τας φονικάς συμπλοκάς προηγούνται αι ύβρεις και αι αντεγκλήσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 22,25 φίλον σκεπάσαι οὐκ αἰσχυνθήσομαι καὶ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οὐ μὴ κρυβῶ.
Σοφ. Σειρ. 22,25 Δεν θα εντραπώ να συγκαλύψω τας εκτροπάς του φίλου μου και δεν θα κρυβώ, δια να μη αντικρύσω τυ πρόσωπόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 22,26 καὶ εἰ κακά μοι συμβῇ δι᾿ αὐτόν, πᾶς ὁ ἀκούων φυλάξεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. -
Σοφ. Σειρ. 22,26 Εάν δε και κάποιο κακόν μου συμβή εκ μέρους αυτού, τότε κάθε άνθρωπος, ο οποίος θα πληροφορηθή το γεγονός, θα τον αποστροφή και θα τον αποφύγη.
 
Σοφ. Σειρ. 22,27 Τίς δώσει μοι ἐπὶ στόμα μου φυλακὴν καὶ ἐπὶ τῶν χειλέων μου σφραγίδα πανοῦργον, ἵνα μὴ πέσω ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ἡ γλῶσσά μου ἀπολέσῃ με;
Σοφ. Σειρ. 22,27 Ποιός θα βάλη ένα φρουρόν στο στόμα μου και εις τα χείλη μου σφραγίδα διακρίσεως, δια να μη περιπέσω εις σφάλματα λόγων και η γλώσσα μου γίνη αφορμή να καταστραφώ;
 
Σοφ. Σειρ. 23,1 Κύριε, πάτερ καὶ δέσποτα ζωῆς μου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με ἐν βουλῇ αὐτῶν, μὴ ἀφῇς με πεσεῖν ἐν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 23,1 Κυριε, Πατερ και Δέσποτα της ζωής μου, μη επιτρέψης και μου ξεφύγουν ασύνετα λόγια και μη με αφήσης να πέσω θύμα αυτών.
 
Σοφ. Σειρ. 23,2 τίς ἐπιστήσει ἐπὶ τοῦ διανοήματός μου μάστιγας καὶ ἐπὶ τῆς καρδίας μου παιδείαν σοφίας, ἵνα ἐπὶ τοῖς ἀγνοήμασί μου μὴ φείσωνται καὶ οὐ μὴ παρῇ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν,
Σοφ. Σειρ. 23,2 Ποιός θα πάρη μαστίγιον εναντίον των σκέψεών μου και ποιός θα δώση εις την καρδίαν μου διαπαιδαγώγησιν και μόρφωσιν σοφίας, δια να μη δειχθούν αυταί επιεικείς, αλλά να ελέγξουν τα εξ αγνοίας αμαρτήματά μου και να προλάβουν άλλα μεγαλύτερα αμαρτήματα;
 
Σοφ. Σειρ. 23,3 ὅπως μὴ πληθύνωσιν αἱ ἄγνοιαί μου καὶ αἱ ἁμαρτίαι μου πλεονάσωσι καὶ πεσοῦμαι ἔναντι τῶν ὑπεναντίων καὶ ἐπιχαρεῖταί μοι ὁ ἐχθρός μου;
Σοφ. Σειρ. 23,3 Και δια να δράσουν ετσι ανασταλτικώς, ώστε να μη αυξηθούν τα εξ αγνοίας αμαρτήματά μου, και αι αμαρτίαι μου να μη πλεονάσουν, δια να μη πέσω ενώπιον των εχθρών μου και χαιρεκακήσουν εκείνοι δια την πτώσιν μου;
 
Σοφ. Σειρ. 23,4 Κύριε, πάτερ καὶ Θεὲ ζωῆς μου, μετεωρισμὸν ὀφθαλμῶν μὴ δῷς μοι
Σοφ. Σειρ. 23,4 Κυριε, πάτερ και Θεέ της ζωής μου, μη επιτρέψης να έχω οφθαλμούς υπερηφάνους και περιέργους.
 
Σοφ. Σειρ. 23,5 καὶ ἐπιθυμίαν ἀπόστρεψον ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Σοφ. Σειρ. 23,5 Απομάκρυνε δε από εμέ κάθε επιθυμίαν κακήν.
 
Σοφ. Σειρ. 23,6 κοιλίας ὄρεξις καὶ συνουσιασμὸς μὴ καταλαβέτωσάν με, καὶ ψυχῇ ἀναιδεῖ μὴ παραδῷς με.
Σοφ. Σειρ. 23,6 Ας μη με καταλάβη και ας μη κυριαρχήση επάνω μου η κοιλιοδουλεία και αι σαρκικαί επιθυμίαι του συνουσιασμού· μη με παραδώσης εις την κυριαρχίαν αδιαντρόπου ψυχής.
 
Σοφ. Σειρ. 23,7 Παιδείαν στόματος ἀκούσατε, τέκνα, καὶ ὁ φυλάσσων οὐ μὴ ἁλῷ.
Σοφ. Σειρ. 23,7 Παιδιά μου, ακούσατε λόγους μορφωτικούς δια την γλώσσαν· εκείνος ο οποίος θα τους τηρήση, δεν θα κυριευθή από άκριτον γλώσσαν.
 
Σοφ. Σειρ. 23,8 ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ καταληφθήσεται ἁμαρτωλός, καὶ λοίδορος καὶ ὑπερήφανος σκανδαλισθήσονται ἐν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 23,8 Από τα λόγια του στόματός του συλλαμβάνεται ο αμαρτωλός, ο δε υβριστής και υπερήφανος πάλιν εξ αιτίας των λόγων του θα σκοντάψη και θα πέση.
 
Σοφ. Σειρ. 23,9 ὅρκῳ μὴ ἐθίσῃς τὸ στόμα σου καὶ ὀνομασίᾳ τοῦ ἁγίου μὴ συνεθισθῇς·
Σοφ. Σειρ. 23,9 Μη συνηθίσης το στόμα σου στους όρκους ούτε και να προφέρης το όνομα του αγίου Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 23,10 ὥσπερ γὰρ οἰκέτης ἐξεταζόμενος ἐνδελεχῶς ἀπὸ μώλωπος οὐκ ἐλαττωθήσεται, οὕτως καὶ ὁ ὀμνύων καὶ ὀνομάζων διαπαντὸς ἀπὸ ἁμαρτίας οὐ μὴ καθαρισθῇ.
Σοφ. Σειρ. 23,10 Οπως ένας δούλος, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε κάτω από το βλέμμα και την εξέτασιν του κυρίου του, δεν θα διαφύγη τους ραβδισμούς δια τα σφάλματά του, έτσι και εκείνος, ο οποίος ορκίζεται και έχει πάντοτε στο στόμα του το όνομα του Θεού, δεν απαλλάσσεται από την εύθυνην της αμαρτίας αυτής.
 
Σοφ. Σειρ. 23,11 ἀνὴρ πολύορκος πλησθήσεται ἀνομίας, καὶ οὐκ ἀποστήσεται ἀπὸ τοῦ οἴκου αὐτοῦ μάστιξ· ἐὰν πλημμελήσῃ, ἁμαρτία αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ, κἂν ὑπερίδῃ, ἥμαρτε δισσῶς· καὶ εἰ διακενῆς ὤμοσεν, οὐ δικαιωθήσεται, πλησθήσεται γὰρ ἐπαγωγῶν ὁ οἶκος αὐτοῦ. -
Σοφ. Σειρ. 23,11 Ανθρωπος, ο οποίος κάμνει πολλούς όρκους, θα γεμίση από παρανομίας και από το σπίτι του δεν θα λείψη ποτέ η μάστιξ των θλίψεων. Εάν περιπέση στο αμάρτημα των πολλών ορκών, επάνω του θα πέση η ενοχή. Εάν δε αδιαφορήση δια τον όρκον, αμαρτάνει δύο φοράς. Εάν δε εν γνώσει ορκισθή ψευδώς, δεν θα εύρη καμμίαν δικαίωσιν και συγχώρησιν. Το δε σπίτι του θα γεμίση από τιμωρίας και συμφοράς.
 
Σοφ. Σειρ. 23,12 Ἔστι λέξις ἀντιπεριβεβλημένη θανάτῳ, μὴ εὑρεθήτω ἐν κληρονομίᾳ Ἰακώβ· ἀπὸ γὰρ εὐσεβῶν ταῦτα πάντα ἀποστήσεται, καὶ ἐν ἁμαρτίαις οὐκ ἐγκυλισθήσονται.
Σοφ. Σειρ. 23,12 Υπάρχουν τόσον βαρείαι και βλάσφημοι φράσεις, αι οποίαι επισύρουν ως ποινήν τον θάνατον. Τέτοιες φράσεις επ' ουδενί λόγω δεν πρέπει να υπάρχουν μεταξύ των απογόνων του Ιακώβ. Ολαι αυταί πρέπει να αποφεύγωνται επιμελώς από τους ευσεβείς ανθρώπους, ώστε να μη κυλίωνται αυτοί μέσα στον βόρβορον των φοβερών αυτών αμαρτιών.
 
Σοφ. Σειρ. 23,13 ἀπαιδευσίαν ἀσυρῆ μὴ συνεθίσῃς τὸ στόμα σου, ἔστι γὰρ ἐν αὐτῇ λόγος ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 23,13 Μη συνηθίσης το στόμα σου εις αναισχύντους λόγους, διότι μέσα εις αυτούς υπάρχουν πάντοτε φράσεις αμαρτωλαί.
 
Σοφ. Σειρ. 23,14 μνήσθητι πατρὸς καὶ μητρός σου, ἀνὰ μέσον γὰρ μεγιστάνων συνεδρεύεις· μήποτ᾿ ἐπιλάθῃ ἐνώπιον αὐτῶν καὶ τῷ ἐθισμῷ σου μωρανθῇς καὶ θελήσεις εἰ μὴ ἐγεννήθης καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ τοκετοῦ σου καταράσῃ.
Σοφ. Σειρ. 23,14 Να ενθυμήσαι πάντοτε τον πατέρα σου και την μητέρα σου και τας συμβουλάς, που σου έχουν δώσει, και όταν κάθησαι εν μέσω των αρχόντων. Πρόσεξε μη λησμονήσης ενώπιον αυτών των αρχόντων τους γονείς σου και με την συνήθειαν της αδιακρίτου σου γλώσσης αποβλακωθής. Τοτε ίσως θα είπης, ότι θα ήθελες να μη είχες γεννηθή και ενδεχομένως να καταρασθής την ημέραν της γεννήσεώς σου.
 
Σοφ. Σειρ. 23,15 ἄνθρωπος συνεθιζόμενος λόγοις ὀνειδισμοῦ ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ οὐ μὴ παιδευθῇ.
Σοφ. Σειρ. 23,15 Ανθρωπος, ο οποίος έχει συνηθίσει να εκστομίζη υβριστικούς και εμπαικτικούς λόγους όλας τας ημέρας της ζωής του, δεν είναι δυνατόν να μορφωθή και προοδεύση.
 
Σοφ. Σειρ. 23,16 Δύο εἴδη πληθύνουσιν ἁμαρτίας, καὶ τὸ τρίτον ἐπάξει ὀργήν·
Σοφ. Σειρ. 23,16 Δυο είδη ανθρώπων πολλαπλασιάζουν συνεχώς τας αμαρτίας των και το τρίτον είδος εφελκύει επάνω του την οργήν του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 23,17 ψυχὴ θερμὴ ὡς πῦρ καιόμενον, οὐ μὴ σβεσθῇ ἕως ἂν καταποθῇ· ἄνθρωπος πόρνος ἐν σώματι σαρκὸς αὐτοῦ, οὐ μὴ παύσηται ἕως ἂν ἐκκαύσῃ πῦρ· ἀνθρώπω πόρνῳ πᾶς ἄρτος ἡδύς, οὐ μὴ κοπάσῃ ἕως ἂν τελευτήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 23,17 Ψυχή θερμαινομένη από το πάθος γίνεται ως καιομένη φωτιά και η φωτιά αυτή δεν θα σβήση, έως ότου κατακαή εξ ολοκλήρου η ψυχή. Ανθρωπος ο οποίος αμαρτάνει επάνω εις αυτό τούτο το σώμα του, δεν θα σταματήση διαπράττων την αμαρτίαν, έως ότου το πυρ της απωλείας τον κατακαύση. Δια τον πορνεύοντα άνθρωπον κάθε σαρξ είναι γλυκεία προς απόλαυσιν. Δεν θα σταματήση την αμαρτίαν του μέχρι και του θανάτου του.
 
Σοφ. Σειρ. 23,18 ἄνθρωπος παραβαίνων ἀπὸ τῆς κλίνης αὐτοῦ, λέγων ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ· τίς με ὁρᾷ; σκότος κύκλῳ μου, καὶ οἱ τοῖχοί με καλύπτουσι, καὶ οὐθείς με ὁρᾷ· τί εὐλαβοῦμαι; τῶν ἁμαρτιῶν μου οὐ μὴ μνησθήσεται ὁ Ὕψιστος.
Σοφ. Σειρ. 23,18 Ανθρωπος, ο οποίος μολύνει την συζυγικήν του κλίνην, λέγει εσωτερικώς· “ποιός με βλέπει αμαρτάνοντα; Σκοτάδι υπάρχει ολόγυρά μου και οι τοίχοι με σκεπάζουν· κανείς λοιπόν δεν με βλέπει· τι φοβούμαι; Ο Υψιστος δεν θα ενθυμηθή τας αμαρτίας μου”.
 
Σοφ. Σειρ. 23,19 καὶ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπων ὁ φόβος αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔγνω ὅτι ὀφθαλμοὶ Κυρίου μυριοπλασίως ἡλίου φωτεινότεροι, ἐπιβλέποντες πάσας ὁδοὺς ἀνθρώπων καὶ κατανοοῦντες εἰς ἀπόκρυφα μέρη.
Σοφ. Σειρ. 23,19 Το μόνον που αυτός φοβείται είναι οι οφθαλμοί των ανθρώπων. Δεν έμαθεν όμως ότι οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι απειροπλασίως φωτεινότεροι από τον ήλιον, επιβλέπουν εις όλους τους δρόμους της ζωής των ανθρώπων και έχουν γνώσιν όλων των αμαρτιών, τας οποίας και εις τα πλέον απόκρυφα μέρη διαπράττουν οι άνθρωποι.
 
Σοφ. Σειρ. 23,20 πρὶν ἢ κτισθῆναι τὰ πάντα, ἔγνωσται αὐτῷ, οὕτως καὶ μετὰ τὸ συντελεσθῆναι.
Σοφ. Σειρ. 23,20 Πριν δημιουργηθούν τα σύμπαντα ήσαν όλα γνωστά στον Θεόν. Ετσι και μετά την δημιουργίαν των αυτός τα πάντα επιβλέπει και γνωρίζει.
 
Σοφ. Σειρ. 23,21 οὗτος ἐν πλατείαις πόλεως ἐκδικηθήσεται, καὶ οὗ οὐχ ὑπενόησεν πιασθήσεται. -
Σοφ. Σειρ. 23,21 Αυτός ο πόρνος εις τας κοσμοβριθείς πλατείας της πόλεως θα τιμωρηθή και εκεί, όπου δεν υπωπτεύετο τον κίνδυνον, θα συλληφθή επ' αυτοφώρω.
 
Σοφ. Σειρ. 23,22 Οὕτως καὶ γυνὴ καταλιποῦσα τὸν ἄνδρα καὶ παριστῶσα κληρονόμον ἐξ ἀλλοτρίου·
Σοφ. Σειρ. 23,22 Ετσι θα τιμωρηθή και η γυναίκα, η οποία έχει εγκαταλείψει τον άνδρα της και έφερεν στον κόσμον παιδί από ξένον άνδρα.
 
Σοφ. Σειρ. 23,23 πρῶτον μὲν γὰρ ἐν νόμῳ Ὑψίστου ἠπείθησε, καὶ δεύτερον εἰς ἄνδρα ἑαυτῆς ἐπλημμέλησε, καὶ τὸ τρίτον ἐν πορνείᾳ ἐμοιχεύθη, ἐξ ἀλλοτρίου ἀνδρὸς τέκνα παρέστησεν.
Σοφ. Σειρ. 23,23 Αυτή πρώτον μεν παρήκουσε τον νόμον του Υψίστου, δεύτερον ημάρτησεν απέναντι του συζύγου της και τρίτον διέπραξε μοιχείαν και απέκτησε τέκνα από άλλον άνδρα.
 
Σοφ. Σειρ. 23,24 αὕτη εἰς ἐκκλησίαν ἐξαχθήσεται, καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἐπισκοπὴ ἔσται.
Σοφ. Σειρ. 23,24 Αυτή βιαίως θα οδηγηθή έξω από την οικίαν της και θα παρουσιασθή ενώπιον του λαού, δια να δικασθή· αλλά και τα τέκνα της θα συναντήσουν δοκιμασίας εις την ζωήν των.
 
Σοφ. Σειρ. 23,25 οὐ διαδώσουσι τὰ τέκνα αὐτῆς εἰς ῥίζαν, καὶ οἱ κλάδοι αὐτῆς οὐ δώσουσι καρπόν.
Σοφ. Σειρ. 23,25 Τα τέκνα αυτής δεν θα απλώσουν τας ρίζας των και δεν θα ριζοβολήσουν. Και οι κλάδοι της δεν θα αποφέρουν καρπόν, δεν θα αφήσουν απογόνους.
 
Σοφ. Σειρ. 23,26 καταλείψει εἰς κατάραν τὸ μνημόσυνον αὐτῆς, καὶ τὸ ὄνειδος αὐτῆς οὐκ ἐξαλειφθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 23,26 Θα αφήση κατηραμένην ανάμνησιν και η καταισχύνη της ποτέ δεν θα εξαλειφθή.
 
Σοφ. Σειρ. 23,27 καὶ ἐπιγνώσονται οἱ καταλειφθέντες ὅτι οὐθὲν κρεῖττον φόβου Κυρίου καὶ οὐθὲν γλυκύτερον τοῦ προσέχειν ἐντολαῖς Κυρίου.
Σοφ. Σειρ. 23,27 Ετσι δε θα διδαχθούν από τα πράγματα και θα μάθουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, ότι δεν υπάρχει τίποτε καλύτερον από τον σεβασμόν και την ευλάβειαν προς τον Κυριον· και τίποτε γλυκύτερον, από το να προσέχη και να τηρή κανείς τας εντολάς του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 24,1 Ἡ σοφία αἰνέσει ψυχὴν αὐτῆς καὶ ἐν μέσῳ λαοῦ αὐτῆς καυχήσεται.
Σοφ. Σειρ. 24,1 Η σοφία θα επαινέση τον εαυτόν της και εν μέσω του λαού θα δοξασθή.
 
Σοφ. Σειρ. 24,2 ἐν ἐκκλησίᾳ Ὑψίστου στόμα αὐτῆς ἀνοίξει καὶ ἔναντι δυνάμεως αὐτοῦ καυχήσεται·
Σοφ. Σειρ. 24,2 Εις συγκέντρωσιν πιστών εν ονόματι του Κυρίου θα ανοίξη το στόμα της και ενώπιον των θείων δυνάμεων θα εγκωμιασθή.
 
Σοφ. Σειρ. 24,3 ἐγὼ ἀπὸ στόματος Ὑψίστου ἐξῆλθον, καὶ ὡς ὁμίχλη κατεκάλυψα γῆν·
Σοφ. Σειρ. 24,3 “Εγώ, θα είπη, έχω βγη από στόμα του Υψίστου Θεού και ωσάν ομίχλη εσκεπασα ολόκληρον την γην.
 
Σοφ. Σειρ. 24,4 ἐγὼ ἐν ὑψηλοῖς κατεσκήνωσα, καὶ ὁ θρόνος μου ἐν στύλῳ νεφέλης·
Σοφ. Σειρ. 24,4 Εγώ έχω κατασκηνώσει εις τα ύψη του ουρανού και ο θρόνος μου είναι επάνω εις στύλον νεφέλης.
 
Σοφ. Σειρ. 24,5 γῦρον οὐρανοῦ ἐκύκλωσα μόνη καὶ ἐν βάθει ἀβύσσων περιεπάτησα·
Σοφ. Σειρ. 24,5 Τον ουράνιον θόλον εγώ μόνη περιήλθον και εις τα βάθη των θαλασσών μόνη εγώ περιεπάτησα.
 
Σοφ. Σειρ. 24,6 ἐν κύμασι θαλάσσης καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ καὶ ἐν παντὶ λαῷ καὶ ἔθνει ἐκτησάμην.
Σοφ. Σειρ. 24,6 Επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης και εις όλην την γην και εις κάθε λαόν και έθνος εγώ εβασίλευσα.
 
Σοφ. Σειρ. 24,7 μετὰ τούτων πάντων ἀνάπαυσιν ἐζήτησα καὶ ἐν κληρονομίᾳ τίνος αὐλισθήσομαι.
Σοφ. Σειρ. 24,7 Ανάμεσα εις όλους τούτους τους λαούς και τα έθνη εζήτησα κατοικίαν προς ανάπαυσίν μου. Ανεζήτησα εις ποίου την χώραν θα εγκατασταθώ.
 
Σοφ. Σειρ. 24,8 τότε ἐνετείλατό μοι ὁ κτίστης ἁπάντων, καὶ ὁ κτίσας με κατέπαυσε τὴν σκηνήν μου καὶ εἶπεν· ἐν Ἰακὼβ κατασκήνωσον καὶ ἐν Ἰσραὴλ κατακληρονομήθητι.
Σοφ. Σειρ. 24,8 Τοτε μου έδωσε την εντολήν ο Δημιουργός του σύμπαντος. Αυτός ο οποίος εμέ εδημιούργησεν, εστερέωσε την σκηνήν της αναπαύσεώς μου και μου είπε· Θα κατοικήσης στον λαόν Ιακώβ, πάρε ως ιδιοκτησίαν σου την χώραν του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 24,9 πρὸ τοῦ αἰῶνος ἀπ᾿ ἀρχῆς ἔκτισέ με, καὶ ἕως αἰῶνος οὐ μὴ ἐκλίπω.
Σοφ. Σειρ. 24,9 Προ πάντων των αιώνων και προ πάσης αρχής με εδημιούργησε και δεν θα παύσω να υπάρχω αιωνίως.
 
Σοφ. Σειρ. 24,10 ἐν σκηνῇ ἁγίᾳ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐλειτούργησα καὶ οὕτως ἐν Σιὼν ἐστηρίχθην·
Σοφ. Σειρ. 24,10 Εις την αγίαν Σκηνήν του Μαρτυρίου ενώπιον αυτού εγώ ελειτούργησα και έτσι εστερέωσα μόνιμον την κατοικίαν μου εις τήν Ιερουσαλήμ.
 
Σοφ. Σειρ. 24,11 ἐν πόλει ἠγαπημένῃ ὁμοίως με κατέπαυσε, καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἡ ἐξουσία μου·
Σοφ. Σειρ. 24,11 Αυτός ο ίδιος με εγκατέστησε με πάσαν άνεσιν εις την αγαπημένην του πόλιν και έτσι εις την Ιερουσαλήμ υπάρχει ο θρόνος και η εξουσία μου.
 
Σοφ. Σειρ. 24,12 καὶ ἐῤῥίζωσα ἐν λαῷ δεδοξασμένῳ, ἐν μερίδι Κυρίου κληρονομίας αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 24,12 Ερριζοβόλησα εις ένα ένδοξον λαόν εις ιδιοκτησίαν του Κυρίου εις την ιδικήν του κληρονομίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 24,13 ὡς κέδρος ἀνυψώθην ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ὡς κυπάρισσος ἐν ὄρεσιν Ἀερμών·
Σοφ. Σειρ. 24,13 Ανυψώθην και εμεγαλύνθην, όπως ανυψώνεται μεγαλοπρεπής η κέδρος στον Λιβανον, και όπως η κυπάρισσος εις τα όρη Αερμών.
 
Σοφ. Σειρ. 24,14 ὡς φοῖνιξ ἀνυψώθην ἐν αἰγιαλοῖς καὶ ὡς φυτὰ ῥόδου ἐν Ἱεριχώ, ὡς ἐλαία εὐπρεπὴς ἐν πεδίῳ, καὶ ἀνυψώθην ὡς πλάτανος.
Σοφ. Σειρ. 24,14 Ανυψώθην μεγαλοπρεπής, όπως ο φοίνιξ εις τας παραλίους περιοχάς, όπως αι τριανταφυλλέαι εις την Ιεριχώ, όπως η ωραιοτάτη ελαία εις τας πεδιάδας. Ανυψώθην μεγαλοπρεπής ωσάν πλάτανος.
 
Σοφ. Σειρ. 24,15 ὡς κιννάμωμον καὶ ἀσπάλαθος ἀρωμάτων δέδωκα ὀσμὴν καὶ ὡς σμύρνα ἐκλεκτὴ διέδωκα εὐωδίαν, ὡς χαλβάνη καὶ ὄνυξ καὶ στακτὴ καὶ ὡς λιβάνου ἀτμὶς ἐν σκηνῇ.
Σοφ. Σειρ. 24,15 Οπως η εύοσμος κανέλλα και ο αρωματικός ασπάλαθος έδωσα και δίδω εγώ την ευωδίαν. Και όπως η εκλεκτή σμύρνα, διασκορπίζω το άρωμα· όπως η χαλβάνη και ο όνυξ και η στακτή και το θυμίαμα του λιβανιού εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 24,16 ἐγὼ ὡς τερέμινθος ἐξέτεινα κλάδους μου, καὶ οἱ κλάδοι μου κλάδοι δόξης καὶ χάριτος.
Σοφ. Σειρ. 24,16 Εγώ ήπλωσα τους κλάδους μου ωσάν την τερέμινθον και αυτοί οι κλάδοι μου είναι κλάδοι δόξης και χάριτος.
 
Σοφ. Σειρ. 24,17 ἐγὼ ὡς ἄμπελος βλαστήσασα χάριν, καὶ τὰ ἄνθη μου καρπὸς δόξης καὶ πλούτου.
Σοφ. Σειρ. 24,17 'Εγω, όπως η θαλλερή άμπελος που βλαστάνει ωραίους και καρποφόρους τους κλάδους της, έχω άνθη, τα οποία καρποφορούν δόξαν και πλούτον.
 
Σοφ. Σειρ. 24,18 [ἐγὼ μήτηρ τῆς ἀγαπήσεως τῆς καλῆς, καὶ φόβου καὶ γνώσεως καὶ τῆς ὁσίας ἐλπίδος, δίδομαι οὖν πᾶσι τοῖς τέκνοις μου, ἀειγενὴς τοῖς λεγομένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ].
Σοφ. Σειρ. 24,18 Εγώ είμαι η μητέρα της πλέον αγνής και αδόλου αγάπης, του θείου φόβου και της υγιούς γνώσεως και της αγίας ελπίδος. Εγώ χαρίζομαι υπό του Θεού εις όλα τα τέκνα μου, πάντοτε υπάρχουσα εις τα λόγια του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 24,19 προσέλθετε πρός με οἱ ἐπιθυμοῦντές μου, καὶ ἀπὸ τῶν γεννημάτων μου ἐμπλήσθητε·
Σοφ. Σειρ. 24,19 Ελάτε, λοιπόν, προς εμέ όλοι σεις οι οποίοι επιθυμείτε να με αποκτήσετε, και χορτάσατε από τους καρπούς μου.
 
Σοφ. Σειρ. 24,20 τὸ γὰρ μνημόσυνόν μου ὑπὲρ τὸ μέλι γλυκύ, καὶ ἡ κληρονομία μου ὑπὲρ μέλιτος κηρίον.
Σοφ. Σειρ. 24,20 Και μόνη η σκέψις και ανάμνησίς σας περί εμού είναι γλυκυτέρα από το μέλι και η απόκτησίς μου είναι ανωτέρα από την απόκτησιν κηρήθρας.
 
Σοφ. Σειρ. 24,21 οἱ ἐσθίοντές με ἔτι πεινάσουσι, καὶ οἱ πίνοντές με ἔτι διψήσουσιν.
Σοφ. Σειρ. 24,21 Εκείνοι οι οποίοι με τρώγουν, θα έχουν ακόμη όρεξιν και πείναν δι' εμέ· και εκείνοι οι οποίοι θα με πίνουν θα διψούν πάλιν δι' εμέ.
 
Σοφ. Σειρ. 24,22 ὁ ὑπακούων μου οὐκ αἰσχυνθήσεται, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐν ἐμοὶ οὐχ ἁμαρτήσουσι.
Σοφ. Σειρ. 24,22 Οποιος με προσέχει και υπακούει στους λόγους μου, ποτέ δεν θα εντροπιασθή· και όσοι εργάζονται υπό την έμπνευσίν μου, δεν θα περιπέσουν εις σφάλματα.
 
Σοφ. Σειρ. 24,23 ταῦτα πάντα βίβλος διαθήκης Θεοῦ Ὑψίστου, νόμον ὃν ἐνετείλατο ἡμῖν Μωυσῆς κληρονομίαν συναγωγαῖς Ἰακώβ.
Σοφ. Σειρ. 24,23 Ολα αυτά είναι η Βιβλος της Διαθήκης Θεού του Υψίστου· ο Νομος, τον οποίον διέταξεν εις ημάς ο Μωϋσής, η ιερά κληρονομία στους λαούς του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 24,24 [μὴ ἐκλύεσθε ἰσχὺν ἐν Κυρίῳ, κολλᾶσθε δὲ πρὸς αὐτόν, ἵνα κραταιώσῃ ὑμᾶς, Κύριος παντοκράτωρ Θεὸς μόνος ἐστί, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν αὐτοῦ σωτήρ].
Σοφ. Σειρ. 24,24 Μη παραλύετε και μη χάνετε την δύναμίν σας ενώπιον του Κυρίου, αλλά προσκολληθήτε εις αυτόν, δια να σας ενισχύση, διότι ο Κυριος είναι ο μόνος παντοκράτωρ Θεός, και κανείς άλλος σωτήρ πλην αυτού δεν υπάρχει.
 
Σοφ. Σειρ. 24,25 ὁ πιμπλῶν ὡς Φεισὼν σοφίαν καὶ ὡς Τίγρις ἐν ἡμέραις νέων,
Σοφ. Σειρ. 24,25 Αυτός κάμνει να πλημμυρίζη η σοφία, όπως τα ύδατα του ποταμού Φεισών και όπως τα ύδατα του Τιγρητος κατά την εποχήν των νέων καρπών.
 
Σοφ. Σειρ. 24,26 ὁ ἀναπληρῶν ὡς Εὐφράτης σύνεσιν καὶ ὡς Ἰορδάνης ἐν ἡμέραις θερισμοῦ,
Σοφ. Σειρ. 24,26 Αυτός, που υπερεκχειλίζει την γνώσιν και την σοφίαν, όπως ο Ευφράτης τα ύδατά του και όπως ο Ιορδάνης κατά την περίοδον του θερισμού.
 
Σοφ. Σειρ. 24,27 ὁ ἐκφαίνων ὡς φῶς παιδείαν, ὡς Γηὼν ἐν ἡμέραις τρυγητοῦ.
Σοφ. Σειρ. 24,27 Αυτός που αποστέλλει ωσάν ολόλαμπρον φως την υγιά μόρφωσιν, όπως ο Γηών τα πλούσια νερά του εις περίοδον τρυγητού.
 
Σοφ. Σειρ. 24,28 οὐ συνετέλεσεν ὁ πρῶτος γνῶναι αὐτήν, καὶ οὕτως ὁ ἔσχατος οὐκ ἐξιχνίασεν αὐτήν·
Σοφ. Σειρ. 24,28 Ούτε ο πρώτος άνθρωπος εγνώρισεν εις βάθος και πλάτος την θείαν σοφίαν, ούτε και ο τελευταίος θα εξιχνιάση ποτέ αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 24,29 ἀπὸ γὰρ θαλάσσης ἐπληθύνθη διανόημα αὐτῆς καὶ ἡ βουλὴ αὐτῆς ἀπὸ ἀβύσσου μεγάλης.
Σοφ. Σειρ. 24,29 Αι υψηλαί αλήθειαι της θείας σοφίας είναι περισσότεραι από τα ύδατα της θαλάσσης, και αι αναρίθμητοι συμβουλαί της, ως εάν προσέρχωνται από απέραντον ωκεανόν.
 
Σοφ. Σειρ. 24,30 κἀγὼ ὡς διῶρυξ ἀπὸ ποταμοῦ καὶ ὡς ὑδραγωγὸς ἐξῆλθον εἰς παράδεισον·
Σοφ. Σειρ. 24,30 Εγώ, η σοφία, είμαι ωσάν πλουσία διώρυξ ύδατος από κάποιον ποταμόν και σαν υδραγωγός, ο οποίος εξήλθα, δια να ποτίσω τον κήπον.
 
Σοφ. Σειρ. 24,31 εἶπα· ποτιῶ μου τὸν κῆπον καὶ μεθύσω μου τὴν πρασιάν· καὶ ἰδοὺ ἐγένετό μοι ἡ διῶρυξ εἰς ποταμόν, καὶ ὁ ποταμός μου ἐγένετο εἰς θάλασσαν.
Σοφ. Σειρ. 24,31 Είπα, θα ποτίσω τον κήπον μου, θα μεθύσω με τα άφθονα ύδατά μου τας πρασιάς· και ιδού ότι η διώρυξ έγινε ποταμός και ο ποταμός έγινε θάλασσα.
 
Σοφ. Σειρ. 24,32 ἔτι παιδείαν ὡς ὄρθρον φωτιῶ καὶ ἐκφανῶ αὐτὰ ἕως εἰς μακράν·
Σοφ. Σειρ. 24,32 Απλώνω ακόμη την μόρφωσιν όπως διαχέεται το ορθρινόν φως, και θα φανερώσω τα σοφά αυτής διδάγματα έως στον πλέον μακρυνόν κόσμον.
 
Σοφ. Σειρ. 24,33 ἔτι διδασκαλίαν ὡς προφητείαν ἐκχεῶ καὶ καταλείψω αὐτὴν εἰς γενεὰς αἰώνων.
Σοφ. Σειρ. 24,33 Διαχύνω την διδασκαλίαν μου ως σπουδαιότατον κήρυγμα του Θεού, και θα κληροδοτήσω αυτήν εις τας δια μέσου των αιώνων γενεάς των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 24,34 ἴδετε ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ ἐκοπίασα, ἀλλὰ πᾶσι τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 24,34 Προσέξατε, εγώ που γράφω αυτά τα σχετικά με την σοφίαν, δεν εκοπίασα μόνον δια τον εαυτόν μου, αλλά και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι αναζητούν και θέλουν να εύρουν την σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 25,1 Ἐν τρισὶν ὡραΐσθην καὶ ἀνέστην ὡραία ἔναντι Κυρίου καὶ ἀνθρώπων· ὁμόνοια ἀδελφῶν, καὶ φιλία τῶν πλησίον, καὶ γυνὴ καὶ ἀνὴρ ἑαυτοῖς συμπεριφερόμενοι.
Σοφ. Σειρ. 25,1 Τρία πράγματά με στολίζουν κατά τρόπον ωραίον, και ωραία παρουσιάζομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Πρώτον· ομόνοια μεταξύ των αδελφών. Δεύτερον· φιλία μεταξύ των φίλων και των γειτόνων. Τρίτον· καλή συμπεριφορά των συζύγων μεταξύ των.
 
Σοφ. Σειρ. 25,2 τρία δὲ εἴδη ἐμίσησεν ἡ ψυχή μου καὶ προσώχθισα σφόδρα τῇ ζωῇ αὐτῶν· πτωχὸν ὑπερήφανον, καὶ πλούσιον ψεύστην, γέροντα μοιχὸν ἐλαττούμενον συνέσει. -
Σοφ. Σειρ. 25,2 Τρεις τάξεις ανθρώπων εμίσησεν η ψυχή μου και εδυσφόρησα πάρα πολύ δια την ύπαρξίν των. Πτωχόν υπερήφανον, πλούσιον ψεύστην, και γέροντα μοιχόν, ο οποίος συνεχώς χάνει την ορθοφροσύνην του.
 
Σοφ. Σειρ. 25,3 Ἐν νεότητι οὐ συναγήοχας, καὶ πῶς ἂν εὕροις ἐν τῷ γήρᾳ σου;
Σοφ. Σειρ. 25,3 Εφ' όσον κατά την νεότητά σου δεν απεθησαύρισες σοφίαν και σύνεσιν, πως θα την έχης κατά τα γηρατεία σου;
 
Σοφ. Σειρ. 25,4 ὡς ὡραῖον πολιαῖς κρίσις καὶ πρεσβυτέροις ἐπιγνῶναι βουλήν.
Σοφ. Σειρ. 25,4 Ποσον ωραίον είναι δια κεφαλάς, που έχουν κάτασπρα μαλλιά, η ορθοφροσύνη, και δια τους πρεσβυτέρους κατά την ηλικίαν να γνωρίζουν και να δίδουν καλάς συμβουλάς!
 
Σοφ. Σειρ. 25,5 ὡς ὡραία γερόντων σοφία καὶ δεδοξασμένοις διανόημα καὶ βουλή.
Σοφ. Σειρ. 25,5 Ποσον ωραία και ταιριαστή είναι η σοφία δια τους γέροντας, εις δε τους μεγάλους και δοξασμένους επί της γης η ορθή σκέψις και συμβουλή!
 
Σοφ. Σειρ. 25,6 στέφανος γερόντων πολυπειρία, καὶ τὸ καύχημα αὐτῶν φόβος Κυρίου. -
Σοφ. Σειρ. 25,6 Ωραίος ταιριαστός στέφανος εις την κεφαλήν των γερόντων είναι η πλουσία υγιής πείρα καύχημά των δε η ευλάβεια προς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 25,7 Ἐννέα ὑπονοήματα ἐμακάρισα ἐν καρδίᾳ καὶ τὸ δέκατον ἐρῶ ἐπὶ γλώσσης· ἄνθρωπος εὐφραινόμενος ἐπὶ τέκνοις, ζῶν καὶ βλέπων ἐπὶ πτώσει ἐχθρῶν·
Σοφ. Σειρ. 25,7 Εννέα τάξεις εμακάρισα με όλην μου την καρδίαν. Και την δεκάτην τάξιν θα την διακηρύξω με τους λόγους μου. Πρώτον, άνθρωπον ο οποίος ευφραίνεται δια τα καλά του παιδιά. Δεύτερον, εκείνον που ζη και βλέπει την καταστροφήν των εχθρών του.
 
Σοφ. Σειρ. 25,8 μακάριος ὁ συνοικῶν γυναικὶ συνετῇ, καὶ ὃς ἐν γλώσσῃ οὐκ ὠλίσθησε, καὶ ὃς οὐκ ἐδούλευσεν ἀναξίῳ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 25,8 Τρίτον, ευτυχή εκείνον, ο οποίος συνοικεί με συνετήν και σώφρονα σύζυγον. Τέταρτον, εκείνον ο οποίος δεν εξολισθαίνει εις αμαρτήματα γλώσσης. Πέμπτον, εκείνον που δεν υπηρέτησεν ως προϊστάμενον κατώτερόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 25,9 μακάριος ὃς εὗρε φρόνησιν, καὶ ὁ διηγούμενος εἰς ὦτα ἀκουόντων·
Σοφ. Σειρ. 25,9 Μακάριος εκείνος, ο οποίος εύρε και απέκτησε σύνεσιν, εκείνος ο οποίος διδάσκει εις ανθρώπους, οι οποίοι τον ακούουν με προθυμίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 25,10 ὡς μέγας ὁ εὑρὼν σοφίαν· ἀλλ᾿ οὐκ ἔστιν ὑπὲρ τὸν φοβούμενον τὸν Κύριον·
Σοφ. Σειρ. 25,10 Ποσον μέγας είναι εκείνος, ο οποίος ευρήκε και απέκτησε σοφίαν! Αυτός όμως παρ' όλην την σοφίαν του δεν είναι ανώτερος από εκείνον, ο οποίος φοβείται τον Κοριον.
 
Σοφ. Σειρ. 25,11 φόβος Κυρίου ὑπὲρ πᾶν ὑπερέβαλεν, ὁ κρατῶν αὐτοῦ τίνι ὁμοιωθήσεται;
Σοφ. Σειρ. 25,11 Ο φόβος του Κυρίου είναι ανώτερος από κάθε τι· και προς ποίον θα παρομοιάσωμεν εκείνον, που έχει και κρατεί μέσα του αυτόν τον φόβον;
 
Σοφ. Σειρ. 25,12 [φόβος Κυρίου ἀρχὴ ἀγαπήσεως αὐτοῦ, πίστις δὲ ἀρχὴ κολλήσεως αὐτοῦ].
Σοφ. Σειρ. 25,12 Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και η προϋπόθεσις της αγάπης μας προς αυτόν, η δε πίστις μας είναι η αρχή της προσκολλήσεώς μας εις αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 25,13 Πᾶσαν πληγὴν καὶ μὴ πληγὴν καρδίας, καὶ πᾶσαν πονηρίαν καὶ μὴ πονηρίαν γυναικός·
Σοφ. Σειρ. 25,13 Καθε άλλην πληγήν την υπομένει κανείς, οχι όμως και την πληγήν της καρδίας. Καθε άλλην πονηρίαν την υπομένει, οχι όμως και την πονηρίαν της γυναικός.
 
Σοφ. Σειρ. 25,14 πᾶσαν ἐπαγωγὴν καὶ μὴ ἐπαγωγὴν μισούντων, καὶ πᾶσαν ἐκδίκησιν καὶ μὴ ἐκδίκησιν ἐχθρῶν.
Σοφ. Σειρ. 25,14 Καθε συμφοράν την υπομένω, πλην συμφοράς προερχομένης από εκείνους, που με μισούν, όπως και κάθε εκδίκησιν και μη εκδίκησιν, προερχομένην από εχθρούς.
 
Σοφ. Σειρ. 25,15 οὐκ ἔστι κεφαλὴ ὑπὲρ κεφαλὴν ὄφεως, καὶ οὐκ ἔστι θυμὸς ὑπὲρ θυμὸν ἐχθροῦ.
Σοφ. Σειρ. 25,15 Δεν υπάρχει περισσότερον κακή και επικίνδυνος κεφαλή από την δηλητηριώδη κεφαλήν του όφεως· και δεν υπάρχει χειρότερος θυμός από τον θυμόν του εχθρού.
 
Σοφ. Σειρ. 25,16 συνοικῆσαι λέοντι καὶ δράκοντι εὐδοκήσω ἢ ἐνοικῆσαι μετὰ γυναικὸς πονηρᾶς.
Σοφ. Σειρ. 25,16 Προτιμώ να συνοικήσω με λέοντα και δράκοντα, παρά να συγκατοικώ με κακήν γυναίκα.
 
Σοφ. Σειρ. 25,17 πονηρία γυναικὸς ἀλλοιοῖ τὴν ὅρασιν αὐτῆς καὶ σκοτοῖ τὸ πρόσωπον αὐτῆς ὡς ἄρκος.
Σοφ. Σειρ. 25,17 Η κακία της γυναικός αλλοιώνει την εμφάνισίν της γενικώς· κάμνει σκοτεινόν το πρόσωπόν της, ωσάν το πρόσωπον της άρκτου.
 
Σοφ. Σειρ. 25,18 ἀνὰ μέσον τοῦ πλησίον αὐτοῦ ἀναπεσεῖται ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ ἀκούσας ἀνεστέναξε πικρά.
Σοφ. Σειρ. 25,18 Ο σύζυγός της θα καθίση εν ανέσει ανάμεσα στους φίλους του, όταν όμως ακουση δι' αυτήν θα αναστενάξη με μεγάλην πικρίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 25,19 μικρὰ πᾶσα κακία πρὸς κακίαν γυναικός, κλῆρος ἁμαρτωλοῦ ἐπιπέσοι αὐτῇ.
Σοφ. Σειρ. 25,19 Καθε άλλη κακία είναι μικρά εμπρός εις την κακίαν της γυναικός. Ως κακόν μερίδιον ας πέση επάνω της κλήρος και κατάντημα αμαρτωλού.
 
Σοφ. Σειρ. 25,20 ἀνάβασις ἀμμώδης ἐν ποσὶ πρεσβυτέρου, οὕτως γυνὴ γλωσσώδης ἀνδρὶ ἡσύχῳ.
Σοφ. Σειρ. 25,20 Ο,τι είναι η αμμουδερή ανωφέρεια δια τα πόδια του γέροντος, έτσι είναι και η γλωσσώδης γυνή δια τον φιλήσυχον άνδρα της.
 
Σοφ. Σειρ. 25,21 μὴ προσπέσῃς ἐπὶ κάλλος γυναικὸς καὶ γυναῖκα μὴ ἐπιποθήσῃς.
Σοφ. Σειρ. 25,21 Μη παρασυρθής από το κάλλος της γυναικός. Καμμίαν γυναίκα ας μη επιθυμήσης μετά πόθου.
 
Σοφ. Σειρ. 25,22 ὀργὴ καὶ ἀναίδεια καὶ αἰσχύνη μεγάλη γυνὴ ἐὰν ἐπιχορηγῇ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 25,22 Είναι κάτι το εξοργιστικόν, το αναιδές, το εξευτελιστικόν, η γυνή να επιχορηγή και διατρέφη τον άνδρα της.
 
Σοφ. Σειρ. 25,23 καρδία ταπεινὴ καὶ πρόσωπον σκυθρωπὸν καὶ πληγὴ καρδίας γυνὴ πονηρά· χεῖρες παρειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα ἥτις οὐ μακαριεῖ τὸν ἄνδρα αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 25,23 Γυνή με χυδαίαν ψυχήν, με σκυθρωπόν το πρόσωπον και με πικραμμένην καρδίαν, είναι κακή σύζυγος. Χείρες συζύγου αδρανείς και γόνατα παραλελυμένα δεν είναι δυνατόν να κάμουν ευτυχισμένον τον σύζυγόν της.
 
Σοφ. Σειρ. 25,24 ἀπὸ γυναικὸς ἀρχὴ ἁμαρτίας, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἀποθνήσκομεν πάντες.
Σοφ. Σειρ. 25,24 Από την γυναίκα, από την Εύαν, ήλθεν η αρχή της αμαρτίας, και εξ αιτίας αυτής αποθνήσκομεν όλοι.
 
Σοφ. Σειρ. 25,25 μὴ δῷς ὕδατι διέξοδον μηδὲ γυναικὶ πονηρᾷ ἐξουσίαν.
Σοφ. Σειρ. 25,25 Μη δίδης ελευθέραν ροήν στο ύδωρ, ούτε εξουσίαν εις κακήν γυναίκα.
 
Σοφ. Σειρ. 25,26 εἰ μὴ πορεύεται κατὰ χεῖρά σου, ἀπὸ τῶν σαρκῶν σου ἀπότεμε αὐτήν.
Σοφ. Σειρ. 25,26 Εάν η γυναίκα σου δεν σε ακολουθή και δεν σε υπακούη, απόκοψέ την από το σπίτι σου με διαζύγιον.
 
Σοφ. Σειρ. 26,1 Γυναικὸς ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, καὶ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διπλάσιος.
Σοφ. Σειρ. 26,1 Ευτυχής είναι ο άνδρας εκείνος, ο οποίος έχει ενάρετον σύζυγον. Ο αριθμός των ετών της ζωής του θα διπλασιασθή.
 
Σοφ. Σειρ. 26,2 γυνὴ ἀνδρεία εὐφραίνει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ἔτη αὐτοῦ πληρώσει ἐν εἰρήνῃ.
Σοφ. Σειρ. 26,2 Γυνή δραστηρία και εργατική ευφραίνει τον άνδρα της, τα δε έτη της ζωής του θα είναι γεμάτα από ειρήνην.
 
Σοφ. Σειρ. 26,3 γυνὴ ἀγαθὴ μερὶς ἀγαθή, ἐν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 26,3 Ενάρετος γυνή είναι αγαθόν δώρον, που προσφέρεται από τον Κυριον εις εκείνους, οι οποίοι τον φοβούνται.
 
Σοφ. Σειρ. 26,4 πλουσίου δὲ καὶ πτωχοῦ καρδία ἀγαθή, ἐν παντὶ καιρῷ πρόσωπον ἱλαρόν.
Σοφ. Σειρ. 26,4 Του πλουσίου και του πτωχού η καρδία είναι χαρούμενη και εις κάθε περίστασιν το πρόσωπον των είναι ιλαρόν, εάν έχουν σύζυγον αγαθήν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,5 ἀπὸ τριῶν εὐλαβήθη ἡ καρδία μου, καὶ ἐπὶ τῷ τετάρτῳ προσώπῳ ἐδεήθην· διαβολὴν πόλεως, καὶ ἐκκλησίαν ὄχλου, καὶ καταψευσμόν, ὑπὲρ θάνατον πάντα μοχθηρά.
Σοφ. Σειρ. 26,5 Από τρία πράγματα εφοβήθη η καρδία μου, δια δε το τέταρτον ηλλοιώθη από φόβον το πρόσωπόν μου. Πρώτον, συκοφαντίαν ολοκλήρου πόλεως. Δεύτερον, στασιάσαντα όχλον. Τρίτον, φοβεράν ψευδολογίαν. Ολα αυτά είναι χειρότερα και από τον θάνατον.
 
Σοφ. Σειρ. 26,6 ἄλγος καρδίας καὶ πένθος γυνὴ ἀντίζηλος ἐπὶ γυναικὶ καὶ μάστιξ γλώσσης πᾶσιν ἐπικοινωνοῦσα.
Σοφ. Σειρ. 26,6 Το τέταρτον όμως και φοβερότερον είναι ο βαθύς πόνος της καρδίας και πένθος ψυχής εξ αιτίας γυναικός, η οποία ζηλεύει άλλας γυναίκας. Η γλώσσα της γίνεται πλέον μαστίγιον εναντίον όλων εκείνων, με τους οποίους έρχεται εις επικοινωνίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,7 βοοζύγιον σαλευόμενον γυνὴ πονηρά, ὁ κρατῶν αὐτῆς ὡς ὁ δρασσόμενος σκορπίου.
Σοφ. Σειρ. 26,7 Η κακή γυναίκα είναι ένας αταίριαστος και κλονιζόμενος ζυγός βοϊδιών. Οποιος θα επιχειρήση να έλθη εις επαφήν και να κυριαρχήση εις αυτήν, είναι σαν εκείνον, που πιάνει με τα χέρια του σκορπιόν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,8 ὀργὴ μεγάλη γυνὴ μέθυσος καὶ ἀσχημοσύνην αὐτῆς οὐ συγκαλύψει.
Σοφ. Σειρ. 26,8 Μεγάλη δυστυχία και οργή είναι η μέθυσος γυναίκα. Αυτή δεν σκεπάζει όσα δια λόγους εντροπής πρέπει να είναι συγκεκαλυμμένα.
 
Σοφ. Σειρ. 26,9 πορνεία γυναικὸς ἐν μετεωρισμοῖς ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖς βλεφάροις αὐτῆς γνωσθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 26,9 Η πορνεία της γυναικός φαίνεται από την ζωηρότητα και την αναισχυντίαν των οφθαλμών της, γίνεται γνωστή και από αυτά ακόμη τα βλέφαρά της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,10 ἐπὶ θυγατρὶ ἀδιατρέπτῳ στερέωσον φυλακήν, ἵνα μὴ εὑροῦσα ἄνεσιν ἑαυτῇ χρήσηται.
Σοφ. Σειρ. 26,10 Πρόσεξε πολύ και παρακολούθησε συνεχώς την αδιάντροπον θυγατέρα, μήπως τυχόν αυτή, εκμεταλλευόμενη την αμέλειάν σου, κάμη κακήν χρήσιν εις βάρος της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,11 ὀπίσω ἀναιδοῦς ὀφθαλμοῦ φύλαξαι, καὶ μὴ θαυμάσῃς ἐὰν εἰς σὲ πλημμελήσῃ·
Σοφ. Σειρ. 26,11 Πρόσεξε τα αναιδή βλέμματα της και μη εκπλαγής, εάν και προς σε τον ίδιον αυθαδιάση.
 
Σοφ. Σειρ. 26,12 ὡς διψῶν ὁδοιπόρος τὸ στόμα ἀνοίξει, καὶ ἀπὸ παντὸς ὕδατος τοῦ σύνεγγυς πίεται, κατέναντι παντὸς πασσάλου καθήσεται καὶ ἔναντι βέλους ἀνοίξει φαρέτραν.
Σοφ. Σειρ. 26,12 Η κόρη αυτή, σαν διψασμένος οδοιπόρος, θα ανοίξη το στόμα της, και θα ρουφήση κάθε νερό, που θα συναντήση. Θα καθίση απέναντι οποιουδήποτε πασσάλου και εις κάθε πονηρόν βέλος θα ανοίξη την φαρέτραν της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,13 χάρις γυναικὸς τέρψει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ πιανεῖ ἡ ἐπιστήμη αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 26,13 Ομως η χάρις, η ψυχική ευγένεια και καλωσύνη της συζύγου τέρπει τον άνδρα της. Η δε ορθοφροσύνη και η καλή διαγωγή της θα στερεώσουν και θα θρέψουν τα οστά του.
 
Σοφ. Σειρ. 26,14 δόσις Κυρίου γυνὴ σιγηρά, καὶ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα πεπαιδευμένης ψυχῆς.
Σοφ. Σειρ. 26,14 Δωρεά Θεού είναι γυνή σιωπηλή. Δεν υπάρχει δε κανένα αντάλλαγμα μιας γυναικείας ψυχής, μορφωμένης κατά Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,15 χάρις ἐπὶ χάριτι γυνὴ αἰσχυντηρά, καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ἐγκρατοῦς ψυχῆς.
Σοφ. Σειρ. 26,15 Η εντροπαλή και συνεσταλμένη σύζυγος είναι διπλή χάρις παρά του Θεού, και δεν υπάρχει ζύγι ικανόν, να σταθμίση την αξίαν της ενάρετου αυτής ψυχής.
 
Σοφ. Σειρ. 26,16 ἥλιος ἀνατέλλων ἐν ὑψίστοις Κυρίου καὶ κάλλος ἀγαθῆς γυναικὸς ἐν κόσμῳ οἰκίας αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 26,16 Οπως ο ανατέλλων ήλιος εις τα ύψη του ουρανού του Κυρίου, έτσι και το ψυχικόν κάλλος της εναρέτου γυναικός λάμπει μέσα στον στολισμόν της οικίας της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,17 λύχνος ἐκλάμπων ἐπὶ λυχνίας ἁγίας καὶ κάλλος προσώπου ἐπὶ ἡλικίᾳ στασίμῃ.
Σοφ. Σειρ. 26,17 Οπως λάμπει ο λύχνος επάνω εις την ιεράν επτάφωτον λυχνίαν, έτσι ακτινοβολεί και η ωραιότης του προσώπου της στο καμαρωτόν σώμα της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,18 στύλοι χρύσεοι ἐπὶ βάσεως ἀργυρᾶς καὶ πόδες ὡραῖοι ἐπὶ στέρνοις εὐσταθοῦς.
Σοφ. Σειρ. 26,18 Οπως είναι οι χρυσοί στύλοι επάνω εις τα αργυρά βάθρα των, έτσι και οι ωραίοι πόδες στηρίζουν το καλοδεμένον στήθος, το ωραίον σώμα της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,19 Τέκνον, ἀκμὴν ἡλικίας σου συντήρησον ὑγιῆ, καὶ μὴ δῷς ἀλλοτρίοις τὴν ἰσχύν σου.
Σοφ. Σειρ. 26,19 Παιδί μου, κατά το άνθος της ηλικίας σου φύλαξε υγιή τον εαυτόν σου, και μη εκδαπανήσης εις ξένα πρόσωπα την δύναμίν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 26,20 ἀναζητήσας παντὸς πεδίου εὔγειον κλῆρον σπεῖρε τὰ ἴδια σπέρματα πεποιθὼς τῇ εὐγενείᾳ σου·
Σοφ. Σειρ. 26,20 Αλλά, αφού αναζητήσης εις κάθε αγρόν καλόν έδαφος, αγαθήν γυναίκα, σπείρε εκεί τα σπέρματά σου με την πεποίθησιν, ότι θα αποκτήσης γνησίους και καλούς απογόνους.
 
Σοφ. Σειρ. 26,21 οὕτως τὰ γενήματά σου περιόντα καὶ παῤῥησίαν εὐγενείας ἔχοντα μεγαλυνοῦσι.
Σοφ. Σειρ. 26,21 Ετσι τα παιδιά σου θα ευρίσκονται γύρω σου και με το θάρρος, που τους δίνει η γνησιότης και ευγένεια της καταγωγής των, θα μεγαλώνουν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,22 γυνὴ μισθία ἴση σιάλῳ λογισθήσεται, ὕπανδρος δὲ πύργος θανάτου τοῖς χρωμένοις λογισθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 26,22 Γυνή που πωλείται αναιδώς είναι σιχαμερή ωσάν το σάλιο, η δε πιστή σύζυγος θα φανή πύργος, που εκτοξεύει τον θάνατον εναντίον εκείνων, οι οποίοι με πονηράν διάθεσιν θα σκεφθούν να την πλησιάσουν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,23 γυνὴ ἀσεβὴς ἀνόμῳ μερὶς δοθήσεται, εὐσεβὴς δὲ δίδοται τῷ φοβουμένῳ τὸν Κύριον.
Σοφ. Σειρ. 26,23 Η ασεβής όμως γυνή παραχωρείται ως τιμωρία στον ασεβή άνδρα, η δε ευσεβής γυναίκα δίδεται προς εκείνον, που φοβείται τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 26,24 γυνὴ ἀσχήμων ἀτιμίαν κατατρίψει, θυγάτηρ δὲ εὐσχήμων καὶ τὸν ἄνδρα ἐντραπήσεται.
Σοφ. Σειρ. 26,24 Γυνή αναίσχυντος θα περιπέση και θα καταπίη κάθε αναισχυντίαν, η δε συνεσταλμένη και εντροπαλή κόρη θα εντραπή και τον μέλλοντα σύζυγόν της.
 
Σοφ. Σειρ. 26,25 γυνὴ ἀδιάτρεπτος ὡς κύων λογισθήσεται, ἡ δὲ ἔχουσα αἰσχύνην τὸν Κύριον φοβηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 26,25 Γυνή αδιάντροπος θα θεωρήται ωσάν σκύλα, η συνεσταλμένη όμως και ντροπαλή θα φοβήται τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 26,26 γυνὴ ἄνδρα ἴδιον τιμῶσα σοφὴ πᾶσι φανήσεται, ἀτιμάζουσα δὲ ἐν ὑπερηφανίᾳ ἀσεβὴς πᾶσι γνωσθήσεται. γυναικὸς ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, ὁ γὰρ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν αὐτοῦ διπλάσιος ἔσται.
Σοφ. Σειρ. 26,26 Γυνή, η οποία τιμά τον σύζυγόν της, θα φανή εις όλους, όπως και είναι πράγματι, σοφή. Εξ αντιθέτου γυναίκα ασεβής και αλαζονική, που εξευτελίζει τον άνδρα της, θα γίνη γνωστή ως τοιαύτη εις όλους. Ευτυχής είναι ο άνδρας, που επήρε σύζυγον ενάρετον. Ο αριθμός των ετών του θα είναι διπλάσιος.
 
Σοφ. Σειρ. 26,27 γυνὴ μεγαλόφωνος καὶ γλωσσώδης ὡς σάλπιγξ πολέμων εἰς τροπὴν θεωρηθήσεται, ἀνθρώπου δὲ παντὸς ψυχὴ ὁμοιότροπος τούτοις, πολέμου ἀκαταστασίαις τὴν ψυχὴν διαιτηθήσεται]. -
Σοφ. Σειρ. 26,27 Γυνή, που κραυγάζει και έχει μεγάλην γλώσσαν, ομοιάζει με πολεμικήν σάλπιγγα, που τρέπει εις φυγήν εχθρόν. Και παντός ανθρώπου ψυχή υπό τοιαύτας συνθήκας θα διέρχεται ζωήν ακατάστατον και πολεμικήν.
 
Σοφ. Σειρ. 26,28 Ἐπὶ δυσὶ λελύπηται ἡ καρδία μου, καὶ ἐπὶ τῷ τρίτῳ θυμός μοι ἐπῆλθεν· ἀνὴρ πολεμιστὴς ὑστερῶν δι᾿ ἔνδειαν, καὶ ἄνδρες συνετοὶ ἐὰν σκυβαλισθῶσιν, ἐπανάγων ἀπὸ δικαιοσύνης ἐπὶ ἁμαρτίαν· ὁ Κύριος ἑτοιμάσει εἰς ῥομφαίαν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 26,28 Δια δύο πράγματα λυπείται η καρδία μου· κάποιο δε τρίτον εξεγείρει την αγανάκτησίν μου· πρώτον, ανήρ ο οποίος επολέμησε δια την πατρίδα του και έχει καταπέσει εις πτωχείαν. Δεύτερον, άνδρες συνετοί, εάν θεωρηθούν ως σκύβαλα και παραμερισθούν. Τρίτον δε και χειρότερον, άνθρωπος ο οποίος από τον δρόμον της αρετής μεταπηδά εις τα αδιέξοδα της αμαρτίας. Ο Κυριος τον ετοιμάζει δια την μάχαιραν της οργής του.
 
Σοφ. Σειρ. 26,29 Μόλις ἐξελεῖται ἔμπορος ἀπὸ πλημμελείας, καὶ οὐ δικαιωθήσεται κάπηλος ἀπὸ ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 26,29 Ενας έμπορος μόλις και μετά δυσκολίας θα αποφύγη την αδικίαν. Ο μεταπράτης όμως δεν θα κατορθώση, να απαλλαγή από την αμαρτίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 27,1 Χάριν διαφόρου πολλοὶ ἥμαρτον, καὶ ὁ ζητῶν πληθῦναι ἀποστρέψει ὀφθαλμόν.
Σοφ. Σειρ. 27,1 Πολλοί αμαρτάνουν ένεκα υλικού κέρδους· και ο πλεονέκτης, ο επιζητών να αυξήση τα κέρδη του, αποστρέφει με σκληρότητα τους οφθαλμούς του από τον πτωχόν και από τον Θεόν της δικαιοσύνης.
 
Σοφ. Σειρ. 27,2 ἀναμέσον ἁρμῶν λίθων παγήσεται πάσσαλος, καὶ ἀναμέσον πράσεως καὶ ἀγορασμοῦ συντριβήσεται ἁμαρτία.
Σοφ. Σειρ. 27,2 Οπως ο πάσσαλος πιεζόμενος εμπήγνυται εις τας αρθρώσεις των λίθων ενός τοίχου, έτσι και η αμαρτία ενσφηνώνεται μεταξύ πωλήσεως και αγοράς.
 
Σοφ. Σειρ. 27,3 ἐὰν μὴ ἐν φόβῳ Κυρίου κρατήσῃ κατὰ σπουδήν, ἐν τάχει καταστραφήσεται αὐτοῦ ὁ οἶκος.
Σοφ. Σειρ. 27,3 Εάν ο κερδοσκόπος άνθρωπος δεν συγκρατήση συντόμως και εγκαίρως τον εαυτόν του με τον φόβον του Θεού, ταχέως θα εξολοθρευθή ο οίκος του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,4 Ἐν σείσματι κοσκίνου διαμένει κοπρία, οὕτως σκύβαλα ἀνθρώπου ἐν λογισμῷ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 27,4 Οταν σείεται το κόσκινον, παραμένουν εις αυτό τα σκύβαλα. Σκύβαλα πολλές φορές, άχρηστοι και επιβλαβείς σκέψεις και επιθυμίαι, μένουν εις την διάνοιαν και την καρδίαν των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 27,5 σκεύη κεραμέως δοκιμάζει κάμινος, καὶ πειρασμὸς ἀνθρώπου ἐν διαλογισμῷ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 27,5 Τα πήλινα δοχεία του κεραμοποιού τα δοκιμάζει η φωτιά της καμίνου. Η δοκιμασία και η εξωτερίκευσις του χαρακτήρας του ανθρώπου γίνεται με τους συλλογισμούς και τας συζητήσεις του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,6 γεώργιον ξύλου ἐκφαίνει ὁ καρπὸς αὐτοῦ, οὕτως λόγος ἐνθυμήματος καρδίας ἀνθρώπου.
Σοφ. Σειρ. 27,6 Την αξίαν και ποιότητα ενός καλλιεργημένου δένδρου φανερώνει ο καρπός· έτσι και ο λόγος, η έκφρασις των επιθυμιών της καρδίας και των σκέψεων του νου, φανερώνει τον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 27,7 πρὸ λογισμοῦ μὴ ἐπαινέσῃς ἄνδρα, οὗτος γὰρ πειρασμὸς ἀνθρώπων. -
Σοφ. Σειρ. 27,7 Μη επαινέσης άνθρωπον πριν η τον ακούσης να ομιλή, διότι η ομιλία είναι δοκιμασία και κριτήριον της αξίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,8 Ἐὰν διώκῃς τὸ δίκαιον, καταλήψῃ καὶ ἐνδύσῃ αὐτὸ ὡς ποδήρη δόξης.
Σοφ. Σειρ. 27,8 Εάν επιδιώκης το δίκαιον, θα το καταλάβης και θα το ενδυθής ως ένδοξον ιμάτιον, που θα φθάνη μέχρι τα πόδια σου.
 
Σοφ. Σειρ. 27,9 πετεινὰ πρὸς τὰ ὅμοια αὐτοῖς καταλύσει, καὶ ἀλήθεια πρὸς τοὺς ἐργαζομένους αὐτὴν ἐπανήξει.
Σοφ. Σειρ. 27,9 Τα πτηνά συγκατοικούν με τα ομοιά των· έτσι και η αλήθεια επανέρχεται, στολισμός και υπερασπιστής, εις εκείνους, οι οποίοι την εφαρμόζουν.
 
Σοφ. Σειρ. 27,10 λέων θήραν ἐνεδρεύει, οὕτως ἁμαρτίαι ἐργαζομένους ἄδικα.
Σοφ. Σειρ. 27,10 Οπως το ληοντάρι ενεδρεύει το θήραμά του, έτσι και η αμαρτία ενεδρεύει, δια να συλλάβη αυτούς, που την πράττουν.
 
Σοφ. Σειρ. 27,11 διήγησις εὐσεβοῦς διαπαντὸς σοφία, ὁ δὲ ἄφρων ὡς σελήνη ἀλλοιοῦται.
Σοφ. Σειρ. 27,11 Η ομιλία του ευσεβούς ανθρώπου είναι πάντοτε σοφή· ο δε άμυαλος μεταβάλλεται από ημέρας εις ημέραν, όπως η σελήνη.
 
Σοφ. Σειρ. 27,12 εἰς μέσον ἀσυνέτων συντήρησον καιρόν, εἰς μέσον δὲ διανοουμένων ἐνδελέχιζε.
Σοφ. Σειρ. 27,12 Οταν πρόκειται να μεταβής εν μέσω μωρών και ασυνέτων, περίμενε τον κατάλληλον καιρόν, πότε θα πας και πότε θα ομιλήσης. Μεταξύ όμως των συνετών και σοφών ανθρώπων, να συχνάζης πάντοτε.
 
Σοφ. Σειρ. 27,13 διήγησις μωρῶν προσόχθισμα, καὶ ὁ γέλως αὐτῶν ἐν σπατάλῃ ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 27,13 Αι ομιλίαι των μωρών προκαλούν δυσφορίαν και αηδίαν και από τα γέλια των προκαλούνται πλήθος βρωμερών αμαρτιών.
 
Σοφ. Σειρ. 27,14 λαλιὰ πολυόρκου ὀρθώσει τρίχας, καὶ ἡ μάχη αὐτῶν ἐμφραγμὸς ὠτίων.
Σοφ. Σειρ. 27,14 Η αναιδής ομιλία του ανθρώπου, που ορκίζεται συχνά και εύκολα, σηκώνει τας τρίχας της κεφαλής μας από φρίκην. Και η διαμάχη του με άλλους ομοίους του μας κάνει, να κλείωμεν τα αυτιά μας.
 
Σοφ. Σειρ. 27,15 ἔκχυσις αἵματος μάχη ὑπερηφάνων, καὶ ἡ διαλοιδόρησις αὐτῶν ἀκοὴ μοχθηρά. -
Σοφ. Σειρ. 27,15 Αι διαμάχαι των υπερηφάνων και εγωϊστών έχουν ως κατάληξίν των την αιματοχυσίαν και αι μεταξύ των ανταλλασσόμεναι ύβρεις είναι καταθλιπτικοί δια την ακοήν μας.
 
Σοφ. Σειρ. 27,16 Ὁ ἀποκαλύπτων μυστήρια ἀπώλεσε πίστιν, καὶ οὐ μὴ εὕρῃ φίλον πρὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 27,16 Εκείνος που αποκαλύπτει τα μυστικά των φίλων του, χάνει την εμπιστοσύνην των άλλων και δεν θα εύρη πλέον φίλον σύμφωνα με την επιθυμίαν της καρδίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,17 στέρξον φίλον καὶ πιστώθητι μετ᾿ αὐτοῦ· ἐὰν δὲ ἀποκαλύψῃς τὰ μυστήρια αὐτοῦ, οὐ μὴ καταδιώξῃς ὀπίσω αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 27,17 Στέργε με αγάπην τον φίλον σου και γίνε έμπιστος εις αυτόν. Εάν όμως αποκαλύψης τα μυστικά του, αυτός θα σε εγκαταλείψη και είναι μάταιον πλέον να επιδίωξης την φιλίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,18 καθὼς γὰρ ἀπώλεσεν ἄνθρωπος τὸν ἐχθρὸν αὐτοῦ, οὕτως ἀπώλεσας τὴν φιλίαν τοῦ πλησίον·
Σοφ. Σειρ. 27,18 Διότι όπως χάνει κανείς τον άνθρωπον, που έγινεν εχθρός του, κατά παρόμοιον τρόπον έχασες και συ την φιλίαν του φίλου σου.
 
Σοφ. Σειρ. 27,19 καὶ ὡς πετεινὸν ἐκ χειρός σου ἀπέλυσας, οὕτως ἀφῆκας τὸν πλησίον καὶ οὐ θηρεύσεις αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 27,19 Οπως ένα πτηνόν, το οποίον το αφήκες να φύγη από τα χέρια σου, δεν επανέρχεται, έτσι και συ απεμάκρυνες τον φίλον σου με την αδιακρισίαν σου· όσον δε και αν προσπαθήσης, δεν θα τον επανεύρης.
 
Σοφ. Σειρ. 27,20 μὴ αὐτὸν διώξῃς, ὅτι μακρὰν ἀπέστη καὶ ἐξέφυγεν ὡς δορκὰς ἐκ παγίδος.
Σοφ. Σειρ. 27,20 Μη επιζητήσης να τον επανεύρης, διότι έχει πλέον φύγει μακράν από σέ. Ετάχυνε το βήμα του, όπως το ζαρκάδι που διαφεύγει την παγίδα.
 
Σοφ. Σειρ. 27,21 ὅτι τραῦμά ἐστι καταδῆσαι καὶ λοιδορίας ἐστὶ διαλλαγή, ὁ δὲ ἀποκαλύψας μυστήρια ἀπήλπισεν. -
Σοφ. Σειρ. 27,21 Ενα τραύμα είναι δυνατόν να το επιδέση κανείς, μία αντίθεσις μεταξύ των ανθρώπων είναι δυνατόν να καταλήξη εις συνδιαλλαγήν και συμφιλίωσιν. Ο φίλος όμως, του οποίου συ απεκάλυψες τα μυστικά, δεν έχει καμμίαν ελπίδα και ούτε θέλει να επανασυνάψη πάλιν προς σε την φιλίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,22 Διανεύων ὀφθαλμῷ τεκταίνει κακά, καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἀποστήσει ἀπ᾿ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 27,22 Εκείνος που μισοκλείει εις υποκριτικά νεύματα τους οφθαλμούς, σχεδιάζει με τέχνην και πράττει κακά και κανείς δεν ημπορεί να τον αποφύγη.
 
Σοφ. Σειρ. 27,23 ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου γλυκανεῖ στόμα σου, καὶ ἐπὶ τῶν λόγων σου ἐκθαυμάσει, ὕστερον δὲ διαστρέψει τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς λόγοις σου δώσει σκάνδαλον.
Σοφ. Σειρ. 27,23 Ενώπιόν σου είναι όλος μέλι και σε κάμνει να χαμογελάς. Προσποιείται ότι θαυμάζει και επαινεί τα λόγια σου. Κατόπιν όμως θα μεταστρέψη τα λόγια του και θα δώση νόημα σκανδάλου εις τα ιδικά σου λόγια, δια να σε εκθέση.
 
Σοφ. Σειρ. 27,24 πολλὰ ἐμίσησα καὶ οὐχ ὡμοίωσα αὐτῷ, καὶ ὁ Κύριος μισήσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 27,24 Πολλά κακά εμίσησα, αλλά κανένα τόσον πολύ, όπως αυτόν τον άνθρωπον. Και ο Κυριος επίσης τον μισεί.
 
Σοφ. Σειρ. 27,25 ὁ βάλλων λίθον εἰς ὕψος ἐπὶ κεφαλὴν αὐτοῦ βάλλει, καὶ πληγὴ δολία διελεῖ τραύματα.
Σοφ. Σειρ. 27,25 Εκείνος που ρίπτει το λιθάρι υψηλά επάνω από το κεφάλι του, το κατευθύνει εναντίον της κεφαλής του. Ετσι και εκείνος, που κτυπά δολίως τον πλησίον του, επιφέρει τραύματα στον εαυτόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,26 ὁ ὀρύσσων βόθρον εἰς αὐτὸν ἐμπεσεῖται, καὶ ὁ ἱστῶν παγίδα ἐν αὐτῇ ἁλώσεται.
Σοφ. Σειρ. 27,26 Εκείνος που σκάπτει λάκκον δια τον άλλον, θα πέση ο ίδιος μέσα. Και όποιος στήνει παγίδα εις βάρος άλλων, θα συλληφθή μέ αυτήν ο ίδιος.
 
Σοφ. Σειρ. 27,27 ὁ ποιῶν πονηρὰ εἰς αὐτὸν κυλισθήσεται, καὶ οὐ μὴ ἐπιγνῷ πόθεν ἥκει αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 27,27 Τα κακά, τα οποία μηχανεύεται και πράττει εις βάρος άλλων κάποιος, θα επιπέσουν επάνω του, χωρίς και ο ίδιος να γνωρίζη, από που και πως επήλθαν εναντίον του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,28 ἐμπαιγμὸς καὶ ὀνειδισμὸς ὑπερηφάνων, καὶ ἡ ἐκδίκησις ὡς λέων ἐνεδρεύσει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 27,28 Εμπαιγμοί και ύβρεις υπάρχουν πάντοτε στο στόμα των υπερηφάνων. Αλλά η τιμωρία και η εκδίκησις εναντίον των ενεδρεύει, όπως ο λέων παραμονεύει δια το θήραμά του.
 
Σοφ. Σειρ. 27,29 παγίδι ἁλώσονται οἱ εὐφραινόμενοι πτώσει εὐσεβῶν, καὶ ὀδύνη καταναλώσει αὐτοὺς πρὸ τοῦ θανάτου αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 27,29 Εκείνοι που ευφραίνονται δια τας δυστυχίας και τας θλίψεις των ευσεβών, θα συλληφθούν εις παγίδας συμφορών· οδύναι δε θα καταναλώσουν αυτούς προ του θανάτου των.
 
Σοφ. Σειρ. 27,30 Μῆνις καὶ ὀργὴ καὶ ταῦτά ἐστι βδελύγματα καὶ ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς ἐγκρατὴς ἔσται αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 27,30 Μνησικακία, εσωτερική αγανάκτησις και εξωτερική οργή και αυτά είναι άξια αποστροφής. Ο αμαρτωλός άνθρωπος τα κατέχει και κατέχεται από αυτά.
 
Σοφ. Σειρ. 28,1 Ὁ ἐκδικῶν παρὰ Κυρίου εὑρήσει ἐκδίκησιν, καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ διατηρῶν διατηρήσει.
Σοφ. Σειρ. 28,1 Εκείνος που εκδικείται τους άλλους, θα υποστή εκδίκησιν και τιμωρίαν από τον Θεόν, ο οποίος θα του καταλογίση αυστηρώς και θα τιμωρήση τας αμαρτίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 28,2 ἄφες ἀδίκημα τῷ πλησίον σου, καὶ τότε δεηθέντος σου αἱ ἁμαρτίαι σου λυθήσονται.
Σοφ. Σειρ. 28,2 Συγχώρησε το αδίκημα, που σου έκαμεν ο πλησίον σου, και τότε, όταν προσευχηθής προς τον Θεόν, θα λυθούν και αι ιδικαί σου αμαρτίαι.
 
Σοφ. Σειρ. 28,3 ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ συντηρεῖ ὀργήν, καὶ παρὰ Κυρίου ζητεῖ ἴασιν;
Σοφ. Σειρ. 28,3 Ο άνθρωπος ενώ διατηρή μνησικακίαν και οργήν εναντίον του συνανθρώπου του, ζητεί εν τούτοις να πάρη αυτός συγχώρησιν από τον Θεόν;
 
Σοφ. Σειρ. 28,4 ἐπ᾿ ἄνθρωπον ὅμοιον αὐτῷ οὐκ ἔχει ἔλεος, καὶ περὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ δεῖται;
Σοφ. Σειρ. 28,4 Δια τον ομοιοπαθή πλησίον του δεν αισθάνεται αυτός έλεος και συμπάθειαν, και παρ' όλον τούτο ζητεί από τον Θεόν έλεος δια τας αμαρτίας του;
 
Σοφ. Σειρ. 28,5 αὐτὸς σὰρξ ὢν διατηρεῖ μῆνιν, τίς ἐξιλάσεται τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 28,5 Αυτός, αδύνατη σαρξ, κρατεί μέσα του μνησικακίαν και οργήν. Ποιός όμως εν τοιαύτη περιπτώσει θα συγχωρήση τας αμαρτίας του;
 
Σοφ. Σειρ. 28,6 μνήσθητι τὰ ἔσχατα καὶ παῦσαι ἐχθραίνων, καταφθορὰν καὶ θάνατον, καὶ ἔμμενε ἐντολαῖς.
Σοφ. Σειρ. 28,6 Να ενθυμήσαι τα τέλη σου και παύσε να τρέφης έχθραν εναντίον των άλλων. Ενθυμήσου την φθοράν και τον θάνατον και μένε πιστός τηρητής των εντολών του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 28,7 μνήσθητι ἐντολῶν καὶ μὴ μηνίσῃς τῷ πλησίον, καὶ διαθήκην Ὑψίστου καὶ πάριδε ἄγνοιαν.
Σοφ. Σειρ. 28,7 Να έχης πάντοτε ζωηρά υπ' όψιν σου τας εντολάς του Κυρίου και να μη οργίζεσαι εναντίον του πλησίον σου. Εχε κατά νουν την διαθήκην του Υψίστου και παράβλεψε τας αδικίας, τας οποίας εξ αγνοίας η και εν γνώσει σου έχουν κάμει οι άλλοι.
 
Σοφ. Σειρ. 28,8 ἀπόσχου ἀπὸ μάχης, καὶ ἐλαττώσεις ἁμαρτίας· ἄνθρωπος γὰρ θυμώδης ἐκκαύσει μάχην,
Σοφ. Σειρ. 28,8 Να αποφεύγης τας φιλονεικίας και ετσι θα περιορίσης πάρα πολύ τας αμαρτίας σου. Διότι άνθρωπος εριστικός και θυμώδης ρίπτει έλαιον εις την φωτιάν και ανάπτει μάχας.
 
Σοφ. Σειρ. 28,9 καὶ ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς ταράξει φίλους καὶ ἀνὰ μέσον εἰρηνευόντων ἐμβάλλει διαβολήν.
Σοφ. Σειρ. 28,9 Ανθρωπος αμαρτωλός και φιλόνεικος δημιουργεί αναταραχήν και μεταξύ των φίλων· όπως επίσης και μεταξύ ανθρώπων που ζουν ειρηνικώς διασπείρει διαβολάς.
 
Σοφ. Σειρ. 28,10 κατὰ τὴν ὕλην τοῦ πυρὸς οὕτως ἐκκαυθήσεται, καὶ κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀνθρώπου ὁ θυμὸς αὐτοῦ ἔσται, καὶ κατὰ τὸν πλοῦτον ἀνυψώσει ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὴν στερέωσιν τῆς μάχης ἐκκαυθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 28,10 Η φωτιά καίει και επεκτείνεται ανάλογα με τα ξύλα, που της ρίπτονται. Ετσι και ο θυμός ενός ανθρώπου είναι ανάλογος με την δύναμιν και την εξουσίαν, που έχει. Αγριεύει και μεγαλώνει ανάλογα με τον πλούτον· όσον δε στερεώνει και επεκτείνεται η διαμάχη, τόσον και περισσότερον ανάβει ο θυμός.
 
Σοφ. Σειρ. 28,11 ἔρις κατασπευδομένη ἐκκαίει πῦρ, καὶ μάχη κατασπεύδουσα ἐκχέει αἷμα.
Σοφ. Σειρ. 28,11 Ερις, η οποία δεν συγκρατείται, ανάβει πυρκαϊάν· και λογομαχία βιαία και ορμητική φθάνει μέχρις εκχύσεως αίματος.
 
Σοφ. Σειρ. 28,12 ἐὰν φυσήσῃς εἰς σπινθῆρα, ἐκκαήσεται, καὶ ἐὰν πτύσῃς ἐπ᾿ αὐτόν, σβεσθήσεται· καὶ ἀμφότερα ἐκ τοῦ στόματός σου ἐκπορεύεται.
Σοφ. Σειρ. 28,12 Εάν φυσήσης ένα σπινθήρα, ανάπτεις φωτιάν, εάν όμως φτύσης επάνω στον σπινθήρα τον σβήνεις. Και τα δύο προέρχονται από το στόμα σου.
 
Σοφ. Σειρ. 28,13 Ψίθυρον καὶ δίγλωσσον καταράσασθε, πολλοὺς γὰρ εἰρηνεύοντας ἀπώλεσαν.
Σοφ. Σειρ. 28,13 Καταρασθήτε τον δόλιον ψιθυριστήν και τον διπρόσωπον άνθρωπον, διότι κάτι τέτοιοι κατέστρεψαν πολλούς ειρηνικούς ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 28,14 γλῶσσα τρίτη πολλοὺς ἐσάλευσε καὶ διέστησεν αὐτοὺς ἀπὸ ἔθνους εἰς ἔθνος καὶ πόλεις ὀχυρὰς καθεῖλε καὶ οἰκίας μεγιστάνων κατέστρεψε.
Σοφ. Σειρ. 28,14 Γλώσσα δηλητηριώδης και συκοφαντική πολλούς ανεστάτωσεν. Εξώρισεν αυτούς από το έθνος των εις άλλο έθνος, εκρήμνισεν οχυράς πόλεις και κατέστρεψεν οίκους αρχόντων.
 
Σοφ. Σειρ. 28,15 γλῶσσα τρίτη γυναῖκας ἀνδρείας ἐξέβαλε καὶ ἐστέρησεν αὐτὰς τῶν πόνων αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 28,15 Γλώσσα συκοφαντική έδιωξε δραστηρίας και τιμίας συζύγους από το σπίτι των και τας εστέρησεν από τους καρπούς των μόχθων των.
 
Σοφ. Σειρ. 28,16 ὁ προσέχων αὐτῇ οὐ μὴ εὕρῃ ἀνάπαυσιν, οὐδὲ κατασκηνώσει μεθ᾿ ἡσυχίας.
Σοφ. Σειρ. 28,16 Εκείνος που δίδει προσοχήν εις συκοφαντικήν γλώσσαν, δεν θα εύρη ανάπαυσιν και δεν θα κατοικήση με ησυχίαν και ειρήνην.
 
Σοφ. Σειρ. 28,17 πληγὴ μάστιγος ποιεῖ μώλωπας, πληγὴ δὲ γλώσσης συγκλάσει ὀστᾶ.
Σοφ. Σειρ. 28,17 Τα κτυπήματα της μάστιγος προξενούν πληγάς εις την σάρκα· τα κτυπήματα όμως της γλώσσης σπάζουν κόκκαλα.
 
Σοφ. Σειρ. 28,18 πολλοὶ ἔπεσαν ἐν στόματι μαχαίρας, καὶ οὐχ ὡς οἱ πεπτωκότες διὰ γλῶσσαν.
Σοφ. Σειρ. 28,18 Πολλοί εφονεύθησαν εν στόματι μαχαίρας· αυτοί όμως δεν είναι τόσοι όσοι εκείνοι, οι οποίοι έπεσαν κτυπηθέντες από συκοφαντικήν γλώσσαν.
 
Σοφ. Σειρ. 28,19 μακάριος ὁ σκεπασθεὶς ἀπ᾿ αὐτῆς, ὃς οὐ διῆλθεν ἐν τῷ θυμῷ αὐτῆς, ὃς οὐχ εἵλκυσε τὸν ζυγὸν αὐτῆς καὶ ἐν τοῖς δεσμοῖς αὐτῆς οὐκ ἐδέθη·
Σοφ. Σειρ. 28,19 Ευτυχής εκείνος, που προεφυλάχθη από αυτήν, και δεν έγινε θύμα του θυμού της· αυτός που δεν έσυρεν επάνω του τον βαρύν ζυγόν της συκοφαντικής γλώσσης και δεν εδέθη με τα καταστρεπτικά της δεσμά.
 
Σοφ. Σειρ. 28,20 ὁ γὰρ ζυγὸς αὐτῆς ζυγὸς σιδηροῦς, καὶ οἱ δεσμοὶ αὐτῆς δεσμοὶ χάλκεοι.
Σοφ. Σειρ. 28,20 Ο ζυγός της συκοφαντικής γλώσσης είναι σιδηρένιος ζυγός και τα δεσμά της χάλκινα.
 
Σοφ. Σειρ. 28,21 θάνατος πονηρὸς ὁ θάνατος αὐτῆς, καὶ λυσιτελὴς μᾶλλον ὁ ᾅδης αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 28,21 Ο θάνατος, τον οποίον προκαλεί η φαρμακερά γλώσσα, είναι πολύ κακός. Προτιμότερος από αυτόν είναι ο άδης.
 
Σοφ. Σειρ. 28, 22 οὐ μὴ κρατήσει εὐσεβῶν, καὶ ἐν τῇ φλογὶ αὐτῆς οὐ καήσονται.
Σοφ. Σειρ. 28, 22
 
Σοφ. Σειρ. 28,23 οἱ καταλείποντες Κύριον ἐμπεσοῦνται εἰς αὐτήν, καὶ ἐν αὐτοῖς ἐκκαήσεται καὶ οὐ μὴ σβεσθῇ· ἐξαποσταλήσεται ἐπ᾿ αὐτοῖς ὡς λέων, καὶ ὡς πάρδαλις λυμανεῖται αὐτούς.
Σοφ. Σειρ. 28,23 Οσοι όμως εγκαταλείπουν τον Κυριον, θα εμπέσουν εις την τυραννικήν κυριαρχίαν αυτής, θα καούν με την φλόγα της και η φλόγα της δεν θα σβήση. Θα επέλθη εναντίον των φοβερά η φαρμακερή γλώσσα· όπως ο άγριος λέων και όπως η πάρδαλις, θα καταστρέφη αυτούς.
 
Σοφ. Σειρ. 28,24 ἴδε περίφραξον τὸ κτῆμά σου ἀκάνθαις, τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον κατάδησον·
Σοφ. Σειρ. 28,24 Πρόσεξε· φράζε ολόγυρα το κτήμα σου με αγκάθια, το δε αργύριόν σου και το χρυσίον δέσε τα ασφαλή.
 
Σοφ. Σειρ. 28,25 καὶ τοῖς λόγοις σου ποίησον ζυγὸν καὶ σταθμόν, καὶ τῷ στόματί σου ποίησον θύραν καὶ μοχλόν.
Σοφ. Σειρ. 28,25 Παρε ζυγαριά και ζύγια, δια να ζυγίσης τα λόγιά σου και βάλε στο στόμα σου θύραν και σύρτην.
 
Σοφ. Σειρ. 28,26 πρόσεχε μήπως ὀλισθήσῃς ἐν αὐτῇ, μὴ πέσῃς κατέναντι ἐνεδρεύοντος.
Σοφ. Σειρ. 28,26 Πρόσεχε, μη γλυστρήσης με την γλώσσαν σου και πέσης εις τα χέρια εκείνου, ο οποίος καιροφυλακτεί, δια να σε καταστρέψη.
 
Σοφ. Σειρ. 29,1 Ὁ ποιῶν ἔλεος δανειεῖ τῷ πλησίον, καὶ ὁ ἐπισχύων τῇ χειρὶ αὐτοῦ τηρεῖ ἐντολάς.
Σοφ. Σειρ. 29,1 Ο ελεήμων δανείζει προθύμως τον πλησίον του και εκείνος, που έρχεται με προθυμία εις βοήθειαν και ενίσχυσιν του πλησίον, τηρεί τας εντολάς του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 29,2 δάνεισον τῷ πλησίον ἐν καιρῷ χρείας αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἀπόδος τῷ πλησίον εἰς τὸν καιρόν·
Σοφ. Σειρ. 29,2 Δώσε δάνειον στον πλησίον σου, όταν ευρίσκεται εις καιρόν ανάγκης· συ δε ο χρεωφειλέτης να επιστρέψης την οφειλήν σου στον πλησίον σου κατά τον συμφωνηθέντα καιρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 29,3 στερέωσον λόγον καὶ πιστώθητι μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ εὑρήσεις τὴν χρείαν σου.
Σοφ. Σειρ. 29,3 Τηρησε τον λόγον σου απέναντι του, δείξε προς αυτόν την αξιοπιστίαν σου και έτσι εις κάθε καιρόν ανάγκης σου θα τον εύρης πρόθυμον να σε βοηθήση.
 
Σοφ. Σειρ. 29,4 πολλοὶ ὡς εὕρεμα ἐνόμισαν δάνος καὶ παρέσχον πόνον τοῖς βοηθήσασιν αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 29,4 Πολλοί ενόμισαν ως εύρημα το δάνειον που έλαβον, και επροξένησαν ταλαιπωρίας εις εκείνους, οι οποίοι τους εβοήθησαν.
 
Σοφ. Σειρ. 29,5 ἕως οὗ λάβῃ, καταφιλήσει χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ πλησίον ταπεινώσει φωνήν· καὶ ἐν καιρῷ ἀποδόσεως παρελκύσει χρόνον καὶ ἀποδώσει λόγους ἀκηδίας καὶ τὸν καιρὸν αἰτιάσεται.
Σοφ. Σειρ. 29,5 Ο κακός και αχάριστος χρεωφειλέτης, μέχρις ότου θα λάβη το δάνειον, καταφιλεί την χείρα του δανειστού· και δια τα χρήματα του πλησίον, που ελπίζει να λάβη, χαμηλώνει ικετευτικώς την φωνήν του. Οταν όμως έλθη ο καιρός της αποδόσεως του δανείου, αναβάλλει και παρελκύει τον χρόνον, προβάλλει λόγους στενοχωρίας και τας δυσχερείς, τάχα, περιστάσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 29,6 ἐὰν ἰσχύσῃ, μόλις κομίσεται τὸ ἥμισυ καὶ λογιεῖται αὐτὸ ὡς εὕρεμα· εἰ δὲ μή, ἀπεστέρησεν αὐτὸν τῶν χρημάτων αὐτοῦ, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν ἐχθρὸν δωρεάν· κατάρας καὶ λοιδορίας ἀποδώσει αὐτῷ καὶ ἀντὶ δόξης ἀποδώσει αὐτῷ ἀτιμίαν.
Σοφ. Σειρ. 29,6 Εάν ο κακός χρεωφειλέτης είναι εις θέσιν να πληρώση, ο δανειστής του, έστω και αν λάβη το ήμισυ του χρέους, θα θεωρήση τούτο ως εύρημα. Εάν όμως δεν έχη να πληρώση, δεν θα επιστρέψη τίποτε εις αυτόν και έτσι θα τον στερήση εξ ολοκλήρου από τα χρήματά του. Και επί πλέον θα τον κάμη εχθρόν του χωρίς λόγον. Θα τον πληρώση όμως με κατάρας και με ύβρεις και άντί της τιμής θα του ανταποδώση την καταφρόνησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 29,7 πολλοὶ οὖν χάριν πονηρίας ἀπέστρεψαν, ἀποστερηθῆναι δωρεὰν εὐλαβήθησαν.
Σοφ. Σειρ. 29,7 Πολλοί, λόγω της πονηρίας των χρεωφειλετών, αρνούνται να δώσουν δάνειον, επειδή φοβούνται, μήπως χωρίς λόγον χάσουν τα χρήματα των.
 
Σοφ. Σειρ. 29,8 πλὴν ἐπὶ ταπεινῷ μακροθύμησον καὶ ἐπ᾿ ἐλεημοσύνην μὴ παρελκύσῃς αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 29,8 Παρ' όλον όμως τούτο συ πρέπει να φανής μακρόθυμος και επιεικής προς τον πτωχόν και εστερημένον, και μη αναβάλης να δώσης προς αυτόν την ελεημοσύνην σου.
 
Σοφ. Σειρ. 29,9 χάριν ἐντολῆς ἀντιλαβοῦ πένητος καὶ κατὰ τὴν ἔνδειαν αὐτοῦ μὴ ἀποστρέψῃς αὐτὸν κενόν.
Σοφ. Σειρ. 29,9 Εκ σεβασμού προς την εντολήν του Θεού υποστήριξε τον πτωχόν, και όταν ευρεθή εις περίοδον ανάγκης και στερήσεως, μη τον αφήσης να φύγη χωρίς την βοήθειάν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 29,10 ἀπόλεσον ἀργύριον δι᾿ ἀδελφὸν καὶ φίλον, καὶ μὴ ἰωθήτω ὑπὸ τὸν λίθον εἰς ἀπώλειαν.
Σοφ. Σειρ. 29,10 Εν ανάγκη ας χάσης τα χρήματά σου δια τον στερούμενον αδελφόν και φίλον, και μη τα αφήσης να σκουριάσουν κρύπτων αυτά κάτω από λίθους.
 
Σοφ. Σειρ. 29,11 θὲς τὸν θησαυρόν σου κατ᾿ ἐντολὰς Ὑψίστου, καὶ λυσιτελήσει σοι μᾶλλον ἢ τὸ χρυσίον.
Σοφ. Σειρ. 29,11 Χρησιμοποίησε τα χρήματά σου σύμφωνα με το θέλημα του Υψίστου· και αυτό θα σε ωφελήση περισσότερον από αυτόν τούτον τον χρυσόν.
 
Σοφ. Σειρ. 29,12 σύγκλεισον ἐλεημοσύνην ἐν τοῖς ταμείοις σου, καὶ αὕτη ἐξελεῖταί σε ἐκ πάσης κακώσεως·
Σοφ. Σειρ. 29,12 Κλείσε στο ταμειον σου αντί χρημάτων τα καλά έργα της ελεημοσύνης σου· αυτά δε θα σε απαλλάξουν από κάθε ταλαιπωρίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 29,13 ὑπὲρ ἀσπίδα κράτους καὶ ὑπὲρ δόρυ ἀλκῆς κατέναντι ἐχθροῦ πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ.
Σοφ. Σειρ. 29,13 Η ελεημοσύνη σου θα σε υπερασπίση εναντίον παντός εχθρού περισσότερον από ισχυράν ασπίδα και από δυνατόν δόρυ.
 
Σοφ. Σειρ. 29,14 ἀνὴρ ἀγαθὸς ἐγγυήσεται τὸν πλησίον, καὶ ὁ ἀπολωλεκὼς αἰσχύνην καταλήψει αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 29,14 Ο αγαθός άνθρωπος θα εγγυηθή προθύμως δια τον πλησίον του· μόνον ο αδιάντροπος θα εγκαταλείψη αυτόν αβοήθητον.
 
Σοφ. Σειρ. 29,15 Χάριτας ἐγγύου μὴ ἐπιλάθῃ, ἔδωκε γὰρ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ σοῦ.
Σοφ. Σειρ. 29,15 Συ δε ο ευεργετούμενος μη λησμονήσης την ευεργεσίαν του εγγυητού σου, διότι εκείνος έδωσε προς χάριν σου την ζωήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 29,16 ἀγαθὰ ἐγγύου ἀνατρέψει ἁμαρτωλός, καὶ ἀχάριστος ἐν διανοίᾳ ἐγκαταλείψει ῥυσάμενον.
Σοφ. Σειρ. 29,16 Ο πονηρός και αχάριστος όμως θα ανατρέψη την αγαθοεργίαν του εγγυητού· θα εγκαταλείψη τον ευεργέτην του εκείνος, που έχει κατά νουν διαθέσεις αχαριστίας.
 
Σοφ. Σειρ. 29,17 ἐγγύη πολλοὺς ἀπώλεσε κατευθύνοντας καὶ ἐσάλευσεν αὐτοὺς ὡς κῦμα θαλάσσης· ἄνδρας δυνατοὺς ἀπῴκισε καὶ ἐπλανήθησαν ἐν ἔθνεσιν ἀλλοτρίοις.
Σοφ. Σειρ. 29,17 Πολλούς εγγυητάς με πολλά αγαθά τους κατέστρεψεν η εγγύησις, τους εκλόνισεν όπως τα κύματα της θαλάσσης. Εξεδίωξεν από τον τόπον των άνδρας δυνατούς και αυτοί περιεπλανήθησαν μέσα εις ξένα έθνη.
 
Σοφ. Σειρ. 29,19 ἁμαρτωλὸς ἐμπεσὼν εἰς ἐγγύην καὶ διώκων ἐργολαβίας ἐμπεσεῖται εἰς κρίσεις.
Σοφ. Σειρ. 29,19 Ο κακός όμως άνθρωπος, ο οποίος με υστεροβουλίαν επιπίπτει εις εγγυήσεις, επιδιώκων με αυτάς παράνομα κέρδη, θα περιπέση εις δίκας και τιμωρίας.
 
Σοφ. Σειρ. 29,20 ἀντιλαβοῦ τοῦ πλησίον κατὰ δύναμίν σου καὶ πρόσεχε σεαυτῷ μὴ ἐμπέσῃς. -
Σοφ. Σειρ. 29,20 Υποστήριξε τον πλησίον σου ανάλογα με την οικονομικήν σου αντοχήν, πρόσεξε όμως να μη πέσης και συ ο ίδιος.
 
Σοφ. Σειρ. 29,21 Ἀρχὴ ζωῆς ὕδωρ καὶ ἄρτος καὶ ἱμάτιον καὶ οἶκος καλύπτων ἀσχημοσύνην.
Σοφ. Σειρ. 29,21 Πρώτα και απαραίτητα εφόδια δια την ζωήν είναι το νερό και ο άρτος. Εκ παραλλήλου δε η ενδυμασία και το σπίτι δια την κάλυψιν της γυμνότητος του ανθρώπου.
 
Σοφ. Σειρ. 29,22 κρείσσων βίος πτωχοῦ ὑπὸ σκέπην δοκῶν ἢ ἐδέσματα λαμπρὰ ἐν ἀλλοτρίοις.
Σοφ. Σειρ. 29,22 Προτιμότερα είναι η ζωή του πτωχού κάτω από ξυλίνην στέγην, παρά τα πολυτελή συμπόσια εις ξένα σπίτια.
 
Σοφ. Σειρ. 29,23 ἐπὶ μικρῷ καὶ μεγάλῳ εὐδοκίαν ἔχε, καὶ ὀνειδισμὸν παροικίας οὐ μὴ ἀκούσῃς.
Σοφ. Σειρ. 29,23 Να μένης ευχαριστημένος και με τα πολλά και με τα ολίγα. Ετσι δε δεν θα ακούσης κατηγορίας και ύβρεις, ότι είσαι παράσιτον ζων εις βάρος των άλλων.
 
Σοφ. Σειρ. 29,24 ζωὴ πονηρὰ ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν, καὶ οὗ παροικήσεις, οὐκ ἀνοίξει στόμα.
Σοφ. Σειρ. 29,24 Αθλία ζωή είναι να γυρίζης από σπίτι σε σπίτι, διότι όπου σταθής να ζητήσης βοήθειαν, θα εντροπιασθης και δεν θα έχης το θάρρος να ανοίξης το στόμα σου.
 
Σοφ. Σειρ. 29,25 ξενιεῖς καὶ ποτιεῖς εἰς ἀχάριστα καὶ πρὸς ἐπὶ τούτοις πικρὰ ἀκούσῃ·
Σοφ. Σειρ. 29,25 Θα εξαναγκασθής ωσάν υπηρέτης να προσφέρης το φαγητόν και το ποτόν στον οικοδεσπότην, χωρίς και να ακούσης ένα ευχαριστώ από εκείνον. Εξ αντιθέτου θα ακούσης πικρά λόγια.
 
Σοφ. Σειρ. 29,26 πάρελθε, πάροικε, κόσμησον τράπεζαν, καὶ εἴτι ἐν τῇ χειρί σου, ψώμισόν με.
Σοφ. Σειρ. 29,26 Θα σου είπη· “έλα εδώ, ξένε, ετοίμασε το τραπέζι του φαγητού μου, και αν έχης κάτι έτοιμον, δος μου το να φάγω”.
 
Σοφ. Σειρ. 29,27 ἔξελθε, πάροικε, ἀπὸ προσώπου δόξης, ἐπεξένωταί μοι ὁ ἀδελφός, χρεία τῆς οἰκίας.
Σοφ. Σειρ. 29,27 Επειτα θα σου πη· “φύγε από δω, ξένε, από τα μεγαλεία μου και τα αγαθά μου, διότι εγώ πρόκειται να φιλοξενήσω τον αδελφόν μου και έχω ανάγκην του σπιτιού μου”.
 
Σοφ. Σειρ. 29,28 βαρέα ταῦτα ἀνθρώπῳ ἔχοντι φρόνησιν, ἐπιτίμησις οἰκίας καὶ ὀνειδισμὸς δανειστοῦ.
Σοφ. Σειρ. 29,28 Τα λόγια αυτά δι' ένα άνθρωπον ορθοφρονούντα και φιλότιμον είναι πολύ βαρειά· αυτή δηλαδή, η επιτίμησίς του εις οικίαν, όπου εζήτησε φιλοξενίαν, και η κακομεταχείρισίς του, ως εάν πρόκειται περί χρεωφειλέτου.
 
Σοφ. Σειρ. 30,1 Ὁ ἀγαπῶν τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐνδελεχήσει μάστιγας αὐτῷ, ἵνα εὐφρανθῇ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 30,1 Εκείνος που αγαπά το παιδί του, θα το τιμωρή συχνά· τούτο δέ, δια να το μορφώση, ώστε να ευφρανθή εκείνο κατά τα γηρατεία του.
 
Σοφ. Σειρ. 30,2 ὁ παιδεύων τὸν υἱὸν αὐτοῦ ὀνήσεται ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ ἀνὰ μέσον γνωρίμων ἐπ᾿ αὐτῷ καυχήσεται·
Σοφ. Σειρ. 30,2 Εκείνος που διαπαιδαγωγεί ορθώς και μορφώνει το παιδί του, θα ωφεληθή από αυτό και ενώπιον γνωστών του ανθρώπων θα καυχάται δι' αυτό.
 
Σοφ. Σειρ. 30,3 ὁ διδάσκων τὸν υἱὸν αὐτοῦ παραζηλώσει τὸν ἐχθρὸν καὶ ἔναντι φίλων ἐπ᾿ αὐτῷ ἀγαλλιάσεται.
Σοφ. Σειρ. 30,3 Εκείνος που διδάσκει ορθώς το παιδί του, θα κάμη τον εχθρόν του να τον ζηλοφθονήση· ενώπιον όμως των φίλων του θα ευφραίνεται δι' αυτό.
 
Σοφ. Σειρ. 30,4 ἐτελεύτησεν αὐτοῦ ὁ πατήρ, καὶ ὡς οὐκ ἀπέθανεν· ὅμοιον γὰρ αὐτῷ κατέλιπε μετ᾿ αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 30,4 Απέθανεν ο πατήρ του παιδιού αυτού, είναι ως εάν δεν απέθανε, διότι αφήκε παιδί όμοιον με τον εαυτόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 30,5 ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ εἶδε καὶ εὐφράνθη καὶ ἐν τῇ τελευτῇ αὐτοῦ οὐκ ἐλυπήθη.
Σοφ. Σειρ. 30,5 Ο πατέρας, ενώ ακόμα εζούσε, είδε το παιδί του να προοδεύη χάρις εις την μόρφωσιν που του έδωσε, και ευχαριστήθη δια τούτο. Οταν δε ήλθεν η ώρα του θανάτου, δεν ελυπήθη,
 
Σοφ. Σειρ. 30,6 ἐναντίον ἐχθρῶν κατέλιπεν ἔκδικον καὶ τοῖς φίλοις ἀνταποδιδόντα χάριν.
Σοφ. Σειρ. 30,6 διότι αφήκεν ένα δίκαιον τιμωρόν εναντίον των εχθρών του και ένα ευγνώμονα προς τους φίλους του, στους οποίους εκείνο θα ανταποδώση την ευεργεσίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 30,7 περιψύχων υἱὸν καταδεσμεύσει τραύματα αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πάσῃ βοῇ ταραχθήσεται σπλάγχνα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 30,7 Εκείνός που παραχαϊδεύει και δεν παιδαγωγεί ορθώς το παιδί του, θα το ενθαρρύνη εις εκτροπάς και έπειτα θα επιδέση τας πληγάς του. Εις κάθε κραυγήν του πονούντος παιδιού του θα ταράσσεται η πατρική του καρδία.
 
Σοφ. Σειρ. 30,8 ἵππος ἀδάμαστος ἀποβαίνει σκληρός, καὶ υἱὸς ἀνειμένος ἐκβαίνει προαλής.
Σοφ. Σειρ. 30,8 Οπως ενας αδάμαστος ίππος γίνεται σκληροτράχηλος και επικίνδυνος, έτσι και ένα παιδί εγκαταλελειμμένον στον εαυτόν του καταντά αναιδές και επιβλαβές.
 
Σοφ. Σειρ. 30,9 τιθήνησον τέκνον, καὶ ἐκθαμβήσει σε· σύμπαιξον αὐτῷ, καὶ λυπήσει σε.
Σοφ. Σειρ. 30,9 Χαϊδεψε πολύ το παιδί σου, και θα καταπλαγής από την απρεπή συμπεριφοράν του. Αν παιδιαρίζης μαζή με αυτό, θα δακιμάσης κατόπιν πολλάς λύπας.
 
Σοφ. Σειρ. 30,10 μὴ συγγελάσῃς αὐτῷ, ἵνα μὴ συνοδυνηθῇς, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ γομφιάσεις τοὺς ὀδόντας σου.
Σοφ. Σειρ. 30,10 Μη πολυγελάς μαζή με αυτό, δια να μη δοκιμάσης εξ αιτίας του πόνους και στο τέλος μουδιάσουν τα δόντια σου εξ αιτίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 30,11 μὴ δῷς αὐτῷ ἐξουσία ἐν νεότητι· θλάσον τὰς πλευρὰς αὐτοῦ, ὡς ἔστι νήπιος, μήποτε σκληρυνθεὶς ἀπειθήσῃ σοι. [καὶ μὴ παρίδῃς τὰς ἀγνοίας αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 30,11 Μη δίδης εις αυτό ελευθερίαν και δικαιώματα κατά τα χρόνια της νεότητός του και μη κάνης πως δεν βλέπεις τας αταξίας του.
 
Σοφ. Σειρ. 30,12 κάμψον τὸν τράχηλον αὐτοῦ ἐν νεότητι].
Σοφ. Σειρ. 30,12 Καμψε τον τράχηλόν του κατά την νεανικήν ηλικίαν, μωλώπισέ του τα πλευρά, όταν ακόμη είναι μικρός, μήπως τυχόν και σκληρυνθή αδιαπαιδαγώγητος και δείξη προς σε απείθειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 30,13 παίδευσον τὸν υἱόν σου καὶ ἔργασαι ἐν αὐτῷ, ἵνα μὴ ἐν τῇ ἀσχημοσύνῃ αὐτοῦ προσκόψῃς. ΠΕΡΙ ΥΓΙΕΙΑΣ. –
Σοφ. Σειρ. 30,13 Ανάθρεψε καλά το παιδί σου, κοπίασε δια την μόρφωσίν του, δια να μη σκοντάψης κατόπιν εις την αδιάντροπον διαγωγήν του. ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΑΣ.
 
Σοφ. Σειρ. 30,14 Κρείσσων πτωχὸς ὑγιὴς καὶ ἰσχύων τῇ ἕξει ἢ πλούσιος μεμαστιγωμένος εἰς σῶμα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 30,14 Καλύτερος είναι ο υγιής και εύρρωστος πτωχός, παρά ο πλούσιος ο κτυπημένος με ασθενείας στο σώμα του.
 
Σοφ. Σειρ. 30,15 ὑγίεια καὶ εὐεξία βέλτιον παντὸς χρυσίου, καὶ σῶμα εὔρωστον ἢ ὄλβος ἀμέτρητος.
Σοφ. Σειρ. 30,15 Η υγεία και η ευεξία είναι καλύτεραι από όλους τους θησαυρούς· το εύρωστον δε σώμα είναι ανώτερον από αμέτρητα πλούτη.
 
Σοφ. Σειρ. 30,16 οὐκ ἔστι πλοῦτος βελτίων ὑγιείας σώματος, καὶ οὐκ ἔστιν εὐφροσύνη ὑπὲρ χαρὰν καρδίας.
Σοφ. Σειρ. 30,16 Δεν υπάρχουν πλούτη, οσονδήποτε μεγάλα, καλύτερα από την υγείαν του σώματος· και δεν υπάρχει ανωτέρα αγαλλίασις από την χαράν της καρδίας.
 
Σοφ. Σειρ. 30,17 κρείσσων θάνατος ὑπὲρ ζωὴν πικρὰν καὶ ἀνάπαυσις αἰῶνος ἢ ἀῤῥώστημα ἔμμονον.
Σοφ. Σειρ. 30,17 Προτιμότερος είναι ο θάνατος από μίαν πικραμμένην ζωήν και η αιωνία ανάπαυσις από μίαν επίμονον και αθεράπευτον ασθένειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 30,18 ἀγαθὰ ἐκκεχυμένα ἐπὶ στόματι κεκλεισμένῳ, θέματα βρωμάτων παρακείμενα ἐπὶ τάφῳ.
Σοφ. Σειρ. 30,18 Πλούσια εύγευστα φαγητά, χυμένα εις στόμα, που το έχει κλείσει η ανορεξία, ομοιάζουν με σωρούς φαγητών, που έχουν τοποθετηθή επάνω εις τάφον.
 
Σοφ. Σειρ. 30,19 τί συμφέρει κάρπωσις εἰδώλῳ; οὔτε γὰρ ἔδεται οὔτε μὴ ὀσφρανθῇ· οὕτως ὁ ἐκδιωκόμενος ὑπὸ Κυρίου,
Σοφ. Σειρ. 30,19 Τι ωφελούν φαγητά εις ένα άψυχον είδωλον; Διότι αυτό ούτε τρώγει ούτε τα οσφραίνεται. Το ίδιον συμβαίνει και με άνθρωπον, τον οποίον ο Κυριος έχει κτυπήσει με ασθένειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 30,20 βλέπων ἐν ὀφθαλμοῖς καὶ στενάζων ὥσπερ εὐνοῦχος περιλαμβάνων παρθένον καὶ στενάζων.
Σοφ. Σειρ. 30,20 Βλέπει με τα μάτια του τα ωραία φαγητά και στενάζει, διότι δεν ημπορεί να τα απολαύση όπως και ένας ευνούχος εναγκαλιζόμενος παρθένον στενάζει, διότι δεν ημπορεί να την απολαύση.
 
Σοφ. Σειρ. 30,21 μὴ δῷς εἰς λύπην τὴν ψυχήν σου καὶ μὴ θλίψῃς σεαυτὸν ἐν βουλῇ σου.
Σοφ. Σειρ. 30,21 Μη παραδώσης την ζωήν σου εις λύπας και μη εγκαταλείψης τον εαυτόν σου εις μαύρας και απαισιοδόξους σκέψεις.
 
Σοφ. Σειρ. 30,22 εὐφροσύνη καρδίας ζωὴ ἀνθρώπου, καὶ ἀγαλλίαμα ἀνδρὸς μακροημέρευσις.
Σοφ. Σειρ. 30,22 Η άδολος χαρά της καρδιάς είναι ζωή του ανθρώπου και η αγαλλίασις είναι μακροημέρευσις.
 
Σοφ. Σειρ. 30,23 ἀγάπα τὴν ψυχήν σου καὶ παρακάλει τὴν καρδίαν σου καὶ λύπην μακρὰν ἀπόστησον ἀπὸ σοῦ· πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσεν ἡ λύπη, καὶ οὐκ ἔστιν ὠφέλεια ἐν αὐτῇ.
Σοφ. Σειρ. 30,23 Να αγαπάς την ζωήν σου, να παρηγορής την καρδίαν σου και να διώχνης μακρυά από σε την λύπην, διότι η λύπη πολλούς έχει καταστρέψει· καμμία δε ωφέλεια δεν υπάρχει εις αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 30,24 ζῆλος καὶ θυμὸς ἐλαττοῦσιν ἡμέρας, καὶ πρὸ καιροῦ γῆρας ἄγει μέριμνα.
Σοφ. Σειρ. 30,24 Η ζηλοφθονία και ο θυμός ολιγοστεύουν τας ημέρας της ζωής και η βασανιστική μέριμνα του βίου φέρει πρόωρα το γήρας.
 
Σοφ. Σειρ. 30,25 λαμπρὰ καρδία καὶ ἀγαθὴ ἐπὶ ἐδέσμασι τῶν βρωμάτων αὐτῆς ἐπιμελήσεται.
Σοφ. Σειρ. 30,25 Ο καλόκαρδος και αγαθός άνθρωπος φροντίζει δια τα φαγητά του και τα απολαμβάνει.
 
Σοφ. Σειρ. 31,1 Ἀγρυπνία πλούτου ἐκτήκει σάρκας, καὶ ἡ μέριμνα αὐτοῦ ἀφιστᾷ ὕπνον.
Σοφ. Σειρ. 31,1 Η αϋπνία, την οποίαν προκαλεί η ανησυχία και ο φόβος δια τον πλούτον, λυώνει το ανθρώπινον σώμα και η αγωνιώδης μέριμνα δι' αυτόν αφαιρεί τον ύπνον.
 
Σοφ. Σειρ. 31,2 μέριμνα ἀγρυπνίας ἀπαιτήσει νυσταγμόν, καὶ ἀῤῥώστημα βαρὺ ἐκνήψει ὕπνος.
Σοφ. Σειρ. 31,2 Η άγρυπνος μέριμνα δια τον πλούτον εκδιώκει τον ύπνον και προκαλεί ανικανοποίητον νυσταγμόν, όπως και ένα βαρύ σωματικόν και ψυχικόν νόσημα αποδιώκει τον ύπνον.
 
Σοφ. Σειρ. 31,3 ἐκοπίασε πλούσιος ἐν συναγωγῇ χρημάτων καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει ἐμπίπλαται τῶν τρυφημάτων αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 31,3 Ο πλούσιος κοπιάζει, δια να συγκεντρώνη χρήματα, στον καιρόν όμως της αναπαύσεώς του είναι γεμάτος από εκλεκτάς και ευγεύστους τροφάς.
 
Σοφ. Σειρ. 31,4 ἐκοπίασε πτωχὸς ἐν ἐλαττώσει βίου καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει ἐπιδεὴς γίνεται.
Σοφ. Σειρ. 31,4 Κοπιάζει και ο πτωχός, ο οποίος ελάχιστα έχει τα μέσα της συντηρήσεώς του, και όταν θελήση να αναπαυθή στερείται από όλα.
 
Σοφ. Σειρ. 31,5 ὁ ἀγαπῶν χρυσίον οὐ δικαιωθήσεται, καὶ ὁ διώκων διαφθορὰν αὐτὸς πλησθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 31,5 Εκείνός που αγαπά τα χρήματα, δεν θα κατορθώση να ζήση και να φερθή με δικαιοσύνην. Και εκείνος που επιδιώκει το παράνομον κέρδος, επιδιώκει διαφθοράν και θα γεμίση από κακά.
 
Σοφ. Σειρ. 31,6 πολλοὶ ἐδόθησαν εἰς πτῶμα χάριν χρυσίου, καὶ ἐγενήθη ἀπώλεια αὐτῶν κατὰ πρόσωπον αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 31,6 Πολλοί χάριν του χρυσίου έγιναν πτώμα και ερείπια, και η καταστροφή των παρουσιάσθη αιφνιδία ενώπιόν των.
 
Σοφ. Σειρ. 31,7 ξύλον προσκόμματός ἐστι τοῖς ἐνθουσιάζουσιν αὐτῷ, καὶ πᾶς ἄφρων ἁλώσεται ἐν αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 31,7 Ο χρυσός είναι ξύλον, επάνω στο οποίον σκοντάπτουν αυτοί που ενθουσιάζονται προς χάριν του. Καθε ασύνετος άνθρωπος θα συλληφθή εις τα δίκτυα των κακών, που προκαλεί ο άδικος και αχόρταστος πλούτος.
 
Σοφ. Σειρ. 31,8 μακάριος πλούσιος, ὃς εὑρέθη ἄμωμος καὶ ὃς ὀπίσω χρυσίου οὐκ ἐπορεύθη·
Σοφ. Σειρ. 31,8 Ευτυχής είναι ο πλούσιος, ο οποίος κατώρθωσε να μείνη καθαρός και ακατηγόρητος και ο οποίος δεν ετρεξε με απληστίαν οπίσω από τον χρυσόν.
 
Σοφ. Σειρ. 31,9 τίς ἐστι; καὶ μακαριοῦμεν αὐτόν, ἐποίησε γὰρ θαυμάσια ἐν λαῷ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 31,9 Ποιός είναι αυτός ο ακατηγόρητος πλούσιος; Θα τον καλοτυχήσωσεν και θα τον συγχαρώμεν, διότι έπραξεν έργα θαυμαστά στον λαόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 31,10 τίς ἐδοκιμάσθη ἐν αὐτῷ καὶ ἐτελειώθη; καὶ ἔσται αὐτῷ εἰς καύχησιν. τίς ἐδύνατο παραβῆναι καὶ οὐ παρέβη, καὶ ποιῆσαι κακὰ καὶ οὐκ ἐποίησε;
Σοφ. Σειρ. 31,10 Ποιός υπέστη την δοκιμασίαν και τους πειρασμούς του πλούτου και ευρέθη τέλειος; Τούτο θα είναι δι' αυτόν εις καύχησιν και έπαινον. Ποιός εν τη επιθυμία του πλούτου ημπορούσε να παραβή το θέλημα του Θεού και δεν το παρέβη; Ημπορούσε να διαπράξη αδικίας και δεν τας διέπραξε;
 
Σοφ. Σειρ. 31,11 στερεωθήσεται τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ, καὶ τὰς ἐλεημοσύνας αὐτοῦ ἐκδιηγήσεται ἐκκλησία.
Σοφ. Σειρ. 31,11 Τα αγαθά του ανθρώπου αυτού, ο οποίος δεν επλούτησε με αδικίας, θα μείνουν μόνιμα υπό την κατοχήν του· τας δε ευεργεσίας και αγαθοεργίας του θα διηγούνται πλήθη ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 31,12 Ἐπὶ τραπέζης μεγάλης ἐκάθισας, μὴ ἀνοίξῃς ἐπ᾿ αὐτῆς φάρυγγά σου καὶ μὴ εἴπῃς· πολλά γε τὰ ἐπ᾿ αὐτῆς.
Σοφ. Σειρ. 31,12 Οταν παρακαθήσης εις επίσημον πλουσίαν τράπεζαν, μη ανοίγης αχόρταστα το στόμα σου δια τα φαγητά της και μη είπης από μέσα σου, πολλά βέβαια φαγητά υπάρχουν επάνω εις αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 31,13 μνήσθητι ὅτι κακὸν ὀφθαλμὸς πονηρός· πονηρότερον ὀφθαλμοῦ τί ἔκτισται; διὰ τοῦτο ἀπὸ παντὸς προσώπου δακρύει.
Σοφ. Σειρ. 31,13 Μη λησμονής ότι ο λαίμαργος οφθαλμός είναι κάτι κακόν. Τι άλλο πονηρότερον από τον αχόρταστον οφθαλμόν υπάρχει; Δια τούτο και κλαίει το μάτι παντός ανθρώπου, όταν στερήται από εκείνα, που επιθυμεί.
 
Σοφ. Σειρ. 31,14 οὗ ἐὰν ἐπιβλέψῃ, μὴ ἐκτείνῃς χεῖρα καὶ μὴ συνθλίβου αὐτῷ ἐν τρυβλίῳ.
Σοφ. Σειρ. 31,14 Οπου και όταν σε βλέπη το μάτι του νοικοκύρη, μη απλώσης με λαιμαργίαν το χέρι σου και μη ρίπτεσαι στο κοινόν πιάτο μαζή με τον νοικοκύρην, δια να αρπάξης φαγητά.
 
Σοφ. Σειρ. 31,15 νόει τὰ τοῦ πλησίον ἐκ σεαυτοῦ καὶ ἐπὶ παντὶ πράγματι διανοοῦ.
Σοφ. Σειρ. 31,15 Κρίνε τας επιθυμίας του πλησίον σου από τας ιδικάς σου και εις κάθε τι, που θα κάμης, σκέψου πρώτον καλά.
 
Σοφ. Σειρ. 31,16 φάγε ὡς ἄνθρωπος τὰ παρακείμενά σοι καὶ μὴ διαμασῶ, μὴ μισηθῇς.
Σοφ. Σειρ. 31,16 Φαγε ωσάν καλοαναθρεμμένος άνθρωπος τα παρατιθέμενα εις σε φαγητά, και μη μασάς τας τροφάς κατά τρόπον αγροίκον και θορυβώδη, δια να μη σε αποστραφούν.
 
Σοφ. Σειρ. 31,17 παῦσαι πρῶτος χάριν παιδείας καὶ μὴ ἀπληστεύου, μήποτε προσκόψῃς·
Σοφ. Σειρ. 31,17 Η καλή ανατροφή σου ας σε κάμη, να σταματήσης πρώτος το φάγητόν σου και να μη φανής αχόρταστος, δια να μη κτυπήσης άσχημα στους άλλους.
 
Σοφ. Σειρ. 31,18 καὶ εἰ ἀνὰ μέσον πλειόνων ἐκάθισας, πρότερος αὐτῶν μὴ ἐκτείνῃς τὴν χεῖρά σου. -
Σοφ. Σειρ. 31,18 Εάν δε παρακαθήσης εις τράπεζαν μεταξύ πολλών άλλων συνδαιτυμόνων, μη απλώνης συ πρώτος από εκείνους το χέρι σου.
 
Σοφ. Σειρ. 31,19 Ὡς ἱκανὸν ἀνθρώπῳ πεπαιδευμένῳ τὸ ὀλίγον, καὶ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ οὐκ ἀσθμαίνει.
Σοφ. Σειρ. 31,19 Δια τον άνθρωπον τον κοινωνικώς μορφωμένον είναι αρκετόν και το ολίγον φαγητόν. Ετσι δε και στον ύπνον του δεν θα ασθμαίνη, όπως θα ασθμαίνη ο βαρυφορτωμένος από φαγητά.
 
Σοφ. Σειρ. 31,20 ὕπνος ὑγιείας ἐπὶ ἐντέρῳ μετρίῳ, ἀνέστη πρωΐ, καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ. πόνος ἀγρυπνίας καὶ χολέρας καὶ στρόφος μετὰ ἀνδρὸς ἀπλήστου.
Σοφ. Σειρ. 31,20 Υγιής και ευχάριστος ύπνος υπάρχει στον άνθρωπον, που το έντερόν του δεν είναι πολύ γεμάτο. Οταν δε το πρωϊ αυτός εξυπνά, έχει καθαρόν και ελεύθερον τον νουν. Ο πολυφαγάς όμως άνθρωπος υποφέρει από πόνους και αγρυπνίας. Εχει εμετούς και κόψιμο εις την κοιλίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 31,21 καὶ εἰ ἐβιάσθης ἐν ἐδέσμασιν, ἀνάστα μεσοπωρῶν καὶ ἀναπαύσῃ.
Σοφ. Σειρ. 31,21 Εάν όμως επιέσθης τυχόν να φάγης πολλά φαγητά, σταμάτα εις τας οπώρας· μη τρώγης φρούτα και ετσι θα δοκιμάσης ανάπαυσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 31,22 ἄκουσόν μου, τέκνον, καὶ μὴ ἐξουδενώσῃς με, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων εὑρήσεις τοὺς λόγους μου· ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου γίνου ἐντρεχής, καὶ πᾶν ἀῤῥώστημα οὐ μή σοι ἀπαντήσῃ.
Σοφ. Σειρ. 31,22 Ακουσέ με, παιδί μου, και μη καταφρονής τα λόγια μου. Εις το τέλος θα τα εύρης ορθά. Εις όλας τας ενεργείας σου να είσαι προσεκτικός και δραστήριος, και τότε καμμία νόσος δεν θα σε καταλάβη.
 
Σοφ. Σειρ. 31,23 λαμπρὸν ἐπ᾿ ἄρτοις εὐλογήσει χείλη, καὶ μαρτυρία τῆς καλλονῆς αὐτοῦ πιστή.
Σοφ. Σειρ. 31,23 Δοξα δια τον άνθρωπον και έπαινος εκ μέρους των άλλων είναι η προσφορά τροφών προς τους πτωχούς. Αυτή είναι η πλέον αξιόπιστος μαρτυρία της καλωσύνης του.
 
Σοφ. Σειρ. 31,24 πονηρῷ ἐπ᾿ ἄρτῳ διαγογγύσει πόλις, καὶ ἡ μαρτυρία τῆς πονηρίας αὐτοῦ ἀκριβής.
Σοφ. Σειρ. 31,24 Εναντίον όμως του τσιγγούνη, του σφιχτοχέρη στο να προσφέρη άρτους προς τους πεινώντας, θα αγανακτήση ολόκληρος η πόλις και η καταμαρτυρία αυτή εναντίον της φιλαργυρίας του θα είναι ακριβής και αξιόπιστος.
 
Σοφ. Σειρ. 31,25 Ἐν οἴνῳ μὴ ἀνδρίζου, πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσεν ὁ οἶνος.
Σοφ. Σειρ. 31,25 Μη κάνης το παλληκάρι εις την οινοποσίαν, διότι η μέθη έχει καταστρέψει πολλούς.
 
Σοφ. Σειρ. 31,26 κάμινος δοκιμάζει στόμωμα ἐν βαφῇ, οὕτως οἶνος καρδίας ἐν μάχῃ ὑπερηφάνων.
Σοφ. Σειρ. 31,26 Το καμίνι δοκιμάζει την αντοχήν του χάλυβος, αφού αυτός πυρακτωμένος βυθισθή στο νερό. Ετσι και το κρασί βάλλει εις δοκιμασίαν τας καρδίας των εγωϊστών, όταν μάλιστα αυτοί έλθουν εις φιλονεικίας.
 
Σοφ. Σειρ. 31,27 ἔπισον ζωῆς οἶνος ἀνθρώπῳ, ἐὰν πίνῃς αὐτὸν μέτρῳ αὐτοῦ. τίς ζωὴ ἐλασσουμένῳ οἴνῳ; καὶ αὐτὸς ἔκτισται εἰς εὐφροσύνην ἀνθρώποις.
Σοφ. Σειρ. 31,27 Υποβοηθεί την υγείαν και ζωήν του ανθρώπου ο οίνος, όταν πίνεται με μέτρον. Ποιά δε είναι η ζωή εκείνου, ο οποίος στερείται από το κρασί; Ο οίνος έχει γίνει δια να ευφραίνη τους ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 31,28 ἀγαλλίαμα καρδίας καὶ εὐφροσύνη ψυχῆς οἶνος πινόμενος ἐν καιρῷ αὐτάρκης.
Σοφ. Σειρ. 31,28 Αγαλλίασις καρδίας και χαρά της ζωής είναι ο οίνος, που πίνεται, όταν και όσον πρέπει.
 
Σοφ. Σειρ. 31,29 πικρία ψυχῆς οἶνος πινόμενος πολὺς ἐν ἐρεθισμῷ καὶ ἀντιπτώματι.
Σοφ. Σειρ. 31,29 Πικρία όμως και ταραχή της ψυχής είναι ο οίνος, όταν πίνεται εις μεγάλην ποσότητα, δημιουργεί εξερεθισμούς και αντεγκλήσεις μεταξύ των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 31,30 πληθύνει μέθη θυμὸν ἄφρονος εἰς πρόσκομμα, ἐλαττῶν ἰσχὺν καὶ προσποιῶν τραύματα.
Σοφ. Σειρ. 31,30 Η μέθη μεγαλώνει τον θυμόν του ασυνέτου ανθρώπου, ώστε να έρχεται εις συγκρούσεις με τους άλλους, μειώνει την σωματικήν του δύναμιν και προξενεί τραύματα.
 
Σοφ. Σειρ. 31,31 ἐν συμποσίῳ οἴνου μὴ ἐλέγξῃς τὸν πλησίον καὶ μὴ ἐξουδενώσῃς αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ αὐτοῦ· λόγον ὀνειδισμοῦ μὴ εἴπῃς αὐτῷ, καὶ μὴ αὐτὸν θλίψῃς ἐν ἀπαιτήσει.
Σοφ. Σειρ. 31,31 Εις σομπόσιον, όπου πολύς προσφέρεται και καταναλίσκεται ο οίνος, μη ελέγξης τον παρακαθήμενόν σου· μη τον θίξης και μη τον προσβάλης, όταν ευρίσκεται εις ευθυμίαν. Λογον υβριστικόν μη του είπης και μη τον στενοχωρήσης με ακαίρους απαιτήσεις σου.
 
Σοφ. Σειρ. 32,1 Ἡγούμενόν σε κατέστησαν; μὴ ἐπαίρου· γίνου ἐν αὐτοῖς ὡς εἷς ἐξ αὐτῶν, φρόντισον αὐτῶν καὶ οὕτω κάθισον.
Σοφ. Σειρ. 32,1 Σε ώρισαν προϊστάμενον του συμποσίου; Μη υπερηφανεύεσαι δι' αυτό. Να είσαι, ωσάν ένας από τους συνδαιτυμόνας μεταξύ αυτών. Φρόντισε δι' αυτούς και έπειτα κάθισε μαζή των εις την τράπεζαν.
 
Σοφ. Σειρ. 32,2 καὶ πᾶσαν τὴν χρείαν σου ποιήσας ἀνάπεσε, ἵνα εὐφρανθῇς δι᾿ αὐτοὺς καὶ εὐκοσμίας χάριν λάβῃς στέφανον.
Σοφ. Σειρ. 32,2 Οταν δε εκπληρώσης όλας τας υποχρεώσεις σου ως συμποσιάρχου, τότε παρακάθισε μαζή των εις την τράπεζαν, δια να ευφρανθής και συ. Θα λάβης δε από αυτούς δια την καλήν οργάνωσιν της τραπέζης στέφανον ευχαριστίας.
 
Σοφ. Σειρ. 32,3 λάλησον, πρεσβύτερε, πρέπει γάρ σοι, ἐν ἀκριβεῖ ἐπιστήμῃ καὶ μὴ ἐμποδίσῃς μουσικά.
Σοφ. Σειρ. 32,3 Συ, ωσάν μεγαλύτερος που είσαι, ομίλησον, διότι αυτό αρμόζει εις σέ. Ειπέ όμως με ορθοφροσύνην αληθινά πράγματα, χωρίς να παρατείνης επί πολύ την ομιλίαν σου και εμποδίζεις έτσι την μουσικήν.
 
Σοφ. Σειρ. 32,4 ὅπου ἀκρόαμα, μὴ ἐκχέῃς λαλιὰν καὶ ἀκαίρως μὴ σοφίζου.
Σοφ. Σειρ. 32,4 Οταν ακούεται η μουσική, συ μη ομιλής πολλά και επί πολύ, και μη θέλης να παρουσίασης την σοφίαν σου εις ακατάλληλον ώραν.
 
Σοφ. Σειρ. 32,5 σφραγὶς ἄνθρακος ἐπὶ κόσμῳ χρυσῷ, σύγκριμα μουσικῶν ἐν συμποσίῳ οἴνου.
Σοφ. Σειρ. 32,5 Οπως το χρυσό δακτυλίδι σφραγίδος με το πολύτιμο ρουμπίνι, έτσι είναι και η συναυλία των μουσικών οργάνων στο συμπόσιον με τον οίνον.
 
Σοφ. Σειρ. 32,6 ἐν κατασκευάσματι χρυσῷ σφραγὶς σμαράγδου, μέλος μουσικὸν ἐφ᾿ ἡδεῖ οἴνῳ.
Σοφ. Σειρ. 32,6 Οπως το δακτυλίδι- σφραγίς, κατασκευασμένον από τον χρυσόν και κοσμημένον με σμάραγδον, έτσι και η μελωδία με τον ευχάριστον οίνον.
 
Σοφ. Σειρ. 32,7 Λάλησον, νεανίσκε, εἰ χρεία σου, μόλις δὶς ἐὰν ἐπερωτηθῇς·
Σοφ. Σειρ. 32,7 Και συ, νέε, που συμμετέχεις στο συμπόσιον, εάν αισθανθής την ανάγκην, ομίλησε, μέχρι δύο όμως φοράς και εάν ερωτηθής.
 
Σοφ. Σειρ. 32,8 κεφαλαίωσον λόγον, ἐν ὀλίγοις πολλά· γίνου ὡς γινώσκων καὶ ἅμα σιωπῶν.
Σοφ. Σειρ. 32,8 Συγκεφαλαίωσε αυτά, που είπες και μάθε να λέγης πολλά δι' ολίγων. Γινε άνθρωπος, ο οποίος γνωρίζει πολλά και συγχρόνως έχει μάθει να σιωπά.
 
Σοφ. Σειρ. 32,9 ἐν μέσῳ μεγιστάνων μὴ ἐξισάζου καὶ ἑτέρου λέγοντος μὴ πολλὰ ἀδολέσχει.
Σοφ. Σειρ. 32,9 Οταν ευρίσκεσαι εν μέσω αρχόντων και ανωτέρων σου, μη συμπεριφέρεσαι ωσάν ίσος προς αυτούς. Και όταν ο άλλος ομιλή, συ μη φλυαρής, αλλά μείνε σοβαρός.
 
Σοφ. Σειρ. 32,10 πρὸ βροντῆς κατασπεύδει ἀστραπή, καὶ πρὸ αἰσχυντηροῦ προελεύσεται χάρις.
Σοφ. Σειρ. 32,10 Οπως εμπρός από την βροντήν προηγείται η αστραπή, έτσι η χάρις της αιδούς και της σεμνότητος προηγείται από τον εντροπαλόν νέον.
 
Σοφ. Σειρ. 32,11 ἐν ὥρᾳ ἐξεγείρου καὶ μὴ οὐράγει, ἀπότρεχε εἰς οἶκον καὶ μὴ ῥᾳθύμει·
Σοφ. Σειρ. 32,11 Σηκω από το τραπέζι εγκαίρως, να μη μείνης τελευταίος· πήγαινε σύντομα στον οίκον σου και μη περιπλανάσαι ραθύμως στους δρόμους.
 
Σοφ. Σειρ. 32,12 ἐκεῖ παῖζε καὶ ποίει τὰ ἐνθυμήματά σου καὶ μὴ ἁμάρτῃς λόγῳ ὑπερηφάνῳ.
Σοφ. Σειρ. 32,12 Εκεί διασκέδασε, κάμε ο,τι σε ευχαριστεί. Πρόσεξε όμως, να μη αμαρτήσης με κανένα υπερήφανον λόγον.
 
Σοφ. Σειρ. 32,13 καὶ ἐπὶ τούτοις εὐλόγησον τὸν ποιήσαντά σε καὶ μεθύσκοντά σε ἀπὸ τῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 32,13 Επί πάσι δε τούτοις δοξολόγησε τον Πλάστην σου, διότι αυτός σου δίδει με αφθονίαν όλα τα αγαθά του.
 
Σοφ. Σειρ. 32,14 Ὁ φοβούμενος Κύριον ἐκδέξεται παιδείαν, καὶ οἱ ὀρθρίζοντες εὑρήσουσιν εὐδοκίαν.
Σοφ. Σειρ. 32,14 Εκείνος που φοβείται τον Κυριον, θα δεχθή οπωσδήποτε εκ μέρους του Κυρίου την ορθήν αγωγήν και μόρφωσιν. Και όσοι από πρωΐας εξυπνούν, δια να επικοινωνήσουν με τον Κυριον, θα εύρουν ευμένειαν και καλωσύνην από αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 32,15 ὁ ζητῶν νόμον ἐμπλησθήσεται αὐτοῦ, καὶ ὁ ὑποκρινόμενος σκανδαλισθήσεται ἐν αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 32,15 Εκείνος ο οποίος επιζητεί να γνωρίση και να εφαρμόση τον θείον νόμον, θα χορτάση από την γνώσιν και την εφαρμογήν του. Οποιος όμως υποκρίνεται ότι τον τηρεί, θα σκοντάψη επάνω εις αυτόν και θα πέση.
 
Σοφ. Σειρ. 32,16 οἱ φοβούμενοι Κύριον εὑρήσουσι κρίμα καὶ δικαιώματα ὡς φῶς ἐξάψουσιν.
Σοφ. Σειρ. 32,16 Οσοι φοβούνται τον Κυριον, θα δικαιωθούν και θα λάμψουν ωσάν φως τα δίκαιά των και αι δίκαιαι πράξεις των.
 
Σοφ. Σειρ. 32,17 ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ἐκκλίνει ἐλεγμὸν καὶ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ εὑρήσει σύγκριμα.
Σοφ. Σειρ. 32,17 Ο αμαρτωλός άνθρωπος αποφεύγει τους ελέγχους και, δια να ακολουθή το θέλημά του, ευρίσκει πάντοτε δικαιολογίας.
 
Σοφ. Σειρ. 32,18 Ἀνὴρ βουλῆς οὐ μὴ παρίδῃ διανόημα, ἀλλότριος καὶ ὑπερήφανος οὐ καταπτήξει φόβον, καὶ μετὰ τὸ ποιῆσαι μετ᾿ αὐτοῦ ἄνευ βουλῆς.
Σοφ. Σειρ. 32,18 Ο συνετός και νοήμων άνθρωπος δεν παραγνωρίζει μίαν καλήν συμβουλήν. Ο ασεβής όμως και υπερήφανος δεν πτοείται αυτό κανένα ιερόν φόβον. Ακόμη δε και μετά την ασύνετον και αμαρτωλήν πράξιν του δεν διδάσκεται και δεν συνετίζεται.
 
Σοφ. Σειρ. 32,19 ἄνευ βουλῆς μηθὲν ποιήσῃς καὶ ἐν τῷ ποιῆσαί σε μὴ μεταμελοῦ.
Σοφ. Σειρ. 32,19 Χωρίς προηγουμένως να σκεφθής, να μη πράξης τίποτε και έτσι δεν θα μετανοήσης αργότερα δια την πράξιν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 32,20 ἐν ὁδῷ ἀντιπτώματος μὴ πορεύου καὶ μὴ προσκόψῃς ἐν λιθώδεσι.
Σοφ. Σειρ. 32,20 Εις δρόμον, όπου υπάρχουν λίθοι προσκόμματος, παγίδες πτώσεως εις αμαρτίαν, μη βαδίζης, δια να μη σκοντάψης στους λίθους.
 
Σοφ. Σειρ. 32,21 μὴ πιστεύσῃς ἐν ὁδῷ ἀπροσκόπῳ,
Σοφ. Σειρ. 32,21 Και εκεί ακόμη, που δεν βλέπεις εμπόδια, μη έχης εμπιστοσύνην και μη ξεθαρρεύεσαι·
 
Σοφ. Σειρ. 32,22 καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου φύλαξαι.
Σοφ. Σειρ. 32,22 και από αυτά ακόμη τα παιδιά σου πρόσεχε.
 
Σοφ. Σειρ. 32,23 ἐν παντὶ ἔργῳ πίστευε τῇ ψυχῇ σου, καὶ γὰρ τοῦτό ἐστι τήρησις ἐντολῶν.
Σοφ. Σειρ. 32,23 Δια κάθε καλόν έργον, που πράττεις, να έχης ψυχικόν σθένος και πεποίθησιν. Αυτό άλλωστε είναι τήρησις και απαίτησις των θείων εντολών.
 
Σοφ. Σειρ. 32,24 ὁ πιστεύων νόμῳ προσέχει ἐντολαῖς, καὶ ὁ πεποιθὼς Κυρίῳ οὐκ ἐλαττωθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 32,24 Εκείνος που πιστεύει στον νόμον του Θεού, προσέχει τας θείας εντολάς· και εκείνος, ο οποίος στηρίζει την πεποίθησίν του στον Κυριον, δεν θα χάση, αλλά θα κερδίση και θα προοδεύση.
 
Σοφ. Σειρ. 33,1 Τῷ φοβουμένῳ Κύριον οὐκ ἀπαντήσει κακόν, ἀλλ᾿ ἐν πειρασμῷ καὶ πάλιν ἐξελεῖται.
Σοφ. Σειρ. 33,1 Εκείνον που φοβείται τον Κυριον, δεν θα τον συναντήσουν κακά. Και εάν περιπέση εις κανένα πειρασμόν, ο Κυριος θα τον γλυτώση από αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,2 ἀνὴρ σοφὸς οὐ μισήσει νόμον, ὁ δὲ ὑποκρινόμενος ἐν αὐτῷ, ὡς ἐν καταιγίδι πλοῖον.
Σοφ. Σειρ. 33,2 Ο συνετός άνθρωπος δεν αποστρέφεται τον θείον νόμον. Εκείνος όμως που υποκρίνεται ότι τον σέβεται και δεν τον τηρεί, ομοιάζει με πλοίον εις καταιγίδα.
 
Σοφ. Σειρ. 33,3 ἄνθρωπος συνετὸς ἐμπιστεύσει νόμῳ, καὶ ὁ νόμος αὐτῷ πιστὸς ὡς ἐρώτημα δήλων.
Σοφ. Σειρ. 33,3 Ο συνετός άνθρωπος θα δώση πλήρη εμπιστοσύνην στον θείον νόμον. Ο θείος νόμος θα είναι δι' αυτόν αξιόπιστος, αυθεντικός, δήλωσις της αληθείας και απάντησις επί των ερωτήσεων και αποριών του.
 
Σοφ. Σειρ. 33,4 ἑτοίμασον λόγον καὶ οὕτως ἀκουσθήσῃ, σύνδησον παιδείαν καὶ ἀποκρίθητι.
Σοφ. Σειρ. 33,4 Ετοίμασε τον λόγον σου και κατόπιν ομίλησε έτσι δε και θα σε ακούσουν με προσοχήν οι άλλοι. Επικαλέσου και σύνδεσε τας γνώσεις και την μόρφωσίν σου, και έπειτα δώσε απάντησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,5 τροχὸς ἁμάξης σπλάγχνα μωροῦ, καὶ ὡς ἄξων στρεφόμενος ὁ διαλογισμὸς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 33,5 Τα αισθήματα και τα νοήματα του μωρού είναι ασταθή και εναλλασσόμενα σαν τον κυλιόμενον τροχόν της αμάξης. Οπως ο περιστρεφόμενος τροχός της αμάξης, έτσι είναι και αι σκέψστου μωρού.
 
Σοφ. Σειρ. 33,6 ἵππος εἰς ὀχείαν ὡς φίλος μωκός, ὑποκάτω παντὸς ἐπικαθημένου χρεμετίζει.
Σοφ. Σειρ. 33,6 Ο τους πάντας και τα πάντα περιγελών και εμπαίζων φίλος ομοιάζει με επιβήτορα ίππον ευρισκόμενον εις ερεθισμόν, ο οποίος χρεμετίζει οποιονδήποτε επιβάτην και αν έχη επάνω του.
 
Σοφ. Σειρ. 33,7 Διατί ἡμέρα ἡμέρας ὑπερέχει, καὶ πᾶν φῶς ἡμέρας ἐνιαυτοῦ ἀφ᾿ ἡλίου;
Σοφ. Σειρ. 33,7 Διατί η μία ημέρα διαφέρει κατά την διάρκειαν από την άλλην, μολονότι όλον το φως της ημέρας προέρχεται από τον αυτόν ήλιον καθ' όλον το διάστημα του έτους;
 
Σοφ. Σειρ. 33,8 ἐν γνώσει Κυρίου διεχωρίσθησαν, καὶ ἠλλοίωσε καιροὺς καὶ ἑορτάς·
Σοφ. Σειρ. 33,8 Δια της σοφίας του Κυρίου εξεχώρισεν η μία ημέρα από την άλλην, ο οποίος Κυριος και εδιαφοροποίησε τας εποχάς και καθώρισε τας εορτάς.
 
Σοφ. Σειρ. 33,9 ἀπ᾿ αὐτῶν ἀνύψωσε καὶ ἡγίασε καὶ ἐξ αὐτῶν ἔθηκεν εἰς ἀριθμὸν ἡμερῶν.
Σοφ. Σειρ. 33,9 Μερικάς από τας ημέρας τας ανύψωσε και τας καθιέρωσεν ως εορτασίμους. Τας δε άλλας ώρισεν ως καθημερινάς, διακρινομένας μεταξύ των από μίαν απλήν αρίθμησιν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,10 καὶ ἄνθρωποι πάντες ἀπὸ ἐδάφους, καὶ ἐκ γῆς ἐκτίσθη Ἀδάμ.
Σοφ. Σειρ. 33,10 Ολοι οι άνθρωποι προέρχονται από το αυτό χώμα, από την γην. Από την γην επίσης επλάσθη και ο πρωτόπλαστος Αδάμ.
 
Σοφ. Σειρ. 33,11 ἐν πλήθει ἐπιστήμης Κύριος διεχώρισεν αὐτοὺς καὶ ἠλλοίωσε τὰς ὁδοὺς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 33,11 Ο Κυριος, δια της πανσοφίας του, εξεχώρισε τους ανθρώπους και τα έθνη μεταξύ των, και εδιαφοροποίησε τους δρόμους της ζωής των.
 
Σοφ. Σειρ. 33,12 ἐξ αὐτῶν εὐλόγησε καὶ ἀνύψωσε καὶ ἐξ αὐτῶν ἡγίασε, καὶ πρὸς αὐτὸν ἤγγισεν· ἀπ᾿ αὐτῶν κατηράσατο καὶ ἐταπείνωσε καὶ ἀνέστρεψεν αὐτοὺς ἀπὸ στάσεως αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 33,12 Μερικούς από τους ανθρώπους τους ευλόγησε, τους εδόξασε, τους ανέδειξεν εκλεκτούς και διέταξε να πλησιάσουν προς αυτόν, δια να τον υπηρετούν. Αλλους από τους ανθρώπους τους κατηράσθη, τους εταπείνωσε, τους ανέτρεψεν από τας υψηλάς και ισχυράς θέσεις, που κατείχαν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,13 ὡς πηλὸς κεραμέως ἐν χειρὶ αὐτοῦ -πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ-, οὕτως ἄνθρωποι ἐν χειρὶ τοῦ ποιήσαντος αὐτοὺς ἀποδοῦναι αὐτοῖς κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 33,13 Οπως ο πηλός εις τα χέρια του κεραμέως, ο οποίος τον μορφοποιεί σύμφωνα με την ευχαρίστησίν του, έτσι και οι άνθρωποι είναι εις τα χέρια του δημιουργού των, ο οποίος και ανταποδίδει εις αυτούς κατά την δικαίαν κρίσιν του.
 
Σοφ. Σειρ. 33,14 ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀπέναντι τοῦ θανάτου ἡ ζωή· οὕτως ἀπέναντι εὐσεβοῦς ἁμαρτωλός.
Σοφ. Σειρ. 33,14 Παραπλεύρως από το κακόν υπάρχει το αγαθόν· παραπλεύρως από τον θάνατον υπάρχει η ζωη. Ετσι και παραπλεύρως από τον ευσεβή υπάρχει ο αμαρτωλός.
 
Σοφ. Σειρ. 33,15 καὶ οὕτως ἔμβλεψον εἰς πάντα τὰ ἔργα τοῦ Ὑψίστου, δύο δύο, ἓν κατέναντι τοῦ ἑνός.
Σοφ. Σειρ. 33,15 Ετσι βλέπε προσεκτικώς και παρατήρει όλα τα έργα του Υψίστου. Δυο δύο, το ένα απέναντι του άλλου.
 
Σοφ. Σειρ. 33,16 Κἀγὼ ἔσχατος ἠγρύπνησα ὡς καλαμώμενος ὀπίσω τρυγητῶν·
Σοφ. Σειρ. 33,16 Εγώ τελευταίος από τους σοφούς ήλθα. Ηγρύπνησα δια την μελέτην της σοφίας, σαν ένας τσαμπιδολόγος, που έρχεται ύστερα από τους τρυγητάς του αμπελιού.
 
Σοφ. Σειρ. 33,17 ἐν εὐλογίᾳ Κυρίου ἔφθασα καὶ ὡς τρυγῶν ἐπλήρωσα ληνόν.
Σοφ. Σειρ. 33,17 Ο Θεός όμως με ηυλόγησε και εγέμισα το πατητήρι μου από σταφύλια, ωσάν κανονικός τρυγητής.
 
Σοφ. Σειρ. 33,18 κατανοήσατε ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ ἐκοπίασα, ἀλλὰ πᾶσι τοῖς ζητοῦσι παιδείαν.
Σοφ. Σειρ. 33,18 Προσέξετε και μάθετε, ότι εγώ δεν εκοπίασα δια τον εαυτόν μου μόνον, αλλά και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν και επιζητούν μόρφωσιν και σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,19 ἀκούσατέ μου, μεγιστάνες λαοῦ, καὶ οἱ ἡγούμενοι ἐκκλησίας, ἐνωτίσασθε·
Σοφ. Σειρ. 33,19 Αρχοντες και επίσημοι του λαού, ακούσατέ με· προϊστάμενοι εις συγκεντρώσεις ανθρώπων, δώστε προσοχή εις τα λόγια μου.
 
Σοφ. Σειρ. 33,20 υἱῷ καὶ γυναικί, ἀδελφῷ καὶ φίλῳ μὴ δῷς ἐξουσίαν ἐπὶ σὲ ἐν ζωῇ σου· καὶ μὴ δῷς ἑτέρῳ τὰ χρήματά σου, ἵνα μὴ μεταμεληθεὶς δέῃ περὶ αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 33,20 Μη δώσης το δικαίωμα να σε εξουσιάση, εφ' όσον ζης ούτε το παιδί σου, ούτε η σύζυγός σου, ούτε ο αδελφός σου, ούτε ο φίλος σου. Μη δώσης εις άλλον τα χρήματά σου, δια να μη μεταμεληθής ύστερον και παρακαλής ματαίως δι' αυτά.
 
Σοφ. Σειρ. 33,21 ἕως ἔτι ζῇς καὶ πνοὴ ἐν σοί, μὴ ἀλλάξῃς σεαυτὸν πάσῃ σαρκί.
Σοφ. Σειρ. 33,21 Εως ότου ζης και αναπνέεις, μη μεταβιβάζης την ελευθερίαν σου και την περιουσίαν σου εις κανένα άλλον άνθρωπον.
 
Σοφ. Σειρ. 33,22 κρείσσων γάρ ἐστι τὰ τέκνα δεηθῆναί σου ἢ σὲ ἐμβλέπειν εἰς χεῖρας υἱῶν σου.
Σοφ. Σειρ. 33,22 Διότι είναι προτιμότερον τα τέκνα σου να έχουν την ανάγκην σου και να σε παρακαλούν, παρά συ να προσβλέπης εις τα χέρια των τέκνων σου, μήπως και σου δώσουν τίποτε.
 
Σοφ. Σειρ. 33,23 ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου γίνου ὑπεράγων, μὴ δῷς μῶμον ἐν τῇ δόξῃ σου.
Σοφ. Σειρ. 33,23 Εις όλα τα έργα να είσαι συ ο κύριος· φρόντισε μόνον να μη προσάψης μομφήν εις την υπόληψίν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 33,24 ἐν ἡμέρᾳ συντελείας ἡμερῶν ζωῆς σου καὶ ἐν καιρῷ τελευτῆς διάδος κληρονομίαν. ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ. -
Σοφ. Σειρ. 33,24 Οταν όμως τελειώσουν αι ημέραι της ζωής σου και πρόκειται να εκδημήσης από τον κόσμον αυτόν, με διαθήκην τακτοποίησε εις ποίους θα δώσης την κληρονομίαν. ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ.
 
Σοφ. Σειρ. 33,25 Χορτάσματα καὶ ῥάβδος καὶ φορτία ὄνῳ, ἄρτος καὶ παιδεία καὶ ἔργον οἰκέτῃ.
Σοφ. Σειρ. 33,25 Εις τον όνον δώσε τροφάς, ραβδισμούς και φορτίον· στον υπηρέτην σου δώσε άρτον, διαπαιδαγώγησιν με αυστηρότητα και εργασίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 33,26 ἔργασαι ἐν παιδί, καὶ εὑρήσεις ἀνάπαυσιν· ἄνες χεῖρας αὐτῷ, καὶ ζητήσει ἐλευθερίαν.
Σοφ. Σειρ. 33,26 Δώσε εργασίαν στον υπηρέτην σου και έτσι θα εύρης συ την ησυχίαν σου. Αν όμως δώσης άνεσιν εις τα χέρια του, αυτός θα σου ζητήση πλήρη την ελευθερίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 33,27 ζυγὸς καὶ ἱμὰς κάμψουσι τράχηλον, καὶ οἰκέτῃ κακούργῳ στρέβλαι καὶ βάσανοι.
Σοφ. Σειρ. 33,27 Οπως ο ζυγός και τα λουριά κάμπτουν τον τράχηλον των ζώων, έτσι και τον κακόν υπηρέτην εξαναγκάζουν εις υποταγήν τα βασανιστικά όργανα και αι τιμωρίαι.
 
Σοφ. Σειρ. 33,28 ἔμβαλε αὐτὸν εἰς ἐργασίαν. ἵνα μὴ ἀργῇ, πολλὴν γὰρ κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία.
Σοφ. Σειρ. 33,28 Βαλε τον εις εργασίαν, δια να μη μένη αργός, διότι η αργία είναι διδάσκαλος εις πολλάς κακίας.
 
Σοφ. Σειρ. 33,29 εἰς ἔργα κατάστησον, καθὼς πρέπει αὐτῷ, κἂν μὴ πειθαρχῇ, βάρυνον τὰς πέδας αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 33,29 Βαλε τον και υποχρέωσέ τον εις έργα, που ταιριάζουν εις αυτόν. Αν δε δεν πειθαρχήση, δέσε με βαρειές αλυσίδες τα πόδια του.
 
Σοφ. Σειρ. 33,30 καὶ μὴ περισσεύσῃς ἐν πάσῃ σαρκί, καὶ ἄνευ κρίσεως μὴ ποιήσῃς μηδέν.
Σοφ. Σειρ. 33,30 Αλλά μη είσαι υπερβολικά απαιτητικός απέναντι ουδενός και χωρίς ορθοφροσύνην να μη πράττης τίποτε.
 
Σοφ. Σειρ. 33,31 εἰ ἔστι σοι οἰκέτης, ἔστω ὡς σύ, ὅτι ἐν αἵματι ἐκτήσω αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 33,31 Εάν έχης δούλον, να συμπεριφέρεσαι προς αυτόν, όπως προς τον εαυτόν σου. Διότι με το αίμα σου τον απέκτησες.
 
Σοφ. Σειρ. 33,32 εἰ ἔστι σοι οἰκέτης, ἄγε αὐτὸν ὡς ἀδελφόν, ὅτι ὡς ἡ ψυχή σου ἐπιδεήσεις αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 33,32 Εάν έχης δούλον, να συμπεριφέρεσαι απέναντί του ως προς αδελφόν, διότι έχεις την ανάγκην του, όπως ανάγκην έχεις και της ζωής σου.
 
Σοφ. Σειρ. 33,33 ἐὰν κακώσῃς αὐτὸν καὶ ἀπάρας ἀποδρᾷ, ἐν ποίᾳ ὁδῷ ζητήσεις αὐτόν;
Σοφ. Σειρ. 33,33 Εάν τον κακομεταχειρισθής, σηκωθή δε αυτός και φύγη, εις ποίον δρόμον θα τρέξης να τον αναζητήσης και τον εύρης;
 
Σοφ. Σειρ. 34,1 Κεναὶ ἐλπίδες καὶ ψευδεῖς ἀσυνέτῳ ἀνδρί, καὶ ἐνύπνια ἀναπτεροῦσιν ἄφρονας.
Σοφ. Σειρ. 34,1 Ματαίας και απατηλάς ελπίδας τρέφει ο ασύνετος άνθρωπος. Και τα όνειρα δίδουν πτερά στους μωρούς.
 
Σοφ. Σειρ. 34,2 ὡς δρασσόμενος σκιᾶς καὶ διώκων ἄνεμον, οὕτως ὁ ἐπέχων ἐνυπνίοις.
Σοφ. Σειρ. 34,2 Εκείνος που δίδει προσοχήν εις τα όνειρα, ομοιάζει με εκείνον που προσπαθεί να αρπάξη την σκιάν του, και τρέχει δια να συλλάβη τον άνεμον.
 
Σοφ. Σειρ. 34,3 τοῦτο κατὰ τούτου ὅρασις ἐνυπνίων, κατέναντι προσώπου ὁμοίωμα προσώπου.
Σοφ. Σειρ. 34,3 Καθρέπτης και όνειρα είναι πράγματα όμοια. Το όνειρον είναι ο,τι η εικών προσώπου εμπρός εις ένα κάτοπτρον.
 
Σοφ. Σειρ. 34,4 ἀπὸ ἀκαθάρτου τί καθαρισθήσεται; καὶ ἀπὸ ψευδοῦς τί ἀληθεύσει;
Σοφ. Σειρ. 34,4 Από ένα ακάθαρτον πράγμα η πρόσωπον ημπορεί να προέλθη τίποτε καθαρόν; Και από κάτι, που είναι ψευδές, ημπορεί να προέλθη κάτι το αληθινόν;
 
Σοφ. Σειρ. 34,5 μαντεῖαι καὶ οἰωνισμοὶ καὶ ἐνύπνια μάταιά ἐστι, καὶ ὡς ὠδινούσης φαντάζεται καρδία.
Σοφ. Σειρ. 34,5 Αι μαντείαι, αι οιωνοσκοπίαι και τα όνειρα είναι μάταια πράγματα. Ομοιάζουν με εξημμένας ονειροπολήσεις γυναικός, η οποία ευρίσκεται υπό τας ωδίνας του τοκετού.
 
Σοφ. Σειρ. 34,6 ἐὰν μὴ παρὰ Ὑψίστου ἀποσταλῇ ἐν ἐπισκοπῇ, μὴ δῷς εἰς αὐτὰ τὴν καρδίαν σου·
Σοφ. Σειρ. 34,6 Εάν το όνειρον δεν έχη αποστολή από τον Υψιστον εις κάποιον ευμενή επίσκεψίν του, μη δώσης εις αυτό την καρδίαν σου,
 
Σοφ. Σειρ. 34,7 πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησε τὰ ἐνύπνια, καὶ ἐξέπεσον ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτοῖς. -
Σοφ. Σειρ. 34,7 διότι τα όνειρα πολλούς επλάνησαν και όσοι εστήριξαν τας ελπίδας των εις αυτά, εξέπεσαν και ηπατήθησαν.
 
Σοφ. Σειρ. 34,8 Ἄνευ ψεύδους συντελεσθήσεται νόμος, καὶ σοφία στόματι πιστῷ τελείωσις.
Σοφ. Σειρ. 34,8 Ο νόμος του Θεού δεν θα ψευσθή. Θα εκπληρωθή εις τας διαβεβαιώσστου, είτε προς αμοιβήν είτε προς τιμωρίαν. Η θεία σοφία στο στόμα και την καρδίαν του πιστού είναι πλήρης και ικανοποιητική, και οχι τα ονειρα.
 
Σοφ. Σειρ. 34,9 ἀνὴρ πεπαιδευμένος ἔγνω πολλά, καὶ ὁ πολύπειρος ἐκδιηγήσεται σύνεσιν.
Σοφ. Σειρ. 34,9 Ο μορφωμένος άνθρωπος γνωρίζει πολλά, και ο πολύπειρος άνθρωπος θα ομιλή με σύνεσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 34,10 ὃς οὐκ ἐπειράθη ὀλίγα οἶδεν, ὁ δὲ πεπλανημένος πληθυνεῖ πανουργίαν.
Σοφ. Σειρ. 34,10 Εκείνος που δεν έχει πείραν της ζωής, ολίγα γνωρίζει. Εκείνος όμως που εταξίδευσεν εις πολλά μέρη, έχει πλήθος γνώσεων και ικανοτήτων.
 
Σοφ. Σειρ. 34,11 πολλὰ ἑώρακα ἐν τῇ ἀποπλανήσει μου, καὶ πλείονα τῶν λόγων μου σύνεσίς μου.
Σοφ. Σειρ. 34,11 Πολλά είδα και έμαθα, καθώς περιηρχόμην τα διάφορα μέρη του κόσμου· και η σοφία μου είναι πολύ ανωτέρα από τα λόγια μου.
 
Σοφ. Σειρ. 34,12 πλεονάκις ἕως θανάτου ἐκινδύνευσα καὶ διεσώθην τούτων χάριν.
Σοφ. Σειρ. 34,12 Πολλές φορές διέτρεξα κίνδυνον θανάτου, εσώθην όμως χάρις εις τας γνώσεις και την πείραν μου.
 
Σοφ. Σειρ. 34,13 πνεῦμα φοβουμένων Κύριον ζήσεται, ἡ γὰρ ἐλπὶς αὐτῶν ἐπὶ τὸν σώζοντα αὐτούς.
Σοφ. Σειρ. 34,13 Πολύ θα παραταθή η ζωή των φοβουμένων τον Κυριον, διότι η ελπίς των στηρίζεται στον σωτήρα Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 34,14 ὁ φοβούμενος Κύριον οὐδὲν εὐλαβηθήσεται καὶ οὐ μὴ δειλιάσῃ, ὅτι αὐτὸς ἐλπὶς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 34,14 Εκείνος που φοβείται τον Κυριον, δεν θα φοβηθή τίποτε άλλο και δεν θα δειλιάση προ ουδενός, διότι αυτός ούτος ο Κυριος είναι η ελπίς του.
 
Σοφ. Σειρ. 34,15 φοβουμένου τὸν Κύριον μακαρία ἡ ψυχή· τίνι ἐπέχει καὶ τίς ἀντιστήριγμα αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 34,15 Ευτυχισμένη είναι η ζωή εκείνου, που φοβείται τον Κυριον. Εις ποίον στηρίζεται; Ποίον έχει στήριγμά του, ει μη μόνον τον Θεόν;
 
Σοφ. Σειρ. 34,16 οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν· ὑπερασπισμὸς δυναστείας καὶ στήριγμα ἰσχύος, σκέπη ἀπὸ καύσωνος καὶ σκέπη ἀπὸ μεσημβρίας, φυλακὴ ἀπὸ προσκόμματος καὶ βοήθεια ἀπὸ πτώσεως,
Σοφ. Σειρ. 34,16 Οι οφθαλμοί του Κυρίου στρέφονται ευμενείς και προστατευτικοί εις εκείνους, που τον αγαπούν. Αυτός είναι ο ισχυρός προστάτης των, στήριγμα δυνάμεως, σκέπη προστατευτική από τον καύσωνα, σκέπη που προφυλάσσει από τον μεσημβρινόν ήλιον· προφύλαξις από σκοντάμματα, βοήθεια και περιφρούρησις από πτώσεις.
 
Σοφ. Σειρ. 34,17 ἀνυψῶν ψυχὴν καὶ φωτίζων ὀφθαλμούς, ἴασιν διδούς, ζωὴν καὶ εὐλογίαν.
Σοφ. Σειρ. 34,17 Αυτός ανυψώνει την ζωήν μας, φωτίζει τους οφθαλμούς, δίδει θεραπείαν, ζωήν και ευλογίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 34,18 Θυσιάζων ἐξ ἀδίκου, προσφορὰ μεμωκημένη, καὶ οὐκ εἰς εὐδοκίαν δωρήματα ἀνόμων.
Σοφ. Σειρ. 34,18 Εκείνος που προσφέρει θυσίαν από αδίκως αποκτηθέντα πράγματα, κάμνει προσφοράν εμπαικτικήν δια τον Θεόν. Τα δώρα των παρανόμων δεν είναι δεκτά ενώπιον του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 34,19 οὐκ εὐδοκεῖ ὁ Ὕψιστος ἐν προσφοραῖς ἀσεβῶν, οὐδὲ ἐν πλήθει θυσιῶν ἐξιλάσκεται ἁμαρτίας.
Σοφ. Σειρ. 34,19 Δεν ευαρεστείται ο Υψιστος εις τας προσφοράς των ασεβών, ούτε και συγχωρεί τας αμαρτίας των με το πλήθος των θυσιών των.
 
Σοφ. Σειρ. 34,20 θύων υἱὸν ἔναντι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὁ προσάγων θυσίαν ἐκ χρημάτων πενήτων.
Σοφ. Σειρ. 34,20 Εκείνος που προσφέρει θυσίαν από χρήματα πτωχών, είναι σαν να θυσιάζη το παιδί εμπρός στον πατέρα του.
 
Σοφ. Σειρ. 34,21 ἄρτος ἐπιδεομένων ζωὴ πτωχῶν, ὁ ἀποστερῶν αὐτὴν ἄνθρωπος αἱμάτων.
Σοφ. Σειρ. 34,21 Ο άρτος είναι η ζωή δια τους πτωχούς και στερουμένους. Εκείνος που θα τους αφαιρέση τον άρτον, άρα και την ζωήν, είναι ωσάν να έχυσεν ανθρώπινον αίμα, είναι φονεύς.
 
Σοφ. Σειρ. 34,22 φονεύων τὸν πλησίον ὁ ἀφαιρούμενος συμβίωσιν, καὶ ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου.
Σοφ. Σειρ. 34,22 Φονεύει τον πλησίον του εκείνος, που του αφαιρεί τα μέσα της συντηρήσεώς του. Χυνει αίμα ανθρώπου εκείνος, που δεν καταβάλλει το ημερομίσθιον του εργάτου.
 
Σοφ. Σειρ. 34,23 εἷς οἰκοδομῶν, καὶ εἷς καθαιρῶν· τί ὠφέλησαν πλεῖον ἢ κόπους;
Σοφ. Σειρ. 34,23 Οταν ο ένας κτίζη και ο άλλος κρημνίζη, ποία ωφέλεια ημπορεί να προέλθη; Οι κόποι των είναι μάταιοι.
 
Σοφ. Σειρ. 34,24 εἷς εὐχόμενος καὶ εἷς καταρώμενος· τίνος φωνῆς εἰσακούσεται ὁ δεσπότης;
Σοφ. Σειρ. 34,24 Το ίδιον συμβαίνει, όταν ο ένας προσεύχεται και ο άλλος καταράται. Τινος εκ των δύο ο δεσπότης Θεός θα ακούση την φωνήν;
 
Σοφ. Σειρ. 34,25 βαπτιζόμενος ἀπὸ νεκροῦ καὶ πάλιν ἁπτόμενος αὐτοῦ, τί ὠφέλησε τῷ λουτρῷ αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 34,25 Εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με τον Νομον, πλύνεται και καθαρίζεται, διότι ήγγισε νεκρόν, αλλά και πάλιν εγγίζει τον νεκρόν, ποίαν ωφέλειαν αποκομίζει από το πλύσιμόν του;
 
Σοφ. Σειρ. 34,26 οὕτως ἄνθρωπος νηστεύων ἐπὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ καὶ πάλιν πορευόμενος καὶ τὰ αὐτὰ ποιῶν· τῆς προσευχῆς αὐτοῦ τίς εἰσακούσεται; καὶ τί ὠφέλησεν ἐν τῷ ταπεινωθῆναι αὐτόν;
Σοφ. Σειρ. 34,26 Το ίδιον ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπον, ο οποίος νηστεύει δια τας αμαρτίας του, αλλά και πάλιν όμως διαπράττει τας αυτάς αμαρτίας. Ποιός θα ακούση την προσευχήν του και ποιά ωφέλεια προήλθεν από αυτήν την ταλαιπωρίαν του σώματός του δια της νηστείας;
 
Σοφ. Σειρ. 35,1 Ὁ συντηρῶν νόμον πλεονάζει προσφοράς, θυσιάζων σωτηρίου ὁ προσέχων ἐντολαῖς.
Σοφ. Σειρ. 35,1 Εκείνος που τηρεί τον θείον νόμον, προσφέρει πολλάς θοσίας· και εκείνος που προσέχει τας εντολάς του Θεού προσφέρει ευπροσδέκτους θυσίας ευχαριστίας δια την σωτηρίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 35,2 ἀνταποδιδοὺς χάριν προσφέρων σεμίδαλιν, καὶ ὁ ποιῶν ἐλεημοσύνην θυσιάζων αἰνέσεως.
Σοφ. Σειρ. 35,2 Εκείνος που θέλει να εκφράση την ευγνωμοσύνην του προς τον Θεόν, προσφέρει ως θυσίαν σημιγδάλι. Εκείνος όμως που κάμνει ελεημοσύνας, προσφέρει θυσίας δοξολογίας προς τον Θεόν.
 
Σοφ. Σειρ. 35,3 εὐδοκία Κυρίου ἀποστῆναι ἀπὸ πονηρίας, καὶ ἐξιλασμὸς ἀποστῆναι ἀπὸ ἀδικίας.
Σοφ. Σειρ. 35,3 Η αγαθή θέλησις του Κυρίου είναι να απομακρυνθή ο άνθρωπος από τας πονηρίας· η δε συγχώρησις των αμαρτιών προσφέρεται, όταν απομακρυνθή ο άνθρωπος αποφασιστικώς από κάθε αδικίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 35,4 μὴ ὀφθῇς ἐν προσώπῳ Κυρίου κενός, πάντα γὰρ ταῦτα χάριν ἐντολῆς.
Σοφ. Σειρ. 35,4 Μη προσέλθης στον ναόν του Κυρίου με αδειανά τα χέρια, διότι όλαι αι προσφοραί είναι χρέος, σύμφωνα με τας εντολάς του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 35,5 προσφορὰ δικαίου λιπαίνει θυσιαστήριον, καὶ ἡ εὐωδία αὐτῆς ἔναντι Ὑψίστου.
Σοφ. Σειρ. 35,5 Η προσφορά θυσίας εκ μέρους του δικαίου λιπαίνει το θυσιαστήριον του Κυρίου και η ευωδία αυτής φθάνει ενώπιον του Υψιστου Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 35,6 θυσία ἀνδρὸς δικαίου δεκτή, καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῆς οὐκ ἐπιλησθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 35,6 Θυσία εκ μέρους ανδρός δικαίου γίνεται ευχαρίστως δεκτή από τον Θεόν, και η ανάμνησίς της ποτέ δεν θα λησμονηθή εκ μέρους του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 35,7 ἐν ἀγαθῷ ὀφθαλμῷ δόξασον τὸν Κύριον, καὶ μὴ σμικρύνῃς ἀπαρχὴν χειρῶν σου.
Σοφ. Σειρ. 35,7 Με άδολον τον οφθαλμόν δοξολόγησε τον Κυριον, και μη μικρύνης προσφοράν από τας απαρχάς των γεννημάτων σου· αυτήν που θα προσφέρης με τα χέριά σου στον ναόν του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 35,8 ἐν πάσῃ δόσει ἱλάρωσον τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἁγίασον δεκάτην.
Σοφ. Σειρ. 35,8 Εις κάθε δωρεάν σου δείχνε ιλαρόν και χαρούμενον το πρόσωπόν σου και με ευχαρίστησιν να προσφέρης στον ναόν το δέκατον των εισοδημάτων σου.
 
Σοφ. Σειρ. 35,9 δὸς Ὑψίστῳ κατὰ τὴν δόσιν αὐτοῦ καὶ ἐν ἀγαθῷ ὀφθαλμῷ καθ᾿ εὕρεμα χειρός·
Σοφ. Σειρ. 35,9 Πρόσφερε προς τον Κυριον τας δωρεάς σου ανάλογα με τας δωρεάς που λαμβάνεις από αυτόν, και με χαρούμενον οφθαλμόν πρόσφερε ο,τι θα ευρεθή στο χέρι σου.
 
Σοφ. Σειρ. 35,10 ὅτι Κύριος ἀνταποδιδούς ἐστι καὶ ἑπταπλάσια ἀνταποδώσει σοι.
Σοφ. Σειρ. 35,10 Διότι ο Κυριος είναι ο ανταποδότης· και θα σου δώση πολύ περισσότερα, απ' όσα συ του προσφέρεις.
 
Σοφ. Σειρ. 35,11 Μὴ δωροκόπει, οὐ γὰρ προσδέξεται·
Σοφ. Σειρ. 35,11 Αλλά και μη προσπαθής, δια των θυσιών σου να δωροδοκήσης τον Θεόν, διότι αυτάς τας θυσίας δεν τας δέχεται ο Θεός.
 
Σοφ. Σειρ. 35,12 καὶ μὴ ἔπεχε θυσίᾳ ἀδίκῳ, ὅτι Κύριος κριτής ἐστι, καὶ οὐκ ἔστι παρ᾿ αὐτῷ δόξα προσώπου.
Σοφ. Σειρ. 35,12 Μη στηρίζεσαι εις θυσίαν, η οποία προέρχεται από αδικίας, διότι ο Κυριος είναι δίκαιος κριτής και δεν επηρεάζεται από την δόξαν και τας επισήμους θέσεις προσώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 35,13 οὐ λήψεται πρόσωπον ἐπὶ πτωχοῦ καὶ δέησιν ἠδικημένου εἰσακούσεται·
Σοφ. Σειρ. 35,13 Δεν προσωποληπτεί και δεν καταφρονεί τον πτωχόν, διότι είναι πτωχός· τουναντίον ακούει την δέησιν του πτωχού, που έχει αδικηθή.
 
Σοφ. Σειρ. 35,14 οὐ μὴ ὑπερίδῃ ἱκετείαν ὀρφανοῦ καὶ χήραν, ἐὰν ἐκχέῃ λαλιάν·
Σοφ. Σειρ. 35,14 Δεν θα παράβλεψη την δέησιν του ορφανού και της χήρας, όταν αυτοί εκχύσουν προς αυτόν τον πόνον των.
 
Σοφ. Σειρ. 35,15 οὐχὶ δάκρυα χήρας ἐπὶ σιαγόνα καταβαίνει καὶ ἡ καταβόησις ἐπὶ τῷ καταγαγόντι αὐτά;
Σοφ. Σειρ. 35,15 Τα δάκρυα της χήρας δεν κυλούν στο πρόσωπόν της; Και η κατακραυγή της δεν στρέφεται εναντίον εκείνου, ο οποίος υπήρξεν αιτία να ρεύσουν τα δάκρυα αυτά;
 
Σοφ. Σειρ. 35,16 θεραπεύων ἐν εὐδοκίᾳ δεχθήσεται, καὶ ἡ δέησις αὐτοῦ ἕως νεφελῶν συνάψει.
Σοφ. Σειρ. 35,16 Θα γίνη δεκτός από τον Θεόν εκείνος, που προσφέρει με αγαθήν διάθεσιν τας υπηρεσίας του προς αυτόν, και η δέησίς του θα φθάση μέχρι των νεφελών του ουρανού.
 
Σοφ. Σειρ. 35,17 προσευχὴ ταπεινοῦ νεφέλας διῆλθε, καὶ ἕως συνεγγίσῃ, οὐ μὴ παρακληθῇ·
Σοφ. Σειρ. 35,17 Η προσευχή του ταπεινού και πιστού ξεπερνά τας νεφέλας, φθάνει έως στον θρόνον του Θεού και δεν σταματά, μέχρις ότου εισακουσθή και δοθή παρηγορία στον ταπεινόν.
 
Σοφ. Σειρ. 35,18 καὶ οὐ μὴ ἀποστῇ, ἕως ἐπισκέψηται ὁ Ὕψιστος. καὶ κρινεῖ δικαίως καὶ ποιήσει κρίσιν.
Σοφ. Σειρ. 35,18 Δεν θα σταματήση την προσευχήν του ο ταπεινός, μέχρις ότου ο Υψιστος θα τον επισκεφθή, θα τον κρίνη με δικαιοσύνην και θα εκδώση την δικαίαν του υπέρ αυτού απόφασιν.
 
Σοφ. Σειρ. 35,19 καὶ ὁ Κύριος οὐ μὴ βραδύνῃ, οὐδὲ μὴ μακροθυμήσῃ ἐπ᾿ αὐτοῖς,
Σοφ. Σειρ. 35,19 Ο Κυριος δεν θα αργοπορήση να αποδώση το δίκαιον και δεν θα δείξη επί πολύν χρόνον την μακροθυμίαν του δια τους αδίκους ·
 
Σοφ. Σειρ. 35,20 ἕως ἂν συντρίψῃ ὀσφὺν ἀνελεημόνων, καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀνταποδώσει ἐκδίκησιν,
Σοφ. Σειρ. 35,20 μέχρις ότου θα συντρίψη, την μέσην των σκληρών αυτών ανθρώπων και θα τιμωρήση τα ασεβή έθνη·
 
Σοφ. Σειρ. 35,21 ἕως ἐξάρῃ πλῆθος ὑβριστῶν καὶ σκῆπτρα ἀδίκων συντρίψῃ·
Σοφ. Σειρ. 35,21 μέχρις ότου εξολοθρεύση πλήθος υπερηφάνων ανθρώπων και συντρίψη, σκήπτρα αδίκων βασιλέων·
 
Σοφ. Σειρ. 35,22 ἕως ἀνταποδῷ ἀνθρώπῳ κατὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὰ ἐνθυμήματα αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 35,22 μέχρις ότου ανταποδώση, βραβεύση, η τιμωρήση ανθρώπους, ανάλογα με τας πράξεις των και τα έργα των και τους διαλογισμούς και επιθυμίας των·
 
Σοφ. Σειρ. 35,23 ἕως κρίνῃ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ εὐφρανεῖ αὐτοὺς ἐν τῷ ἐλέει αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 35,23 μέχρις ότου θα κρίνη και θα αποδώση δικαιοσύνην και θα υπερασπίση τον λαόν του και θα χαροποιήση τους εκλεκτούς του λαού του με το έλεός του.
 
Σοφ. Σειρ. 35,24 ὡραῖον ἔλεος ἐν καιρῷ θλίψεως αὐτοῦ, ὡς νεφέλαι ὑετοῦ ἐν καιρῷ ἀβροχίας.
Σοφ. Σειρ. 35,24 Ωραίον είναι το έλεος του Θεού εις καιρόν θλίψεως· ομοιάζει με τα νέφη, που φέρουν βροχήν στον καιρόν ανομβρίας και ξηρασίας.
 
Σοφ. Σειρ. 36,1 Ἐλέησον ἡμᾶς, δέσποτα ὁ Θεὸς πάντων, καὶ ἐπίβλεψον καὶ ἐπίβαλε τὸν φόβον σου ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη·
Σοφ. Σειρ. 36,1 Ελέησον ημάς, δεσπότα ο Θεός των πάντων. Σε παρακαλούμεν επίβλεψε και επίβαλε τον φόβον σου εις όλα τα έθνη.
 
Σοφ. Σειρ. 36,2 ἔπαρον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ ἔθνη ἀλλότρια, καὶ ἰδέτωσαν τὴν δυναστείαν σου.
Σοφ. Σειρ. 36,2 Υψωσε το παντοδύναμόν σου χέρι εναντίον των ξένων ασεβών εθνών· ας ίδουν και ας μάθουν εκείνοι την παντοδυναμίαν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,3 ὥσπερ ἐνώπιον αὐτῶν ἡγιάσθης ἐν ἡμῖν, οὕτως ἐνώπιον ἡμῶν μεγαλυνθείης ἐν αὐτοῖς·
Σοφ. Σειρ. 36,3 Οπως, Κυριε, κατά την παλαιάν εποχήν, εφανέρωσες την αγιότητά σου ενώπιον των εχθρών μας με τας τιμωρίας, που έστειλες εναντίον των, έτσι και τώρα δείξε ενώπιόν μας την μεγαλωσύνην σου τιμωρών τους εχθρούς μας.
 
Σοφ. Σειρ. 36,4 καὶ ἐπιγνώτωσάν σε, καθάπερ καὶ ἡμεῖς ἐπέγνωμεν, ὅτι οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν σοῦ, Κύριε.
Σοφ. Σειρ. 36,4 Καμε να σε γνωρίσουν και αυτοί καλά, όπως και ημείς σε έχομεν γνωρίσει· να γνωρίσουν δηλαδή, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην από σέ, Κυριε.
 
Σοφ. Σειρ. 36,5 ἐγκαίνισον σημεῖα καὶ ἀλλοίωσον θαυμάσια, δόξασον χεῖρα καὶ βραχίονα δεξιόν·
Σοφ. Σειρ. 36,5 Ανανέωσε τα μεγάλα παλαιά σημεία, κάμε και άλλα θαύματα, δόξασε με αυτά την χείρα σου, την παντοδύναμον δεξιάν σου. Εξέγειρε τον θυμόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,6 ἔγειρον θυμὸν καὶ ἔκχεον ὀργήν, ἔξαρον ἀντίδικον καὶ ἔκτριψον ἐχθρόν.
Σοφ. Σειρ. 36,6 Ας εκσπάση εναντίον των η οργή σου, εξολόθρευσε τον αντίδικόν σου, ξεπάστρεψε από την γην τον εχθρόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,7 σπεῦσον καιρὸν καὶ μνήσθητι ὁρκισμοῦ, καὶ ἐκδιηγησάσθωσαν τὰ μεγαλεῖά σου.
Σοφ. Σειρ. 36,7 Επίσπευσε τον χρόνον της τιμωρίας των, ενθημήσου τας ενόρκους υποσχέσεις, που έδωσες στους προγόνους μας, και ας διακηρυχθούν έτσι τα μεγαλεία σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,8 ἐν ὀργῇ πυρὸς καταβρωθήτω ὁ σῳζόμενος, καὶ οἱ κακοῦντες τὸν λαόν σου εὕροισαν ἀπώλειαν.
Σοφ. Σειρ. 36,8 Εκείνος από αυτούς που θα διασωθή, ας καταφαγωθή με το πυρ της οργής σου· και οι κατατυραννούντες τον λαόν σου ας εύρουν τον όλεθρον.
 
Σοφ. Σειρ. 36,9 σύντριψον κεφαλὰς ἀρχόντων ἐχθρῶν λεγόντων· οὐκ ἔστι πλὴν ἡμῶν.
Σοφ. Σειρ. 36,9 Συνέτριψε τας κεφαλάς των αρχόντων, που είναι εχθροί μας και οι οποίοι αλαζονικώς λέγουν· “Πλην από ημάς δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος η Θεός”!
 
Σοφ. Σειρ. 36,10 συνάγαγε πάσας φυλὰς Ἰακώβ, καὶ κατεκληρονόμησα αὐτοὺς καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς.
Σοφ. Σειρ. 36,10 Συγκέντρωσε πάλιν όλας τας φυλάς του Ιακώβ, κατάστησέ τους κληρονόμους και ασφαλείς κατοίκους εις την χώραν αυτήν, όπως ήσαν από αρχαιοτάτων χρόνων.
 
Σοφ. Σειρ. 36,11 ἐλέησον λαόν, Κύριε, κεκλημένον ἐπ᾿ ὀνόματί σου καὶ Ἰσραήλ, ὃν πρωτογόνῳ ὡμοίωσας.
Σοφ. Σειρ. 36,11 Ελέησε, Κυριε, τον λαόν, ο οποίος φέρει το όνομά σου· τον Ισραήλ, τον οποίον συ παρωμοίασες με πρωτότοκον υιόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,12 οἰκτείρησον πόλιν ἁγιάσματός σου Ἱερουσαλήμ, πόλιν καταπαύματός σου.
Σοφ. Σειρ. 36,12 Σπλαγχνίσου την πόλιν του ιερού ναού σου, την Ιερουσαλήμ, που είναι η πόλις, όπου συ επαναπαύεσαι.
 
Σοφ. Σειρ. 36,13 πλῆσον Σιὼν ἀρεταλογίας σου, καὶ ἀπὸ τῆς δόξης σου τὸν λαόν σου.
Σοφ. Σειρ. 36,13 Γέμισε την Σιών με δοξολογίας των μεγαλείων σου, και με την δόξαν σου τον λαόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,14 δὸς μαρτύριον τοῖς ἐν ἀρχῇ κτίσματί σου καὶ ἔγειρον προφητείας τὰς ἐπ᾿ ὀνόματί σου·
Σοφ. Σειρ. 36,14 Δώσε την διαβεβαίωσιν της ευνοίας σου δι' εκείνους, οι οποίοι απ' αρχής ήσαν ιδικά σου πλάσματα. Καμε να προβληθούν αξιόπιστοι και να εκπληρωθούν αι προφητείαι, αι οποίαι ελέχθησαν εξ Ονόματός σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,15 δὸς μισθὸν τοῖς ὑπομένουσί σε, καὶ οἱ προφῆταί σου ἐμπιστευθήτωσαν.
Σοφ. Σειρ. 36,15 Δώσε αμοιβάς και βραβεία εις εκείνους, οι οποίοι υπομένούν με πίστιν εις σέ, οι δε προφήται σου ας αποδειχθούν και επί του σημείου αυτού αξιόπιστοι.
 
Σοφ. Σειρ. 36,16 εἰσάκουσον, Κύριε, δεήσεως ἱκετῶν σου, κατὰ τὴν εὐλογίαν Ἀαρὼν περὶ τοῦ λαοῦ σου,
Σοφ. Σειρ. 36,16 Ακουσε και κάμε δεκτήν, Κυριε, την δέησιν αυτών, οι οποίοι με θερμήν πίστιν σε ικετεύουν, σύμφωνα και με την ευλογίαν του Ααρών εις όλον τον λαόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 36,17 καὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐπὶ τῆς γῆς ὅτι σὺ Κύριος εἶ ὁ Θεὸς τῶν αἰώνων.
Σοφ. Σειρ. 36,17 Και ας μάθουν όλοι οι λαοί της γης, ότι συ είσαι ο Κυριος και ο αιώνιος Θεός.
 
Σοφ. Σειρ. 36,18 Πᾶν βρῶμα φάγεται κοιλία, ἔστι δὲ βρῶμα βρώματος κάλλιον.
Σοφ. Σειρ. 36,18 Το στομάχι δέχεται κάθε είδους τροφήν υπάρχουν όμως τροφαί καλύτεραι από άλλας τροφάς.
 
Σοφ. Σειρ. 36,19 φάρυγξ γεύεται βρώματα θήρας, οὕτως καρδία συνετὴ λόγους ψευδεῖς.
Σοφ. Σειρ. 36,19 Οπως ο λάρυγξ, όταν γεύεται φαγητά αγρίων ζώων του κυνηγίου, τα διακρίνει, έτσι και η σοφή διάνοια διακρίνει τους ψευδείς λόγους.
 
Σοφ. Σειρ. 36,20 καρδία στρεβλὴ δώσει λύπην, καὶ ἄνθρωπος πολύπειρος ἀνταποδώσει αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 36,20 Διεστραμμένη καρδία προξενεί λύπας· ο έμπειρος όμως και συνετός άνθρωπος γνωρίζει να ανταποδίδη εις αυτήν και να την πληρώνη όπως της πρέπει.
 
Σοφ. Σειρ. 36,21 πάντα ἄῤῥενα ἐπιδέξεται γυνή, ἔστι δὲ θυγάτηρ θυγατρὸς κρείσσων.
Σοφ. Σειρ. 36,21 Η γυναίκα θα δεχθή ως άνδρα της εκείνον, που θα της επιβάλλουν. Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ μιας γυναικός και άλλης.
 
Σοφ. Σειρ. 36,22 κάλλος γυναικὸς ἱλαρύνει πρόσωπον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἐπιθυμίαν ἀνθρώπου ὑπεράγει·
Σοφ. Σειρ. 36,22 Το κάλλος της γυναικός κάνει ιλαρόν το πρόσωπον· η δε επιθυμία του ανδρός προς απόκτησίν της είναι ισχυροτέρα από κάθε άλλην.
 
Σοφ. Σειρ. 36,23 εἰ ἔστιν ἐπὶ γλώσσης αὐτῆς ἔλεος καὶ πραΰτης, οὐκ ἔστιν ὁ ἀνὴρ αὐτῆς καθ᾿ υἱοὺς ἀνθρώπων.
Σοφ. Σειρ. 36,23 Εάν εις την γλώσσαν της αυτή έχη πραότητα και επιείκειαν, ο σύζυγός της θα είναι ο ευτυχέστερος μεταξύ των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 36,24 ὁ κτώμενος γυναῖκα ἐνάρχεται κτήσεως, βοηθὸν κατ᾿ αὐτὸν καὶ στύλον ἀναπαύσεως.
Σοφ. Σειρ. 36,24 Εκείνος που αποκτά καλήν γυναίκα, κάμνει αρχήν της ευτυχίας του· αποκτά βοηθόν και στύλον αναπαύσεώς του.
 
Σοφ. Σειρ. 36,25 οὗ οὐκ ἔστι φραγμός, διαρπαγήσεται κτῆμα, καὶ οὗ οὐκ ἔστι γυνή, στενάξει πλανώμενος.
Σοφ. Σειρ. 36,25 Κτήμα, το οποίον δεν έχει ολόγυρά του φράκτην, υπόκειται εις διαρπαγήν· και στον οίκον εκείνον, που δεν υπάρχει σύζυγος, ο ανήρ στενάζει και περιπλανάται ματαίως.
 
Σοφ. Σειρ. 36,26 τίς γὰρ πιστεύσει εὐζώνῳ λῃστῇ σφαλλομένῳ ἐκ πόλεως εἰς πόλιν;
Σοφ. Σειρ. 36,26 Ποίος θα δώση εμπιστοσύνην εις ευκίνητον ληστήν, που περιπλανάται από την μίαν πόλιν εις την άλλην;
 
Σοφ. Σειρ. 36,27 οὕτως ἀνθρώπῳ μὴ ἔχοντι νοσσιὰν καὶ καταλύοντι οὗ ἐὰν ὀψίσῃ.
Σοφ. Σειρ. 36,27 Ετσι και κανείς δεν θα δώση εμπιστοσύνην εις άνθρωπον άγαμον, ο οποίος στερείται οικογενειακής φωλεάς και καταλύει, όπου θα τον εύρη η νύκτα.
 
Σοφ. Σειρ. 37,1 Πᾶς φίλος ἐρεῖ· ἐφιλίασα αὐτῷ κἀγώ, ἀλλ᾿ ἔστι φίλος ὀνόματι μόνον φίλος.
Σοφ. Σειρ. 37,1 Καθένας, που υποκρίνεται τον φίλον, ημπορεί να λέγη εις άλλον· “και εγώ είμαι φίλος με εκείνον”. Υπάρχουν φίλοι κατ' όνομα μόνον.
 
Σοφ. Σειρ. 37,2 οὐχὶ λύπη ἔνι ἕως θανάτου ἑταῖρος καὶ φίλος τρεπόμενος εἰς ἔχθραν;
Σοφ. Σειρ. 37,2 Μέχρι θανάτου δεν φθάνει η λύπη, όταν ενας σύντροφος η ένας φίλος μεταβληθή εις εχθρόν;
 
Σοφ. Σειρ. 37,3 ὦ πονηρὸν ἐνθύμημα, πόθεν ἐνεκυλίσθης καλύψαι τὴν ξηρὰν ἐν δολιότητι;
Σοφ. Σειρ. 37,3 Ω σκέψις πονηρά! Από που εβγήκες και εκύλισες, δια να σκεπάσης την γην με την απατηλήν φιλίαν;
 
Σοφ. Σειρ. 37,4 ἑταῖρος φίλου ἐν εὐφροσύνῃ ἥδεται καὶ ἐν καιρῷ θλίψεως ἔσται ἀπέναντι·
Σοφ. Σειρ. 37,4 Ψευδής φίλος συμμετέχει και απολαμβάνει την χαράν και τα αγαθά του φίλου του. Εις καιρόν όμως θλίψεως θα σταθή μακράν.
 
Σοφ. Σειρ. 37,5 ἑταῖρος φίλῳ συμπονεῖ χάριν γαστρός, ἔναντι πολέμου λήψεται ἀσπίδα.
Σοφ. Σειρ. 37,5 Ο ψευδής φίλος συμπάσχει με τον φίλον του, όταν έχη από αυτόν συμφέρον. Εις περίστασιν όμως πολέμου παίρνει την ασπίδα εκείνου, δια να υπερασπισθή μόνον τον εαυτόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 37,6 μὴ ἐπιλάθῃ φίλου ἐν τῇ ψυχῇ σου, καὶ μὴ ἀμνημονήσῃς αὐτοῦ ἐν τοῖς χρήμασί σου.
Σοφ. Σειρ. 37,6 Μη βγάζης από την καρδιάν σου τον φίλον σου και μη τον λησμονήσης, όταν αποκτήσης χρήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 37,7 Πᾶς σύμβουλος ἐξαίρει βουλήν, ἀλλ᾿ ἔστι συμβουλεύων εἰς ἑαυτόν.
Σοφ. Σειρ. 37,7 Καθε σύμβουλος προσφέρει με προθυμίαν συμβουλάς· υπάρχουν όμως και μερικοί, που συμβουλεύουν τους άλλους, δια να εξυπηρετήσουν τον εαυτόν των.
 
Σοφ. Σειρ. 37,8 ἀπὸ συμβούλου φύλαξον τὴν ψυχήν σου καὶ γνῶθι πρότερον τίς αὐτοῦ χρεία -καὶ γὰρ αὐτὸς ἑαυτῷ βουλεύσεται-, μήποτε βάλῃ ἐπὶ σοὶ κλῆρον
Σοφ. Σειρ. 37,8 Φυλάξου από τον καθένα, που παρουσιάζεται ως σύμβουλος· μάθε προηγουμένως, αν και ποίον συμφέρον έχει αυτός από την συμβουλήν, που θα σου δώση. -Διότι υπάρχουν και σύμβουλοι, που δίδουν συμβουλάς προς το συμφέρον των. -Πρόσεξε, μήπως ένας τέτοιος σύμβουλος σε παίξη ως τυχηρόν του παιχνίδι.
 
Σοφ. Σειρ. 37,9 καὶ εἴπῃ σοι· καλὴ ἡ ὁδός σου, καὶ στήσεται ἐξ ἐναντίας ἰδεῖν τὸ συμβησόμενόν σοι.
Σοφ. Σειρ. 37,9 Πιθανόν να σου είπη· “καλός είναι ο δρόμος σου”. Και αυτός θα σταθή από μακρυά, να ιδή τι θα σου συμβή.
 
Σοφ. Σειρ. 37,10 μὴ βουλεύου μετὰ τοῦ ὑποβλεπομένου σε καὶ ἀπὸ τῶν ζηλούντων σε κρύψον βουλήν.
Σοφ. Σειρ. 37,10 Μη ζητής συμβουλήν από άνθρωπον, ο οποίος σε υποβλέπει και σε επιβουλεύεται. Κρύψε δε τας σκέψεις σου από ανθρώπους, που σε βλέπουν με ζήλειαν και φθόνον.
 
Σοφ. Σειρ. 37,11 μετὰ γυναικὸς περὶ τῆς ἀντιζήλου αὐτῆς καὶ μετὰ δειλοῦ περὶ πολέμου, μετὰ ἐμπόρου περὶ μεταβολίας καὶ μετὰ ἀγοράζοντος περὶ πράσεως, μετὰ βασκάνου περὶ εὐχαριστίας καὶ μετὰ ἀνελεήμονος περὶ χρηστοηθείας, μετὰ ὀκνηροῦ περὶ παντὸς ἔργου καὶ μετὰ μισθίου ἐφεστίου περὶ συντελείας, οἰκέτῃ ἀργῷ περὶ πολλῆς ἐργασίας, μὴ ἔπεχε ἐπὶ τούτοις περὶ πάσης συμβουλίας·
Σοφ. Σειρ. 37,11 Μη ζητής συμβουλήν από την γυναίκα σου δια την αντίζηλόν της, από τον δειλόν δια τον πόλεμον, από τον έμπορον περί του εμπορίου, από τον αγοράζοντα περί της πωλήσεως, από τον φθονερόν περί ευγνωμοσύνης, από τον σκληροκάρδιον περί αγαθοεργίας, από τον ράθυμον και οκνηρόν περί παντός έργου, από τον μισθωτόν του σπιτιού σου περί του πέρατος της εργασίας, από τον αργόν υπηρέτην περί πολλής εργασίας. Μη στηρίζεσαι εις καμμίαν συμβουλήν αυτών των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 37,12 ἀλλ᾿ ἢ μετὰ ἀνδρὸς εὐσεβοῦς ἐνδελέχιζε, ὃν ἂν ἐπιγνῷς συντηροῦντα ἐντολάς, ὃς ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ κατὰ τὴν ψυχήν σου, καὶ ἐὰν πταίσῃς, συναλγήσει σοι.
Σοφ. Σειρ. 37,12 Αλλά μένε πλησίον και να συνομιλής πάντοτε με ευσεβή άνθρωπον, με αυτόν που γνωρίζεις καλά, ότι προσπαθεί να τηρή τας θείας εντολάς, που έχει την ψυχήν του ομοίαν με την ιδικήν σου και ο οποίος, εάν περιπέσης εις θλίψιν, θα σε σαμπονέση.
 
Σοφ. Σειρ. 37,13 καὶ βουλὴν καρδίας στῆσον, οὐ γάρ ἔστι σοι πιστότερος αὐτῆς·
Σοφ. Σειρ. 37,13 Επειτα ζήτησε και άκουσε και πράξε την διάθεσιν και την συμβουλήν της καρδίας σου, διότι δεν υπάρχει δια σε περισσότερον αξιόπιστος συμπαραστάτης από αυτήν.
 
Σοφ. Σειρ. 37,14 ψυχὴ γὰρ ἀνδρὸς ἀπαγγέλλειν ἐνίοτε εἴωθεν ἢ ἑπτὰ σκοποὶ ἐπὶ μετεώρου καθήμενοι ἐπὶ σκοπῆς.
Σοφ. Σειρ. 37,14 Διότι συμβαίνει πολλές φορές η ψυχή ενός ανθρώπου να βλέπη και να εξαγγέλλη ακριβέστερα και ορθότερα από πολλούς παρατηρητάς, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι εις υψηλήν σκοπιάν.
 
Σοφ. Σειρ. 37,15 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις δεήθητι Ὑψίστου, ἵνα εὐθύνῃ ἐν ἀληθείᾳ τὴν ὁδόν σου. -
Σοφ. Σειρ. 37,15 Και επί πάσι τούτοις, παρακάλεσε θερμώς τον Υψιστον, να κατευοδώνη την ζωήν σου εν αληθεία.
 
Σοφ. Σειρ. 37,16 Ἀρχὴ παντὸς ἔργου λόγος, καὶ πρὸ πάσης πράξεως βουλή.
Σοφ. Σειρ. 37,16 Αρχή εις κάθε έργον πρέπει να είναι η αιτία, δια την οποίαν γίνεται. Προ δε πάσης πράξεως πρέπει να προηγήται η συνετή σκέψις.
 
Σοφ. Σειρ. 37,17 ἴχνος ἀλλοιώσεως καρδίας τέσσαρα μέρη ἀνατέλλει,
Σοφ. Σειρ. 37,17 Αιτία και ρίζα των σκέψεων είναι η καρδία, προ της οποίας παρουσιάζονται τέσσαρα πράγματα·
 
Σοφ. Σειρ. 37,18 ἀγαθὸν καὶ κακόν, ζωὴ καὶ θάνατος, καὶ ἡ κυριεύουσα ἐνδελεχῶς αὐτῶν γλῶσσά ἐστιν.
Σοφ. Σειρ. 37,18 Το αγαθόν και το κακόν, ζωή και ο θάνατος. Εκείνο δέ που κυριαρχεί πάντοτε, επάνω εις αυτά και εκφράζει αυτά, είναι η γλώσσα.
 
Σοφ. Σειρ. 37,19 ἔστιν ἀνὴρ πανοῦργος πολλῶν παιδευτής, καὶ τῇ ἰδίᾳ ψυχῇ ἄχρηστός ἐστιν.
Σοφ. Σειρ. 37,19 Υπάρχουν άνθρωποι έξυπνοι και επιτήδειοι, οι οποίοι παρουσιάζονται ως διδάσκαλοι των άλλων. Είναι όμως άχρηστοι δια τον εαυτόν των.
 
Σοφ. Σειρ. 37,20 ἔστι σοφιζόμενος ἐν λόγοις μισητός, οὗτος πάσης τροφῆς καθυστερήσει·
Σοφ. Σειρ. 37,20 Υπάρχουν άνθρωποι, που παριστάνουν τον σοφόν με τα λόγια, και αυτοί είναι μισητοί. Κατι τέτοιοι φλύαροι και αργόσχολοι θα μείνουν χωρίς φαγητόν·
 
Σοφ. Σειρ. 37,21 οὐ γὰρ ἐδόθη αὐτῷ παρὰ Κυρίου χάρις, ὅτι πάσης σοφίας ἐστερήθη.
Σοφ. Σειρ. 37,21 διότι εις αυτούς τους αυτοπαρουσιαζομένους ως σοφούς δεν έχει δοθή χάρις παρά Κυρίου, και έχουν αυτοί στερηθή από κάθε σοφίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 37,22 ἔστι σοφὸς τῇ ἰδίᾳ ψυχῇ, καὶ οἱ καρποὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ ἐπὶ στόματος πιστοί.
Σοφ. Σειρ. 37,22 Υπάρχουν σοφοί δια τον εαυτόν των μόνον και οι καρποί της σοφίας των είναι αξιόπιστοι, όταν λέγωνται από αυτούς.
 
Σοφ. Σειρ. 37,23 ἀνὴρ σοφὸς τὸν ἑαυτοῦ λαὸν παιδεύσει, καὶ οἱ καρποὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ πιστοί.
Σοφ. Σειρ. 37,23 Ο αληθινά σοφός άνθρωπος θα παιδαγωγήση και θα μορφώση τον λαόν του, οι δε καρποί της σοφίας του θα είναι βέβαιοι και αξιόπιστοι.
 
Σοφ. Σειρ. 37,24 ἀνὴρ σοφὸς πλησθήσεται εὐλογίας, καὶ μακαριοῦσιν αὐτὸν πάντες οἱ ὁρῶντες.
Σοφ. Σειρ. 37,24 Ο πραγματικά σοφός θα γεμίση από τας ευλογίας του Θεού και θα τον καλοτυχίζουν όλοι οι άνθρωποι, οι οποίοι θα τον βλέπουν.
 
Σοφ. Σειρ. 37,25 ζωὴ ἀνδρὸς ἐν ἀριθμῷ ἡμερῶν, καὶ αἱ ἡμέραι τοῦ Ἰσραὴλ ἀναρίθμητοι.
Σοφ. Σειρ. 37,25 Η ζωή του κάθε ανθρώπου εκτείνεται εις περιωρισμένον αριθμόν ημερών. Ενῷ αι ημέραι της ζωής του Ισραήλ είναι αναρίθμητοι.
 
Σοφ. Σειρ. 37,26 ὁ σοφὸς ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ κληρονομήσει πίστιν, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.
Σοφ. Σειρ. 37,26 Ο αληθινά σοφός θα αποκτήση εμπιστοσύνην εν μέσω του λαού του και το όνομά του θα μνημονεύεται στους αιώνας.
 
Σοφ. Σειρ. 37,27 Τέκνον, ἐν τῇ ζωῇ σου πείρασον τὴν ψυχήν σου καὶ ἰδὲ τί πονηρὸν αὐτῇ, καὶ μὴ δῷς αὐτῇ·
Σοφ. Σειρ. 37,27 Παιδί μου, εις την πορείαν της ζωής σου ιδέ ποία είναι εκείνα, τα οποία βλάπτουν την υγείαν σου, και μη τα δίδης στον εαυτόν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 37,28 οὐ γὰρ πάντα πᾶσι συμφέρει, καὶ οὐ πᾶσα ψυχὴ ἐν παντὶ εὐδοκεῖ.
Σοφ. Σειρ. 37,28 Διότι δεν είναι όλα τα φαγητά δι' όλους τους ανθρώπους και δι' όλας τας περιστάσεις, ούτε και όλοι οι άνθρωποι ευχαριστούνται εις όλα.
 
Σοφ. Σειρ. 37,29 μὴ ἀπληστεύου ἐν πάσῃ τρυφῇ καὶ μὴ ἐκχυθῇς ἐπὶ ἐδεσμάτων·
Σοφ. Σειρ. 37,29 Μη είσαι λαίμαργος και αχόρταστος εις τα πλούσια τοαπέζια· και μη ορμήσης με βουλιμίαν εις όλα τα φαγητά.
 
Σοφ. Σειρ. 37,30 ἐν πολλοῖς γὰρ βρώμασιν ἔσται πόνος, καὶ ἡ ἀπληστία ἐγγιεῖ ἕως χολέρας.
Σοφ. Σειρ. 37,30 Τα πολλά φαγητά φέρουν βάρος και ταλαιπωρίαν στον στόμαχον. Η δε λαιμαργία φθάνει μέχρι πόνων κοιλίας.
 
Σοφ. Σειρ. 37,31 δι᾿ ἀπληστίαν πολλοὶ ἐτελεύτησαν, ὁ δὲ προσέχων προσθήσει ζωήν.
Σοφ. Σειρ. 37,31 Εξ αιτίας της απληστίας και λαιμαργίας των πολλοί απέθαναν. Εκείνος όμως ο οποίος προσέχει και συγκρατείται, θα παρατείνη την ζωήν του.
 
Σοφ. Σειρ. 38,1 Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος·
Σοφ. Σειρ. 38,1 Τιμα τον ιατρόν, όπως του αρμόζει, έχων άλλωστε υπ' όψιν σου τας υπηρεσίας του εις τας ανάγκας σου, διότι ο Κυριος έκαμεν αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 38,2 παρὰ γὰρ Ὑψίστου ἐστὶν ἴασις, καὶ παρὰ βασιλέως λήψεται δόμα.
Σοφ. Σειρ. 38,2 Από τον Υψιστον Θεόν προέρχεται η θεραπεία, που δίδει ο ιατρός, ο οποίος και από τους βασιλείς ακόμη θα λάβη δώρα δια την ιατρικήν του επιστήμην.
 
Σοφ. Σειρ. 38,3 ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 38,3 Η ιατρική επιστήμη θα αναδείξη τον ιατρόν· και ενώπιον επισήμων ανθρώπων θα αποκτήση δόξαν.
 
Σοφ. Σειρ. 38,4 Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς.
Σοφ. Σειρ. 38,4 Ο Κυριος ώρισε να φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα από την γην, ο δε φρόνιμος άνθρωπος δεν τα αποστρέφεται.
 
Σοφ. Σειρ. 38,5 οὐκ ἀπὸ ξύλου ἐγλυκάνθη ὕδωρ εἰς τὸ γνωσθῆναι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 38,5 Τα πικρά ύδατα της Μερράς δεν εγλυκάνθησαν δια του Μωϋσέως με ένα ξύλον, δια να φανή έτσι η δύναμις και αυτού του ξύλου;
 
Σοφ. Σειρ. 38,6 καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 38,6 Ο ίδιος ο Θεός έδωκεν στους ανθρώπους την ιατρικήν επιστήμην, ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά αυτού έργα.
 
Σοφ. Σειρ. 38,7 ἐν αὐτοῖς ἐθεράπευσε καὶ ἦρε τὸν πόνον αὐτοῦ,
Σοφ. Σειρ. 38,7 Δια των ιατρών και των φαρμάκων θεραπεύει ο Θεός και αφαιρεί τας ενοχλήσστου ασθενούς.
 
Σοφ. Σειρ. 38,8 μυρεψὸς ἐν τούτοις ποιήσει μεῖγμα, καὶ οὐ μὴ συντελέσῃ ἔργα αὐτοῦ, καὶ εἰρήνη παρ᾿ αὐτοῦ ἐστιν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς. -
Σοφ. Σειρ. 38,8 Ο φαρμακοποιός δια των διαφόρων βοτάνων κατασκευάζει φαρμακευτικήν σύνθεσιν και είναι ατελείωτα τα φαρμακευτικά του παρασκευάσματα, ώστε να έρχεται η θεραπεία και η γαλήνη από το φάρμακόν του εις όλους τους ασθενείς της οικουμένης.
 
Σοφ. Σειρ. 38,9 Τέκνον, ἐν ἀῤῥωστήματί σου μὴ παράβλεπε, ἀλλ᾿ εὖξαι Κυρίῳ, καὶ αὐτὸς ἰάσεταί σε.
Σοφ. Σειρ. 38,9 Τέκνον μου, όταν αρρωστήσης μη αδιαφορήσης δια τον ιατρόν και τα φάρμακα. Συγχρόνως όμως παρακάλεσε και τον Κυριον· και αυτός θα σε θεραπεύση.
 
Σοφ. Σειρ. 38,10 ἀπόστησον πλημμέλειαν καὶ εὔθυνον χεῖρας, καὶ ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καθάρισον καρδίαν.
Σοφ. Σειρ. 38,10 Απαρνήσου και απομάκρυνε από σε κάθε αμαρτίαν· έχε καθαρά τα χέρια σου ενώπιον του Θεού και καθάρισε την καρδίαν σου από κάθε αμαρτίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 38,11 δὸς εὐωδίαν καὶ μνημόσυνον σεμιδάλεως καὶ λίπανον προσφορὰν ὡς μὴ ὑπάρχων.
Σοφ. Σειρ. 38,11 Πρόσφερε ευώδες θυμίαμα, και αναμνηστικήν παρά τώΘθεώ δια σε αναίμακτον θυσίαν σημιγδαλιού. Πρόσφερε δε πλουσίας τας προσφοράς σου ως εάν δεν πρόκειται να υπάρξης πλέον εις την γην.
 
Σοφ. Σειρ. 38,12 καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος, καὶ μὴ ἀποστήτω σου, καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία.
Σοφ. Σειρ. 38,12 Να προσφύγης δε κατόπιν και στον ιατρόν, διότι ο Θεός τον εδημιούργησε και τον ανέδειξε. Μη τον απομακρύνης από κοντά σου, διότι έχεις την ανάγκην του.
 
Σοφ. Σειρ. 38,13 ἔστι καιρὸς ὅτε καὶ ἐν χερσὶν αὐτῶν εὐοδία·
Σοφ. Σειρ. 38,13 Πολλές φορές η θεραπεία της ασθενείας και η κατευόδωσις της υγείας είναι εις τα χέρια των ιατρών,
 
Σοφ. Σειρ. 38,14 καὶ γὰρ αὐτοὶ Κυρίου δεηθήσονται, ἵνα εὐοδώσῃ αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ἴασιν χάριν ἐμβιώσεως.
Σοφ. Σειρ. 38,14 διότι και αυτοί με την σειράν των προσεύχονται προς τον Κυριον, να κατευοδώση τας προσπαθείας των και να επιτύχουν ελάφρυνσιν και θεραπείαν της νόσου δια την συνέχειαν της ζωής.
 
Σοφ. Σειρ. 38,15 ὁ ἁμαρτάνων ἔναντι τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν ἐμπέσοι εἰς χεῖρας ἰατροῦ.
Σοφ. Σειρ. 38,15 Μαθε δε και τούτο, ότι εκείνος ο οποίος αμαρτάνει ενώπιον του Δημιουργού του, θα ασθενήση και θα περιέλθη εις τα χέρια του ιατρού.
 
Σοφ. Σειρ. 38,16 Τέκνον, ἐπὶ νεκρῷ κατάγαγε δάκρυα καὶ ὡς δεινὰ πάσχων ἔναρξαι θρήνου, κατὰ δὲ τὴν κρίσιν αὐτοῦ περίστειλον τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν ταφὴν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 38,16 Παιδί μου, χύσε δάκρυα δια τον νεκρόν άνθρωπόν σου· και, ως εάν συ ο ίδιος πάσχης μεγάλα δεινά, άρχισε να τον θρηνής. Συμφωνα δέ με την κρατούσαν συνήθειαν σαβάνωσε το σώμα του και μη αδιαφορήσης δια τον ενταφιασμόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 38,17 πίκρανον κλαυθμὸν καὶ θέρμανον κοπετὸν καὶ ποίησον τὸ πένθος κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἡμέραν μίαν καὶ δύο χάριν διαβολῆς καὶ παρακλήθητι λύπης ἕνεκα·
Σοφ. Σειρ. 38,17 Κλάψε τον πικρά, θρήνησέ τον με κοπετούς, κράτησε πένθος ανάλογα με την συγγένειαν, που έχεις προς αυτόν, και με την αξίαν του, μίαν τουλάχιστον και δύο ημέρας, ώστε να μη σε κατηγορήσουν οι άλλοι ως αναίσθητον. Επειτα δε παρηγορήσου και θέσε τέρμα εις την λύπην σου.
 
Σοφ. Σειρ. 38,18 ἀπὸ λύπης γὰρ ἐκβαίνει θάνατος, καὶ λύπη καρδίας κάμψει ἰσχύν.
Σοφ. Σειρ. 38,18 Τερμάτισε δε την λύπην σου, διότι μερικές φορές από την πολλήν λύπην προέρχεται και θάνατος, η δε λύπη της καρδίας κλονίζει και κάμπτει την ισχύν του ανθρώπου.
 
Σοφ. Σειρ. 38,19 ἐν ἐπαγωγῇ παραβαίνει καὶ λύπη, καὶ βίος πτωχοῦ κατὰ καρδίας.
Σοφ. Σειρ. 38,19 Εις τας θλιβεράς περιστάσεις της ζωής έρχεται πάντοτε και η λύπη. Ο δε ταλαιπωρημένος βίος του πτωχού είναι συνεχής θλίψις καρδίας.
 
Σοφ. Σειρ. 38,20 μὴ δῷς εἰς λύπην τὴν καρδίαν σου, ἀπόστησον αὐτὴν μνησθεὶς τὰ ἔσχατα·
Σοφ. Σειρ. 38,20 Μη αφήσης όμως να κατακυριεύση την καρδίαν σου η λύπη, διώξε αυτήν από κοντά σου έχων υπ' όψιν σου, ότι και συ θα αποθάνης.
 
Σοφ. Σειρ. 38,21 μὴ ἐπιλάθῃ, οὐ γάρ ἐστιν ἐπάνοδος, καὶ τοῦτον οὐκ ὠφελήσεις καὶ σεαυτὸν κακώσεις.
Σοφ. Σειρ. 38,21 Μη λησμονής ότι δεν υπάρχει επιστροφή από τον άδην. Οσον δε και αν κλαύσης, τον νεκρόν αυτόν μεν δεν θα τον ωφελήση τον δε εαυτόν σου θα βλάψης.
 
Σοφ. Σειρ. 38,22 μνήσθητι τὸ κρίμα αὐτοῦ, ὅτι οὕτω καὶ τὸ σόν· ἐμοὶ ἐχθὲς καὶ σοὶ σήμερον.
Σοφ. Σειρ. 38,22 Ενθυμήσου ότι όπως ήλθεν εις αυτόν το κρίμα και η ώρα του θανάτου, έτσι θα συμβή και με σέ. Εκείνος σου λέγει· “Εις εμέ χθες ήλβεν ο θάνατος και εις σε θα έλθη σήμερον”.
 
Σοφ. Σειρ. 38,23 ἐν ἀναπαύσει νεκροῦ κατάπαυσον τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ καὶ παρακλήθητι ἐν αὐτῷ ἐν ἐξόδῳ πνεύματος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 38,23 Οταν ο νεκρός αναπαυθή, παύσε και συ την λυπηράν ανάμνησίν του και παρηγορήσου δι' αυτόν, επειδή η ψυχή του έχει φύγει.
 
Σοφ. Σειρ. 38,24 Σοφία γραμματέως ἐν εὐκαιρίᾳ σχολῆς, καὶ ὁ ἐλασσούμενος πράξει αὐτοῦ σοφισθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 38,24 Η σοφία του γραμματισμένου ανθρώπου αποκτάται εις ώραν ηρεμίας. Και εκείνος ο οποίος περιορίζεται εις ολίγα, έργα, ημπορεί να γίνη σοφός.
 
Σοφ. Σειρ. 38,25 τί σοφισθήσεται ὁ κρατῶν ἀρότρου καὶ καυχώμενος ἐν δόρατι κέντρου, βόας ἐλαύνων καὶ ἀναστρεφόμενος ἐν ἔργοις αὐτῶν, καὶ ἡ διήγησις αὐτοῦ ἐν υἱοῖς ταύρων;
Σοφ. Σειρ. 38,25 Πως είναι δυνατόν να γίνη σοφός αυτός, που όλην την ημέραν κρατεί το αλέτρι και καυχάται, ότι χειρίζεται καλά την βουκέντραν, όπως ο πολεμιστής το δόρυ του, δια να οδηγή έτσι καλά τα βόϊδια του; Πως είναι δυνατόν να γίνη σοφός αυτός, που διαρκώς ασχολείται με τέτοια έργα και του οποίου σκέψις και φροντίδα και ομιλία είναι τα μοσχάρια;
 
Σοφ. Σειρ. 38,26 καρδίαν αὐτοῦ δώσει ἐκδοῦναι αὔλακας, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ εἰς χορτάσματα δαμάλεων.
Σοφ. Σειρ. 38,26 Αυτός θα δώση όλην του την καρδιά και την προσοχήν, στο να ανοίγη αυλάκια και θα αγρυπνή, δια να δίδη τροφάς εις τα δαμάλιά του.
 
Σοφ. Σειρ. 38,27 οὕτως πᾶς τέκτων καὶ ἀρχιτέκτων, ὅστις νύκτωρ ὡς ἡμέρας διάγει· οἱ γλύφοντες γλύμματα σφραγίδων, καὶ ἡ ὑπομονὴ αὐτοῦ ἀλλοιῶσαι ποικιλίαν· καρδίαν αὐτοῦ δώσει εἰς τὸ ὁμοιῶσαι ζωγραφίαν, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ τελέσαι ἔργον.
Σοφ. Σειρ. 38,27 Το ίδιο και κάθε ξυλουργός και αρχιμάστορας, οι οποίοι εργάζονται νύκτα και ημέραν. Επίσης το ίδιο συμβαίνει και με τους σκαλιστάς των σφραγίδων, οι οποίοι με επιμέλειαν και επιμονήν προσπαθούν να επινοήσουν διαφόρους μορφάς σφραγίδων. Εχουν δώσει όλην των την καρδιάν, στο να αναπαραστήσουν διαφόρους μορφάς, και αγρυπνούν, δια να τελειώσουν όσον το δυνατόν καλύτερον το έργον των.
 
Σοφ. Σειρ. 38,28 οὕτως χαλκεὺς καθήμενος ἐγγὺς ἄκμονος καὶ καταμανθάνων ἔργα σιδήρου· ἀτμὶς πυρὸς πήξει σάρκας αὐτοῦ, καὶ ἐν θέρμῃ καμίνου διαμαχήσεται· φωνὴ σφύρης καινιεῖ τὸ οὖς αὐτοῦ, καὶ κατέναντι ὁμοιώματος σκεύους οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ· καρδίαν αὐτοῦ δώσει εἰς συντέλειαν ἔργων, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ κοσμῆσαι ἐπὶ συντελείας.
Σοφ. Σειρ. 38,28 Το ίδιο συμβαίνει και με τον σιδηρουργόν ο οποίος κάθεται κοντά στο αμόνι και παρατηρεί και κατεργάζεται τον σίδηρον. Η λάβρα της φωτιάς συρικνώνει τας σάρκας του, και αυτός καθημερινώς μάχεται εναντίον της θερμότητος της καμίνου. Τα κτυπήματα της σφύρας τον ξεκουφαίνουν και τα μάτια του είναι συνεχώς προσηλωμένα στο σκεύος, το οποίον κατεργάζεται. Διδει όλην του την καρδιά και την προσοχήν εις την τελειοποίησιν των έργων του και άγρυπνος είναι η προσοχή και η προσπάθειά του, πως να διακοσμήση αυτό επί το λαμπρότερον.
 
Σοφ. Σειρ. 38,29 οὕτως κεραμεὺς καθήμενος ἐν ἔργῳ αὐτοῦ καὶ συστρέφων ἐν ποσὶν αὐτοῦ τροχόν, ὃς ἐν μερίμνῃ κεῖται διὰ παντὸς ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἐναρίθμιος πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 38,29 Το ίδιο και ο κεραμοποιός, ο οποίος κάθεται κοντά στο έργον του, στρέφει με τα πόδια του τον τροχόν, δίδει συνεχώς όλην του την προσοχήν και την φροντίδα στο έργον του και με υπολογισμόν προχωρεί στον ακριβή αριθμόν των έργων του.
 
Σοφ. Σειρ. 38,30 ἐν βραχίονι αὐτοῦ τυπώσει πηλὸν καὶ πρὸ ποδῶν κάμψει ἰσχὺν αὐτοῦ· καρδίαν ἐπιδώσει συντελέσαι τὸ χρῖσμα, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ καθαρίσαι κάμινον. -
Σοφ. Σειρ. 38,30 Αφού δέ με τα πόδια του θα ζυμώση και θα απαλύνη τον πηλόν, με τα χέρια του σχηματίζει τον πηλόν εις δοχεία. Διδει όλην του την προσοχήν στο να επιτύχη και προσαρμόση το καλύτερον βερνίκωμα, και με επιμέλειαν κατόπιν θα καθαρίση την κάμινον.
 
Σοφ. Σειρ. 38,31 Πάντες οὗτοι εἰς χεῖρας αὐτῶν ἐνεπίστευσαν, καὶ ἕκαστος ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ σοφίζεται.
Σοφ. Σειρ. 38,31 Ολοι αυτοί έχουν την εμπιστοσύνην και την αφιέρωσίν των εις τα έργα αυτά των χειρών των. Και ο καθένας από αυτούς γίνεται σοφός και επιτήδειος στο ιδικόν του έργον.
 
Σοφ. Σειρ. 38,32 ἄνευ αὐτῶν οὐκ οἰκισθήσεται πόλις, καὶ οὐ παροικήσουσιν οὐδὲ περιπατήσουσιν,
Σοφ. Σειρ. 38,32 Χρήσιμα τα έργα των, διότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν ούτε να οικοδομηθή ούτε να κατοικηθή πόλις, ούτε δε και να ταξιδεύσουν οι ταξιδιώται.
 
Σοφ. Σειρ. 38,33 ἀλλ᾿ εἰς βουλὴν λαοῦ οὐ ζητηθήσονται καὶ ἐν ἐκκλησίᾳ οὐχ ὑπεραλοῦνται· ἐπὶ δίφρον δικαστοῦ οὐ καθιοῦνται καὶ διαθήκην κρίματος οὐ διανοηθήσονται, οὐδὲ μὴ ἐκφάνωσι δικαιοσύνην καὶ κρίμα, καὶ ἐν παραβολαῖς οὐχ εὑρεθήσονται,
Σοφ. Σειρ. 38,33 Αλλά δεν θα αναζητηθούν αυτοί, δια να εκφράσουν γνώμην εις τας συσκέψεις των λαών, ούτε και εις τας συγκεντρώσεις ανθρώπων θα διακρίνωνται. Δεν θα καθίσουν εις δικαστικήν έδραν, δεν θα σκεφθούν, δια να διατυπώσουν νόμους, δεν θα αποφανθούν σχετικώς με την δικαιοσύνην και το δίκαιον και δεν θα ευρεθούν μεταξύ εκείνων, οι οποίοι λέγουν σοφά διδάγματα.
 
Σοφ. Σειρ. 38,34 ἀλλὰ κτίσμα αἰῶνος στηρίσουσι, καὶ ἡ δέησις αὐτῶν ἐν ἐργασίᾳ τέχνης.
Σοφ. Σειρ. 38,34 Αλλά με τας χειρωνακτικάς των εργασίας στηρίζουν τα κτίσματα δια μέσου των αιώνων και όλη η προσοχή των και η επιμέλεια έχει δοθή εις τα έργα του επαγγέλματός των.
 
Σοφ. Σειρ. 39,1 Πλὴν τοῦ ἐπιδόντος τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ διανοουμένου ἐν νόμῳ Ὑψίστου, σοφίαν πάντων ἀρχαίων ἐκζητήσει καὶ ἐν προφητείαις ἀσχοληθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,1 Αλλά εκείνος που επιμελείται την καλλιέργειαν του πνεύματος, μελετά τον νόμον του Υψίστου Θεού, αναζητεί και ερευνά την σοφίαν όλων των αρχαίων και ασχολείται με τας προφητείας.
 
Σοφ. Σειρ. 39,2 διηγήσεις ἀνδρῶν ὀνομαστῶν συντηρήσει καὶ ἐν στροφαῖς παραβολῶν συνεισελεύσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,2 Μανθάνει και διατηρεί εις την διάνοιάν του τας διηγήσεις των ονομαστών ανδρών. Εισδύει εις τας στροφάς και το κρυμμένον νόημα των γνωμικών.
 
Σοφ. Σειρ. 39,3 ἀπόκρυφα παροιμιῶν ἐκζητήσει καὶ ἐν αἰνίγμασι παραβολῶν ἀναστραφήσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,3 Αναζητεί τα κρυμμένα νοήματα των παροιμιών, μελετά με προσοχήν τα αινιγματώδη αποφθέγματα.
 
Σοφ. Σειρ. 39,4 ἀνὰ μέσον μεγιστάνων ὑπηρετήσει καὶ ἔναντι ἡγουμένου ὀφθήσεται· ἐν γῇ ἀλλοτρίων ἐθνῶν διελεύσεται, ἀγαθὰ γὰρ καὶ κακὰ ἐν ἀνθρώποις ἐπείρασε.
Σοφ. Σειρ. 39,4 Αυτός αναλαμβάνει υπηρεσίαν εν μέσω επισήμων ανδρών· ενώπιον δε και αυτού του ηγεμόνος εμφανίζεται. Επισκέπτεται χώρας ξένων λαών, διότι θέλει και προσπαθεί να μάθη τα καλά και τα κακά των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 39,5 τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπιδώσει ὀρθρίσαι πρὸς Κύριον τὸν ποιήσαντα αὐτὸν καὶ ἔναντι Ὑψίστου δεηθήσεται· καὶ ἀνοίξει τὸ στόμα αὐτοῦ ἐν προσευχῇ καὶ περὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ δεηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,5 Από πρωΐας ανυψώνει με ευλαβειαν την καρδίαν του στον Θεόν, ο οποίος τον εδημιούργησε και δέεται ενώπιον του Υψιστου. Ανοίγει το οτόμα του εις προσευχήν προς τον Κυριον και παρακαλεί αυτόν, να του συγχωρήση τας αμαρτίας,
 
Σοφ. Σειρ. 39,6 ἐὰν Κύριος ὁ μέγας θελήσῃ, πνεύματι συνέσεως ἐμπλησθήσεται· αὐτὸς ἀνομβρήσει ῥήματα σοφίας αὐτοῦ, καὶ ἐν προσευχῇ ἐξομολογήσεται Κυρίῳ.
Σοφ. Σειρ. 39,6 εάν δε ο παντοδύναμος Κυριος θελήση, θα γεμίση αυτός από πνεύμα συνέσεως. Αυτός, ωσάν ευεργετικήν βροχήν, θα χύνη τους σοφούς λόγους του και δια της προσευχής του θα δοξολογή τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 39,7 αὐτὸς κατευθυνεῖ βουλὴν αὐτοῦ καὶ ἐπιστήμην καὶ ἐν τοῖς ἀποκρύφοις αὐτοῦ διανοηθήσεται·
Σοφ. Σειρ. 39,7 Ο Θεός θα κατευθύνη αυτόν εις ορθάς αποφάσεις και εις την σοφίαν· θα τον υποβοηθήση δέ, ώστε να σκέπτεται και να κατανοή τα απόκρυφα θεία νοήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 39,8 αὐτὸς ἐκφανεῖ παιδείαν διδασκαλίας αὐτοῦ καὶ ἐν νόμῳ διαθήκης Κυρίου καυχήσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,8 Αυτός δε ο σοφός θα καταστήση φανερά τα αγαθά της μορφώσεώς του· και στον νόμον του Κυρίου θα έχη την καύχησίν του.
 
Σοφ. Σειρ. 39,9 αἰνέσουσι τὴν σύνεσιν αὐτοῦ πολλοί, ἕως τοῦ αἰῶνος οὐκ ἐξαλειφθήσεται· οὐκ ἀποστήσεται τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ, καὶ ὄνομα αὐτοῦ ζήσεται εἰς γενεὰς γενεῶν.
Σοφ. Σειρ. 39,9 Πολλοί θα επαινέσουν την σοφίαν του, η οποία ουδέποτε θα λησμονηθή. Η ανάμνησίς του και το ονομά του θα ζουν εις τας γενεάς των γενεών.
 
Σοφ. Σειρ. 39,10 τὴν σοφίαν αὐτοῦ διηγήσονται ἔθνη, καὶ τὸν ἔπαινον αὐτοῦ ἐξαγγελεῖ ἐκκλησία.
Σοφ. Σειρ. 39,10 Τα διάφορα έθνη θα διηγούνται την σοφίαν του και αι συγκεντρώσεις των ανθρώπων θα διαλαλούν τον έπαινόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 39,11 ἐὰν ἐμμείνῃ, ὄνομα καταλείψει ἢ χίλιοι, καὶ ἐὰν ἀναπαύσηται, ἐμποιήσει αὐτῷ.
Σοφ. Σειρ. 39,11 Εάν ζήση επί μακρόν, το όνομά του θα καταστή ενδοξότερον παρά χίλιοι άλλοι· και εάν δια του θανάτου αναπαυθή, θα προσθέση εις αυτό δόξαν.
 
Σοφ. Σειρ. 39,12 Ἔτι διανοηθεὶς ἐκδιηγήσομαι καὶ ὡς διχομηνία ἐπληρώθην.
Σοφ. Σειρ. 39,12 Θέλω ακόμη να διηγηθώ τας σκέψεις μου, από τας οποίας είμαι πλήρης, όπως η πανσέληνος.
 
Σοφ. Σειρ. 39,13 εἰσακούσατέ μου, υἱοὶ ὅσιοι, καὶ βλαστήσατε ὡς ῥόδον φυόμενον ἐπὶ ῥεύματος ὑγροῦ
Σοφ. Σειρ. 39,13 Υιοί ευσεβείς, ακούσατέ με. Θα βλαστήσετε και θα ανθίσετε ωσάν την τριανταφυλλιά, η οποία είναι φυτευμένη εις υγρά εδάφη.
 
Σοφ. Σειρ. 39,14 καὶ ὡς λίβανος εὐωδιάσατε ὀσμὴν καὶ ἀνθήσατε ἄνθος ὡς κρίνον, διάδοτε ὀσμὴν καὶ αἰνέσατε ᾆσμα. εὐλογήσατε Κύριον ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις,
Σοφ. Σειρ. 39,14 Θα ευωδιάζετε ωσάν το λιβάνι, θα ανθίσετε όπως ανθίζουν τα κρίνα. Διασκορπίσατε την ευωδίαν της σοφίας σας και ψάλατε άσμα. Δοξολογήσατε τον Κυριον δι' όλα τα έργα αυτού.
 
Σοφ. Σειρ. 39,15 δότε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μεγαλωσύνην καὶ ἐξομολογήσασθε ἐν αἰνέσει αὐτοῦ, ἐν ᾠδαῖς χειλέων καὶ ἐν κινύραις καὶ οὕτως ἐρεῖτε ἐν ἐξομολογήσει·
Σοφ. Σειρ. 39,15 Μεγαλύνατε το όνομά του και διακηρύξατε τον αίνόν του με τα άσματα των χειλέων σας και με τας κινύρας. Αυτά θα λέγετε και θα ψάλλετε δοξολογούντες τον Κυριον·
 
Σοφ. Σειρ. 39,16 Τὰ ἔργα Κυρίου πάντα ὅτι καλὰ σφόδρα, καὶ πᾶν πρόσταγμα ἐν καιρῷ αὐτοῦ ἔσται· οὐκ ἔστιν εἰπεῖν· τί τοῦτο; εἰς τί τοῦτο;
Σοφ. Σειρ. 39,16 Ολα τα έργα του Κυρίου είναι εξαιρέτως ωραία και όλα τα προστάγματά του θα πραγματοποιούνται στον καιρόν των. Δεν είναι δε δυνατόν να λέγη κανείς, τι είναι αυτό; Προς τι εδημιουργήθη εκείνο;
 
Σοφ. Σειρ. 39,17 πάντα γὰρ ἐν καιρῷ αὐτοῦ ζητηθήσεται. ἐν λόγῳ αὐτοῦ ἔστη ὡς θημωνία ὕδωρ, καὶ ἐν ῥήματι στόματος αὐτοῦ ἀποδοχεῖα ὑδάτων.
Σοφ. Σειρ. 39,17 Διότι κάθε πράγμα θα αναζητήται και θα κατανοήται στον καιρόν του. Δια του λόγου του ανυψώθη και εστάθη ωσάν θημωνιά το νερό, και με τα λόγια του στόματός του έγιναν αι διάφοραι δεξαμεναί των υδάτων.
 
Σοφ. Σειρ. 39,18 ἐν προστάγματι αὐτοῦ πᾶσα ἡ εὐδοκία, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἐλαττώσει τὸ σωτήριον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 39,18 Δια της προσταγής του πραγματοποιείται κάθε τι, που αυτός επιθυμεί. Και κανείς δεν ημπορεί να ματαιώση την σωτηρίαν, την οποίαν αυτός παρέχει.
 
Σοφ. Σειρ. 39,19 ἔργα πάσης σαρκὸς ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔστι κρυβῆναι ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 39,19 Ολα τα έργα των ανθρώπων είναι ενώπιόν του, και τίποτε δεν είναι δυνατόν να αποκρυβή από τους οφθαλμούς του.
 
Σοφ. Σειρ. 39,20 ἀπὸ τοῦ αἰῶνος εἰς τὸν αἰῶνα ἐπέβλεψε, καὶ οὐθέν ἐστι θαυμάσιον ἐναντίον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 39,20 Επιβλέπει και παρακολουθεί από του αιώνος και έως του αιώνος και τίποτε δεν είναι καταπληκτικόν και παράδοξον ενώπιόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 39,21 οὐκ ἔστιν εἰπεῖν· τί τοῦτο; εἰς τί τοῦτο; πάντα γὰρ εἰς χρείας αὐτῶν ἔκτισται.
Σοφ. Σειρ. 39,21 Δι' αυτό και κανείς άνθρωπος δεν πρέπει να διατυπώνη αμφιβολίας και να λέγη· “τι είναι τούτο; Διατί υπάρχει εκείνο;” Διότι τα πάντα έχουν δημιουργηθή προς ένα χρήσιμον σκοπόν.
 
Σοφ. Σειρ. 39,22 ἡ εὐλογία αὐτοῦ ὡς ποταμὸς ἐπεκάλυψε, καὶ ὡς κατακλυσμὸς ξηρὰν ἐμέθυσεν.
Σοφ. Σειρ. 39,22 Η ευλογία του Κυρίου εξεχείλισεν ωσάν ποταμός και εσκέπασε τα πάντα· και ωσάν κατακλυσμός υδάτων επότισε πλουσίως την γην.
 
Σοφ. Σειρ. 39,23 οὕτως ὀργὴν αὐτοῦ ἔθνη κληρονομήσει, ὡς μετέστρεψεν ὕδατα εἰς ἅλμην.
Σοφ. Σειρ. 39,23 Ετσι πάλιν εξαποστέλλει τον δίκαιον θυμόν του ως κληρονομίαν εις τα ασεβή έθνη και αυτός μετέβαλε τα πόσιμα ύδατα εις αλμυρά.
 
Σοφ. Σειρ. 39,24 αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ τοῖς ὁσίοις εὐθεῖαι, οὕτως τοῖς ἀνόμοις προσκόμματα.
Σοφ. Σειρ. 39,24 Το θέλημά του, και ο τρόπος της ενεργείας του είναι δια τους ευσεβείς ανθρώπους ευθέα, δια τους παρανόμους όμως είναι προσκόμματα.
 
Σοφ. Σειρ. 39,25 ἀγαθὰ τοῖς ἀγαθοῖς ἔκτισται ἀπ᾿ ἀρχῆς, οὕτως τοῖς ἁμαρτωλοῖς κακά.
Σοφ. Σειρ. 39,25 Τα αγαθά έχουν δημιουργηθή ευθύς εξ αρχής δια τους αγαθούς, έτσι και τα κακά δια τους αμαρτωλούς.
 
Σοφ. Σειρ. 39,26 ἀρχὴ πάσης χρείας εἰς ζωὴν ἀνθρώπου, ὕδωρ, πῦρ, καὶ σίδηρος καὶ ἅλας καὶ σεμίδαλις πυροῦ καὶ μέλι καὶ γάλα, αἷμα σταφυλῆς καὶ ἔλαιον καὶ ἱμάτιον.
Σοφ. Σειρ. 39,26 Βασικής σημασίας και απαραίτητα δια την ζωήν του ανθρώπου είναι το νερό, η φωτιά, ο σίδηρος, το αλάτι, το σημιγδάλι του σιταριού, το μέλι, το γάλα, ο οίνος, το έλαιον, το ένδυμα.
 
Σοφ. Σειρ. 39,27 ταῦτα πάντα τοῖς εὐσεβέσιν εἰς ἀγαθά, οὕτως τοῖς ἁμαρτωλοῖς τραπήσεται εἰς κακά.
Σοφ. Σειρ. 39,27 Ολα αυτά είναι δια το καλόν των ευσεβών. Μετατρέπονται όμως και αποβαίνουν εις κακόν δια τους αμαρτωλούς.
 
Σοφ. Σειρ. 39,28 ἔστι πνεύματα, ἃ εἰς ἐκδίκησιν ἔκτισται καὶ ἐν θυμῷ αὐτοῦ ἐστερέωσαν μάστιγας αὐτῶν· ἐν καιρῷ συντελείας ἰσχὺν ἐκχεοῦσι καὶ τὸν θυμὸν τοῦ ποιήσαντος αὐτοὺς κοπάσουσι.
Σοφ. Σειρ. 39,28 Υπάρχουν άνεμοι βίαιοι η καυστιικοί, οι οποίοι έχουν δημιουργηθή εις τιμωρίαν των κακών, εν δε τη δικαία οργή του ο Θεός τους εξαπολύει ως σφοδράς μάστιγας εναντίον εκείνων. Και στον καιρόν της δικαίας τιμωρίας εκχύνουν την καταστρεπτικήν δύναμίν των, και έτσι επαναπαύουν και σταματούν την οργήν του δημιουργού των.
 
Σοφ. Σειρ. 39,29 πῦρ καὶ χάλαζα καὶ λιμὸς καὶ θάνατος, πάντα ταῦτα εἰς ἐκδίκησιν ἔκτισται·
Σοφ. Σειρ. 39,29 Φλογερόν καύμα, χάλαζα και θάνατος, όλα αυτά έγιναν εις τιμωρίαν των ασεβών.
 
Σοφ. Σειρ. 39,30 θηρίων ὀδόντες καὶ σκορπίοι καὶ ἔχεις καὶ ῥομφαία ἐκδικοῦσα εἰς ὄλεθρον ἀσεβεῖς·
Σοφ. Σειρ. 39,30 Δοντια θηρίων, σκορπιοί, οχιές, φονικά μαχαίρια εγιναν εις δικαίαν εξολόθρευσιν των ασεβών.
 
Σοφ. Σειρ. 39,31 ἐν τῇ ἐντολῇ αὐτοῦ εὐφρανθήσονται καὶ ἐπὶ τῆς γῆς εἰς χρείας ἑτοιμασθήσονται καὶ ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν οὐ παραβήσονται λόγον.
Σοφ. Σειρ. 39,31 Ολα αυτά χαίρουν να εκπληρώσουν την εντολήν του Θεού και είναι έτοιμα δια κάθε τι, που θα χρειασθή εις την γην. Και όταν έλθη ο καιρός της δράσεώς των, δεν θα παραβούν την διαταγήν του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 39,32 διὰ τοῦτο ἐξ ἀρχῆς ἐστηρίχθην καὶ διενοήθην καὶ ἐν γραφῇ ἀφῆκα·
Σοφ. Σειρ. 39,32 Δια τούτο ευθύς εξ αρχής εοτηρίχθην εις την σκέψιν μου και αφού καλώς τα εμελέτησα όλα αυτά, τα παρέδωσα γραπτώς στους ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 39,33 τὰ ἔργα Κυρίου πάντα ἀγαθὰ καὶ πᾶσαν χρείαν ἐν ὥρᾳ αὐτῆς χορηγήσει.
Σοφ. Σειρ. 39,33 Ολα τα έργα του Κυρίου είναι αγαθά· αυτός δε χορηγεί την ευμένειάν του, όπου υπάρχει ανάγκη, στον κατάλληλον καιρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 39,34 καὶ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν· τοῦτο τούτου πονηρότερον, πάντα γὰρ ἐν καιρῷ εὐδοκιμηθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 39,34 Και δεν πρέπει ποτέ να είπη κανείς, τούτο το δημιούργημα είναι κατώτερον από εκείνο, διότι όλα τα δημιουργήματα στον κατάλληλον καιρόν θα φανούν καλά και χρήσιμα.
 
Σοφ. Σειρ. 39,35 καὶ νῦν ἐν πάσῃ καρδίᾳ καὶ στόματι ὑμνήσατε καὶ εὐλογήσατε τὸ ὄνομα Κυρίου.
Σοφ. Σειρ. 39,35 Και τώρα με όλην σας την καρδιά και με όλην την δύναμιν της φωνής σας υμνολογήσατε και δοξάσατε το όνομα του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 40,1 Ἀσχολία μεγάλη ἔκτισται παντὶ ἀνθρώπῳ καὶ ζυγὸς βαρὺς ἐπὶ υἱοὺς Ἀδὰμ ἀφ᾿ ἡμέρας ἐξόδου ἐκ γαστρὸς μητρὸς αὐτῶν ἕως ἡμέρας ἐπιστροφῆς εἰς μητέρα πάντων·
Σοφ. Σειρ. 40,1 Μεγάλη και πολυμέριμνος απασχόλησις έχει επιβληθή εις κάθε άνθρωπον. Βαρύς ζυγός επάνω στους υιούς του Αδάμ από της ημέρας, από της οποίας ο καθένας γεννάται μέχρι της ημέρας, που θα επιστρέψη εις την γην, την μητέρα όλων.
 
Σοφ. Σειρ. 40,2 τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν καὶ φόβον καρδίας, ἐπίνοια προσδοκίας, ἡμέρα τελευτῆς.
Σοφ. Σειρ. 40,2 Εκείνο που εμβάλλει μελαγχολίαν στους διαλογισμούς του και φόβον εις την καρδίαν, είναι η σκέψις και η αγωνιώδης προσμονή της ημέρας του θανάτου.
 
Σοφ. Σειρ. 40,3 ἀπὸ καθημένου ἐπὶ θρόνου ἐν δόξῃ καὶ ἕως τεταπεινωμένου ἐν γῇ καὶ σποδῷ,
Σοφ. Σειρ. 40,3 Εις όλους συμβαίνει αυτό, από τον άνθρωπον ο οποίος κάθεται επάνω εις ένδοξον θρόνον, μέχρι τον άθλιον πτωχόν που κάθεται επάνω στο χώμα και την στάκτην,
 
Σοφ. Σειρ. 40,4 ἀπὸ φοροῦντος ὑάκινθον καὶ στέφανον καὶ ἕως περιβαλλομένου ὠμόλινον,
Σοφ. Σειρ. 40,4 από τον άρχοντα που φορεί πολύτιμον κυανούν χιτώνα και στεφάνι στο κεφάλι και έως εκείνον, που φορεί ως ιμάτιον ένα χονδροκαμωμένον λίνον ύφασμα·
 
Σοφ. Σειρ. 40,5 θυμὸς καὶ ζῆλος καὶ ταραχὴ καὶ σάλος καὶ φόβος θανάτου καὶ μηνίαμα καὶ ἔρις· καὶ ἐν καιρῷ ἀναπαύσεως ἐπὶ κοίτης ὕπνος νυκτὸς ἀλλοιοῖ γνῶσιν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 40,5 ο θυμός, η ζηλοφθονία, η ταραχή, η αναστάτωσις, ο φόβος του θανάτου, η οργή και η έρις, ταράσσουν και συγκλονίζουν όλους τους ανθρώπους. Και όταν ο άνθρωπος αναπαύεται κατά την νύκτα εις την κλίνην του, ο νυκτερινός ύπνος αλλοιώνει και επιδεινώνει τας σκέψεις και ανησυχίας.
 
Σοφ. Σειρ. 40,6 ὀλίγον ὡς οὐδὲν ἐν ἀναπαύσει, καὶ ἀπ᾿ ἐκείνου ἐν ὕπνοις ὡς ἐν ἡμέρᾳ σκοπιᾶς τεθορυβημένος ἐν ὁράσει καρδίας αὐτοῦ, ὡς ἐκπεφευγὼς ἀπὸ προσώπου πολέμου.
Σοφ. Σειρ. 40,6 Αναπαύεται ολίγον, που ισοδυναμεί μάλλον με το τίποτε, και κατά το ελάχιστον αυτό χρονικόν διάστημα του φαίνεται ωσάν να είναι επάνω εις φυλάκιον περιστοιχιζόμενος από εχθρούς. Αναστατώνεται από τα φαντάσματα αυτά του πνεύματός του, ευρίσκεται ακόμη υπό το κράτος του τρόμου, ως εάν έχη διαφύγει από φονικήν μάχην.
 
Σοφ. Σειρ. 40,7 ἐν καιρῷ σωτηρίας αὐτοῦ ἐξηγέρθη καὶ ἀποθαυμάζων εἰς οὐδένα φόβον.
Σοφ. Σειρ. 40,7 Κατά την στιγμήν δέ που νομίζει εν τω ονείρω του ότι διεσώθη αυτό την φονικήν μάχην, απορεί και ο ίδιος δια τον αδικαιολόγητον και ανύπαρκτον φόβον του.
 
Σοφ. Σειρ. 40,8 μετὰ πάσης σαρκὸς ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, καὶ ἐπὶ ἁμαρτωλῶν ἑπταπλάσια πρὸς ταῦτα·
Σοφ. Σειρ. 40,8 Ολα αυτά συμβαίνουν εις κάθε έμβιον ον, από του ανθρώπου μέχρι του ζώου. Εις τους αμαρτωλούς όμως είναι αυτά επτά φορές περισσότερα.
 
Σοφ. Σειρ. 40,9 θάνατος καὶ αἷμα καὶ ἔρις καὶ ῥομφαία, ἐπαγωγαί, λιμὸς καὶ σύντριμμα καὶ μάστιξ,
Σοφ. Σειρ. 40,9 Διότι ο βίαιος και πρόωρος θάνατος, ο φόνος, η διχόνοια, η μάχαιρα, αι θεομηνίαι, ο λιμός, ο όλεθρος και αι άλλαι μάστιγες,
 
Σοφ. Σειρ. 40,10 ἐπὶ τοὺς ἀνόμους ἐκτίσθη ταῦτα πάντα, καὶ δι᾿ αὐτοὺς ἐγένετο ὁ κατακλυσμός.
Σοφ. Σειρ. 40,10 όλα αυτά έχουν προορισθή δια τους παρανόμους, προς τιμωρίαν των οποίων άλλωστε εις την παλαιάν εποχήν έγινε και ο κατακλυσμός.
 
Σοφ. Σειρ. 40,11 πάντα, ὅσα ἀπὸ γῆς, εἰς γῆν ἀναστρέφει, καὶ ἀπὸ ὑδάτων εἰς θάλασσαν ἀνακάμπτει.
Σοφ. Σειρ. 40,11 Ολα όσα προέρχονται από την γην, επιστρέφουν εις την γην. Ολα όσα εξέρχονται από τα ύδατα επιστρέφουν εις την θάλασσαν.
 
Σοφ. Σειρ. 40,12 Πᾶν δῶρον καὶ ἀδικία ἐξαλειφθήσεται, καὶ πίστις εἰς τὸν αἰῶνα στήσεται.
Σοφ. Σειρ. 40,12 Παράνομα δώρα, δωροδοκίαι και αδικίαι δεν θα πιάσουν τόπον· θα εξαλειφθούν. Η αξιοπιστία όμως μένει στους αιώνας των αιώνων.
 
Σοφ. Σειρ. 40,13 χρήματα ἀδίκων ὡς ποταμὸς ξηρανθήσεται καὶ ὡς βροντὴ μεγάλη ἐν ὑετῷ ἐξηχήσει.
Σοφ. Σειρ. 40,13 Τα πλούτη των αδίκων ανθρώπων θα ξηρανθούν, όπως το νερό του χειμάρρου, όπως η μεγάλη βροντή η οποία αντηχεί εις ώραν βροχής και έπειτα σβήνει ο ήχός της.
 
Σοφ. Σειρ. 40,14 ἐν τῷ ἀνοῖξαι αὐτὸν χεῖρας εὐφρανθήσεται, οὕτως οἱ παραβαίνοντες εἰς συντέλειαν ἐκλείψουσιν.
Σοφ. Σειρ. 40,14 Οπως όταν ανοίγη κανείς το χέρι του, δια να λάβη κάτι, προς στιγμήν ευχαριστείται, αλλά δεν λαμβάνει, έτσι και εκείνοι που παραβαίνουν τον νόμον του Θεού, προς στιγμήν ευφραίνονται και κατόπιν θα εκλείψουν τελείως.
 
Σοφ. Σειρ. 40,15 ἔκγονα ἀσεβῶν οὐ πληθύνει κλάδους, καὶ ῥίζαι ἀκάθαρτοι ἐπ᾿ ἀκροτόμου πέτρας·
Σοφ. Σειρ. 40,15 Οι απόγονοι των ασεβών δεν θα πληθύνουν τους κλάδους του γεννεαλογικού των δένδρου, διότι αι ακάθαρτοι ρίζαι των ανθρώπων αυτών είναι επάνω εις κατάξηρον απότομον βράχον.
 
Σοφ. Σειρ. 40,16 ἄχει ἐπὶ παντὸς ὕδατος καὶ χείλους ποταμοῦ πρὸ παντὸς χόρτου ἐκτιλήσεται.
Σοφ. Σειρ. 40,16 Οπως τα υδρόβια φυτά, που φυτρώνουν και ταχέως αναπτύσσονται κοντά εις τα νερά και εις τας όχθας των ποταμών ξερριζώνονται εύκολα η κόβονται ενωρίτερα από κάθε άλλο χόρτον, έτσι και οι ασεβείς.
 
Σοφ. Σειρ. 40,17 χάρις ὡς παράδεισος ἐν εὐλογίαις, καὶ ἐλεημοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα διαμένει.
Σοφ. Σειρ. 40,17 Η φιλανθρωπία όμως και η ελεημοσύνη είναι ωσάν ένας κήπος ευλογημένος, η δε ελεημοσύνη παραμένει στον αιώνα.
 
Σοφ. Σειρ. 40,18 Ζωὴ αὐτάρκους ἐργάτου γλυκανθήσεται, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ὁ εὑρίσκων θησαυρόν.
Σοφ. Σειρ. 40,18 Η ζωή του εργατικού και αυτάρκους ανθρώπου είναι γλυκεία. Περισσότερον όμως τυχηρός και από τους δύο είναι εκείνος, που ευρίσκει θησαυρόν.
 
Σοφ. Σειρ. 40,19 τέκνα καὶ οἰκοδομὴ πόλεως στηρίζουσιν ὄνομα, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γυνὴ ἄμωμος λογίζεται.
Σοφ. Σειρ. 40,19 Η απόκτησις πολλών τέκνων και η ανοικοδόμησις μιας πόλεως στηρίζουν και διαιωνίζουν το καλόν όνομα του ανθρώπου. Ανωτέρα όμως και από τα δύο αυτά θεωρείται η άμεμπτος σύζυγος.
 
Σοφ. Σειρ. 40,20 οἶνος καὶ μουσικὰ εὐφραίνουσι καρδίαν, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ἀγάπησις σοφίας.
Σοφ. Σειρ. 40,20 Ο οίνος και η μουσική, που υπάρχουν εις τα συμπόσια, ευφραίνουν την καρδίαν περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά ευφραίνει η αγάπη της σοφίας.
 
Σοφ. Σειρ. 40,21 αὐλὸς καὶ ψαλτήριον ἡδύνουσι μέλι, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γλῶσσα ἡδεῖα.
Σοφ. Σειρ. 40,21 Ο αυλός και το ψαλτήρι αναδίδουν ήχους γλυκείς ωσάν το μέλι· ανώτερον όμως και από τα δύο αυτά μουσικά όργανα είναι η γλυκεία γλώσσα.
 
Σοφ. Σειρ. 40,22 χάριν καὶ κάλλος ἐπιθυμήσει ὁ ὀφθαλμός σου, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα χλόην σπόρου.
Σοφ. Σειρ. 40,22 Το μάτι σου επιθυμεί και αρέσκεται να βλέπη χάριν και κάλλος στους ανθρώπους· περισσότερον όμως και από τα δύο ευχαριστείται, όταν βλέπη την βλαστάνουσαν από τους σπόρους χλόην, την ωραιότητα δηλαδή της φύσεως.
 
Σοφ. Σειρ. 40,23 φίλος καὶ ἑταῖρος εἰς καιρὸν ἀπαντῶντες, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γυνὴ μετὰ ἀνδρός.
Σοφ. Σειρ. 40,23 Ωραίον είναι, όταν στον κατάλληλον μάλιστα καιρόν συναντώνται ο φίλος και ο σύντροφος, αν και από τα δύο αυτά ανωτέρα είναι η συνάντησις της γυναικός μετά του συζύγου της.
 
Σοφ. Σειρ. 40,24 ἀδελφοὶ καὶ βοήθεια εἰς καιρὸν θλίψεως, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ἐλεημοσύνη ῥύσεται.
Σοφ. Σειρ. 40,24 Οι αδελφοί και η βοήθεια εκ μέρους αγαπητών προοώπων, εις καιρόν μάλιστα θλίψεως, είναι κάτι το ωραίον. Περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά θα βοηθήση τον άνθρωπον η ελεημοσύνη.
 
Σοφ. Σειρ. 40,25 χρυσίον καὶ ἀργύριον ἐπιστήσουσι πόδα, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα βουλὴ εὐδοκιμεῖται.
Σοφ. Σειρ. 40,25 Ο χρυσός και ο άργυρος, (δηλ. πλούτη και αγαθά) στηρίζουν τους πόδας των ανθρώπων· περισσότερον όμως από τα δύο αυτά στηρίζει και συνεργεί εις την ευδσκίμησιν μια καλή συμβουλή.
 
Σοφ. Σειρ. 40,26 χρήματα καὶ ἰσχὺς ἀνυψώσουσι καρδίαν, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα φόβος Κυρίου· οὐκ ἔστιν ἐν φόβῳ Κυρίου ἐλάττωσις, καὶ οὐκ ἔστιν ἐπιζητῆσαι ἐν αὐτῷ βοήθειαν·
Σοφ. Σειρ. 40,26 Τα χρήματα και η δύναμις ανυψώνουν και στηρίζουν τας καρδίας των ανθρώπων· περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά στηρίζει και δοξάζει τον άνθρωπον ο φόβος του Κυρίου. Οπου υπάρχει η ευλάβεια προς τον Κυριον, εκεί δεν απαντάται πτωχεία και στέρησις. Ο φοβούμενος τον Κυριον δεν θα ευρεθή εις την ανάγκην να ζητήση από τους άλλους βοήθειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 40,27 φόβος Κυρίου ὡς παράδεισος εὐλογίας, καὶ ὑπὲρ πᾶσαν δόξαν ἐκάλυψαν αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 40,27 Ο φόβος του Κυρίου ομοιάζει προς πλουσιόκαρπον κήπον. Τον ευσεβή τον καλύπτει ο Θεός με δόξαν, ανωτέραν από πάσαν άλλην.
 
Σοφ. Σειρ. 40,28 Τέκνον, ζωὴν ἐπαιτήσεως μὴ βιώσῃς· κρεῖσσον ἀποθανεῖν ἢ ἐπαιτεῖν.
Σοφ. Σειρ. 40,28 Παιδί μου, πρόσεχε μη ζήσης ποτέ την ζωήν του επαίτου. Καλύτερον είναι να αποθάνη κανείς, παρά να επαιτή.
 
Σοφ. Σειρ. 40,29 ἀνὴρ βλέπων εἰς τράπεζαν ἀλλοτρίαν, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ ὁ βίος ἐν λογισμῷ ζωῆς, ἀλισγήσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐν ἐδέσμασιν ἀλλοτρίοις· ἀνὴρ δὲ ἐπιστήμων καὶ πεπαιδευμένος φυλάξεται.
Σοφ. Σειρ. 40,29 Δεν είναι ζωή αξιοπρεπής η ζωή εκείνου, ο οποίος βλέπει με βουλιμίαν την ξένην τράπεζαν. Αυτός θα μολύνη την ψυχήν του με τα ξένα φαγητά, που θα τρώγη. Ο μορφωμένος όμως και συνετός άνθρωπος θα φυλαχθή από αυτό το κατάντημα.
 
Σοφ. Σειρ. 40,30 ἐν στόματι ἀναιδοῦς γλυκανθήσεται ἐπαίτησις, καὶ ἐν κοιλίᾳ αὐτοῦ πῦρ καήσεται.
Σοφ. Σειρ. 40,30 Εις το στόμα του αναιδούς είναι γλυκεία η επαιτεία, αλλά στο εσωτερικόν του είναι μία αναμμένη φωτιά.
 
Σοφ. Σειρ. 41,1 Ὦ θάνατε, ὡς πικρόν σου τὸ μνημόσυνόν ἐστιν ἀνθρώπῳ εἰρηνεύοντι ἐν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ ἀνδρὶ ἀπερισπάστῳ καὶ εὐοδουμένῳ ἐν πᾶσι καὶ ἔτι ἰσχύοντι ἐπιδέξασθαι τροφήν.
Σοφ. Σειρ. 41,1 Ω θάνατε, πόσον πικρά είναι η ανάμνησίς σου εις άνθρωπον, ο οποίος ζη ειρηνικώς ανάμεσα εις τα αγαθά του, αμέριμνος και προοδεύων εις όλα· εις άνθρωπον, ο οποίος έχει ισχύν και υγείαν, ώστε να τρώγη με όρεξιν τα φαγητά!
 
Σοφ. Σειρ. 41,2 ὦ θάνατε, καλόν σου τὸ κρίμα ἐστὶν ἀνθρώπῳ ἐπιδεομένῳ καὶ ἐλασσουμένῳ ἰσχύϊ, ἐσχατογήρῳ καὶ περισπωμένῳ περὶ πάντων καὶ ἀπειθοῦντι καὶ ἀπολωλεκότι ὑπομονήν.
Σοφ. Σειρ. 41,2 Ω θάνατε, κρίνεσαι καλός δια τον πτωχόν, δια τον σωματικώς ασθενή και αδύνατον, δι' εκείνον που έχει φθάσει εις βαθύ γήρας, δι' αυτόν ο οποίος περισπάται εις πολλάς και βαρείας μερίμνας και ο οποίος επαναστατεί δια την κατάστασίν του και έχει χάσει πλέον την υπομονήν.
 
Σοφ. Σειρ. 41,3 μὴ εὐλαβοῦ κρίμα θανάτου, μνήσθητι προτέρων σου καὶ ἐσχάτων·
Σοφ. Σειρ. 41,3 Αλλά συ, ω άνθρωπε, εις οιανδήποτε και αν ευρίσκεσαι κατάστασιν, μη φοβήσαι την ώραν του θανάτου. Ενθυμήσου εκείνους που έζησαν πριν από σέ, και εκείνους που θα ζήσουν ύστερα από σέ.
 
Σοφ. Σειρ. 41,4 τοῦτο τὸ κρίμα παρὰ Κυρίου πάσῃ σαρκί, καὶ τί ἀπαναίνῃ ἐν εὐδοκίᾳ Ὑψίστου; εἴτε δέκα εἴτε ἑκατὸν εἴτε χίλια ἔτη, οὐκ ἔστιν ἐν ᾅδου ἐλεγμὸς ζωῆς.
Σοφ. Σειρ. 41,4 Αυτή είναι η απόφασις του Κυρίου δια κάθε άνθρωπον, ο θάνατος. Διατί να ανθίσταται κανείς εις την αγαθήν αυτήν απόφασιν του Υψίστου; Είτε δέκα, είτε εκατόν, είτε χίλια έτη και αν έζησε κανείς, κάτω στον άδην δεν θα τον ελέγξη κανείς δια τον αριθμόν των ετών της ζωής του.
 
Σοφ. Σειρ. 41,5 Τέκνα βδελυκτὰ γίνεται τέκνα ἁμαρτωλῶν καὶ συναναστρεφόμενα παροικίαις ἀσεβῶν.
Σοφ. Σειρ. 41,5 Βδελυρά γίνονται τα τέκνα των αμαρτωλών, τα οποία συχνάζουν και συναναστρέφονται εις τας οικίας ασεβών ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 41,6 τέκνων ἁμαρτωλῶν ἀπολεῖται κληρονομία, καὶ μετὰ τοῦ σπέρματος αὐτῶν ἐνδελεχιεῖ ὄνειδος.
Σοφ. Σειρ. 41,6 Η κληρονομία των αμαρτωλών τέκνων χάνεται, εις δε τους απογόνους των παραμένει πάντοτε ο εξευτελισμός και η ανυποληψία.
 
Σοφ. Σειρ. 41,7 πατρὶ ἀσεβεῖ μέμψεται τέκνα, ὅτι δι᾿ αὐτὸν ὀνειδισθήσονται.
Σοφ. Σειρ. 41,7 Τον ασεβή πατέρα θα τον μέμφωνται τα τέκνα του, διότι εξ αιτίας αυτού, θα ονειδίζωνται.
 
Σοφ. Σειρ. 41,8 οὐαὶ ὑμῖν, ἄνδρες ἀσεβεῖς, οἵτινες ἐγκατελίπετε νόμον Θεοῦ Ὑψίστου·
Σοφ. Σειρ. 41,8 Αλλοίμονον εις σας, ω ασεβείς άνδρες, οι οποίοι έχετε εγκαταλείψει τον νόμον του Υψίστου Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 41,9 καὶ ἐὰν γεννηθῆτε, εἰς κατάραν γεννηθήσεσθε, καὶ ἐὰν ἀποθάνητε, εἰς κατάραν μερισθήσεσθε.
Σοφ. Σειρ. 41,9 Και εάν έχετε γεννηθή, δια την κατάραν εγεννηθήκατε και όταν αποθάνετε, η κατάρα θα είναι το μερίδιον και η κληρονομία σας.
 
Σοφ. Σειρ. 41,10 πάντα ὅσα ἐκ γῆς, εἰς γῆν ἀπελεύσεται, οὕτως ἀσεβεῖς ἀπὸ κατάρας εἰς ἀπώλειαν.
Σοφ. Σειρ. 41,10 Ολα όσα προέρχονται από την γην, εις την γην θα επανέλθουν. Ετσι και οι ασεβείς, από την κατάραν θα καταντήσουν εις την απώλειαν.
 
Σοφ. Σειρ. 41,11 Πένθος ἀνθρώπων ἐν σώμασιν αὐτῶν, ὄνομα δὲ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀγαθὸν ἐξαλειφθήσεται.
Σοφ. Σειρ. 41,11 Το πένθος των ανθρώπων αναφέρεται στον σωματικόν θάνατον· το κακόν όμως όνομα των αμαρτωλών ποτέ δεν θα εξαλειφθή.
 
Σοφ. Σειρ. 41,12 φρόντισον περὶ ὀνόματος, αὐτὸ γάρ σοι διαμένει ἢ χίλιοι μεγάλοι θησαυροὶ χρυσίου.
Σοφ. Σειρ. 41,12 Φρόντισε δια το καλόν όνομά σου, διότι αυτό θα παραμείνη ως ισοβιον κτήμα σου, παρά χίλιοι μεγάλοι θησαυροί χρυσού.
 
Σοφ. Σειρ. 41,13 ἀγαθῆς ζωῆς ἀριθμὸς ἡμερῶν, καὶ ἀγαθὸν ὄνομα εἰς αἰῶνα διαμενεῖ.
Σοφ. Σειρ. 41,13 Και αυτής ακόμη της καλής ζωής είναι μετρημέναι αι ημέραι. Το καλόν όμως όνομα μένει πάντοτε.
 
Σοφ. Σειρ. 41,14 παιδείαν ἐν εἰρήνῃ συντηρήσατε, τέκνα· σοφία δὲ κεκρυμμένη καὶ θησαυρὸς ἀφανής, τίς ὠφέλεια ἐν ἀμφοτέροις;
Σοφ. Σειρ. 41,14 Παιδιά μου, προσέξατε και κρατήσατε την ειρηνικήν διδασκαλίαν και μόρφωσιν. Σοφία κρυμμένη και θησαυρός αφανής, ποίαν ωφέλειαν ημπορούν και τα δυο να φέρουν;
 
Σοφ. Σειρ. 41,15 κρείσσων ἄνθρωπος ἀποκρύπτων τὴν μωρίαν αὐτοῦ ἢ ἄνθρωπος ἀποκρύπτων τὴν σοφίαν αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 41,15 Καλύτερος είναι ενας άνθρωπος, που κρύπτει την μωρίαν του, παρά ένας σοφός που κρύπτει την σοφίαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 41,16 τοιγαροῦν ἐντράπητε ἐπὶ τῷ ῥήματί μου· οὐ γάρ ἐστι πᾶσαν αἰσχύνην διαφυλάξαι καλόν, καὶ οὐ πάντα πᾶσιν ἐν πίστει εὐδοκιμεῖται.
Σοφ. Σειρ. 41,16 Λοιπόν, και σεις εντραπήτε δια τα λόγια, τα οποία σας είπα και θα σας είπω. Δεν είναι βέβαια καλόν να συστέλλεται κανείς εις κάθε είδος εντροπής και όλα τα πράγματα δεν εκτιμώνται με ακρίβειαν εκ μέρους των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 41,17 αἰσχύνεσθε ἀπὸ πατρὸς καὶ μητρὸς περὶ πορνείας καὶ ἀπὸ ἡγουμένου καὶ δυνάστου περὶ ψεύδους,
Σοφ. Σειρ. 41,17 Ιδού, που πρέπει να αισθάνεσθε εντροπήν· να εντρέπεσθε την πορνείαν ενώπιον μάλιστα του πατρός και της μητρός σας· το ψεύδος ενώπιον του ηγεμόνος και του κατέχοντος εξουσίαν,
 
Σοφ. Σειρ. 41,18 ἀπὸ κριτοῦ καὶ ἄρχοντος περὶ πλημμελείας, ἀπὸ συναγωγῆς καὶ λαοῦ περὶ ἀνομίας,
Σοφ. Σειρ. 41,18 καταπάτησιν του Νομου ενώπιον δικαστού και άρχοντος και την κατηγορίαν εναντίον σας περί αδικίας εκ μέρους συγκεντρώσεως και λαού ολοκλήρου.
 
Σοφ. Σειρ. 41,19 ἀπὸ κοινωνοῦ καὶ φίλου περὶ ἀδικίας καὶ ἀπὸ τόπου, οὗ παροικεῖς, περὶ κλοπῆς,
Σοφ. Σειρ. 41,19 Να αισθάνεσθε εντροπήν δι' αδικίαν απέναντι του συντρόφου και φίλου σας, δια κλοπήν εις την πόλιν, όπου συ κατοικείς.
 
Σοφ. Σειρ. 41,20 ἀπὸ ἀληθείας Θεοῦ καὶ διαθήκης καὶ ἀπὸ πήξεως ἀγκῶνος ἐπ᾿ ἄρτοις,
Σοφ. Σειρ. 41,20 Εντροπήν επίσης εμπρός εις την αλήθειαν και την διαθήκην του Θεού και ακόμη δια το στήριγμα του αγκώνος της χειρός σας όταν παρακάθεσθε εις τράπεζαν φαγητού.
 
Σοφ. Σειρ. 41,21 ἀπὸ σκορακισμοῦ λήψεως καὶ δόσεως καὶ ἀπὸ ἀσπαζομένων περὶ σιωπῆς,
Σοφ. Σειρ. 41,21 Να εντρέπεσθε τας παρανόμους δοσοληψίας, και όταν οι άλλοι σας χαιρετούν, σεις δε σιωπάτε.
 
Σοφ. Σειρ. 41,22 ἀπὸ ὁράσεως γυναικὸς ἑταίρας καὶ ἀπὸ ἀποστροφῆς προσώπου συγγενοῦς,
Σοφ. Σειρ. 41,22 Εντροπή είναι να παρατηρής μίαν γυναίκα διεφθαρμένην και να αποστρέφης το πρόσωπόν σου από συγγενή σου.
 
Σοφ. Σειρ. 41,23 ἀπὸ ἀφαιρέσεως μερίδος καὶ δόσεως καὶ ἀπὸ κατανοήσεως γυναικὸς ὑπάνδρου,
Σοφ. Σειρ. 41,23 Να αφαιρής από κάποιον το δίκαιον μερίδιόν του η το δώρον του, και να περιεργάζεσαι με πονηρίαν γυναίκα ύπανδρον.
 
Σοφ. Σειρ. 41,24 ἀπὸ περιεργείας παιδίσκης αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐπιστῇς ἐπὶ τὴν κοίτην αὐτῆς·
Σοφ. Σειρ. 41,24 Εντροπή είναι, να έχης μεγάλην οικειότητα με την υπηρέτριάν σου· πρόσεξε μη πλησίασης εις την κλίνην της.
 
Σοφ. Σειρ. 41,25 ἀπὸ φίλων περὶ λόγων ὀνειδισμοῦ, καὶ μετὰ τὸ δοῦναι μὴ ὀνείδιζε,
Σοφ. Σειρ. 41,25 Να εντραπής δια προσβλητικούς λόγους εναντίον των φίλων σου, όταν δε εκείνοι ευρεθούν εις ανάγκην, συ δε τους βοηθήσης, πρόσεξε μη θίξης την αξιοπρέπειάν των.
 
Σοφ. Σειρ. 41,26 ἀπὸ δευτερώσεως καὶ λόγου ἀκοῆς, καὶ ἀπὸ ἀποκαλύψεων λόγων κρυφίων·
Σοφ. Σειρ. 41,26 Θεώρει εντροπήν σου το να επαναλαμβάνης και να διηγήσαι κάθε τι, το οποίον ακούεις, και προ παντός να αποκαλύψης εκείνα, τα οποία ως μυστικά σου έχουν λεχθή.
 
Σοφ. Σειρ. 41,27 καὶ ἔσῃ αἰσχυντηρὸς ἀληθινῶς καὶ εὑρίσκων χάριν ἔναντι παντὸς ἀνθρώπου.
Σοφ. Σειρ. 41,27 Ετσι φερόμενος θα απκτησης την αληθινήν και αξιέπαινον εντροπήν και θα ευρίσκης πάντοτε χάριν και εκτίμησιν εκ μέρους όλων των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 42,1 Μὴ περὶ τούτων αἰσχυνθῇς, καὶ μὴ λάβῃς πρόσωπον τοῦ ἁμαρτάνειν·
Σοφ. Σειρ. 42,1 Δι' αυτά όμως, τα οποία εν συνεχεία θα σου είπω, δεν πρέπει ποτέ να εντρέπεσαι· και μη επηρεασθής από πρόσωπα, οιαδήποτε και αν είναι, ώστε να παρεκκλίνης εις την αμαρτίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 42,2 περὶ νόμου Ὑψίστου καὶ διαθήκης καὶ περὶ κρίματος δικαιῶσαι τὸν ἀσεβῆ,
Σοφ. Σειρ. 42,2 Να μη αισθάνεσαι εντροπήν, όταν πρόκειται περί του σεβασμού προς τον νόμον του Υψίστου και προς την διαθήκην του. Μη εντραπής να εκδώσης ορθήν απόφασιν, η οποία αποδίδει το δίκαιον και προς αυτόν ακόμη τον ασεβή.
 
Σοφ. Σειρ. 42,3 περὶ λόγου κοινωνοῦ καὶ ὁδοιπόρων καὶ περὶ δόσεως κληρονομίας ἑταίρων,
Σοφ. Σειρ. 42,3 Μη εντραπής, να κάμης δικαίους λογαριασμούς με τον σύντροφόν σου και προς αυτούς ακόμη τους διαβάτας, όπως επίσης και όταν πρόκειται να αποδώσης ο,τι ανήκει στους φίλους σου.
 
Σοφ. Σειρ. 42,4 περὶ ἀκριβείας ζυγοῦ καὶ σταθμίων, περὶ κτήσεως πολλῶν καὶ ὀλίγων,
Σοφ. Σειρ. 42,4 Φρόντιζε να είναι ακριβής η ζυγαριά και τα ζύγια της και να αποκτήσης πολλά η ολίγα, αδιάφορον, με δικαιοσύνην όμως.
 
Σοφ. Σειρ. 42,5 περὶ διαφόρου πράσεως ἐμπόρων καὶ περὶ παιδείας τέκνων πολλῆς καὶ οἰκέτῃ πονηρῷ πλευρὰν αἱμάξαι.
Σοφ. Σειρ. 42,5 Μη εντραπής δια το νόμιμον κέρδος εκ της πωλήσεως στους εμπόρους, δια την πλήρη και ορθήν διαπαιδαγώγησιν των τέκνων, δια την σκληράν μέχρις αιματώσεως τιμωρίαν του πονηρού δούλου.
 
Σοφ. Σειρ. 42,6 ἐπὶ γυναικὶ πονηρᾷ καλὸν σφραγίς, καὶ ὅπου χεῖρες πολλαί, κλεῖσον·
Σοφ. Σειρ. 42,6 Εάν στο σπίτι υπάρχη φιλοπερίεργος και κακή γυναίκα, καλόν είναι να τίθεται κλειδί εις τα διάφορα είδη του οίκου· επίσης έχε όλα κλειδωμένα εκεί, όπου υπάρχουν πολλά χέρια, έτοιμα να αρπάξουν.
 
Σοφ. Σειρ. 42,7 ὃ ἐὰν παραδίδως, ἐν ἀριθμῷ καὶ σταθμῷ, καὶ δόσις καὶ λῆψις, πάντα ἐν γραφῇ·
Σοφ. Σειρ. 42,7 Μη εντραπής να μετράς και να ζυγίζης με ακρίβειαν κάθε τι, που δίδεις στους ανθρώπους σου, και να καταγράφης κάθε δοσοληψίαν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 42,8 περὶ παιδείας ἀνοήτου καὶ μωροῦ καὶ ἐσχατογήρου κρινομένου πρὸς νέους· καὶ ἔσῃ πεπαιδευμένος ἀληθινῶς καὶ δεδοκιμασμένος ἔναντι παντὸς ζῶντος.
Σοφ. Σειρ. 42,8 Μη εντραπής, να ελέγχης τον μωρόν και τον ανόητον, όπως επίσης και άνθρωπον, ο οποίος αν και ευρίσκεται εις βαθύ γήρας, φιλονεικεί με νεαρούς. Ετσι θα αναδειχθής πράγματι μορφωμένος και θα αποκτήσης την εκτίμησιν εκ μέρους όλων των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 42,9 Θυγάτηρ πατρὶ ἀπόκρυφος ἀγρυπνία, καὶ ἡ μέριμνα αὐτῆς ἀφιστᾷ ὕπνον· ἐν νεότητι αὐτῆς μήποτε παρακμάσῃ, καὶ συνῳκηκυῖα μήποτε μισηθῇ·
Σοφ. Σειρ. 42,9 Η κόρη είναι δια τον πατέρα κρυφή μεγάλη φροντίς, και η μέριμνα δι' αυτήν του διώχνει τον ύπνον. Ανησυχεί ο πατέρας, μήπως τυχόν και παρέλθη η νεότης, το άνθος της ηλικίας της, και μείνη ανύπανδρος· ακόμη δε μήπως και μισηθή από τον άνδρα, τον οποίον έχει συζευχθή.
 
Σοφ. Σειρ. 42,10 ἐν παρθενίᾳ μήποτε βεβηλωθῇ καὶ ἐν τοῖς πατρικοῖς αὐτῆς ἔγκυος γένηται· μετὰ ἀνδρὸς οὖσα μήποτε παραβῇ, καὶ συνῳκηκυῖα, μήποτε στειρωθῇ.
Σοφ. Σειρ. 42,10 Μηπως κατά τον χρόνον της παρθενικής της ζωής διαφθαρή και καταστή έγκυος στο πατρικό της σπίτι· μήπως, όταν νόμιμος σύζυγος πλέον ανδρός, καταπατήση την συζυγικήν πίστιν η συνοικούσα με τον άνδρα της μείνη στείρα.
 
Σοφ. Σειρ. 42,11 ἐπὶ θυγατρὶ ἀδιατρέπτῳ στερέωσον φυλακήν, μήποτε ποιήσῃ σε ἐπίχαρμα ἐχθροῖς, λαλιὰν ἐν πόλει καὶ ἔκκλητον λαοῦ, καὶ καταισχύνῃ σε ἐν πλήθει πολλῶν.
Σοφ. Σειρ. 42,11 Να έχης συνεχή και αυστηράν προσοχήν εις αδιάντροπον κόρην σου, δια να μη σε κάμη καταγέλαστον στους εχθρούς σου, κακόν μολόγημα εις την πόλιν, διασυρμόν υπό των πολιτών και σε κατεντροπιάση εν μέσω πλήθους ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 42,12 παντὶ ἀνθρώπῳ μὴ ἔμβλεπε ἐν κάλλει καὶ ἐν μέσῳ γυναικῶν μὴ συνέδρευε·
Σοφ. Σειρ. 42,12 Μη βλέπης γοητευμένος το κάλλος οιουδήποτε ανθρώπου και μη κάθεσαι ανάμεσα εις γυναίκας,
 
Σοφ. Σειρ. 42,13 ἀπὸ γὰρ ἱματίων ἐκπορεύεται σὴς καὶ ἀπὸ γυναικὸς πονηρία γυναικός.
Σοφ. Σειρ. 42,13 διότι όπως από τα ενδύματα βγαίνη ο σκόρος, έτσι και από την γυναίκα πηγάζει η γυναικεία πονηρία.
 
Σοφ. Σειρ. 42,14 κρείσσων πονηρία ἀνδρὸς ἢ ἀγαθοποιὸς γυνή, καὶ γυνὴ καταισχύνουσα εἰς ὀνειδισμόν.
Σοφ. Σειρ. 42,14 Προτιμοτέρα είναι η φανερά κακία του ανδρός, παρά η υποκριτική εξυπηρετική γυναίκα, και ακόμη περισσότερον γυναίκα, η οποία κατεντροπιάζει και εξευτελίζει τον άνδρα.
 
Σοφ. Σειρ. 42,15 Μνησθήσομαι δὴ τὰ ἔργα Κυρίου, καὶ ἃ ἑώρακα ἐκδιηγήσομαι· ἐν λόγοις Κυρίου τὰ ἔργα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 42,15 Και τώρα θα φέρω εις την μνήμην μου τα θαυμαστά έργα του Κυρίου. Θα διηγηθώ εκείνα, τα οποία είδα και έμαθα. Με τα παντοδύναμα προστάγματά του εδημιούργησεν ο Κυριος πάντα τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 42,16 ἥλιος φωτίζων κατὰ πᾶν ἐπέβλεψε, καὶ τῆς δόξης αὐτοῦ πλῆρες τὸ ἔργον αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 42,16 Ο ήλιος φωτίζει τα πάντα και καθιστά φανερά τα πάντα, ώστε να φαίνεται το πλήρες δόξης έργον του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 42,17 οὐκ ἐνεποίησε τοῖς ἁγίοις Κύριος ἐκδιηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐστερέωσε Κύριος ὁ παντοκράτωρ στηριχθῆναι ἐν δόξῃ αὐτοῦ τὸ πᾶν.
Σοφ. Σειρ. 42,17 Ο Κυριος δεν έδωσε την απαιτουμένην δύναμιν ούτε εις αυτούς τους αγίους, να διηγούνται όλα αυτού τα θαυμαστά έργα, τα οποία ο Κυριος ο παντοκράτωρ εστερέωσεν, ώστε το σύμπαν να υφίσταται, δια να διηγήται την δόξαν του Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 42,18 ἄβυσσον καὶ καρδίαν ἐξίχνευσε καὶ ἐν πανουργεύμασιν αὐτῶν διενοήθη· ἔγνω γὰρ ὁ Κύριος πᾶσαν εἴδησιν καὶ ἐνέβλεψεν εἰς σημεῖον αἰῶνος,
Σοφ. Σειρ. 42,18 Ο Κυριος εξιχνιάζει τους ωκεανούς και τας καρδίας των ανθρώπων, γνωρίζει επακριβώς όλας τας σκέψεις και τα έργα αυτών· διότι ο Κυριος κατέχει κάθε γνώσιν και βλέπει όλα τα χρονικά σημεία των αιώνων.
 
Σοφ. Σειρ. 42,19 ἀπαγγέλλων τὰ παρεληλυθότα καὶ ἐπεσόμενα καὶ ἀποκαλύπτων ἴχνη ἀποκρύφων.
Σοφ. Σειρ. 42,19 Αναγγέλλει παρελθόντα και μέλλοντα, αποκαλύπτει τα απόκρυφα πράγματα μέχρι και του τελευταίου ίχνους των.
 
Σοφ. Σειρ. 42,20 οὐ παρῆλθεν αὐτὸν πᾶν διανόημα, οὐκ ἐκρύβη ἀπ᾿ αὐτοῦ οὐδὲ εἷς λόγος.
Σοφ. Σειρ. 42,20 Καμμία σκέψις ανθρώπων δεν του διαφεύγει· κανένας λόγος δεν μένει κρυμμένος από αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 42,21 τὰ μεγαλεῖα τῆς σοφίας αὐτοῦ ἐκόσμησε, καὶ ὡς ἔστι πρὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν αἰῶνα· οὔτε προσετέθη οὔτε ἠλαττώθη, καὶ οὐ προσεδεήθη οὐδενὸς συμβούλου.
Σοφ. Σειρ. 42,21 Τα μεγαλειώδη έργα της πανσοφίας του διεκόσμησε και ενηρμόνισε. Αυτός υπάρχει αναλλοίωτος προ πάντων των αιώνων και αυτός θα μείνη ανά τους αιώνας· ούτε προσετέθη τίποτε στο άπειρον μεγαλείον του, ούτε και αφηρέθη, ούτε και έχει ανάγκην από κανένα σύμβουλον.
 
Σοφ. Σειρ. 42,22 ὡς πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐπιθυμητὰ καὶ ὡς σπινθῆρός ἐστι θεωρῆσαι.
Σοφ. Σειρ. 42,22 Ποσον επιθυμητά είναι όλα τα μεγαλειώδη έργα του! Αλλά ο,τι είναι ενας σπινθήρ απέναντι του ηλίου, έτσι είναι αυτά που βλέπομεν, έναντι εκείνων που δεν βλέπομεν.
 
Σοφ. Σειρ. 42,23 πάντα ταῦτα ζῇ καὶ μένει εἰς τὸν αἰῶνα ἐν πάσαις χρείαις, καὶ πάντα ὑπακούει.
Σοφ. Σειρ. 42,23 Ολα αυτά ζουν και μένουν στους αιώνας δι' όλας τας ανάγκας, και τα πάντα υπακούουν εις αυτόν.
 
Σοφ. Σειρ. 42,24 πάντα δισσά, ἓν κατέναντι τοῦ ἑνός, καὶ οὐκ ἐποίησεν οὐδὲν ἐλλεῖπον·
Σοφ. Σειρ. 42,24 Τα πάντα είναι ανά δύο, το ένα απέναντι του άλλου. Και κανένα δεν το εδημιούργησεν ατελές.
 
Σοφ. Σειρ. 42,25 ἓν τοῦ ἑνὸς ἐστερέωσε τὰ ἀγαθά, καὶ τίς πλησθήσεται ὁρῶν δόξαν αὐτοῦ;
Σοφ. Σειρ. 42,25 Το ένα συμπληρώνει και υπογραμμίζει την ωραιότητα των άλλων αγαθών. Ποιός ποτέ θα χορτάση βλέπων την δόξαν του Κυρίου;
 
Σοφ. Σειρ. 43,1 Γαυρίασμα ὕψους στερέωμα καθαριότητος, εἶδος οὐρανοῦ ἐν ὁράματι δόξης.
Σοφ. Σειρ. 43,1 Η μεγαλοπρέπεια του ύψους, η καθαρότης και διαφάνεια του ουρανίου στερεώματος, η εμφάνισις του ουρανού εις όλην την θαυμαστήν δόξαν του είναι καταπληκτικόν θέαμα.
 
Σοφ. Σειρ. 43,2 ἥλιος ἐν ὀπτασίᾳ διαγγέλων ἐν ἐξόδῳ, σκεῦος θαυμαστόν, ἔργον Ὑψίστου.
Σοφ. Σειρ. 43,2 Ο ήλιος, αμέσως μόλις μετά την ανατολήν του εμφανισθή, διαγγέλλει την μεγαλοπρέπειαν του Θεού. Είναι θαυμαστόν δημιούργημα, έργον του Υψίστου Θεού.
 
Σοφ. Σειρ. 43,3 ἐν μεσημβρίᾳ αὐτοῦ ἀναξηραίνει χώραν, καὶ ἐναντίον καύματος αὐτοῦ τίς ὑποστήσεται;
Σοφ. Σειρ. 43,3 Αυτός κατά την μεσημβρίαν ξηραίνει την χώραν· εναντίον δε της θερμότητός του ποιός είναι δυνατόν να αντισταθή;
 
Σοφ. Σειρ. 43,4 κάμινον φυσῶν ἐν ἔργοις καύματος, τριπλασίως ἥλιος ἐκκαίων ὄρη· ἀτμίδας πυρώδεις ἐκφυσῶν καὶ ἐκλάμπων ἀκτῖνας ἀμαυροῖ ὀφθαλμούς.
Σοφ. Σειρ. 43,4 Ο τεχνίτης φυσά την κάμινον του πυρός δια τα έργα του. Ο ήλιος όμως πολλαπλασίως θερμός καίει όρη, κάμνει να αναδίδωνται πυρώδεις ατμοί. Εκτοξεύων δε τας ολολάμπρους ακτίνας του θαμβώνει τους οφθαλμούς των ανθρώπων.
 
Σοφ. Σειρ. 43,5 μέγας Κύριος ὁ ποιήσας αὐτόν, καὶ ἐν λόγοις αὐτοῦ κατέσπευσε πορείαν. -
Σοφ. Σειρ. 43,5 Μέγας είναι ο Κυριος, ο οποίος εδημιούργησε τον ήλιον. Ο δε ήλιος, υπακούων εις τας διαταγάς του δημιουργού, ακολουθεί πιστώς την διατεταγμένην πορείαν του.
 
Σοφ. Σειρ. 43,6 Καὶ ἡ σελήνη ἐν πᾶσιν εἰς καιρὸν αὐτῆς, ἀνάδειξιν χρόνων καὶ σημεῖον αἰῶνος.
Σοφ. Σειρ. 43,6 Και η σελήνη εις όλα και εις όλας τας ώρας της πάντοτε ακριβής δεικνύει τας εποχάς του έτους και είναι αιώνιον σημείον.
 
Σοφ. Σειρ. 43,7 ἀπὸ σελήνης σημεῖον ἑορτῆς, φωστὴρ μειούμενος ἐπὶ συντελείας.
Σοφ. Σειρ. 43,7 Από την σελήνην καθορίζονται αι ημέραι των εορτών. Είναι φωστήρ, του οποίου το φως με την πάροδον των ημερών ολιγοστεύει μέχρι πλήρους εκλείψεως.
 
Σοφ. Σειρ. 43,8 μὴν κατὰ τὸ ὄνομα αὐτῆς ἐστιν, αὐξανομένη θαυμαστῶς ἐν ἀλλοιώσει, σκεῦος παρεμβολῶν ἐν ὕψει, ἐν στερεώματι οὐρανοῦ ἐκλάμπων.
Σοφ. Σειρ. 43,8 Χαρις εις αυτήν διακρίνεται ο ένας μήνας από τον άλλον. Αυξάνεται κατά τρόπον θαυμαστόν εις τας διαφόρους φάσεις της. Είναι φωτεινόν αντικείμενον ανάμεσα εις τας στρατιάς των αστέρων, εκλάμπουσα στο στερέωμα του ουρανού.
 
Σοφ. Σειρ. 43,9 κάλλος οὐρανοῦ, δόξα ἄστρων, κόσμος φωτίζων ἐν ὑψίστοις Κυρίου·
Σοφ. Σειρ. 43,9 Ομορφιά του ουρανού είναι η λαμπρότης των αστέρων· ολόφωτα κοσμήματα, που φωτίζουν τα ουράνια όψη του Κυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 43,10 ἐν λόγοις ἁγίου στήσονται κατὰ κρίμα καὶ οὐ μὴ ἐκλυθῶσιν ἐν φυλακαῖς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 43,10 Δια του λόγου του αγίου Θεού υπάρχουν εις τας θέσεις των οι αστέρες, σύμφωνα με την διαταγήν που έλαβαν, και ποτέ δεν θα παραλύσουν από κόπον εν τη εκπληρώσει της αποστολής των.
 
Σοφ. Σειρ. 43,11 ἰδὲ τόξον καὶ εὐλόγησον τὸν ποιήσαντα αὐτό, σφόδρα ὡραῖον ἐν τῷ αὐγάσματι αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 43,11 Παρατήρησε το ουράνιον τόξον και δοξολόγησε τον Δημιουργόν του, διότι είναι καταπληκτικώς ωραίον με την λαμπράν του εμφάνισιν.
 
Σοφ. Σειρ. 43,12 ἐγύρωσεν οὐρανὸν ἐν κυκλώσει δόξης, χεῖρες Ὑψίστου ἐτάνυσαν αὐτό. -
Σοφ. Σειρ. 43,12 Ολόγυρα περικλείει τον ουρανόν με τον φωτεινόν του κύκλον· αι χείρες του Υψίστου Θεού το έχουν τεντώσει.
 
Σοφ. Σειρ. 43,13 Προστάγματι αὐτοῦ κατέσπευσε χιόνα καὶ ταχύνει ἀστραπὰς κρίματος αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 43,13 Δια της προσταγής του Κυρίου πίπτει το χιόνι εις την γην. Ο Κυριος αποστέλλει τας ταχείας αστραπάς εις τιμωρίαν των παρανόμων και προς εκτέλεσιν των δικαίων αποφάσεών του.
 
Σοφ. Σειρ. 43,14 διὰ τοῦτο ἠνεῴχθησαν θησαυροί, καὶ ἐξέπτησαν νεφέλαι ὡς πετεινά·
Σοφ. Σειρ. 43,14 Με το πρόσταγμά του ήνοιξαν τα θησαυροφυλάκια του ουρανού και ωσάν πτηνά επέταξαν αι νεφέλαι.
 
Σοφ. Σειρ. 43,15 ἐν μεγαλείῳ αὐτοῦ ἴσχυσε νεφέλας, καὶ διεθρύβησαν λίθοι χαλάζης·
Σοφ. Σειρ. 43,15 Δια της μεγαλειώδους δυνάμεώς του πυκνώνει τας νεφέλας και η χάλαζα πίπτει κάτω σαν θρύμματα λίθων.
 
Σοφ. Σειρ. 43,16 καὶ ἐν ὀπτασίαις αὐτοῦ σαλευθήσεται ὄρη, ἐν θελήματι πνεύσεται νότος.
Σοφ. Σειρ. 43,16 Με τας εμφανίσεις αυτού σαλεύονται τα όρη και με το θέλημά του πνέει ο νότιος άνεμος.
 
Σοφ. Σειρ. 43,17 φωνὴ βροντῆς αὐτοῦ ὠδίνησε γῆν καὶ καταιγὶς Βορέου καὶ συστροφὴ πνεύματος.
Σοφ. Σειρ. 43,17 Η φωνή της βροντής του προκαλεί ωδίνας τοκετού εις την γην. Ερχεται από τον βορράν καταιγίς και ανεμοστρόβιλος.
 
Σοφ. Σειρ. 43,18 ὡς πετεινὰ καθιπτάμενα πάσσει χιόνα, καὶ ὡς ἀκρὶς καταλύουσα ἡ κατάβασς αὐτῆς· κάλλος λευκότητος αὐτῆς ἐκθαυμάσει ὀφθαλμός, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑετοῦ αὐτῆς ἐκστήσεται καρδία.
Σοφ. Σειρ. 43,18 Σκορπίζει και αποθέτει το χιόνι εις την γην, ωσάν πτηνά που πετώντα καταβαίνουν. Κατεβαίνουν αι νιφάδες του χιονιού, ωσάν τις ακρίδες που καλύπτουν την γην. Το κάλλος της λευκότητός της θαμβώνει τα μάτια και η καρδία του ανθρώπου καταπλήσσεται, καθώς την βλέπει, ωσάν βροχή να πίπτη.
 
Σοφ. Σειρ. 43,19 καὶ πάχνην ὡς ἅλα ἐπὶ γῆς χέει, καὶ παγεῖσα γίνεται σκολόπων ἄκρα.
Σοφ. Σειρ. 43,19 Χυνει την πάχνην επάνω εις την γην ωσάν αλάτι· και όταν αυτή παγώση, γίνεται ωσάν τας αιχμάς των ακανθών.
 
Σοφ. Σειρ. 43,20 ψυχρὸς ἄνεμος Βορέης πνεύσει, καὶ παγήσεται κρύσταλλος ἐφ᾿ ὕδατος· ἐπὶ πᾶσαν συναγωγὴν ὕδατος καταλύσει, καὶ ὡς θώρακα ἐνδύσεται τὸ ὕδωρ.
Σοφ. Σειρ. 43,20 Θα πνεύση κατόπιν παγωμένος βορηάς, θα πήξη το νερό και θα γίνη κρύσταλλος. Ο πάγος εκτείνεται παντού, όπου υπάρχουν ύδατα, και καλύπτει το νερό ωσάν με θώρακα.
 
Σοφ. Σειρ. 43,21 καταφάγεται ὄρη καὶ ἔρημον ἐκκαύσει καὶ ἀποσβέσει χλόην ὡς πῦρ.
Σοφ. Σειρ. 43,21 Κατατρώγει ο πάγος τα όρη, καίει την έρημον, και ωσάν φωτιά κατακαίει την χλόην.
 
Σοφ. Σειρ. 43,22 ἴασις πάντων κατὰ σπουδὴν ὁμίχλη, δρόσος ἀπαντῶσα ἀπὸ καύσωνος ἱλαρώσει. -
Σοφ. Σειρ. 43,22 Ταχεία θεραπεία από όλας τας βλάβας του πάγου είναι τα νέφη, η δε δροσιά έπειτα από το καύμα δίδει άνεσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 43,23 Λογισμῷ αὐτοῦ ἐκόπασεν ἄβυσσον, καὶ ἐφύτευσεν ἐν αὐτῇ νήσους.
Σοφ. Σειρ. 43,23 Συμφωνα με το σχέδιόν του ο Θεός εδάμασε την θάλασσαν και εφύτευσεν εντός αυτής νήσους.
 
Σοφ. Σειρ. 43,24 οἱ πλέοντες τὴν θάλασσαν διηγοῦνται τὸν κίνδυνον αὐτῆς, καὶ ἀκοαῖς ὠτίων ἡμῶν θαυμάζομεν.
Σοφ. Σειρ. 43,24 Οι ναυτιλλόμενοι, που διαπλέουν την θάλασσαν, διηγούνται τους κινδύνους, που συναντούν εις αυτήν· και ημείς ακούοντες τας διηγήσεις των θαυμάζομεν.
 
Σοφ. Σειρ. 43,25 καὶ ἐκεῖ τὰ παράδοξα καὶ θαυμάσια ἔργα, ποικιλία παντὸς ζῴου, κτίσις κητῶν.
Σοφ. Σειρ. 43,25 Και εκεί εις την θάλασσαν υπάρχουν παράδοξα και θαυμαστά δημιουργήματα, ποικίλα ζώα παντός είδους, διάφοροι φυλαί από μεγάλα κήτη.
 
Σοφ. Σειρ. 43,26 δι᾿ αὐτὸν εὐοδοῖ ἄγγελος αὐτοῦ, καὶ ἐν λόγῳ αὐτοῦ σύγκειται πάντα.
Σοφ. Σειρ. 43,26 Προς χάριν του Κυρίου ο αγγελικός κόσμος φέρει εις αίσιον πέρας τα έργα του, και δια του λόγου του τα πάντα τακτοποιούνται.
 
Σοφ. Σειρ. 43,27 Πολλὰ ἐροῦμεν καὶ οὐ μὴ ἐφικώμεθα, καὶ συντέλεια λόγων· τὸ πᾶν ἐστιν αὐτός.
Σοφ. Σειρ. 43,27 Πολλά ακόμη ηιμπορούμεν να είπωμεν, αλλά ποτέ δεν θα εξαντλήσωμεν το θέμα. Με μίαν λέξιν· Το παν είναι Αυτός.
 
Σοφ. Σειρ. 43,28 δοξάζοντες ποῦ ἰσχύσομεν; αὐτὸς γὰρ ὁ μέγας παρὰ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 43,28 Που θα εύρωμεν, λοιπόν, ημείς την δύναμιν να τον δοξάσωμεν επαξίως; Διότι αυτός είναι ο απείρως μέγας, υπεράνω από όλα τα έργα του.
 
Σοφ. Σειρ. 43,29 φοβερὸς Κύριος καὶ σφόδρα μέγας, καὶ θαυμαστὴ ἡ δυναστεία αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 43,29 Φοβερός είναι ο Κυριος και απείρως μέγας και θαυμαστή η δύναμίς του.
 
Σοφ. Σειρ. 43,30 δοξάζοντες Κύριον ὑψώσατε, καθόσον ἂν δύνησθε, ὑπερέξει γὰρ καὶ ἔτι· καὶ ὑψοῦντες αὐτὸν πληθύνατε ἐν ἰσχύϊ· μὴ κοπιᾶτε, οὐ γὰρ μὴ ἐφίκησθε.
Σοφ. Σειρ. 43,30 Δοξολογήσατε και ανυψώσατε τον Κυριον όσον ημπορείτε, διότι αυτός θα είναι πάντοτε ανώτερος από όλας τας δοξολογίας σας. Δι' αυτό, και όταν τον δοξολογήτε, πολλαπλασιάσατε την δύναμιν σας· μη κουράζεσθε, διότι ποτέ δεν θα φθάσετε εις την πρέπουσαν δι' εκείνον δοξολογίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 43,31 τίς ἑώρακεν αὐτὸν καὶ ἐκδιηγήσεται; καὶ τίς μεγαλυνεῖ αὐτὸν καθώς ἐστι;
Σοφ. Σειρ. 43,31 Ποιός τον είδε και είναι επομένως εις θέσιν να διηγηθή τα περί αυτού; Και ποιός ημπορεί να τον δοξολογήση, όπως αυτός εις την πραγματικότητα είναι;
 
Σοφ. Σειρ. 43,32 πολλὰ ἀπόκρυφά ἐστι μείζονα τούτων, ὀλίγα γὰρ ἑωράκαμεν τῶν ἔργων αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 43,32 Πολλά θαυμαστά δημιουργήματά του και έργα του, κρυμμένα και άγνωστα, είναι ωραιότερα από εκείνα, που ημείς γνωρίζομεν. Διότι εις την πραγματικότητα ολίγα από τα έργα αυτού έχομεν ίδει.
 
Σοφ. Σειρ. 43,33 πάντα γὰρ ἐποίησεν ὁ Κύριος, καὶ τοῖς εὐσεβέσιν ἔδωκε σοφίαν.
Σοφ. Σειρ. 43,33 Διότι τα πάντα εδημιούργησεν ο Κυριος και αυτός έδωσε και δίδει σοφίαν στους ευσεβείς, να τα εννοούν.
 
Σοφ. Σειρ. 44,1 Αἰνέσωμεν δὴ ἄνδρας ἐνδόξους καὶ τοὺς πατέρας ἡμῶν τῇ γενέσει.
Σοφ. Σειρ. 44,1 Ας επαινέσωμεν τώρα τους ενδόξους άνδρας, τους προπάτορας ημών, κατά την σειράν της γενεαλογίας των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,2 πολλὴν δόξαν ἔκτισεν ὁ Κύριος, τὴν μεγαλωσύνην αὐτοῦ ἀπ᾿ αἰῶνος.
Σοφ. Σειρ. 44,2 Μεγάλην δόξαν ητοίμασεν ο Κυριος δι' αυτούς και το μεγαλείον του εφανέρωσεν εις αυτούς ευθύς εξ αρχής.
 
Σοφ. Σειρ. 44,3 κυριεύοντες ἐν ταῖς βασιλείαις αὐτῶν καὶ ἄνδρες ὀνομαστοὶ ἐν δυνάμει· βουλεύοντες ἐν συνέσει αὐτῶν, ἀπηγγελκότες ἐν προφητείαις·
Σοφ. Σειρ. 44,3 Υπήρξαν μερικοί από αυτούς κύριοι εις τα βασίλειά των, ονομαστοί δια την δύναμίν των, σύμβουλοι πλήρεις σοφίας, αναγγέλλοντες το θέλημα του Θεού, δια προφητικών αποκαλύψεων.
 
Σοφ. Σειρ. 44,4 ἡγούμενοι λαοῦ ἐν διαβουλίοις καὶ συνέσει γραμματείας λαοῦ, σοφοὶ λόγοι ἐν παιδείᾳ αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 44,4 Ηγεμόνες λαών, οι οποίοι με τας σύμβουλάς των, με την σοφίαν της μορφώσεώς των κατηύθυναν τους λαούς, εδίδασκον με τα σοφά των λόγια την αληθή μόρφωσιν.
 
Σοφ. Σειρ. 44,5 ἐκζητοῦντες μέλη μουσικῶν καὶ διηγούμενοι ἔπη ἐν γραφῇ·
Σοφ. Σειρ. 44,5 Αλλοι εκαλλιέργησαν την μουσικήν, μάλιστα δε τας ιεράς μελωδίας. Συνέθεσαν και παρέδωσαν γραπτώς επικά ποιήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 44,6 ἄνδρες πλούσιοι κεχορηγημένοι ἰσχύϊ, εἰρηνεύοντες ἐν παροικίαις αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 44,6 Ανδρες πλούσιοι, προικισμένοι με δύναμιν, ζώντες ειρηνικώς στους τόπους της παραμονής των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,7 πάντες οὗτοι ἐν γενεαῖς ἐδοξάσθησαν, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν καύχημα.
Σοφ. Σειρ. 44,7 Ολοι αυτοί εδοξάσθησαν από τους συγχρόνους των· ήσαν το καύχημα της εποχής των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,8 εἰσὶν αὐτῶν οἳ κατέλιπον ὄνομα τοῦ ἐκδιηγήσασθαι ἐπαίνους·
Σοφ. Σειρ. 44,8 Μερικοί από αυτούς αφήκαν ένδοξον όνομα, ώστε και οι μεταγενέστεροι άνθρωποι να πλέκουν δι' αυτούς εγκώμια.
 
Σοφ. Σειρ. 44,9 καὶ εἰσὶν ὧν οὐκ ἔστι μνημόσυνον καὶ ἀπώλοντο ὡς οὐχ ὑπάρξαντες καὶ ἐγένοντο ὡς οὐ γεγονότες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς.
Σοφ. Σειρ. 44,9 Υπάρχουν όμως και μερικοί άλλοι, των οποίων ουδεμία ανάμνησις έχει διατηρηθή. Εχάθησαν, ως εάν δεν υπήρξαν· έγιναν, ως εάν δεν είχαν ποτέ γίνει. Κατά τον ίδιον τρόπον και τα τέκνα των υστέρα από αυτούς.
 
Σοφ. Σειρ. 44,10 ἀλλ᾿ ἢ οὗτοι ἄνδρες ἐλέους, ὧν αἱ δικαιοσύναι οὐκ ἐπελήσθησαν·
Σοφ. Σειρ. 44,10 Αλλ' ιδού, ότι υπάρχουν και άνθρωποι των αγαθών έργων, των οποίων ανθρώπων αι αρεταί δεν έχουν λησμονηθή.
 
Σοφ. Σειρ. 44,11 μετὰ τοῦ σπέρματος αὐτῶν διαμενεῖ ἀγαθὴ κληρονομία, ἔκγονα αὐτῶν·
Σοφ. Σειρ. 44,11 Η αγαθή των κληρονομία, το έντιμον όνομά των παραμένει εις τα παιδιά των. Συνεχίζεται στους απογόνους των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,12 ἐν ταῖς διαθήκαις ἔστη σπέρμα αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν δι᾿ αὐτούς·
Σοφ. Σειρ. 44,12 Οι απόγονοί των παρέμειναν πιστοί εις τας μετά του Κυρίου συμφωνίας και τα τέκνα των ζουν ένδοξα χάρις εις την αρετήν των προγόνων των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,13 ἕως αἰῶνος μενεῖ σπέρμα αὐτῶν, καὶ ἡ δόξα αὐτῶν οὐκ ἐξαλειφθήσεται·
Σοφ. Σειρ. 44,13 Μέχρις αιώνων θα παραμείνουν οι απόγονοί των και η δόξα των δεν θα εξαφανισθή.
 
Σοφ. Σειρ. 44,14 τὰ σώματα αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ ἐτάφη, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν ζῇ εἰς γενεάς·
Σοφ. Σειρ. 44,14 Τα σώματά των ενεταφιάσθησαν εν ειρήνη μετά μεγάλων τιμών και το όνομά των ζη εις τας γενεάς των γενεών.
 
Σοφ. Σειρ. 44,15 σοφίαν αὐτῶν διηγήσονται λαοί, καὶ τὸν ἔπαινον ἐξαγγέλλει ἐκκλησία.
Σοφ. Σειρ. 44,15 Οι λαοί θα διηγούνται την σοφίαν των και εις συγκεντρώσεις λαού θα διαλαλήται ο έπαινός των.
 
Σοφ. Σειρ. 44,16 Ἐνὼχ εὐηρέστησε Κυρίῳ καὶ μετετέθη, ὑπόδειγμα μετανοίας ταῖς γενεαῖς.
Σοφ. Σειρ. 44,16 Ο Ενώχ ευηρέστησε στον Κυριον και δια τούτο ανελήφθη ζων, αναδειχθείς υπόδειγμα μετανοίας δια τας κατόπιν γενεάς.
 
Σοφ. Σειρ. 44,17 Νῶε εὑρέθη τέλειος δίκαιος, ἐν καιρῷ ὀργῆς ἐγένετο ἀντάλλαγμα· διὰ τοῦτον ἐγενήθη κατάλειμμα τῇ γῇ, ὅτε ἐγένετο κατακλυσμός·
Σοφ. Σειρ. 44,17 Ο Νώε ευρέθη τέλειος και δίκαιος εις την εποχήν, κατά την οποίαν έμελλε να εκσπάση καταστρεπτική η οργή του Θεού εναντίον της αμαρτωλής ανθρωπότητας. Ευρέθη αυτός αντάλλαγμα και υγιής ρίζα δια την μέλλουσαν ανθρωπότητα. Χαρις εις αυτόν παρέμεινεν ένα κατάλειμμα ανθρώπων εις την γην, όταν έγινεν ο κατακλυσμός.
 
Σοφ. Σειρ. 44,18 διαθῆκαι αἰῶνος ἐτέθησαν πρὸς αὐτόν, ἵνα μὴ ἐξαλειφθῇ κατακλυσμῷ πᾶσα σάρξ. -
Σοφ. Σειρ. 44,18 Διαθήκαι αιωνίου κύρους εδόθησαν από τον Θεόν προς αυτόν, ότι δηλαδή δεν θα εξαλειφθή ποτέ ο ζωϊκός κόσμος δια νέου κατακλυσμού.
 
Σοφ. Σειρ. 44,19 Ἁβραὰμ μέγας πατὴρ πλήθους ἐθνῶν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὅμοιος ἐν τῇ δόξῃ·
Σοφ. Σειρ. 44,19 Ο Αβραάμ ανεδείχθη μέγας πατριάρχης, γενάρχης πολλών εθνών, και κανείς άλλος όμοιος προς αυτόν κατά την δόξαν δεν παρουσιάσθη επί της γης.
 
Σοφ. Σειρ. 44,20 ὃς συνετήρησε νόμον Ὑψίστου καὶ ἐγένετο ἐν διαθήκῃ μετ᾿ αὐτοῦ· ἐν σαρκὶ αὐτοῦ ἔστησε διαθήκην καὶ ἐν πειρασμῷ εὑρέθη πιστός.
Σοφ. Σειρ. 44,20 Αυτός ετήρησε τον νόμον του Υψίστου Θεού και με αυτόν, ως εκπρόσωπον του ανθρωπίνου γένους, έγινεν η επίσημος Διαθήκη του Θεού· επεκυρώθη δε και επισημοποιήθη η Διαθήκη δια της περιτομής της σαρκός αυτού. Κατά δε τον μεγάλον πειρασμόν αυτός ανεδείχθη πιστός μέχρι τέλους.
 
Σοφ. Σειρ. 44,21 διὰ τοῦτο ἐν ὅρκῳ ἔστησεν αὐτῷ ἐνευλογηθῆναι ἔθνη ἐν τῷ σπέρματι αὐτοῦ, πληθῦναι αὐτὸν ὡς χοῦν τῆς γῆς καὶ ὡς ἄστρα ἀνυψῶσαι τὸ σπέρμα αὐτοῦ καὶ κατακληρονομῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ποταμοῦ ἕως ἄκρου γῆς.
Σοφ. Σειρ. 44,21 Δια τούτο και ο Θεός με όρκον επισήμως και αμετακλήτως του υπεσχέθη, ότι θα λάβουν τας ευλογίας όλα τα έθνη δια μέσου του απογόνου του, ότι θα πληθύνη τους απογόνους του ωσάν την σκόνιν της γης· ωσάν τα άστρα του ουρανού θα ανυψώση εις αριθμόν και θα δοξάση τους απογόνους του. Θα δώση εις αυτούς κληρονομίαν από την μίαν θάλασσαν μέχρι της άλλης, από τον ένα ποταμόν έως τον άλλον, που ευρίσκεται στο άκρον της γης.
 
Σοφ. Σειρ. 44,22 καὶ ἐν τῷ Ἰσαὰκ ἔστησεν οὕτως διὰ Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ εὐλογίαν πάντων ἀνθρώπων καὶ διαθήκην
Σοφ. Σειρ. 44,22 Και στον Ισαάκ, προς χάριν του πατρός του, του Αβραάμ, ανενέωσε και εθεμελίωσε την Διαθήκην της ευλογίας του προς όλους τους ανθρώπους.
 
Σοφ. Σειρ. 44,23 καὶ κατέπαυσεν ἐπὶ κεφαλὴν Ἰακώβ. ἐπέγνω αὐτὸν ἐν εὐλογίαις αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ἐν κληρονομίᾳ· καὶ διέστειλε μερίδας αὐτοῦ, ἐν φυλαῖς ἐμέρισε δεκαδύο.
Σοφ. Σειρ. 44,23 Αυτή η Διαθήκη επανεπαύθη επί της κεφαλής του Ιακώβ. Επεβεβαίωσεν εις αυτόν τας ευλογίας του και του έδωσε την γην της Επαγγελίας ως κληρονομίαν του. Αυτός διεμοίρασεν εις δώδεκα περιοχάς την γην της Επαγγελίας δια τας δώδεκα φυλάς.
 
Σοφ. Σειρ. 45,1 Καὶ ἐξήγαγεν ἐξ αὐτοῦ ἄνδρα ἐλέους εὑρίσκοντα χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς πάσης σαρκός, ἠγαπημένον ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, Μωυσῆν, οὗ τὸ μνημόσυνον ἐν εὐλογίαις·
Σοφ. Σειρ. 45,1 Από τους απογόνους του Ιακώβ ανέδειξεν άνδρα ενάρετον, ο οποίός εκέρδησε την ευμένειαν και τον σεβασμόν όλων των ανθρώπων, ηγαπημένον από τον Θεόν. Τον Μωϋσέα, του οποίου η ανάμνησις συνοδεύεται πάντοτε με επαίνους.
 
Σοφ. Σειρ. 45,2 ὡμοίωσεν αὐτὸν δόξῃ ἁγίων καὶ ἐμεγάλυνεν αὐτὸν ἐν φόβοις ἐχθρῶν·
Σοφ. Σειρ. 45,2 Του εδωσε δόξαν ομοίαν με την δόξαν των αγίων, τον κατέστησε μέγαν και φοβερόν δια τους εχθρούς.
 
Σοφ. Σειρ. 45,3 ἐν λόγοις αὐτοῦ σημεῖα κατέπαυσεν, ἐδόξασεν αὐτὸν κατὰ πρόσωπον βασιλέων· ἐνετείλατο αὐτῷ πρὸς λαὸν αὐτοῦ καὶ ἔδειξεν αὐτῷ τῆς δόξης αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 45,3 Δια των λόγων ο Μωϋσής επροκάλει και κατέπαυε θαυματουργικά σημεία ενώπιον του Φαραώ και των Αιγυπτίων και ετσι ο Θεός τον εδόξασε ενώπιον βασιλέων. Ο Κυριος δια μέσου αυτού έδωκεν εντολάς προς τον λαόν του και εφανέρωσεν εις αυτόν ένα μέρος της απείρου δόξης του.
 
Σοφ. Σειρ. 45,4 ἐν πίστει καὶ πραΰτητι αὐτὸν ἡγίασεν, ἐξελέξατο αὐτὸν ἐκ πάσης σαρκός·
Σοφ. Σειρ. 45,4 Τον ανέδειξε και τον καθιέρωσεν άγιον ένεκα της πίστεως και της πραότητός του. Αυτόν ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας εξέλεξεν ως αρχηγόν του λαού.
 
Σοφ. Σειρ. 45,5 ἠκούτισεν αὐτὸν τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὸν γνόφον καὶ ἔδωκεν αὐτῷ κατὰ πρόσωπον ἐντολάς, νόμον ζωῆς καὶ ἐπιστήμης διδάξαι τὸν Ἰακὼβ διαθήκην καὶ κρίματα αὐτοῦ τὸν Ἰσραήλ. -
Σοφ. Σειρ. 45,5 Τον ηξίωσε της τιμής και τον έκαμε να ακούση την φωνήν αυτού και τον εισήγαγεν εις την φωτεινήν νεφέλην επάνω στο όρος Σινά, του έδωσε πρόσωπον προς πρόσωπον τας εντολάς, ένα Νομον ζωής και σοφίας, δια να διδάξη τους απογόνους του Ιακώβ την Διαθήκην του, τας δικαίας αυτού κρίσεις στον λαόν του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 45,6 Ἀαρὼν ὕψωσεν ἅγιον ὅμοιον αὐτῷ ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐκ φυλῆς Λευΐ·
Σοφ. Σειρ. 45,6 Ομοιον προς τον Μωϋσέα άγιον ανεδειζεν ο Θεός τον αδελφόν του, τον Ααρών, από την φυλήν Λευϊ.
 
Σοφ. Σειρ. 45,7 ἔστησεν αὐτῷ διαθήκην αἰῶνος καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ἱερατείαν λαοῦ· ἐμακάρισεν αὐτὸν ἐν εὐκοσμίᾳ καὶ περιέζωσεν αὐτὸν στολὴν δόξης·
Σοφ. Σειρ. 45,7 Εστερέωσε δι' αυτού Διαθήκην αιωνίου κύρους, εχάρισεν εις αυτόν την ιερωσύνην δια τον ισραηλιτικόν λαόν, τον ανέδειξε μακάριον δια των ιερατικών αμφίων με τα οποία τον εστόλισε, τον περιέβαλε με την ένδοξον αρχιερατικήν στολήν.
 
Σοφ. Σειρ. 45,8 ἐνέδυσεν αὐτὸν συντέλειαν καυχήματος καὶ ἐστερέωσεν αὐτὸν σκεύεσιν ἰσχύος, περισκελῆ καὶ ποδήρη καὶ ἐπωμίδα,
Σοφ. Σειρ. 45,8 Ενέδυσεν αυτόν με τελείαν ένδοξον μεγαλοπρεπή στολήν, τον περιέβαλεν ισοβίως με ενδύματα μεγάλης δυνάμεως, περισκελίδα, ποδήρη χιτώνα και επωμίδα.
 
Σοφ. Σειρ. 45,9 καὶ ἐκύκλωσεν αὐτὸν ῥοΐσκοις χρυσοῖς, κώδωσι πλείστοις κυκλόθεν, ἠχῆσαι φωνὴν ἐν βήμασιν αὐτοῦ, ἀκουστὸν ποιῆσαι ἦχον ἐν ναῷ εἰς μνημόσυνον υἱοῖς λαοῦ αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 45,9 Ολόγυρα στο κάτω μέρος του χιτώνος του ετοποθέτησε χρυσά ομοιώματα ροδιών, με πλείστους κωδωνίσκους ολόγυρα, ώστε με τα βήματα του αρχιερέως να αντηχούν οι κωδωνίσκοι· να ακούεται ο ήχος των, καθώς εκείνος θα εισήρχετο εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου, ώστε να έχουν πάντοτε ζωηρώς υπ' όψιν των οι Ισραηλίται την ιερότητα του τόπου και τα τελούμενα εκεί.
 
Σοφ. Σειρ. 45,10 στολῇ ἁγίᾳ, χρυσῷ καὶ ὑακίνθῳ καὶ πορφύρᾳ, ἔργῳ ποικιλτοῦ, λογείῳ κρίσεως, δήλοις ἀληθείας, κεκλωσμένῃ κόκκῳ, ἔργῳ τεχνίτου,
Σοφ. Σειρ. 45,10 Τον ενέδυσε με αγίαν στολήν υφασμένην με χρυσόν, με υάκινθον και πορφύραν, έργον ειδικού κεντητού. Με το λογείον της κρίσεως, δια του οποίου εκφράζεται η θεία βουλή και αλήθεια, κατεσκευασμένον με κλωστήν ερυθράν, έργον ειδικού τεχνίτου.
 
Σοφ. Σειρ. 45,11 λίθοις πολυτελέσι γλύμματος σφραγῖδος, ἐν δέσει χρυσίου, ἔργῳ λιθουργοῦ, εἰς μνημόσυνον ἐν γραφῇ κεκολαμμένῃ κατ᾿ ἀριθμὸν φυλῶν Ἰσραήλ·
Σοφ. Σειρ. 45,11 Εις αυτό υπήρχον πολύτιμοι ανάγλυφοι λίθοι, ως σφραγίδες, που συνεδέοντο μεταξύ των δια χρυσού, έργον και αυτό ειδικού γλύπτου, ώστε ο λαός βλέπων την ανάγλυφον αυτήν γραφήν, να ενθυμήται τα ονόματα των δώδεκα φυλών του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 45,12 στέφανον χρυσοῦν ἐπάνω κιδάρεως, ἐκτύπωμα σφραγῖδος ἁγιάσματος, καύχημα τιμῆς, ἔργον ἰσχύος, ἐπιθυμήματα ὀφθαλμῶν κοσμούμενα ὡραῖα·
Σοφ. Σειρ. 45,12 Επίσης έθεσε στέφανον χρυσούν επάνω εις την κίθαριν, η οποία έφερεν ανάγλυφον, ως σφραγίδα, ιεράν επιγραφήν, τιμητικόν καύχημα, έργον μεγάλης τέχνης, ωραίον θέαμα των οφθαλμών, υπέροχα κοσμήματα.
 
Σοφ. Σειρ. 45,13 πρὸ αὐτοῦ οὐ γέγονε τοιαῦτα ἕως αἰῶνος, οὐκ ἐνεδύσατο ἀλλογενὴς πλὴν τῶν υἱῶν αὐτοῦ μόνον καὶ τὰ ἔκγονα αὐτοῦ διαπαντός.
Σοφ. Σειρ. 45,13 Προ αυτού δεν είχαν γίνει τέτοιες μεγαλοπρεπείς στολές και ούτε θα γίνουν έως του αιώνος. Κανείς αλλογενής και κανείς ξένος προς το ιερατικόν γένος, δεν εφόρεσε τέτοιες στολές, πλην μόνον των υιών αυτού και των ιδικών του απογόνων δια μέσου των αιώνων.
 
Σοφ. Σειρ. 45,14 θυσίαι αὐτοῦ ὁλοκαρπωθήσονται καθημέραν ἐνδελεχῶς δίς.
Σοφ. Σειρ. 45,14 Θυσίαι ολοκαυτώματος θα προσφέρωνται καθημερινώς από αυτόν δύο φορές την ημέραν.
 
Σοφ. Σειρ. 45,15 ἐπλήρωσε Μωσῆς τὰς χεῖρας καὶ ἔχρισεν αὐτὸν ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ· ἐγενήθη αὐτῷ εἰς διαθήκην αἰώνιον καὶ ἐν τῷ σπέρματι αὐτοῦ ἐν ἡμέραις οὐρανοῦ λειτουργεῖν αὐτῷ ἅμα καὶ ἱερατεύειν καὶ εὐλογεῖν τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 45,15 Ο Μωϋσής εγέμισε τα χέρια του με το άγιον έλαιον και τον έχρισε. Αυτό δε έγινεν αιώνιος νόμος δι' αυτόν και τους απογόνους του, όσον υπάρχει ο ουρανός και η γη, να είναι δηλαδή αυτοί λειτουργοί και ιερείς και να ευλογούν τον λαόν εν τω Ονόματί του.
 
Σοφ. Σειρ. 45,16 ἐξελέξατο αὐτὸν ἀπὸ παντὸς ζῶντος προσαγαγεῖν κάρπωσιν Κυρίῳ, θυμίαμα καὶ εὐωδίαν εἰς μνημόσυνον, ἐξιλάσκεσθαι περὶ τοῦ λαοῦ σου.
Σοφ. Σειρ. 45,16 Αυτόν εξέλεξεν από όλους τους ανθρώπους της γης, δια να προσφέρη θυσίαν στον Κυριον, θυμίαμα και αρώματα, εις μνήμην αυτών και δια την εξιλέωσιν των αμαρτιών του λαού.
 
Σοφ. Σειρ. 45,17 ἔδωκεν αὐτὸν ἐν ἐντολαῖς αὐτοῦ ἐξουσίαν ἐν διαθήκαις κριμάτων διδάξαι τὸν Ἰακὼβ τὰ μαρτύρια καὶ ἐν νόμῳ αὐτοῦ φωτίσαι Ἰσραήλ.
Σοφ. Σειρ. 45,17 Δια των εντολών του έδωκεν εις αυτόν εξουσίαν επί των ιερών παρακαταθηκών του Νομου, να διδάξη τους απογόνους του Ιακώβ τα μαρτύρια Κυρίου και να διαφωτίζη τους Ισραηλίτας με τον θείον Νομον.
 
Σοφ. Σειρ. 45,18 ἐπισυνέστησαν αὐτῷ ἀλλότριοι καὶ ἐζήλωσαν αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἄνδρες οἱ περὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν καὶ ἡ συναγωγὴ Κορὲ ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ·
Σοφ. Σειρ. 45,18 Επανεστάτησαν εναντίον του μερικοί ξένοι προς την ιερωσύνην, τον εζηλοφθόνησαν εις την έρημον, οι άνδρες δηλαδή οι περί τον Δαθάν και τον Αβειρών, η συγκέντρωσις του Κορέ, πλήρεις οργής και θυμού.
 
Σοφ. Σειρ. 45,19 εἶδε Κύριος καὶ οὐκ εὐδόκησε, καὶ συνετελέσθησαν ἐν θυμῷ ὀργῆς· ἐποίησεν αὐτοῖς τέρατα καταναλῶσαι ἐν πυρὶ φλογὸς αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 45,19 Ο Κυριος τους είδε και δεν ηυδόκησεν εις τα πονηρά αυτών έργα. Δια τούτο και εξωλοθρεύθησαν με την δικαίαν οργήν και τον θυμόν του Κυρίου. Εκαμεν εναντίον αυτών καταπληκτικά έργα τιμωρίας, ώστε να καταφαγωθούν από τας φλόγας του πυρός.
 
Σοφ. Σειρ. 45,20 καὶ προσέθηκεν Ἀαρὼν δόξαν καὶ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν· ἀπαρχὰς πρωτογεννημάτων ἐμέρισεν αὐτῷ, ἄρτον πρώτοις ἡτοίμασε πλησμονήν·
Σοφ. Σειρ. 45,20 Εις δε τον Ααρών προσέθεσε και άλλην δόξαν, και έδωκεν εις αυτόν κληρονομίαν· επεδίκασεν ως μερίδιόν του τας απαρχάς των προϊόντων της γης και προ παντός πλούσιον άρτον χορτασμού δι' αυτόν και τους ιερείς.
 
Σοφ. Σειρ. 45,21 καὶ γὰρ θυσίας Κυρίου φάγονται, ἃς ἔδωκεν αὐτῷ τε καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 45,21 Διότι μέρος από τας προσφερομένας στον Κυριον θυσίας έπρεπε να δίδεται προς τροφήν αυτού και των απογόνων του.
 
Σοφ. Σειρ. 45,22 πλὴν ἐν γῇ λαοῦ οὐ κληρονομήσει, καὶ μερὶς οὐκ ἔστιν αὐτῷ ἐν λαῷ, αὐτὸς γὰρ μερίς σου καὶ κληρονομία. -
Σοφ. Σειρ. 45,22 Πλην όμως δεν παρεχώρησε καμμίαν έκτασιν γης ως κληρονομίαν του μεταξύ του λαού· δεν υπάρχει δι' αυτόν κληρονομικόν μερίδιον μεταξύ του λαού· διότι ο ίδιος ο Θεός του είπεν· Εγώ είμαι μερίδιον και κληρονομία σου.
 
Σοφ. Σειρ. 45,23 Καὶ Φινεὲς υἱὸς Ἐλεάζαρ τρίτος εἰς δόξαν ἐν τῷ ζηλῶσαι αὐτὸν ἐν φόβῳ Κυρίου καὶ στῆναι αὐτὸν ἐν τροπῇ λαοῦ, ἐν ἀγαθότητι προθυμίας ψυχῆς αὐτοῦ· καὶ ἐξιλάσατο περὶ τοῦ Ἰσραήλ.
Σοφ. Σειρ. 45,23 Ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, είναι ο τρίτος ένδοξος ανήρ, ο οποίος διεκρίθη δια τον ζήλον αυτού και τον φόβον του Κυρίου. Αυτός, όταν κατεστρέφετο ο λαός δια τας αμαρτίας του, εστάθη όρθιος με αγαθήν την διάθεσιν της ψυχής και εξιλέωσε την οργήν του Θεού δια τον λαόν του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 45,24 διὰ τοῦτο ἐστάθη αὐτῷ διαθήκη εἰρήνης προστατεῖν ἁγίων καὶ λαοῦ αὐτοῦ, ἵνα αὐτῷ ᾖ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ ἱερωσύνης μεγαλεῖον εἰς τοὺς αἰῶνας.
Σοφ. Σειρ. 45,24 Δια τούτο μία συμφωνία ειρήνης εστερεώθη με αυτόν, δια της οποίας αυτός ανεδείχθη αρχηγός των ιερέων του λαού του, δια να ανήκη εις αυτόν και στους απογόνους του δια μέσου των γενεών το μεγαλειώδες αξίωμα της ιερωσύνης.
 
Σοφ. Σειρ. 45,25 καὶ διαθήκην τῷ Δαυὶδ υἱῷ Ἰεσσαὶ ἐκ φυλῆς Ἰούδα, κληρονομία βασιλέως υἱοῦ ἐξ υἱοῦ μόνου· κληρονομία Ἀαρὼν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 45,25 Οπως βραδύτερον εδόθη παρά του Θεού επίσημος υπόσχεσις στον Δαδίδ, τον υιόν του Ιεσσαί τον καταγόμενον από την φυλήν του Ιούδα, ότι η βασιλική κληρονομία και διαδοχή θα ανήκη μόνον στον οίκον του, μεταβιβαζομένη από τον ένα υιόν στον άλλον, έτσι και η ιερωσύνη του Ααρών θα μετεβιβάζετο κληρονομικώς στους απογόνους του.
 
Σοφ. Σειρ. 45,26 δῴη ὑμῖν σοφίαν ἐν καρδίᾳ ὑμῶν κρίνειν τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα μὴ ἀφανισθῇ τὰ ἀγαθὰ αὐτῶν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν εἰς γενεὰς αὐτῶν.
Σοφ. Σειρ. 45,26 Είθε, ω αρχιερείς, να δώση ο Θεός εις την καρδίαν και την διάνοιάν σας σοφίαν, δια να δικάζετε τον λαόν του με δικαιοσύνην, δια να μη αφανισθούν αυτά τα αγαθά σας και η δόξα σας κατά τας μελλούσας γενεάς.
 
Σοφ. Σειρ. 46,1 Κραταιὸς ἐν πολέμοις Ἰησοῦς Ναυῆ καὶ διάδοχος Μωυσῆ ἐν προφητείαις, ὃς ἐγένετο κατὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ μέγας ἐπὶ σωτηρίᾳ ἐκλεκτῶν αὐτοῦ ἐκδικῆσαι ἐπεγειρομένους ἐχθρούς, ὅπως κατακληρονομήσῃ τὸν Ἰσραήλ.
Σοφ. Σειρ. 46,1 Γενναίος και ισχυρός εις πολέμους ανεδείχθη ο Ιησούς του Ναυή, διάδοχος του Μωϋσέως εις τας προφητείας του Θεού, κατά πάντα άξιος του ονόματός του, μέγας δια την σωτηρίαν του εκλεκτού λαού και δια την τιμωρίαν των εξεγειρομένων εναντίον των Ισραηλιτών εχθρών, δια να δώση την Παλαιστίνην ως κληρονομίαν στον λαόν του Ισραήλ.
 
Σοφ. Σειρ. 46,2 ὡς ἐδοξάσθη ἐν τῷ ἐπᾶραι χεῖρας αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ ἐκτεῖναι ῥομφαίαν ἐπὶ πόλεις.
Σοφ. Σειρ. 46,2 Ποσον ένδοξος ανεδείχθη κάθε φοράν, που ύψωνε τα χέρια του εναντίον των εχθρών και ενέσπα την ρομφαίαν του εναντίον των εχθρικών πόλεων!
 
Σοφ. Σειρ. 46,3 τίς πρότερον αὐτοῦ οὕτως ἔστη; τοὺς γὰρ πολεμίους Κύριος αὐτὸς ἐπήγαγεν.
Σοφ. Σειρ. 46,3 Ποίος προηγουμένως από αυτόν ανεδείχθη τόσον σταθερός και ακατανίκητος εις τας μάχας, όσον αυτός; Δια της χειρός Ιησού του Ναυή ο ίδιος ο Κυριος ωδηγούσε τους εχθρούς στον όλεθρον.
 
Σοφ. Σειρ. 46,4 οὐχὶ ἐν χειρὶ αὐτοῦ ἀνεπόδισεν ὁ ἥλιος καὶ μία ἡμέρα ἐγενήθη πρὸς δύο;
Σοφ. Σειρ. 46,4 Δεν είναι αυτός, που με απλήν διαταγήν του, με μίαν κίνησιν της χειρός του, εσταμάτησε τον ήλιον στον ουρανόν και μία ημέρα έγινεν ωσάν δύο;
 
Σοφ. Σειρ. 46,5 ἐπεκαλέσατο τὸν Ὕψιστον δυνάστην ἐν τῷ θλῖψαι αὐτὸν ἐχθροὺς κυκλόθεν, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῶν μέγας Κύριος ἐν λίθοις χαλάζης δυνάμεως κραταιᾶς·
Σοφ. Σειρ. 46,5 Επεκαλέσθη τον παντοδύναμον Κυριον βοηθόν, όταν επίεζε τους εχθρούς ολόγυρα, και ο παντοδύναμος ήκουσε και εδέχθη την προσευχήν του και απέστειλε λίθους χαλάζης ισχυράς δυνάμεως.
 
Σοφ. Σειρ. 46,6 κατέῤῥαξεν ἐπ᾿ ἔθνος πόλεμον καὶ ἐν καταβάσει ἀπώλεσεν ἀνθεστηκότας, ἵνα γνῶσιν ἔθνη πανοπλίαν αὐτοῦ ὅτι ἐναντίον Κυρίου ὁ πόλεμος αὐτοῦ· καὶ γὰρ ἐπηκολούθησεν ὀπίσω δυνάστου. -
Σοφ. Σειρ. 46,6 Επέπεσε κατά τρόπον καταρρακτώδη εναντίον του εχθρικού εκείνου έθνους και εις την κατωφέρειαν Βεθαιρών εξωλόθρευσε τους αντισταθέντας εχθρούς, δια να μάθουν όλα τα ειδωλολατρικά έθνη, ποία είναι η πανοπλία Ιησού του Ναυή, και ότι ο πόλεμος, τον οποίον αυτός διεξήγεν, ήτο ενώπιον του Κυρίου. Διότι Ο Ιησούς του Ναυύ ηκολούθει πάντοτε τας εντολάς του Παντοδυνάμου.
 
Σοφ. Σειρ. 46,7 Καὶ ἐν ἡμέραις Μωυσέως ἐποίησεν ἔλεος, αὐτὸς καὶ Χάλεβ υἱὸς Ἰεφοννῆ, ἀντιστῆναι ἔναντι ἐκκλησίας, κωλῦσαι λαὸν ἀπὸ ἁμαρτίας καὶ κοπάσαι γογγυσμὸν πονηρίας.
Σοφ. Σειρ. 46,7 Και κατά τας ημέρας του Μωϋσέως έργον ευσεβείας έπραξεν αυτός και ο Χαλεβ, υιός του Ιεφοννή, με το να αντισταθή εναντίον της επαναστατημένης συγκεντρώσεως του λαού, δια να εμποδίση αυτόν από την αμαρτίαν και να κατευνάση τον αμαρτωλόν γογγυσμόν.
 
Σοφ. Σειρ. 46,8 καὶ αὐτοὶ δύο ὄντες διεσώθησαν ἀπὸ ἑξακοσίων χιλιάδων πεζῶν, εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς κληρονομίαν, εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι.
Σοφ. Σειρ. 46,8 Δια την ευσέβειάν των οι δύο αυτοί μόνοι διεσώθησαν μεταξύ των εξακοσίων χιλιάδων των εις την έρημον πεζοπορούντων των Εβραίων. Τοτε, που ο Θεός ωδηγούσε αυτούς, δια να κληρονομήσουν την γην της Επαγγελίας, την ρέουσαν γάλα και μέλι.
 
Σοφ. Σειρ. 46,9 καὶ ἔδωκεν ὁ Κύριος τῷ Χάλεβ ἰσχύν, καὶ ἕως γήρους διέμεινεν αὐτῷ ἐπιβῆναι αὐτὸν ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς γῆς, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κατέσχε κληρονομίαν,
Σοφ. Σειρ. 46,9 Ο δε Κυριος έδωσε δύναμιν στον Χαλεβ, η οποία και διετηρήθη μέχρι των γηρατείων του, ώστε αυτός να ανέλθη και εις αυτά ακόμη τα υψηλά όρη της κληροδοτηθείσης εις αυτόν περιοχής. Οι δε απόγονοί του κατέλαβον και διετήρησαν αυτήν την κληρονομίαν,
 
Σοφ. Σειρ. 46,10 ὅπως ἴδωσι πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ὅτι καλὸν τὸ πορεύεσθαι ὀπίσω Κυρίου. -
Σοφ. Σειρ. 46,10 δια να ιδουν όλοι οι Ισραηλίται, ότι είναι καλόν και ωφέλιμον να ακολουθή κανείς τον Κυριον.
 
Σοφ. Σειρ. 46,11 Καὶ οἱ κριταί, ἕκαστος τῷ αὐτοῦ ὀνόματι, ὅσων οὐκ ἐξεπόρνευσεν ἡ καρδία καὶ ὅσοι οὐκ ἀπεστράφησαν ἀπὸ Κυρίου, εἴη τὸ μνημόσυνον αὐτῶν ἐν εὐλογίαις·
Σοφ. Σειρ. 46,11 Ας ενθυμηθώμεν όμως και τους Κριτάς τον καθένα με το όνομά του· εκείνους των οποίων η καρδία δεν διεφθάρη, ώστε να παρασυρθούν εις την αμαρτωλήν λατρείαν των ειδώλων και δεν απεμακρύνθησαν από τον Κυριον. Ας είναι η μνήμη των γεμάτη εγκώμια και ευλογίας!
 
Σοφ. Σειρ. 46,12 τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ἀναθάλοι ἐκ τοῦ τόπου αὐτῶν καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν ἀντικαταλλασσόμενον ἐφ᾿ υἱοῖς δεδοξασμένων αὐτῶν. -
Σοφ. Σειρ. 46,12 Ας αναθάλλουν και ευφρανθούν στους τάφους τα οστά των και το όνομά των ας ανανεώνεται και ας μένη πάντοτε εις τα παιδιά των ενδόξων αυτών ανδρών.
 
Σοφ. Σειρ. 46,13 Ἠγαπημένος ὑπὸ Κυρίου αὐτοῦ Σαμουὴλ προφήτης Κυρίου κατέστησε βασιλείαν καὶ ἔχρισεν ἄρχοντας ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ·
Σοφ. Σειρ. 46,13 Ο Σαμουήλ, ο προφήτης του Κυρίου, ο ηγαπημένος από τον Κυριον, αυτός εγκατέστησε το βασιλικόν πολίτευμα μεταξύ των Ισραηλιτών και έχρισε βασιλείς δια τον λαόν του.
 
Σοφ. Σειρ. 46,14 ἐν νόμῳ Κυρίου ἔκρινε συναγωγήν, καὶ ἐπεσκέψατο Κύριος τὸν Ἰακώβ·
Σοφ. Σειρ. 46,14 Συμφωνα με τον νόμον του Κυρίου διοικούσε και εδίκαζε τον λαόν του Ιακώβ, ο δε Κυριος επεσκέπτετο τότε τον Ισραηλιτικόν λαόν.
 
Σοφ. Σειρ. 46,15 ἐν πίστει αὐτοῦ ἠκριβάσθη προφήτης καὶ ἐγνώσθη ἐν πίστει αὐτοῦ πιστὸς ὁράσεως.
Σοφ. Σειρ. 46,15 Δια της αξιοπιστίας του απεδείχθη ακριβής και αληθινός προφήτης. Χαρις εις αυτήν την ευθύτητά του ανεγνωρίσθη αξιόπιστος εις τα αποκαλυπτικά του οράματα.
 
Σοφ. Σειρ. 46,16 καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον δυνάστην ἐν τῷ θλῖψαι ἐχθροὺς αὐτοῦ κυκλόθεν ἐν προσφορᾷ ἀρνὸς γαλαθηνοῦ·
Σοφ. Σειρ. 46,16 Επεκαλέσθη με θερμήν προσευχήν τον παντοδύναμον Κυριον, όταν οι εχθροί είχαν πιέσει από όλα τα μέρη τους Ισραηλίτας, προσφέρων προς εκείνον ως θυσίαν αμνόν γάλακτος.
 
Σοφ. Σειρ. 46,17 καὶ ἐβρόντησεν ἀπ᾿ οὐρανοῦ Κύριος καὶ ἐν ἤχῳ μεγάλῳ ἀκουστὴν ἐποίησε τὴν φωνὴν αὐτοῦ
Σοφ. Σειρ. 46,17 Ο Κυριος εδέχθη την προσευχήν του, εβρόντησε δια των κεραυνών τυύ από τον ουρανόν και με μεγάλον πάταγον έκαμε να ακουσθή η φωνή Του.
 
Σοφ. Σειρ. 46,18 καὶ ἐξέτριψεν ἡγουμένους Τυρίων καὶ πάντας ἄρχοντας Φυλιστιείμ.
Σοφ. Σειρ. 46,18 Συνέτριψε και εξεπάστρεψε τους αρχηγούς των Τυρίων και όλους τους άρχοντας των Φιλισταίων.
 
Σοφ. Σειρ. 46,19 καὶ πρὸ καιροῦ κοιμήσεως αἰῶνος ἐπεμαρτύρατο ἔναντι Κυρίου καὶ χριστοῦ αὐτοῦ· χρήματα καὶ ἕως ὑποδημάτων ἀπὸ πάσης σαρκὸς οὐκ εἴληφα· καὶ οὐκ ἐνεκάλεσεν αὐτῷ ἄνθρωπος.
Σοφ. Σειρ. 46,19 Προ δε της ώρας της αιωνίου αναπαύσεώς του επικαλούμενος ως μάρτυράς του τον Θεόν και τον χρισμένον βασιλέα, είπεν ενώπιον του λαού· “Ποτέ από κανένα από σας δεν επήρα χρήματα ούτε τίποτε άλλο μέχρις ακόμη και των υποδημάτων”. Κανείς δε Ισραηλίτης δεν ευρέθη να διατυπώση κατηγορίαν τινά εναντίον αυτού.
 
Σοφ. Σειρ. 46,20 καὶ μετὰ τὸ ὑπνῶσαι αὐτὸν ἐπροφήτευσε καὶ ὑπέδειξε βασιλεῖ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ καὶ ἀνύψωσεν ἐκ γῆς τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἐν προφητείᾳ ἐξαλεῖψαι ἀνομίαν λαοῦ.
Σοφ. Σειρ. 46,20 Και αφού εκοιμήθη εις την αιώνιον ανάπαυσιν προανήγγειλε και έδειξεν στον βασιλέα Σαούλ τον θάνατόν του και από τα βάθη της γης ύψωσε την προφητικήν φωνήν του, δια να εξαλείψη τα αμαρτήματα του λαού.
 
Σοφ. Σειρ. 47,1 Καὶ μετὰ τοῦτο ἀνέστη Νάθαν προφητεύειν ἐν ἡμέραις Δαυίδ.
Σοφ. Σειρ. 47,1 Επειτα παρουσιάσθη ο Ναθαν, δια να εξαγγέλλη το θέλημα του Κυρίου ως προφήτης κατά την εποχήν του Δαβίδ.
 
Σοφ. Σειρ. 47,2 ὥσπερ στέαρ ἀφωρισμένον ἀπὸ σωτηρίου, οὕτως Δαυὶδ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Σοφ. Σειρ. 47,2 Οπως ξεχωρίζεται το λίπος κατά την ειρηνιήην επί τη σωτηρία θυσίαν, έτσι, και ο Δαβίδ εξελέγη ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας.
 
Σοφ. Σειρ. 47,3 ἐν λέουσιν ἔπαιξεν ὡς ἐν ἐρίφοις καὶ ἐν ἄρκοις ὡς ἐν ἄρνασι προβάτων.
Σοφ. Σειρ. 47,3 Αυτός κατά την νεανικήν του ηλικίαν έπαιζε με τους λέοντας ωσάν με τα ερίφια, και με τας άρκτους ωσάν με τα αρνιά των προβάτων.
 
Σοφ. Σειρ. 47,4 ἐν νεότητι αὐτοῦ οὐχὶ ἀπέκτεινε γίγαντα καὶ ἐξῇρεν ὀνειδισμὸν ἐκ λαοῦ ἐν τῷ ἐπᾶραι χεῖρα ἐν λίθῳ σφενδόνης καὶ καταβαλεῖν γαυρίαμα τοῦ Γολιάθ;
Σοφ. Σειρ. 47,4 Ο Δαβίδ κατά την νεανικήν του ηλικίαν αυτός δεν εφόνευσε τον γίγαντα εκείνον τον Γολιάθ και αφήρεσε την καταισχύνην και την ύβριν από τον λαόν του Ισραήλ, όταν εσήκωσε το χέρι του, δια να εκσφενδονίση τον λίθον και να καταρρίψη την αλαζονείαν του Γολιάθ;
 
Σοφ. Σειρ. 47,5 ἐπεκαλέσατο γὰρ Κύριον τὸν Ὕψιστον καὶ ἔδωκεν ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ κράτος ἐξᾶραι ἄνθρωπον δυνατὸν ἐν πολέμῳ, ἀνυψῶσαι κέρας λαοῦ αὐτοῦ.
Σοφ. Σειρ. 47,5 Παρεκάλεσε τον Υψιστον Κυριον, και εκείνος έδωσεν εις την δεξιάν του χείρα δύναμιν, ώστε να εξοντώση άνθρωπον δυνατόν στον πόλεμον και να ανυψώση την δύναμιν του λαού του.
 
Σοφ. Σειρ. 47,6 οὕτως ἐν μυριάσιν ἐδόξασαν αὐτὸν καὶ ᾔνεσαν αὐτὸν ἐν εὐλογίαις Κυρίου ἐν τῷ φέρεσθαι αὐτῷ διάδημα δόξης·
Σοφ. Σειρ. 47,6 Ετσι δε και τον εδόξασαν αι γυναίκες, διότι εφόνευσε μυριάδας εχθρών και του έψαλαν εγκώμια με ευλογίας προς τον Κυριον, όταν του προσέφεραν ένδοξον διάδημα, την βασιλείαν.
 
Σοφ. Σειρ. 47,7 ἐξέτριψε γὰρ ἐχθροὺς κυκλόθεν καὶ ἐξουδένωσε Φυλιστιεὶμ τοὺς ὑπεναντίους· ἕως σήμερον συνέτριψεν αὐτῶν κέρας.
Σοφ. Σειρ. 47,7 Συνέτριψε τους γύρω εχθρούς και εξουδένωσε τους εχθρούς, τους Φιλισταίους. Τα συντριπτικά του κτυπήματα τους κρατούν μέχρι σήμερον αδύνατους και ταπεινωμένους.
 
Σοφ. Σειρ. 47,8 ἐν παντὶ ἔργῳ αὐτοῦ ἔδωκεν ἐξομολόγησιν ἁγίῳ Ὑψίστῳ ῥήματι δόξης· ἐν πάσῃ καρδίᾳ αὐτοῦ ὕμνησε καὶ ἠγάπησε τὸν ποιήσαντα αὐτόν.
Σοφ. Σειρ. 47,8 Εις όλα όμως αυτού τα θαυμαστά έργα εδοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Αγιον, τον Υψιστον Κυριον, με ύμνους δοξολογίας, και υμνολόγησε και ηγάπησε τον ποιητήν του με όλην του την καρδίαν.
 
Σοφ. Σειρ. 47,9 καὶ ἔστησε ψαλτῳδοὺς κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐξ ἠχοῦς αὐτῶν γλυκαίνειν μέλη·
Σοφ. Σειρ. 47,9 Εγκατέστησε ψάλτας μετά οργάνων εμπρός από το θυσιαστήριον, ώστε από τον ήχον των μουσικών συνθέσεων να ακούωνται γλυκείαι αελωδίαι.
 
Σοφ. Σειρ. 47,10 ἔδωκεν ἐν ἑορταῖς εὐπρέπειαν καὶ ἐκόσμησε καιροὺς μέχρι συντελείας ἐν τῷ αἰνεῖν αὐτοὺς τὸ ἅγιον ὄνομα αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πρωΐ ἠχεῖν τὸ ἁγίασμα.
Σοφ. Σειρ. 47,10 Εδωκεν ιδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν εις τας εορτάς, ιδιαιτέραν λαμποότητα εις τας εορτασίμους εποχάς, και εις όλας τας λεπτομερείας ώρισε να υμνολογούν οι ψάλται το άγιον όνομα του Θεού και να αντηχούν από της πρωΐας αι ψαλμωδίαι εις την αγίαν Σκηνήν του Μαρτυρίου.
 
Σοφ. Σειρ. 47,11 Κύριος ἀφεῖλε τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ἀνύψωσεν εἰς αἰῶνα τὸ κέρας αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην βασιλέων καὶ θρόνον δόξης ἐν τῷ Ἰσραήλ. -
Σοφ. Σειρ. 47,11 Ο Κυριος αφήρεσε τας αμαρτίας του, εμεγάλυνε την δύναμίν του ακατάλυτον στους αιώνας, και εδωσεν εις αυτόν την υπόσχεσιν περί βασιλέων, που θα ανεδεικνύοντο από τους απογόνους του, και ανέδειξεν ένδοξον τον θρόνον του στον Ισροηλιτικόν λαόν.
 
Σοφ. Σειρ. 47,12 Μετὰ τοῦτον ἀνέστη υἱὸς ἐπιστήμων καὶ δι᾿ αὐτὸν κατέλυσεν ἐν πλατυσμῷ·
Σοφ. Σειρ. 47,12 Επειτα από αυτόν ενεφανίσθη ο σοφός υιός του ο Σολομών, ο οποίος χάριν του Δαβίδ έζησε με άνεσιν και ευτυχίαν
 
Σοφ. Σειρ. 47,13 Σαλωμὼν ἐβασίλευσεν ἐν ἡμέραις εἰρήνης, ᾧ ὁ Θεὸς κατέπαυσε κυκλόθεν, ἵνα στήσῃ οἶκον ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ἑτοιμάσῃ ἁγίασμα εἰς τὸν αἰῶνα.
Σοφ. Σειρ. 47,13 Ο Σολομών εβασίλευσεν εις καιρόν ειρήνης. Προς χάριν του ο Θεός κατέπαυσε κάθε πόλεμον κύκλω του, ώστε αυτός απερίσπαστος να ανοικοδομήση τον ναόν επ' ονόματι του Θεού και να ετοιμάση το ιερόν του Κυρίου στον αιώνα
 
Σοφ. Σειρ. 47,14 ὡς ἐσοφίσθης ἐν νεότητί σου καὶ ἐνεπλήσθης ὡς ποταμὸς συνέσεως.
Σοφ. Σειρ. 47,14 Ω Σολομών, πόσον σοφός υπήρξες κατά την νεότητά σου! Εγέμισες από σοφίαν, όπως πλημμυρίζη ο ποταμός από ύδατα.
 
Σοφ. Σειρ. 47,15 γῆν ἐπεκάλυψεν ἡ ψυχή σου, καὶ ἐνέπλησας ἐν παραβολαῖς αἰνιγμάτων·
Σοφ. Σειρ. 47,15 Η μεγάλη σοφή σου διάνοια εσκέπασε την γην, την εγέμισες με σοφά και βαθυστόχαστα αποφθέγματα!
 
Σοφ. Σειρ. 47,16 εἰς νήσους πόῤῥω ἀφίκετο τὸ ὄνομά σου, καὶ ἠγαπήθης ἐν τῇ εἰρήνῃ σου·
Σοφ. Σειρ. 47,16 Το όνομά σου έφθασεν εις τας γύρω μακρυνάς νήσους και ηγαπήθης δια την ειρηνικήν βασιλείαν σου.
 
Σοφ. Σειρ. 47,17 ἐν ᾠδαῖς καὶ παροιμίαις καὶ παραβολαῖς καὶ ἐν ἑρμηνείαις ἀπεθαύμασάν σε χῶραι.
Σοφ. Σειρ. 47,17 Ολαι αι χώραι σε εθαύμασαν δια τας ωδάς σου, τας παροιμίας σου, τας παραβολάς σου και τας σοφάς εξηγήσεις, που έδιδες.
 
Σοφ. Σειρ. 47,18 ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπικεκλημένου Θεοῦ Ἰσραήλ, συνήγαγες ὡς κασσίτερον τὸ χρυσίον καὶ ὡς μόλυβδον ἐπλήθυνας ἀργύριον.
Σοφ. Σειρ. 47,18 Εν ονόματι Κυρίου του Θεού σου, ο οποίος είναι Θεός του ισραηλιτικού λαού, συνεκέντρωσες το χρυσίον, ωσάν τον κασσίτερον, και απροσμέτρητον πλήθος αργυρίου, ωσάν τον μόλυβδον.
 
Σοφ. Σειρ. 47,19 παρανέκλινας τὰς λαγόνας σου γυναιξὶ καὶ ἐνεξουσιάσθης ἐν τῷ σώματί σου·
Σοφ. Σειρ. 47,19 Παρεδόθης όμως δια φιληδονίαν εις τας γυναίκας και έδωκες εις αυτάς εξουσίαν επί του σώματός σου.
 
Σοφ. Σειρ. 47,20 ἔδωκας μῶμον ἐν τῇ δόξῃ σου καὶ ἐβεβήλωσας τὸ σπέρμα σου ἐπαγαγεῖν ὀργὴν ἐπὶ τὰ τέκνα σου καὶ κατενύγην ἐπὶ τῇ ἀφροσύνῃ σου,
Σοφ. Σειρ. 47,20 Εξ αιτίας των πτώσεών σου αυτών προσήψες κηλίδας στο ένδοξον όνομά σου, εβεβήλωσες τους απογόνους σου, ώοτε να επέλθη η οργή του Θεού εναντίον των τέκνων σου. Εγώ, όταν επληροφορηθην αυτά, επόνεσα βαθύτατα και έκλαυσα δι' αυτήν σου την αφροσύνην.
 
Σοφ. Σειρ. 47,21 γενέσθαι δίχα τυραννίδα καὶ ἐξ Ἐφραὶμ ἄρξαι βασιλείαν ἀπειθῆ.
Σοφ. Σειρ. 47,21 Εγινες αιτία να διαιρεθή το βασίλειόν σου εις δύο και η φυλή Εφραίμ να γίνη αρχηγός εις μίαν βασιλείαν ανυπάκουον και ασεβή.
 
Σοφ. Σειρ. 47,22 ὁ δὲ Κύριος οὐ μὴ καταλίπῃ τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ διαφθείρῃ ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ ἐξαλείψῃ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ ἔκγονα καὶ σπέρμα τοῦ ἀγαπήσαντος αὐτὸν οὐ μὴ ἐξάρῃ· καὶ τῷ Ἰακὼβ ἔδωκε κατάλειμμα καὶ τῷ Δαυὶδ ἐξ αὐτοῦ ῥίζαν. -
Σοφ. Σειρ. 47,22 Ομως ο Κυριος δεν