Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ταξινόμηση ανά
Αγία Γραφή
ΗΣΑΪΑΣ

Ησ. 1,1 Ὅρασις, ἣν εἶδεν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμώς, ἣν εἶδε κατὰ τῆς Ἰουδαίας καὶ κατὰ Ἱερουσαλὴμ ἐν βασιλεία Ὀζίου καὶ Ἰωάθαμ καὶ Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίου, οἵ ἐβασίλευσαν τῆς Ἰουδαίας.
Ησ. 1,1 Αποκαλυπτικά οράματα, τα οποία εκ μέρους του Θεού είδε και ήκουσεν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, εναντίον της Ιουδαίας και ειδικώτερον εναντίον της Ιερουσαλήμ κατά το διάστημα της βασιλείας του Οζίου, του Ιωάθαμ, του Αχαζ και του Εζεκίου, οι οποίοι εβασίλευσαν στο βασίλειον της Ιουδαίας.
 
Ησ. 1,2 Ἄκουε οὐρανὲ καὶ ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν.
Ησ. 1,2 Ακου συ, ουρανέ, και βάλε εις τα αυτιά σου συ, η γη, διότι ο Κυριος ελάλησε και είπεν· υιούς εγέννησα και εδόξασα, εκείνοι όμως με ηρνήθησαν.
 
Ησ. 1,3 ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν.
Ησ. 1,3 Το βόϊδι γνωρίζει τον ιδιοκτήτην του και ο όνος γνωρίζει την φάτνην, ιδιοκτησίαν του κυρίου του· ο ισραηλιτικός όμως λαός δεν με αναγνωρίζει ως κύριόν του, δεν έχει ούτε στοιχειώδη κατανόησιν δι΄εμέ.
 
Ησ. 1,4 οὐαὶ ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαὸς πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοὶ ἄνομοι· ἐγκατελίπατε τὸν Κύριον καὶ παρωργίσατε τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ.
Ησ. 1,4 Αλλά αλλοίμονον εις σε, έθνος αμαρτωλόν, λαε, που είσαι γεμάτος αμαρτίας, απόγονοι πονηρών προγόνων, υιοί παράνομοι. Εγκατελείψατε τον Κυριον και έτσι παρωργίσατε τον άγιον Θεόν εναντίον σας.
 
Ησ. 1,5 τί ἔτι πληγῆτε προστιθέντες ἀνομίαν; πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην.
Ησ. 1,5 Διατί εξακολουθείτε να πληγώνεσθε-αν και δεν έμεινε πλέον υγιές μέλος επάνω σας-προσθέτοντες αμαρτίας εις τας αμαρτίας; Ολόκληρος η κεφαλή σας εξ αιτίας των αμαρτιών σας έχει κατακυριευθή από τον πόνον και πάσα καρδία έχει πλημμυρίσει από την οδύνην και την λύπην.
 
Ησ. 1,6 ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οὐκ ἔστιν μάλαγμα ἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους.
Ησ. 1,6 Από τα πόδια έως το κεφάλι σας δεν απέμεινεν άρτιον και υγιές μέρος. Δεν υπάρχει απώς ένα τραύμα εδώ, ένας μώλωψ εκεί, μία μολυσμένη πληγή άλλού· όλον το σώμα σας είναι μία πληγή και έτσι δεν είναι δυνατόν, να τεθή ένα κατάπλασμα επάνω εις τας πληγάς, ούτε λάδι, ούτε επίδεσμοι.
 
Ησ. 1,7 ἡ γῆ ὑμῶν ἔρημος, αἱ πόλεις ὑμῶν πυρίκαυστοι· τὴν χώραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσι αὐτήν, καὶ ἠρήμωται κατεστραμμένη ὑπὸ λαῶν ἀλλοτρίων.
Ησ. 1,7 Εξ αιτίας των αμαρτιών σας η χώρα σας έμεινεν έρημος από κατοίκους, αι πόλεις έχουν παραδοθή στο πυρ, τους καρπούς της χώρας σας κατατρώγουν οι ξένοι εμπρός εις τα μάτια σας, και έτσι η χώρα σας έχει ερημωθή από τους κατοίκους και τα αγαθά της· έχει καταστραφή από ξένους λαούς.
 
Ησ. 1,8 ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτῳ, ὡς πόλις πολιορκουμένη·
Ησ. 1,8 Η δε πόλις Σιών, την οποίαν ως κόρην μου αγαπούσα, θα εγκαταλειφθή, όπως εγκαταλείπεται η πρόχειρος θερινή καλύβη μετά τον τρυγητόν της αμπέλου, και όπως εγκαταλείπεται το πρόχειρον οπωροφυλάκιον εις αγρόν αγγουριών· όπως εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της μία πολιορκημένη πόλις.
 
Ησ. 1,9 καὶ εἰ μὴ Κύριος σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμοῤῥα ἂν ὡμοιώθημεν. -
Ησ. 1,9 Εάν δε ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ δεν άφηνε μεταξύ μας μίαν κάποιαν εκλεκτήν μερίδα ιδικών του ανθρώπων, θα εγινόμεθα ωσάν τα Σοδομα και θα ωμοιάζαμεν ωσάν τα Γομορρα δια τας αμαρτίας και την διαφθοράν μας.
 
Ησ. 1,10 Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄρχοντες Σοδόμων· προσέχετε νόμον Θεοῦ λαὸς Γομόῤῥας.
Ησ. 1,10 Ακούσατε, λοιπόν, τα λόγια του Κυρίου σεις, οι άρχοντες, οι οποίοι δια τας ιδικάς σας αμαρτίας και τας αμαρτίας του λαού σας αξίζει να ονομάζεσθε άρχοντες Σοδόμων. Δώστε προσοχήν στον νόμον του Θεού σεις, ο λαός, που ομοιάζετε με τον λαόν της Γομόρρας.
 
Ησ. 1,11 τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι,
Ησ. 1,11 Ο Κυριος λέγει· “τι να το κάμω εγώ το πλήθος των θυσιών σας; Είμαι γεμάτος και εχόρτασα από θυσίας ολοκαυτωμάτων κριών, που μου προσφέρετε. Δεν θέλω πλέον ούτε το λίπος των αμνών ούτε το αίμα των ταύρων και των τράγων.
 
Ησ. 1,12 οὐδὲ ἂν ἔρχησθε ὀφθῆναι μοι. τίς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; πατεῖν τὴν αὐλήν μου
Ησ. 1,12 Ούτε θέλω να έρχεσθε κατά τας τρεις μεγάλας εορτάς και να παρουσιάζεσθε ενώπιόν μου στον ναόν με τας προσφοράς και τας θυσίας σας. Ποιός εζήτησεν αυτά από τα χέρια σας; Δεν θα σας επιτρέψω, λοιπόν, να πατήσετε την αυλήν του ναού μου.
 
Ησ. 1,13 οὐ προσθήσεσθαι· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν
Ησ. 1,13 Εάν μου προσφέρετε, δια τον τύπον μόνον, θυσίαν σημιγδαλιού, είναι ματαία και άχρηστος δια σας αυτή η προσφορά. Και αυτό ακόμη το ευώδες θυμίαμα είναι σιχαμερόν εις εμέ, όταν δεν συνοδεύεται από καθαρότητα καρδίας. Δεν θα ανεχθώ πλέον την εορτήν της πρώτης εκάστου μηνός, ουδέ καν και την ημέραν του Σαββάτου, ούτε την μεγάλην και επισημον εορτήν του Εξιλασμού. Τας νηστείας σας και τας αργίας των εορτών σας
 
Ησ. 1,14 καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου· ἐγενήθητέ μοι εἰς πλησμονήν, οὐκέτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν.
Ησ. 1,14 και τας εορτάς εκάστης πρώτης του μηνός και τας άλλας εορτάς σας αποστρέφεται η ψυχή μου. Σας εχόρτασα, μου εκαθίσατε στο στομάχι, δεν θα ανεχθώ πλέον τας αμαρτίας σας.
 
Ησ. 1,15 ὅταν ἐκτείνητε τὰς χεῖρας ὑμῶν πρός με, ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀφ᾿ ὑμῶν, καὶ ἐὰν πληθύνητε τὴν δέησιν, οὐκ εἰσακούσομαι ὑμῶν· αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις.
Ησ. 1,15 Οταν υψώνετε ικετευτικάς τας χείρας σας προς εμέ και ζητήτε την βοήθειάν μου, εγώ θα γυρίζω αλλού τα μάτια μου από σας με αποστροφήν. Και εάν πολλαπλασιάσετε και παρατείνετε τας δεήσεις σας, δεν θα σας ακούσω, διότι τα χέρια σας είναι γεμάτα από αίματα αθώων.
 
Ησ. 1,16 λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν,
Ησ. 1,16 Λουσθήτε, λοιπόν, στο λουτρόν της μετανοίας, γίνετε εσωτερικώς καθαροί, αφαιρέσατε τας πονηρίας και τα αμαρτωλά πάθη από τας ψυχάς σας, ώστε να είσθε καθαροί ενώπιόν μου. Παψετε πλέον τας πονηρίας σας.
 
Ησ. 1,17 μάθετε καλὸν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ῥύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καὶ δικαιώσατε χήραν·
Ησ. 1,17 Μαθετε και συνηθίσατε να κάμετε το καλόν, επιδιώξατε με όλην σας την καρδίαν το δίκαιον, σώσατε από τα χέρια του άδίκου αυτόν, ο οποίος αδικείται, αποδώσατε το δίκαιον στο ορφανόν, δώσατε δικαιοσύνην εις την αδικουμένην χήραν.
 
Ησ. 1,18 καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ.
Ησ. 1,18 Και με αυτήν την μετάνοιαν και τας καλάς αποφάσεις σας, ελάτε να συζητήσωμεν, λέγει ο Κυριος. Και εάν αι ψυχαί σας εξ αιτίας των αμαρτιών σας είναι ερυθραί, εγώ θα τας καταστήσω λευκάς ωσάν το χιόνι. Εάν δε είναι ακόμη περισσότερον κατακόκκιναι, εγώ θα τας κάμω λευκάς ωσάν το μαλλί των προβάτων.
 
Ησ. 1,19 καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε·
Ησ. 1,19 Εάν δε θελήσετε και με ακούσετε και συμμορφωθήτε προς τας εντολάς μου, θα φάγετε πλούσια τα αγαθά της γης.
 
Ησ. 1,20 ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα.
Ησ. 1,20 Εάν όμως δεν θελήσετε και δεν με υπακούσετε και απομακρυνθήτε από εμέ, η μάχαιρα των εχθρών σας θα σας καταφάγη”. Το στόμα του Κυρίου είναι εκείνο, το οποίον διεκήρυξεν αυτά και θα γίνουν όπως τα είπε.
 
Ησ. 1,21 Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταί.
Ησ. 1,21 Πως κατήντησε πόρνη η άλλοτε πιστή στον Θεόν πόλις Σιών! Πως η Σιών, η οποία ήτο πλήρης δικαίας κρίσεως, πόλις εις την οποίαν ανεπαύετο και επικρατούσε η δικαιοσύνη, τώρα δε έχουν εγκατασταθή εις αυτήν και παραμένουν φονηάδες!
 
Ησ. 1,22 τὸ ἀργύριον ὑμῶν ἀδόκιμον· οἱ κάπηλοί σου μίσγουσι τὸν οἶνον ὕδατι·
Ησ. 1,22 Τα αργυρά νομίσματά σας είναι κίβδηλα. Οι κάπηλοί σου ανακατεύουν και νοθεύουν τον οίνον με το νερό.
 
Ησ. 1,23 οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσι, κοινωνοὶ κλεπτῶν ἀγαπῶντες δῶρα, διώκοντες ἀνταπόδομα, ὀρφανοῖς οὐ κρίνοντες καὶ κρίσιν χηρῶν οὐ προσέχοντες.
Ησ. 1,23 Οι άρχοντές σου είναι απειθείς απέναντι του Θεού, είναι συμμέτοχοι στους κλέπτας, αγαπούν τα δώρα της αμαρτίας, επιδιώκουν και δέχονται δωροδοκίας, δια να κρίνουν μεροληπτικώς. Δεν κρίνουν με δικαιοσύνην και δεν αποδίδουν το δίκαιον εις τα ορφανά. Ούτε ενδιαφέρονται δια την απόδοσιν του δικαίου εις τας χήρας.
 
Ησ. 1,24 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ὁ δεσπότης σαβαώθ, ὁ δυνάστης τοῦ Ἰσραήλ· οὐαὶ τοῖς ἰσχύουσιν ἐν Ἱερουσαλήμ· οὐ παύσεται γάρ μου ὁ θυμὸς ἐν τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ κρίσιν ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου ποιήσω.
Ησ. 1,24 Δια τούτο αυτό λέγει Κυριος, ο παντοκράτωρ, ο Σαβαώθ, ο κυρίαρχος και αυθέντης του ισραηλιτικού λαού· “αλλοίμονον εις σας τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ! Δεν θα καταπαύση ο θυμός μου εναντίον των αντιπάλων μου! Θα κάμω κρίσιν και θα επιβάλω δικαίας κυρώσεις εναντίον των εχθρών μου.
 
Ησ. 1,25 καὶ ἐπάξω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ σὲ καὶ πυρώσω σε εἰς καθαρόν, τοὺς δὲ ἀπειθοῦντας ἀπολέσω καὶ ἀφελῶ πάντας ἀνόμους ἀπὸ σοῦ καὶ πάντας ὑπερηφάνους ταπεινώσω.
Ησ. 1,25 Θα απλώσω επάνω σου, ω Ιερουσαλήμ, βαρείαν την χείρα μου· θα σε περάσω από το πυρ των θλίψεων και των οδυνών, δια να καθαρισθής, όπως ο άργυρος καθαρίζεται δια του πυρός. Ετσι δε θα εξολοθρεύσω εκείνους οι οποίοι με παρακούουν. Θα εξαφανίσω από ανάμεσά σου αυτούς, που παραβαίνουν τον Νομον μου, και θα ταπεινώσω τους αλαζόνας και υπερηφάνους.
 
Ησ. 1,26 καὶ ἐπιστήσω τοὺς κριτάς σου ὡς τὸ πρότερον καὶ τοὺς συμβούλους σου ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς· καὶ μετὰ ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών.
Ησ. 1,26 Επειτα θα επαναφέρω και θα αποκαταστήσω τους δικαστάς σου, όπως ήσαν προηγουμένως επί της εποχής του Δαυΐδ, και τους συμβούλους σου ευθείς και δικαίους,όπως ήσαν εξ αρχής. Και έτσι συ θα ονομασθής πόλις δικαιοσύνης, η Σιών η πρωτεύουσα του ισραηλιτικού λαού, η πιστή στον Θεόν!”
 
Ησ. 1,27 μετὰ γὰρ κρίματος σωθήσεται ἡ αἰχμαλωσία αὐτῆς καὶ μετὰ ἐλεημοσύνης.
Ησ. 1,27 Διότι έπειτα από την κάθαρσιν και την διόρθωσιν, που θα επέλθη κατόπιν και της δικαίας τιμωρίας, θα σωθούν οι ευρισκόμενοι εις την αιχμαλωσίαν και θα επιστρέψουν εις την γην των πατέρων των χάρις εις το έλεος του Κυρίου.
 
Ησ. 1,28 καὶ συντριβήσονται οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἅμα, καὶ οἱ ἐγκαταλιπόντες τὸν Κύριον συντελεσθήσονται.
Ησ. 1,28 Τοτε θα συντριβούν οι παραβαίνοντες τον Νομον και όλοι μαζή οι αμαρτωλοί, και θα εξολοθρευθούν εξ ολοκλήρου όλοι εκείνοι, οι οποίοι εγκαταλείπουν τον Κυριον.
 
Ησ. 1,29 διότι αἰσχυνθήσονται ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν, ἃ αὐτοὶ ἠβούλοντο, καὶ ἐπαισχυνθήσονται ἐπὶ τοῖς κήποις αὐτῶν, ἃ ἐπεθύμησαν.
Ησ. 1,29 Ετσι θα κατεντροπιασθούν και θα εξευτελισθούν, διότι επίστευσαν εις τα είδωλα, τα οποία αυτοί ηθέλησαν αντί του αληθινού Θεού. Θα κατεντροπιασθούν δια τα ειδωλολατρικά άλση της αμαρτίας, εις τα οποία ηυχαριστείτο και επιθυμούσε η ψυχή των.
 
Ησ. 1,30 ἔσονται γὰρ ὡς τερέβινθος ἀποβεβληκυῖα τὰ φύλλα καὶ ὡς παράδεισος ὕδωρ μὴ ἔχων·
Ησ. 1,30 Θα γίνουν ωσάν το δένδρον τερέβινθος, του οποίου έπεσαν τα φύλλα και ωσάν κήπος, ο οποίος δεν έχει πλέον νερό.
 
Ησ. 1,31 καὶ ἔσται ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ὡς καλάμη στιππύου καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν ὡς σπινθῆρες πυρός, καὶ κατακαυθήσονται οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἅμα, καὶ οὐκ ἔσται ὁ σβέσων.
Ησ. 1,31 Ολη δε η δύναμίς των θα είναι άχρηστος πλέον και ασήμαντος, σαν καλαμιά κοπανισμένου λιναριού, τα δε αμαρτωλά των έργα σαν σπίθες φωτιάς επάνω εις αυτήν. Και έτσι θα κατακαούν οι άνομοι και οι αμαρτωλοί όλοι μαζή και δεν θα υπάρχη κανείς να σβήση την πυρκαϊάν και να τους σώση.
 
Ησ. 2,1 Ὁ λόγος ὁ γενόμενος παρὰ Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς περὶ τῆς Ἰουδαίας καὶ περὶ Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 2,1 Ο Αποκαλυπτικός λόγος εκ μέρους Κυρίου του Θεού προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς, δια την Ιουδαίαν και την πόλιν Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 2,2 Ὅτι ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν· καὶ ἥξουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ πάντα τὰ ἔθνη,
Ησ. 2,2 Ο Κυριος ωμίλησε και είπεν· ότι εις τας τελευταίας ημέρας το άγιον όρος της Σιών, το οποίον είναι όρος Κυρίου, θα γίνη εμφανές εις όλον τον κόσμον. Και ο ναός του Θεού, ο κτισμένος επάνω εις την Σιών, θα γίνη ορατός από όλα τα σημεία και από πολύ μακράν, ως εάν είναι κτισμένος επάνω εις τας κορυφάς των ορέων. Θα υψωθή επάνω από όλα τα βουνά και θα προστρέξουν στο όρος τούτο του Κυρίου όλα τα έθνη.
 
Ησ. 2,3 καὶ πορεύσονται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐροῦσι· δεῦτε καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ ἀναγγελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσόμεθα ἐν αὐτῇ· ἐκ γὰρ Σιὼν ἐξελεύσεται νόμος καὶ λόγος Κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 2,3 Πολλά έθνη θα προστρέξουν εκεί και θα λέγουν το ένα στο άλλο. “εμπρός, ας αναβώμεν στο όρος του Κυρίου, στον ναόν του Θεού του Ιακώβ. Εκεί ο Θεός θα αναγγείλη και θα καταστήση γνωστήν εις ημάς την οδόν αυτού, εις την οποίαν πρέπει να πορευθώμεν. Διότι από το όρος Σιών θα εξέλθη ο νέος Νομος και από την Ιερουσαλήμ θα κηρυχθή ο λόγος του Κυρίου.
 
Ησ. 2,4 καὶ κρινεῖ ἀναμέσον τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλέγξει λαὸν πολύν, καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν. -
Ησ. 2,4 Θα κάμη κρίσιν ο Θεός μεταξύ όλων των εθνών και ως ανώτατος νομοθέτης και κριτής θα ελέξη πολύν λαόν. Και έτσι οι τότε εχθροί και πολέμιοι μεταξύ των θα μετατρέψουν τα μαχαίρια των εις αλέτρια και τα δόρατά των εις δρεπάνια και δεν θα σηκώση πλέον έθνος εναντίον άλλου έθνους μαχαίρας, δια να πολεμήση κατ' αυτού και δεν θα μανθάνουν πλέον οι άνθρωποι την τέχνην να πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου”.
 
Ησ. 2,5 Καὶ νῦν, ὁ οἶκος Ἰακώβ, δεῦτε πορευθῶμεν τῷ φωτὶ Κυρίου.
Ησ. 2,5 Και τώρα, λοιπόν, ισραηλιτικέ λαέ, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ, ας βαδίσωμεν ημείς πρώτοι στο φως του Κυρίου, που θα ανατείλη από την Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 2,6 ἀνῆκε γὰρ τὸν λαὸν αὐτοῦ τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐνεπλήσθη ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡ χώρα αὐτῶν κληδονισμῶν, ὡς ἡ τῶν ἀλλοφύλων, καὶ τέκνα πολλὰ ἀλλόφυλα ἐγενήθη αὐτοῖς.
Ησ. 2,6 Ο Θεός εγκατέλειψε, βέβαια, τον ισραηλιτικόν λαόν του, τους απογόνους του Ιακώβ, διότι έγέμισεν η χώρα από μαντείας, όπως ήτο πριν καταληφθή από τους Ισραηλίτας. Εγινεν, όπως είναι η χώρα των Φιλισταίων. Οι Ισραηλίται από την επιμιξίαν των με τους Φιλισταίους απέκτησαν πολλά τέκνα.
 
Ησ. 2,7 ἐνεπλήσθη γὰρ ἡ χώρα αὐτῶν ἀργυρίου καὶ χρυσίου, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τῶν θησαυρῶν αὐτῶν· καὶ ἐνεπλήσθη ἡ γῆ ἵππων, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τῶν ἁρμάτων αὐτῶν·
Ησ. 2,7 Εγέμισεν η χώρα από παράνομα κέρδη αργυρίου καί χρυσίου· αναρίθμητοι ήσαν οι παράνομοι θησαυροί των. Εγέμισεν η χώρα από ίππους· αναρίθμητα ήσαν τα άρματά των.
 
Ησ. 2,8 καὶ ἐνεπλήσθη ἡ γῆ βδελυγμάτων τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν, καὶ προσεκύνησαν, οἷς ἐποίησαν οἱ δάκτυλοι αὐτῶν·
Ησ. 2,8 Η χώρα του Ισραήλ εγέμισεν από βδελυρά είδωλα, έργα των χειρών των, και προσεκύνησαν αυτά τα είδωλα, τα οποία είχαν κατασκευάσει τα δάκτυλά των.
 
Ησ. 2,9 καὶ ἔκυψεν ἄνθρωπος, καὶ ἐταπεινώθη ἀνήρ, καὶ οὐ μὴ ἀνήσω αὐτούς.
Ησ. 2,9 Εσκυψεν "άνθρωπος εμπρός εις τα είδωλα αυτά και εταπεινώθη ο άνδρας ενώπιον αυτών. Δεν θα συγχωρήσω την αμαρτίαν των αυτήν.
 
Ησ. 2,10 καὶ νῦν εἰσέλθετε εἰς τὰς πέτρας καὶ κρύπτεσθε εἰς τὴν γῆν ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν ἀναστῇ θραῦσαι τὴν γῆν.
Ησ. 2,10 Και τώρα σεις , οι παράνομοι και ανυπάκοοι προς τον Θεόν, εισέλθετε εις τα σπήλαια, κυριευμένοι από φόβον ενώπιον του ωργισμένου Κυρίου και της ακαταγωνίστου δυνάμεώς του, όταν θα εγερθή, δια να συντρίψη εν τη παντοδυναμία του την αμαρτωλήν χώραν.
 
Ησ. 2,11 οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ.
Ησ. 2,11 Διότι οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι υψηλοί και βλέπουν από υψηλά τα πάντα. Ο δε άνθρωπος είναι μηδαμινός· και θα ταπεινωθή η αλαζονεία και η έπαρσις των ανθρώπων. Θα υψωθή δε μόνος ο Κυριος κατά την ημέραν εκείνην της δικαίας κρίσεώς του.
 
Ησ. 2,12 ἡμέρα γὰρ Κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται,
Ησ. 2,12 Διότι η μεγάλη αυτή ημέρα Κυρίου του παντοκράτορος θα έλθη, δια να τιμωρήση κάθε αναιδή και αυθάδη, κάθε τυπερήφανον, κάθε υψηλόφρονα, κάθε επηρμένον. Και όλοι θα ταπεινωθούν κατά την ημέραν εκείνην.
 
Ησ. 2,13 καὶ ἐπὶ πᾶσαν κέδρον τοῦ Λιβάνου τῶν ὑψηλῶν καὶ μετεώρων καὶ ἐπὶ πᾶν δένδρον βαλάνου Βασὰν
Ησ. 2,13 Η δικαία αυτή παρά Κυρίου τιμωρία θα εκσπάση και θα πλήξη όλα τα κέδρα του Λιβάνου, τα υψηλά και υπερήφανα, και όλα τα δένδρα βελανιδιάς της χώρας Βασάν.
 
Ησ. 2,14 καὶ ἐπὶ πᾶν ὑψηλὸν ὄρος καὶ ἐπὶ πάντα βουνὸν ὑψηλὸν
Ησ. 2,14 Θα πλήξη κάθε υψηλόν όρος και κάθε υψηλόν βουνόν,
 
Ησ. 2,15 καὶ ἐπὶ πάντα πύργον ὑψηλὸν καὶ ἐπὶ πᾶν τεῖχος ὑψηλὸν
Ησ. 2,15 κάθε υψηλόν και ωχυρωμένον πύργον, κάθε ισχυρόν τείχος.
 
Ησ. 2,16 καὶ ἐπὶ πᾶν πλοῖον θαλάσσης καὶ ἐπὶ πᾶσαν θέαν πλοίων κάλλους.
Ησ. 2,16 Θα εκσπάση εναντίον των πλοίων, που ευρίσκονται εις την θάλασσαν, και εναντίον όλων των στολισμένων και ωραίων εις θέαν πλοίων.
 
Ησ. 2,17 καὶ ταπεινωθήσεται πᾶς ἄνθρωπος, καὶ πεσεῖται ὕψος ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.
Ησ. 2,17 Και τρομαγμένος τότε θα ταπεινωθή κάθε άνθρωπος. Θα πέση η αλαζονεία των άνθρώπων και θα υψωθή και θα δοξασθή ο Κυριος μόνος κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν.
 
Ησ. 2,18 καὶ τὰ χειροποίητα πάντα κατακρύψουσιν,
Ησ. 2,18 Κατατρομαγμένοι οι άνθρωποι θα κρύψουν επιμελώς όλα τα είδωλα, που είχαν κατασκευάσει με τα χέρια των·
 
Ησ. 2,19 εἰσενέγκαντες εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς σχισμὰς τῶν πετρῶν καὶ εἰς τὰς τρώγλας τῆς γῆς ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν ἀναστῇ θραῦσαι τὴν γῆν.
Ησ. 2,19 θα τα φέρουν μέσα εις τα σπήλαια και είς τας σχισμάς των βράχων και εις τας τρώγλας της γης, όπου και οι ίδιοι θα καταφύγουν ενώπιον του φόβου, που θα τους εμπνέη η παρουσία του Κυρίου, και ενώπιον της δόξης και της παντοδυναμίας του, όταν θα σηκωθή, δια να συντρίψη την αμαρτωλήν χώραν.
 
Ησ. 2,20 τῇ γὰρ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκβαλεῖ ἄνθρωπος τὰ βδελύγματα αὐτοῦ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χρυσᾶ, ἃ ἐποίησαν προσκυνεῖν, τοῖς ματαίοις καὶ ταῖς νυκτερίσι,
Ησ. 2,20 Κατά την ημέραν εκείνην ο κάθε άνθρωπος θα πετάξη τα σιχαμερά είδωλά του, τα ασημένια και τα χρυσά, τα οποία κατασκεύασε, δια να τα προσκυνή, θα τα πετάξουν εις τα σκουπίδια και εις τας ρωγμάς, όπου αι φωλεαί των νυκτερίδων,
 
Ησ. 2,21 τοῦ εἰσελθεῖν εἰς τὰς τρώγλας τῆς στερεᾶς πέτρας καὶ εἰς τὰς σχισμὰς τῶν πετρῶν ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν ἀναστῇ θραῦσαι τὴν γῆν.
Ησ. 2,21 δια να ημπορέσουν έτσι ελεύθεροι, να εισέλθουν εις τας τρώγλας κάποιου ασφαλούς βράχου, εις τας σχισμάς των ορέων, τρέμοντες την φοβεράν παρουσίαν του Κυρίου, την άπειρον αυτού δόξαν και ακατανίκητον δύναμιν, όταν θα εγερθή, δια να συντρίψη την αμαρτωλήν χώραν μας.
 
Ησ. 3,1 Ἰδοὺ δὴ ὁ δεσπότης Κύριος σαβαὼθ ἀφελεῖ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ ἰσχύοντα καὶ ἰσχύουσαν, ἰσχὺν ἄρτου καὶ ἰσχὺν ὕδατος,
Ησ. 3,1 Ιδού, λοιπόν, ο δεσπότης, ο Κυριος των δυνάμεων θα επιτρέψη να λείψει από την χώραν της Ιουδαίας και από την πόλιν της Ιερουσαλήμ κάθε δύναμις ανδρός και γυναικός, δύναμις και στήριγμα άρτου και ύδατος και όλων των απαραιτήτων βιοτικών αγαθών.
 
Ησ. 3,2 γίγαντα καὶ ἰσχύοντα καὶ ἄνθρωπον πολεμιστὴν καὶ δικαστὴν καὶ προφήτην καὶ στοχαστὴν καὶ πρεσβύτερον
Ησ. 3,2 Θα αφαίρεση κάθε γίγαντα και γενικώς κάθε ισχυρόν άνδρα, άνδρα εμπειροπόλεμον και δικαστήν και προφήτην και συνετόν και έμπειρον πρεσβύτην.
 
Ησ. 3,3 καὶ πεντηκόνταρχον καὶ θαυμαστὸν σύμβουλον καὶ σοφὸν ἀρχιτέκτονα καὶ συνετὸν ἀκροατήν·
Ησ. 3,3 Θα αφαίρεση κάθε στρατιωτικόν αρχηγόν μέχρι και πεντηκόνταρχον, κάθε αξιόλογον σύμβουλον και σοφόν αρχιτέκτονα και άνθρωπον, ο οποίος μετά συνέσεως θα ακούη την αλήθειαν.
 
Ησ. 3,4 καὶ ἐπιστήσω νεανίσκους ἄρχοντας αὐτῶν, καὶ ἐμπαῖκται κυριεύσουσιν αὐτῶν.
Ησ. 3,4 Αντί δε αυτών θα επιτρέψη να καταλάβουν την αρχήν και να τεθούν επικεφαλής σας νεαροί άνδρες χωρίς πείραν· απατεώνες δε θα αναδειχθούν κύριοι και δυνάσται του λαού.
 
Ησ. 3,5 καὶ συμπεσεῖται ὁ λαός, ἄνθρωπος πρὸς ἄνθρωπον καὶ ἄνθρωπος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ· πρσκόψει τὸ παιδίον πρὸς τὸν πρεσβύτην, ὁ ἄτιμος πρὸς τὸν ἔντιμον.
Ησ. 3,5 Τοτε θα λείψη ο αμοιβαίος σεβασμός· ο λαός θα περιέλθη εις κατάστασιν συγχύσεως και αναρχίας. Ο ένας άνθρωπος θα επιπέση εναντίον του άλλου και κάθε άνθρωπος εναντίον του πλησίον του. Με αυθάδειαν θα συγκρουσθή το παιδίον προς τον γέροντα, και ο ανέντιμος προς τον έντιμον και ευϋπόληπτον.
 
Ησ. 3,6 ὅτι ἐπιλήψεται ἄνθρωπος τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἢ τοῦ οἰκείου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ λέγων· ἱμάτιον ἔχεις, ἀρχηγὸς ἡμῶν γενοῦ, καὶ τὸ βρῶμα τὸ ἐμὸν ὑπὸ σὲ ἔστω.
Ησ. 3,6 Εξ αιτίας της αναρχίας αυτής και δια την έλλειψιν συνετών αρχηγών και βιοτικών αγαθών, θα κρατή από το ένδυμα κάθε άνθρωπος τον πρώτον τυχόντα ομοεθνή του η τον συγγενή του πατρός του, και θα λέγη· σύ έχεις ένδυμα, δεν είσαι γυμνός όπως ημείς. Γινε λοιπόν αρχηγός μας και η διατροφή μας ας είναι εις τα χέριά σου.
 
Ησ. 3,7 καὶ ἀποκριθεὶς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐρεῖ· οὐκ ἔσομαί σου ἀρχηγός· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου ἄρτος, οὐδὲ ἱμάτιον· οὐκ ἔσομαι ἀρχηγὸς τοῦ λαοῦ τούτου.
Ησ. 3,7 Εκείνος κατά την φοβεράν αυτήν ημέραν θα απαντήση και θα είπη· δέν θα γίνω αρχηγός σας, διότι ούτε εις την ιδικήν μου οικίαν δεν υπάρχει άρτος ούτε άλλο ιμάτιον. Δεν θέλω και δεν ημπορώ να γίνω αρχηγός του λαού αυτού.
 
Ησ. 3,8 ὅτι αἰνεῖται Ἱερουσαλήμ, καὶ ἡ Ἰουδαία συμπέπτωκε, καὶ αἱ γλῶσσαι αὐτῶν μετὰ ἀνομίας, τὰ πρὸς Κύριον ἀπειθοῦντες· διότι νῦν ἐταπεινώθη ἡ δόξα αὐτῶν,
Ησ. 3,8 Αυτά ασφαλώς θα γίνουν, διότι η Ιερουσαλήμ θα έχη εγκαταλειφθή από τον Κυριον και θα έχη περιπέσει εις καταστροφήν, διότι αι γλώσσαι των κατοίκων της χώρας αυτής ελάλουν παράνομα και οι άνθρωποι εδεικνύοντο απειθείς προς τον θεόν. Και τώρα ήλθεν ο καιρός να ταπεινωθή το ψευδές μεγαλείον αυτών.
 
Ησ. 3,9 καὶ ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου αὐτῶν ἀντέστη αὐτοῖς· τὴν δὲ ἁμαρτίαν αὐτῶν ὡς Σοδόμων ἀνήγγειλαν καὶ ἐνεφάνισαν. οὐαὶ τῇ ψυχῇ αὐτῶν, διότι βεβούλευνται βουλὴν πονηρὰν καθ᾿ ἑαυτῶν
Ησ. 3,9 Η αναισχυντία του προσώπου των εγείρεται μάρτυς κατηγορίας ενάντιον αυτών. Διεκήρυξαν και παρουσίασαν αναισχύντως την αμαρτίαν αυτών, όπως άλλοτε οι κάτοικοι των Σοδόμων. Αλλοίμονον εις αυτούς, διότι έχουν σκεφθή και λάβει αποφάσεις πονηράς και κακάς, αι οποίαι εις τελευταίαν ανάλυσιν θα εκσπάσουν εναντίον των.
 
Ησ. 3,10 εἰπόντες· δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι· τοίνυν τὰ γεννήματα τῶν ἔργων αὐτῶν φάγονται.
Ησ. 3,10 Αυτοί είπαν· άς δέσωμεν και ας απομονώσωμεν έκλειστον τον ενάρετον, διότι μας είναι δυσμεταχείριστος και εμπόδιον στον δρόμον μας. Δι΄αυτάς τας παρανομίας των θα γευθούν τα επίχειρα των κακών έργων των.
 
Ησ. 3,11 οὐαὶ τῷ ἀνόμῳ· πονηρὰ κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ συμβήσεται αὐτῷ.
Ησ. 3,11 Αλλοίμονον στον άνθρωπον της παρανομίας! Ολέθρια πράγματα θα του συμβούν, ανάλογα προς τα πονηρά έργα των χειρών του.
 
Ησ. 3,12 λαός μου, οἱ πράκτορες ὑμῶν καλαμῶνται ὑμᾶς, καὶ οἱ ἀπαιτοῦντες κυριεύουσιν ὑμῶν· λαός μου, οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς καὶ τὸν τρίβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ταράσσουσιν.
Ησ. 3,12 Λαε μου, οι άρχοντές σου ως σκληροί και πιεστικοί εισπράκτορες σας καταληστεύουν, και αυτοί απαιτούν από σας εισφοράς και δώρα. Εχουν καταντήσει κυρίαρχοι και δυνάσται σας. Λαε μου, εκείνοι οι οποίοι κολακευτικώς και δι' ιδιοτελείς λόγους σας μακαρίζουν και σας καλοτυχίζουν, σας παραπλανούν. Αναταράσσουν δε και δημιουργούν σύγχυσιν στον δρόμον της ζωής και συμπεριφοράς σας.
 
Ησ. 3,13 ἀλλὰ νῦν καταστήσεται εἰς κρίσιν Κύριος καὶ στήσει εἰς κρίσιν τὸν λαὸν αὐτοῦ·
Ησ. 3,13 Αλλ' ιδού, ότι τώρα ο Κυριος θα καθήση επί του θρόνου, δια να κρίνη. Θα στήση εις κρίσιν και δίκην τον λαόν του.
 
Ησ. 3,14 αὐτὸς Κύριος εἰς κρίσιν ἥξει μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ καὶ μετὰ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ. ὑμεῖς δὲ τί ἐνεπυρίσατε τὸν ἀμπελῶνά μου καὶ ἡ ἁρπαγὴ τοῦ πτωχοῦ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν;
Ησ. 3,14 Αυτός ο Κυριος θα έλθη, δια να δικάση τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντας του λαού του. Και εν τη δικαία οργή του θα είπη προς αυτούς· διατί σεις παρεδώσατε τον αμπελώνα μου, τον λαόν μου, στο πυρ της καταστροφής και αρπαγής; Διατί η αρπαγείσα περιουσία των πτωχών ευρίσκεται υπό την κατοχήν σας εις τα σπίτια σας;
 
Ησ. 3,15 τί ὑμεῖς ἀδικεῖτε τὸν λαόν μου καὶ τὸ πρόσωπον τῶν πτωχῶν καταισχύνετε;
Ησ. 3,15 Διατί σεις αδικείτε τον λαόν μου; Με τας συκοφαντίας δε και διαβολάς σας κατεξευτελίζετε και εντροπιάζετε το πρόσωπον των πτωχών;
 
Ησ. 3,16 Τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ᾿ ὧν ὑψώθησαν αἱ θυγατέρες Σιών καὶ ἐπορεύθησαν ὑψηλῷ τραχήλῳ καὶ ἐν νεύμασιν ὀφθαλμῶν καὶ τῇ πορείᾳ τῶν ποδῶν ἅμα σύρουσαι τοὺς χιτῶνας καὶ τοῖς ποσὶν ἅμα παίζουσαι,
Ησ. 3,16 Αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή υπερηφανεύθησαν και αλαζονεύθησαν αι γυναίκες της Ιερουσαλήμ και εβάδισαν με τον τράχηλον των υψηλά, έρριπταν δε αναίσχυντα προκλητικά νεύματα των οφθαλμών των γύρω των, έσερναν τα φορέματά των κατά το βάδισμά των και έπαιζαν συγχρόνως χορευτικώς με τα πόδια των,
 
Ησ. 3,17 καὶ ταπεινώσει ὁ Θεὸς ἀρχούσας θυγατέρας Σιών, καὶ Κύριος ἀποκαλύψει τὸ σχῆμα αὐτῶν
Ησ. 3,17 δια τούτο θα ταπεινώση και θα εξευτελίση ο Κυριος τας αριστοκράτιδας αυτάς γυναίκας της Ιερουσαλήμ και θα αποκαλύψη γυμνήν την απόκρυφον ασχημίαν αυτών.
 
Ησ. 3,18 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἀφελεῖ Κύριος τὴν δόξαν τοῦ ἱματισμοῦ αὐτῶν καὶ τοὺς κόσμους αὐτῶν καὶ τὰ ἐμπλόκια καὶ τοὺς κοσύμβους καὶ τοὺς μηνίσκους
Ησ. 3,18 Κατά την ημέραν εκείνην της κρίσεως, θα αφαιρέση ο Κυριος την μεγαλοπρέπειαν του πλουσίου ιματισμού των, την περίτεχνον δια την πλοκήν της με κοσμήματα κόμην των, τους κροσσούς των ενδυμάτων των και τα κοσμήματα της κεφαλής των,
 
Ησ. 3,19 καὶ τὸ κάθεμα καὶ τὸν κόσμον τοῦ προσώπου αὐτῶν
Ησ. 3,19 τα περιδέραια, τα οποία από του τραχήλου των κατέρχονται στο στήθος των, και όλας τας αρωματικάς και καλλυντικάς βαφάς του προσώπου των.
 
Ησ. 3,20 καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ κόσμου τῆς δόξης καὶ τοὺς χλιδῶνας, καὶ τὰ ψέλια καὶ τὸ ἐμπλόκιον καὶ τὰ περιδέξια καὶ τοὺς δακτυλίους καὶ τὰ ἐνώτια
Ησ. 3,20 Και την συλλογήν των πολυτελών ενδυμάτων και τα κοσμήματα των τραχήλων και τα βραχιόλια και κάθε άλλο κόσμημα και τα κοσμήματα, τα οποία εμπλέκονται εις την κόμην, τα κοσμήματα του δεξιού βραχίονος, τα δακτυλίδια και τα σκουλαρίκια,
 
Ησ. 3,21 καὶ τὰ περιπόρφυρα καὶ τὰ μεσοπόρφυρα
Ησ. 3,21 ενδύματα, τα οποία θα έχουν πορφυράν γιρλάνταν, και τα άλλα, τα οποία θα έχουν συνυφανθή με πορφυράν.
 
Ησ. 3,22 καὶ τὰ ἐπιβλήματα τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν καὶ τὰ διαφανῆ Λακωνικὰ
Ησ. 3,22 Θα αφαίρεση από αυτάς ο Κυριος τα ενδύματά, που φορούν στο σπίτι των, όπως επίσης και τα εκ Λακωνίας διαφανή πολυτελή υφάσματα.
 
Ησ. 3,23 καὶ τὰ βύσσινα καὶ τὰ ὑακίνθινα καὶ τὰ κόκκινα καὶ τὴν βύσσον, σὺν χρυσῷ καὶ ὑακίνθῳ συγκαθυφασμένα καὶ θέριστρα κατάκλιτα.
Ησ. 3,23 Και τα άλλα πολυτελή ενδύματα τα εκ βύσσου και υακίνθου, τα κατακόκκινα, τας λεπτάς από πολυτελή λινόν ενδυμασίας, που έχουν συνυφανθή με χρυσόν και με πολυτίμους, λίθους υακίνθου, τα θερινά πολυτελή πέπλα, που περιβάλλουν την κεφαλήν και την προφυλάσσουν από τας ηλιακάς ακτίνας.
 
Ησ. 3,24 καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτός, καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον.
Ησ. 3,24 Και τότε αντί της άλλοτε ευχαρίστου ευωδίας των αρωμάτων, θα έχης κονιορτόν επάνω σου. Αντί της πολυτελούς ζώνης θα ζωσθής με σχοινί, αντί των χρυσών στολισμάτων της κεφαλής σου θα απόκτησης φαλάκραν εξ αιτίας των πονηρών έργων σου. Αντί του πολυτελούς χιτώνος του υφασμένου με πορφύραν θα ζωσθής χονδρόν τρίχινον σάκκον.
 
Ησ. 3,25 καὶ ὁ υἱός σου ὁ κάλλιστος, ὃν ἀγαπᾷς, μαχαίρᾳ πεσεῖται, καὶ οἱ ἰσχύοντες ὑμῶν μαχαίρᾳ πεσοῦνται. Καὶ ταπεινωθήσονται
Ησ. 3,25 Τα δε καλύτερά σου παιδία, ω Σιών, τα οποία ιδιαιτέρως αγαπάς, θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας. Ολοι οι δυνατοί άνδρες σου θα σφαγούν δια μαχαίρας. Οι πάντες και τα πάντα θα ταπεινωθούν.
 
Ησ. 3,26 καὶ πενθήσουσιν αἱ θῆκαι τοῦ κόσμου ὑμῶν, καὶ καταλειφθήσῃ μόνη καὶ εἰς τὴν γῆν ἐδαφισθήσῃ.
Ησ. 3,26 Αδειαναί πλέον αι θήκαι των ποικίλων κοσμημάτων θα παρέχουν θέαμα θλιβερόν και πένθιμον. Θα εγκαταλειφθής μόνη, έρημος και κατερειπωμένη, με κρημνισμένα τα σπίτια σου εις την γην.
 
Ησ. 4,1 Καὶ ἐπιλήψονται ἑπτὰ γυναῖκες ἀνθρώπου ἑνὸς λέγουσαι· τὸν ἄρτον ἡμῶν φαγόμεθα καὶ τὰ ἱμάτια ἡμῶν περιβαλούμεθα πλὴν τὸ ὄνομα τὸ σὸν κεκλήσθω ἐφ᾿ ἡμᾶς, ἄφελε τὸν ὀνειδισμὸν ἡμῶν. -
Ησ. 4,1 Τοση, εξ αιτίας των σφαγών, θα είναι η έλλειψις ανδρών, ώστε πολλαί μαζή γυναίκες θα πιάσουν ένα άνδρα και θα λέγουν προς αυτόν· δέν θα σε επιβαρύνωμεν με την διατροφήν μας, θα τρώγωμεν το ιδικόν μας ψωμί, θα ενδυώμεθα με τα ιδικά μας ενδύματα, αλλά μόνον δώσε μας το όνομά σου, ως συζύγου μας, και αφαίρεσε από ημάς την εντροπήν της ατεκνίας μας.
 
Ησ. 4,2 Τῇ δὲ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπιλάμψει ὁ Θεὸς ἐν βουλῇ μετὰ δόξης ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ ὑψῶσαι καὶ δοξάσαι τὸ καταλειφθὲν τοῦ Ἰσραήλ·
Ησ. 4,2 Μετά τας συμφοράς όμως αυτάς και κατά την εποχήν εκείνην του Μεσσίου θα λάμψη από τον ουρανόν επάνω εις την γην ο θεός με σοφίαν και δόξαν, δια να υψώση και δοξάση τους απομείναντας πιστούς εις αυτόν Ισραηλιτας.
 
Ησ. 4,3 καὶ ἔσται τὸ ὑπολειφθὲν ἐν Σιών, καὶ τὸ καταλειφθὲν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἅγιοι κληθήσονται, πάντες οἱ γραφέντες εἰς ζωὴν ἐν Ἱερουσαλήμ·
Ησ. 4,3 Και τότε οι απομείναντες στο όρος Σιών και οι απολειφθέντες εις την Ιερουσαλήμ Ιουδαίοι θα ονομασθούν άγιοι, όλοι όσοι έχουν γραφή στο βιβλίον της ζωής εν Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 4,4 ὅτι ἐκπλυνεῖ Κύριος τὸν ῥύπον τῶν υἱῶν καὶ τῶν θυγατέρων Σιὼν καὶ τὸ αἷμα ἐκκαθαριεῖ ἐκ μέσου αὐτῶν ἐν πνεύματι κρίσεως καὶ πνεύματι καύσεως.
Ησ. 4,4 Διότι τότε θα ξεπλύνη εντελώς ο Κυριος τον ηθικόν ρύπον από τους υιούς και τας θυγατέρας της Ιερουσαλήμ και θα καθαρίση το αθώον αίμα, που εχύθη μεταξύ αυτών με καταδικαστικήν κρίσιν, με φλόγα πυρκαϊάς.
 
Ησ. 4,5 καὶ ἥξει, καὶ ἔσται πᾶς τόπος τοὺς ὄρους Σιὼν καὶ πάντα τὰ περικύκλῳ αὐτῆς σκιάσει νεφέλη ἡμέρας καὶ ὡς καπνοῦ καὶ ὡς φωτὸς πυρὸς καιομένου νυκτός, καὶ πάσῃ τῇ δόξῃ σκεπασθήσεται·
Ησ. 4,5 Θα έλθη ο Κυριος, και τότε ολόκληρος ο τόπος του όρους της Σιών και όλα τα γύρω από την πόλιν Ιερουσαλήμ, θα σκιάζωνται από δροσεράν νεφέλην κατά το διάστημα της ημέρας, κατά δε την νύκτα θα φωτίζωνται ωσάν από φως πυρκαϊάς, που θα αντιφεγγίζεται από τον αναβαίνοντα καπνόν. Ολος αυτός ο τόπος θα σκεπασθή από την μεγαλειώδη δόξαν του Κυρίου.
 
Ησ. 4,6 καὶ ἔσται εἰς σκιὰν ἀπὸ καύματος καὶ ἐν σκέπῃ καὶ ἐν ἀποκρύφῳ ἀπὸ σκληρότητος καὶ ὑετοῦ.
Ησ. 4,6 Ολοι και όλα, όσα υπάρχουν υπό την δροσεράν σκιαν της νεφέλης, θα προστατεύονται από το καύμα του ηλίου, θα σκεπάζωνται από τας ραγδαίας καταστρεπτικάς βροχάς, θα ευρίσκωνται εις ασφάλειαν και θα ζουν με άνεσιν.
 
Ησ. 5,1 Ἄσω δὴ τῷ ἠγαπημένῳ ἆσμα τοῦ ἀγαπητοῦ μου τῷ ἀμπελῶνί μου. ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ ἐν κέρατι, ἐν τόπῳ πίονι.
Ησ. 5,1 Θα ψάλω, λοιπόν, εγώ στον αγαπημενόν μου αμπελώνα, τον ισραηλιτικον λαόν, άσμα του αγαπητού μου Κυρίου. Ο ηγαπημένος Κυριος απέκτησεν άμπελον εις κάποιον λόφον, εις τόπον παχύν και εύφορον.
 
Ησ. 5,2 καὶ φραγμὸν περιέθηκα καὶ ἐχαράκωσα καὶ ἐφύτευσα ἄμπελον Σωρὴχ καὶ ὠκοδόμησα πύργον ἐν μέσῳ αὐτοῦ καὶ προλήνιον ὤρυξα ἐν αὐτῷ· καὶ ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας.
Ησ. 5,2 Εθεσα ολόγυρα φράκτην, έσκαψα τάφρον, εφύτευσα εκλεκτά κλήματα του είδους Σωρήχ, έκτισα πύργον στο μέσον της αμπέλου αυτής, έσκαψα φρεάτιον δια να πίπτη εις αυτό ο μούστος και περίμενα να παραγάγη σταφύλια, αυτή όμως παρήγαγεν ακάνθας.
 
Ησ. 5,3 καὶ νῦν, οἱ ἐνοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούδα, κρίνατε ἐν ἐμοὶ καὶ ἀναμέσον τοῦ ἀμπελῶνός μου.
Ησ. 5,3 Και τώρα σεις, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι άνθρωποι της φυλής Ιούδα, κρίνατε και δικάσατε μεταξύ εμού και του αμπελώνός μου.
 
Ησ. 5,4 τί ποιήσω ἔτι τῷ ἀμπελῶνί μου καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτῷ; διότι ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας.
Ησ. 5,4 Τι υπολείπεται να κάμω ακόμη δια την άμπελόν μου αυτήν και τι έως τώρα δεν έκαμα δ' αυτήν; Εκαμα τα πάντα, δια να καρποφορήση αυτή σταφυλάς. Εκείνη δε έκαμεν αγκάθια!
 
Ησ. 5,5 νῦν δὲ ἀναγγελῶ ὑμῖν τί ἐγὼ ποιήσω τῷ ἀμπελῶνί μου· ἀφελῶ τὸν φραγμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς διαρπαγήν, καὶ καθελῶ τὸν τοῖχον αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς καταπάτημα·
Ησ. 5,5 Τωρα, λοιπόν, εγώ θα καταστήσω γνωστόν εις σας, τι θα κάμω εις την άμπελόν μου. Θα αφαιρέσω τον φράκτην αυτής και θα είναι εκτεθειμένη εις διαρπαγήν. Θα κρημνίσω τον τοίχον της και θα καταπατήται από τους ανθρώπους και τα ζώα.
 
Ησ. 5,6 καὶ ἀνήσω τὸν ἀμπελῶνά μου καὶ οὐ τμηθῇ οὐδὲ μὴ σκαφῇ, καὶ ἀναβήσονται εἰς αὐτὸν ὡς εἰς χέρσον ἄκανθαι· καὶ ταῖς νεφέλαις ἐντελοῦμαι τοῦ μὴ βρέξαι εἰς αὐτὸν ὑετόν.
Ησ. 5,6 Θα εγκαταλείψω την άμπελόν μου, δεν θα κλαδευθή πλέον, ούτε θα σκαφθή, και έτσι τα αγκάθια θα ανεβούν γύρω και επάνω της ως εις χέρσον και ακαλλιέργητον τόπον. Θα διατάξω τα σύννεφα να μη βρέξουν πλέον εις αυτήν ποτιστικήν βροχήν.
 
Ησ. 5,7 ὁ γὰρ ἀμπελῶν Κυρίου σαβαὼθ οἶκος τοῦ Ἰσραήλ ἐστι καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούδα νεόφυτον ἠγαπημένον· ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν καὶ οὐ δικαιοσύνην, ἀλλὰ κραυγήν.
Ησ. 5,7 Ο αμπελών αυτός του Κυρίου των δυνάμεων είναι ο ισραηλιτικος λαός. Είναι οι άνθρωποι της φυλής του Ιούδα, νέα γενεά ηγαπημένη. Επερίμενα από αυτήν να καρποφορήση δικαιοσύνην και αρετήν, αυτή όμως έκαμε παρανομίαν και όχι δικαιοσύνην, με αποτέλεσμα να ακούεται εκεί κραυγή αδικουμένων.
 
Ησ. 5,8 Οὐαὶ οἱ συνάπτοντες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγίζοντες, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι. μὴ οἰκήσετε μόνοι ἐπὶ τῆς γῆς;
Ησ. 5,8 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι συνδέουν την οικίαν των εις την οικίαν του άλλου και τον αγρόν των με τον αγρόν του άλλου, δια να αφαιρέσουν κάτι από την ιδιοκτηοίαν του πλησίον! Μηπως πρόκειται να κατοικήσετε μόνοι σεις και δια παντός επάνω εις την γην;
 
Ησ. 5,9 ἠκούσθη γὰρ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου σαβαὼθ ταῦτα· ἐὰν γὰρ γένωνται οἰκίαι πολλαί, εἰς ἔρημον ἔσονται μεγάλαι καὶ καλαί, καὶ οὐκ ἔσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐταῖς.
Ησ. 5,9 Αι πονηρίαι και αι αδικίαι αυταί έφθασαν εις τα ώτα Κυρίου του παντοκράτορος, ο οποίος και είπε· “και εάν ακόμη οικοδομηθούν πολλαί και περισσότεραι οικίαι, μεγάλαι και ωραίαι, θα προορισθούν δια την καταστροφήν και την ερήμωσιν. Κανείς δεν θα υπάρχη, που θα κατοική εις αυτάς!
 
Ησ. 5,10 οὗ γὰρ ἐργῶνται δέκα ζεύγη βοῶν, ποιήσει κεράμιον ἕν, καὶ ὁ σπείρων ἀρτάβας ἓξ ποιήσει μέτρα τρία.
Ησ. 5,10 Αγρός, τον οποίον ώργωσαν δέκα ζεύγη βοϊδιών, θα αποδώση καρπόν, ο οποίος μόλις και θα γεμίζη μίαν μόνην στάμναν. Και εκείνος ο οποίος στους αγρούς του έσπειρεν εξ αρτάβας, θα λάβη ως απόδοσιν το ήμισυ αυτών, τρία μέτρα.
 
Ησ. 5,11 Οὐαὶ οἱ ἐγειρόμενοι τὸ πρωΐ, καὶ τὰ σίκερα διώκοντες, οἱ μένοντες τὸ ὀψέ· ὁ γὰρ οἶνος αὐτοὺς συγκαύσει.
Ησ. 5,11 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι εξυπνούν πρωϊ-πρωϊ και επιζητούν τα οινοπνευματώδη ποτά, και εις εκείνους, οι οποίοι μένουν αργά το βράδυ πίνοντες οίνον· ο οίνος θα τους κατακαύση.
 
Ησ. 5,12 μετὰ γὰρ κιθάρας καὶ ψαλτηρίου καὶ τυμπάνων καὶ αὐλῶν τὸν οἶνον πίνουσι, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι.
Ησ. 5,12 Πινουν το κρασί των με τον ήχον της κιθάρας και της ναύλας και των τύμπανων και των αυλών· τας εντολάς όμως του Κυρίου τας παραβλέπουν και δεν προσέχουν να εννοήσουν τα έργα του Θεού.
 
Ησ. 5,13 τοίνυν αἰχμάλωτος ὁ λαός μου ἐγενήθη διὰ τὸ μὴ εἰδέναι αὐτοὺς τὸν Κύριον, καὶ πλῆθος ἐγενήθη νεκρῶν διὰ λιμὸν καὶ δίψος ὕδατος.
Ησ. 5,13 Δια την ασωτίαν, λοιπόν, αυτήν και ασέβειάν του ο λαός θα γίνη αιχμάλωτος και πολλοί από αυτούς θα πεθάνουν, άλλοι μεν από την έλλειψιν ψωμιού και άλλοι από την έλλειψιν ύδατος.
 
Ησ. 5,14 καὶ ἐπλάτυνεν ὁ ᾅδης τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ διήνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ τοῦ μὴ διαλιπεῖν, καὶ καταβήσονται οἱ ἔνδοξοι καὶ οἱ μεγάλοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ λοιμοὶ αὐτῆς.
Ησ. 5,14 Ηυφράνθη η ψυχή του άδου, ήνοιξεν αυτός το στόμα του, ώστε να μη σταματήση καταβροχθίζων. Εκεί θα κατεβούν οι ένδοξοι της γης, οι μεγάλοι, οι πλούσιοι, οι πονηροί και διεφθαρμένοι άνθρωποι αυτής της πόλεως.
 
Ησ. 5,15 καὶ ταπεινωθήσεται ἄνθρωπος, καὶ ἀτιμασθήσεται ἀνήρ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ μετέωροι ταπεινωθήσονται.
Ησ. 5,15 Θα ταπεινωθή ο κάθε αμαρτωλός άνθρωπος, θα εξευτελισθή ο επίσημος ανήρ, θα ταπεινωθούν τα υπερήφανα ματία, που με αλαζονείαν εκύταζαν υψηλά.
 
Ησ. 5,16 καὶ ὑψωθήσεται Κύριος σαβαὼθ ἐν κρίματι, καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος δοξασθήσεται ἐν δικαιοσύνῃ.
Ησ. 5,16 Θα υψωθή όμως και θα δοξασθή ο Κυριος των δυνάμεων με την δικαίαν αυτήν κρίσιν και τιμωρίαν· και ο Θεός ο άγιος θα υψωθή εν τη δικαιοσύνη αυτού.
 
Ησ. 5,17 καὶ βοσκηθήσονται οἱ διηρπασμένοι ὡς ταῦροι, καὶ τὰς ἐρήμους τῶν ἀπειλημμένων ἄρνες φάγονται.
Ησ. 5,17 Και οι αιχμάλωτοι Ιουδαίοι θα βόσκουν στον τόπον της εξοριας των, όπως τα ζώα, όπως οι ταύροι· εις δε τας ερήμους περιοχάς της πατρίδος των θα βόσκουν αρνιά.
 
Ησ. 5,18 οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας ὡς σχοινίῳ μακρῷ καὶ ὡς ζυγοῦ ἱμάντι δαμάλεως τὰς ἀνομίας,
Ησ. 5,18 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι σύρουν επάνω των, ως εις ατελείωτον σχοινίον, πολυάριθμους αμαρτίας, εις εκείνους οι οποίοι πολλαπλασιάζουν και εκτείνουν, ως μακρόν λωρίον ζυγού δαμάλεως, τας αμαρτίας των!
 
Ησ. 5,19 οἱ λέγοντες· τὸ τάχος ἐγγισάτω ἃ ποιήσει, ἵνα ἴδωμεν, καὶ ἐλθάτω ἡ βουλὴ τοῦ ἁγίου Ἰσραήλ, ἵνα γνῶμεν.
Ησ. 5,19 Αλλοιμονον εις εκείνους, οι οποίοι καταφρονητικώς λέγουν· “ας έλθουν, λοιπόν, σύντομα εκείνα, τα οποία ο Κυριος απειλεί να κάμη, δια να τα ίδωμεν. Ας πραγματοποιηθη απειλητική απόφασις του αγίου του Ισραήλ, δια να την γνωρίσωμεν”!
 
Ησ. 5,20 Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν.
Ησ. 5,20 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι ποίοι λέγουν το κακόν ως καλόν και το καλόν ως κακόν, και οι οποίοι με την ζωήν και την πράξιν των παρουσιάζουν το σκότος ως φως και το φως ως σκότος! Αυτοί οι οποίοι προβάλλουν απατηλώς το πικρόν ως γλυκύ και το γλυκύ ως πικρόν!
 
Ησ. 5,21 Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες.
Ησ. 5,21 Αλλοιμονον εις εκείνους, οι οποίοι φρονούν ότι είναι σοφοί και συνετοί, οι οποίοι αυτοπαρουσιάζονται εις τα μάτια των ως σοφοί και επιστήμονες γνωρίζοντες τάχα ακριβώς τα πάντα!
 
Ησ. 5,22 οὐαὶ οἱ ἰσχύοντες ὑμῶν, οἱ πίνοντες τὸν οἶνον καὶ οἱ δυνάσται οἱ κεραννύντες τὰ σίκερα,
Ησ. 5,22 Αλλοίμονον στους άρχοντάς, σας, οι οποίοι πίνουν τον οίνον καθ υπερβολήν! Αλλοίμονον εις αυτούς, που κυριαρχούν επάνω σας, και σας καταδυναστεύουν και οι οποίοι κατασκευάζουν και συνθέτουν οινοπνευματώδη μεθυστικά ποτά δια τον εαυτόν των!
 
Ησ. 5,23 οἱ δικαιοῦντες τὸν ἀσεβῆ ἕνεκεν δώρων καὶ τὸ δίκαιον τοῦ δικαίου αἴροντες.
Ησ. 5,23 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι κηρύσσουν τον ασεβή και ένοχον ως αθώον, διότι έλαβον δώρα, και έτσι αφαιρούν και καταπατούν το δίκαιον από τον αθώον και ενάρετον.
 
Ησ. 5,24 διὰ τοῦτο ὃν τρόπον καυθήσεται καλάμη ὑπὸ ἄνθρακος πυρὸς καὶ συγκαυθήσεται ὑπὸ φλογὸς ἀνειμένης, ἡ ῥίζα αὐτῶν ὡς χνοῦς ἔσται καὶ τὸ ἄνθος αὐτῶν ὡς κονιορτὸς ἀναβήσεται· οὐ γὰρ ἠθέλησαν τὸν νόμον Κυρίου σαβαώθ, ἀλλὰ τὸ λόγιον τοῦ ἁγίου Ἰσραὴλ παρώξυναν.
Ησ. 5,24 Δια τούτο, όπως η καλαμιά κατακαίεται από αναμμένον κάρβουνον, κατακαίεται και γίνεται στάκτη από αναμμένην φλόγα, έτσι θα γίνη χνούδι και θα διασκορπισθή η ρίζα των ανθρώπων αυτών, και το άνθος των θα ανεβή ως κονιορτός στον αέρα και θα εξαφανισθή. Θα πάθουν αυτά, διότι δεν ηγάπησαν και δεν ηθέλησαν τον νόμον Κυρίου του παντοκράτορος, αλλά κατεφρόνησαν τον λόγον του αγίου Θεού του Ισραήλ και προεκάλεσαν έτσι την οργήν του εναντίον των.
 
Ησ. 5,25 καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος σαβαὼθ ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπέβαλε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐπάταξεν αὐτούς, καὶ παρωξύνθη τὰ ὄρη, καὶ ἐγενήθη τὰ θνησιμαῖα αὐτῶν ὡς κοπρία ἐν μέσῳ ὁδοῦ. καὶ ἐν πᾶσι τούτοις οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμὸς αὐτοῦ, ἀλλὰ ἔτι ἡ χεὶρ ὑψηλή.
Ησ. 5,25 Και εθύμωσε με μεγάλην οργήν ο Κυριος των δυνάμεων εναντίον του λαού του. Απλωσε την τιμωρόν χείρα του· τους εκτύπησε και συνεκλονίσθησαν τα όρη από τον σεισμόν, τα δε πτώματα των φονευθέντων κατά τον πόλεμον έγιναν ωσάν κοπριά, αποσυντεθειμένα στο μέσον των οδών. Και παρ' όλας αυτάς τας τιμωρίας, διότι εκείνοι δεν μετενόησαν, δεν απεμακρύνθη ο θυμός του Κυρίου, αλλά είναι ακόμη υψωμένη η παντοδύναμος χειρ του, δια να επιπέση εναντίον των παρανόμων.
 
Ησ. 5,26 τοιγαροῦν ἀρεῖ σύσσημον ἐν τοῖς ἔθνεσι τοῖς μακρὰν καὶ συριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς, καὶ ἰδοὺ ταχὺ κούφως ἔρχονται·
Ησ. 5,26 Και λοιπόν θα ύψωση και θα δώση ο Κυριος σημείον εις τα εχθρικά ειδωλολατρικά έθνη, που ευρίσκονται μακράν, θα σφυρίξη, δια να ακουσθή από λαούς, που υπάρχουν εις τα άκρα του κόσμου, ώστε εκείνοι να προσέλθουν· και ιδού, έρχονται ταχύτατα, ως εάν έχουν πτερά.
 
Ησ. 5,27 οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ κοπιάσουσιν οὐδὲ νυστάξουσιν οὐδὲ κοιμηθήσονται, οὐδὲ λύσουσι τὰς ζώνας αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὀσφύος αὐτῶν, οὐδὲ μὴ ῥαγῶσιν οἱ ἱμάντες τῶν ὑποδημάτων αὐτῶν·
Ησ. 5,27 Ερχονται με τόσην ορμήν, με τέτοιο μένος, ώστε δεν θα αισθανθούν πείναν, ούτε θα καταβληθούν από τον κόπον, ούτε θα αργοπορήσουν από νυσταγμόν, δεν θα κοιμηθούν στον δρόμον των, ούτε θα λύσουν από την μέσην των τας ζώνας, ούτε θα διαρραγούν τα λουριά των υποδημάτων των.
 
Ησ. 5,28 ὧν τὰ βέλη ὀξέα ἐστὶ καὶ τὰ τόξα αὐτῶν ἐντεταμένα, οἱ πόδες τῶν ἵππων αὐτῶν ὡς στερεὰ πέτρα ἐλογίσθησαν, οἱ τροχοὶ τῶν ἁρμάτων αὐτῶν ὡς καταιγίς.
Ησ. 5,28 Αυτών των φοβερών εχθρών τα βέλη είναι οξέα και τα τόξα των τεντωμένα, έτοιμα να εκσφενδονίσουν τα βέλη. Τα πόδια των ίππων των εθεωρήθησαν στερεά σαν πέτρα, και οι ρόδες των πολεμικών αρμάτων των τρέχουν ταχύτατα και ανεμπόδιστα, ωσάν η καταιγίς.
 
Ησ. 5,29 ὁρμῶσιν ὡς λέοντες καὶ παρέστηκαν ὡς σκύμνοι λέοντος· καὶ ἐπιλήψεται καὶ βοήσει ὡς θηρίον καὶ ἐκβαλεῖ, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ῥυόμενος αὐτούς.
Ησ. 5,29 Ορμούν κατά την μάχην ωσάν ληοντάρια, ευρίσκονται εμπρός εις την πρώτην γραμμήν σαν νεαρά ληοντάρια και ο φοβερός αυτός εχθρός ως θηρίον συλλαμβάνει το θήραμά του και βρυχάται επάνω από αυτό, το μεταφέρει στο κρησφύγετόν του. Κανείς δεν θα ημπορέση να τους αποσπάση και τους γλυτώση από το στόμα των.
 
Ησ. 5,30 καὶ βοήσει δι᾿ αὐτοὺς τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὡς φωνὴ θαλάσσης κυμαινούσης· καὶ ἐμβλέψονται εἰς τὴν γῆν, καὶ ἰδοὺ σκότος σκληρὸν ἐν τῇ ἀπορίᾳ αὐτῶν.
Ησ. 5,30 Ως θάλασσά, που αναταράσσεται από την δύναμιν των ανέμων και βοούν τα κύματα της, έτσι και ο εχθρός θα φωνάξη δυνατά εναντίον αυτών. Και εκείνοι θα στρέψουν ικετευτικά και ερευνητικα τα βλέμματα των εις την γην, αναζητούντες βοήθειαν, και ιδού τρομερόν σκότος θα είναι η απάντησις εις την απελπιστικήν συμφοράν των.
 
Ησ. 6,1 Καὶ ἐγένετο τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὗ ἀπέθανεν Ὀζίας ὁ βασιλεύς, εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ.
Ησ. 6,1 Κατά το έτος εκείνο, κατά το οποίον απέθανεν ο βασιλεύς Οζίας, είδον εν οράματι τον Κυριον να κάθεται επάνω εις ένα θρόνον υψηλόν και μετέωρον· και είδα ακόμη να είναι γεμάτος από απερίγραπτον δόξαν ο ναός αυτός.
 
Ησ. 6,2 καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο.
Ησ. 6,2 Γυρω από τον ένδοξον αυτόν θρόνον ίσταντο τα Σεραφίμ εξ πτέρυγες είχε το καθένα από αυτά· με τας δύο πτέρυγας εσκέπαζαν τελείως το πρόσωπον των, με τας δύο άλλας εσκέπαζον τους πόδας των και με τας δύο άλλας επετούσαν.
 
Ησ. 6,3 καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ.
Ησ. 6,3 Και εφωναζε δυνατά ο ένας άγγελος προς τον άλλον και έλεγαν· “άγιος, άγιος, άγιος είναι ο Κυριος ο παντοκράτωρ, γεμάτη είναι όλη η γη από την υπερλαμπρον δόξαν του”!
 
Ησ. 6,4 καὶ ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον ἀπὸ τῆς φωνῆς, ἧς ἐκέκραγον, καὶ ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ.
Ησ. 6,4 Από δε την δύναμιν και την βοήν των φωνών, με τας οποίας εκραύγαζαν, εσηκώθη υψηλότερα ο γείσος του ναού και όλος ο ναός εγέμισεν από καπνόν του θυσιαστηρίου του θυμιάματος.
 
Ησ. 6,5 καὶ εἶπον· ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου.
Ησ. 6,5 Και είπα εγώ τότε· “ω ταλαίπωρος εγώ! Εχω συγκλονισθή ολόκληρος, διότι, ενώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και έχω ακάθαρτα χείλη και κατοικώ ανάμεσα εις λαόν, που έχει επίσης ακάθαρτα χείλη, ιδού ότι εγώ ο ανάξιος είδον με τα μάτια μου τον βασιλέα και Κυριον των δυνάμεων”!
 
Ησ. 6,6 καὶ ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου,
Ησ. 6,6 Τοτε εστάλη προς εμέ από τον Κυριον ένα από τα Σεραφίμ· και είχεν στο χέρι του αναμμένον άνθρακα, τον οποίον με την λαβίδα είχε λάβει από το θυσιαστήριον.
 
Ησ. 6,7 καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ.
Ησ. 6,7 Ηγγισε το στόμα μου και είπεν· “ιδού, αυτό ήγγισε τα χείλη σου και θα αφαιρέση τας ανομίας σου και θα καθαρίση τελείως και θα απαλείψη από σε τας αμαρτίας σου”.
 
Ησ. 6,8 καὶ ἤκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου λέγοντος· τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ εἶπα· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι· ἀπόστειλόν με.
Ησ. 6,8 Και τότε ήκουσα την φωνήν του Κυρίου, που έλεγε· “ποίον να αποστείλω; Ποιός θα πορευθή προς τον λαόν αυτόν;” Και εγώ είπα· “ιδού, εγώ είμαι πρόθυμος να πορευθώ· στείλε με, Κυριε”.
 
Ησ. 6,9 καὶ εἶπε· πορεύθητι καὶ εἰπὸν τῷ λαῷ τούτῳ· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε·
Ησ. 6,9 Η φωνή του Κυρίου μου είπε· “πήγαινε και είπε στον λαόν αυτόν· Συνεχώς και καθαρά θα ακούετε και δεν θα εννοήτε, θα βλέπετε με τα μάτια του σώματός σας θαυμαστά και καταπληκτικά γεγονότα, αλλά δεν θα τα προσέχετε.
 
Ησ. 6,10 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι, καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.
Ησ. 6,10 Και τούτο, διότι η καρδία του λαού αυτού έγινε χονδρή και σκληρά. Με τα αυτιά του σώματος και της ψυχής ήκουσαν βαρειά τα θεία λόγια· έκλεισαν τα μάτια της διανοίας των, δια να μη ιδούν με τα ματία των τα θαυμαστά πράγματα, να μη οικούσουν τα λόγια μου με τα αυτιά των, ώστε να τα εννοήσουν, να μετανοήσουν και να επιστρέψουν εις εμέ, εγώ δε να τους θεραπεύσω”.
 
Ησ. 6,11 καὶ εἶπα· ἕως πότε Κύριε; καὶ εἶπεν· ἕως ἂν ἐρημωθῶσι πόλεις παρὰ τὸ μὴ κατοικεῖσθαι καὶ οἶκοι παρὰ τὸ μὴ εἶναι ἀνθρώπους, καὶ ἡ γῆ καταλειφθήσεται ἔρημος.
Ησ. 6,11 Εγώ τότε ηρώτησαν· “έως πότε, Κυριε, θα παραταθή αυτή η κατάστασις και η δικαία οργή σου;” Και εκείνος μου είπε· “μέχρις ότου ερημωθούν αι πόλεις, διότι δεν θα υπάρχουν οι κατοικούντες εις αυτάς· ερημωθούν και οι οίκοι, διότι δεν θα υπάρχουν άνθρωποι· η δε γη θα εγκαταλειφθή έρημος και ακαλλιέργητος”.
 
Ησ. 6,12 καὶ μετὰ ταῦτα μακρυνεῖ ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πληθυνθήσονται οἱ ἐγκαταλειφθέντες ἐπὶ τῆς γῆς·
Ησ. 6,12 Και μετά ταύτα θα απομακρύνη και θα στείλη εις εξοριαν ο Θεός τους αμετανοήτους ανθρώπους, θα πληθυνθούν δε εκείνοι, οι οποίοι θα μείνουν οπίσω εις την χώραν της Ιουδαίας.
 
Ησ. 6,13 καὶ ἔτι ἐπ᾿ αὐτῆς ἔστι τὸ ἐπιδέκατον, καὶ πάλιν ἔσται εἰς προνομὴν ὡς τερέβινθος καὶ ὡς βάλανος, ὅταν ἐκπέσῃ ἐκ τῆς θήκης αὐτῆς.
Ησ. 6,13 Και τώρα ακόμη υπάρχει εις την χώραν του Ισραήλ το δέκατον του πληθυσμού, αλλά και αυτό πάλιν θα είναι εις λεηλασίαν και εις ερημωσιν, ωσάν την τερέβινθον, που της μαδούν τα φύλλα, και ώσαν το βελανίδι, όταν πέση από την θήκην του, τροφή στους χοίρους.
 
Ησ. 7,1 Καὶ ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἄχαζ τοῦ Ἰωάθαμ τοῦ υἱοῦ Ὀζίου βασιλέως Ἰούδα, ἀνέβη Ῥασεὶμ βασιλεὺς Ἀρὰμ καὶ Φακεὲ υἱὸς Ῥομελίου βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ πολεμῆσαι αὐτὴν καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν πολιορκῆσαι αὐτήν.
Ησ. 7,1 Κατά τας ημέρας του βασιλέως Αχαζ, υιού του Ιωάθαμ, όστις ήτο υός του Οζίου βασιλέως των Ιουδαίων, επήλθεν ο Ρασείμ, ο βασιλεύς του Αραμαϊκού κράτους, και ο Φακεέ, ο υιός του Ρομελίου, βασιλέως των Ισραηλιτών, εναντίον της Ιερουσαλήμ, δια να πολεμήσουν και την καταλάβουν αλλά δεν ημπόρεσαν να την κυριεύσουν.
 
Ησ. 7,2 καὶ ἀνηγγέλη εἰς τὸν οἶκον Δαυὶδ λέγων· συνεφώνησεν Ἀρὰμ πρὸς τὸν Ἐφραίμ· καὶ ἐξέστη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὃν τρόπον ἐν δρυμῷ ξύλον ὑπὸ πνεύματος σαλευθῇ.
Ησ. 7,2 Ανηγγέλθησαν δε στον βασιλικόν οίκον του Δαβίδ, ότι το Αραμαϊκόν κράτος συνεμάχησε με το βασίλειον των Ισραηλιτών εναντίον αυτών. Εταράχθη ο βασιλεύς και όλος ο βασιλικός οίκος και όλος ο λαός των Ιουδαίων, όπως ταράσσονται και τρέμουν οι κλάδοι και τα φύλλα των δένδρων ενός δάσους, όταν πνεύση άνεμος.
 
Ησ. 7,3 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἡσαΐαν· ἔξελθε εἰς συνάντησιν Ἄχαζ σὺ καὶ ὁ καταλειφθεὶς Ἰασοὺβ ὁ υἱός σου πρὸς τὴν κολυμβήθραν τῆς ἄνω ὁδοῦ τοῦ ἀγροῦ τοῦ κναφέως
Ησ. 7,3 Είπε τότε ο Κυριος προς τον Ησαΐαν· έβγα εις συνάντησιν του Αχαζ συ και ο απομείνας κοντά σου υιός σου Ιασούβ, του οποίου το όνομα σημαίνει “το κατάλειμμα θα επιστρέψη”. Θα τον συνάντησης πλησίον της δεξαμενής, η οποία ευρίσκεται στο άνω μέρος της οδού, που οδηγεί στον αγρόν του λευκαντού.
 
Ησ. 7,4 καὶ ἐρεῖς αὐτῷ· φύλαξαι τοῦ ἡσυχάσαι καὶ μὴ φοβοῦ, μηδὲ ἡ ψυχή σου ἀσθενείτω ἀπὸ τῶν δύο ξύλων τῶν δαλῶν τῶν καπνιζομένων τούτων· ὅταν γὰρ ὀργὴ τοῦ θυμοῦ μου γένηται, πάλιν ἰάσομαι.
Ησ. 7,4 Θα είπης εκεί προς τον Αχαζ· φυλάξου και ησύχασε, μη φοβείσαι· ας μη αποκαρδιωθής εξ αιτίας των δύο αυτών εσβεσμένων δαυλών, που καπνίζουν, του βασιλέως Φακεέ και του Ρασείμ, διότι, όταν η δικαία τιμωρία της οργής του θυμού μου πραγματοποιηθή πλέον εναντίον σας, εγώ πάλιν θα σας ανορθώσω και θα σας προστατεύσω.
 
Ησ. 7,5 καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀρὰμ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ῥομελίου, ὅτι ἐβουλεύσαντο βουλὴν πονηρὰν περὶ σοῦ λέγοντες·
Ησ. 7,5 Ως προς δε τον Ρασείμ, βασιλέα των Αραμαίων και τον Φακεέ, υιόν του Ρομελίου, επειδή αυτοί εσκέφθησαν και απεφάσισαν ενάντιόν σου κακά και ολέθρια, λέγοντες
 
Ησ. 7,6 ἀναβησόμεθα εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ συλλαλήσαντες αὐτοῖς, ἀποστρέψομεν αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς καὶ βασιλεύσομεν αὐτοῖς τὸν υἱὸν Ταβεήλ·
Ησ. 7,6 θα επέλθωμεν εναντίον της Ιουδαίας, θα συνομιλήσωμεν με αυτούς, θα τους απειλήσωμεν και έτσι, χωρίς καν να πολεμήσωμεν, θα τους γυρίσωμεν προς το μέρος μας και θα καταστήσωμεν βασιλέα εις αυτούς τον υιόν του Ταβεήλ,
 
Ησ. 7,7 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· οὐ μὴ μείνῃ ἡ βουλὴ αὕτη οὐδὲ ἔσται·
Ησ. 7,7 αυτά, λοιπόν, λέγει ο Κυριος, ο παντοκράτωρ· Δεν θα πραγματοποιηθή η κακή απόφασίς των ούτε και θα ευοδωθή το σχέδιόν των.
 
Ησ. 7,8 ἀλλ᾿ ἡ κεφαλὴ Ἀρὰμ Δαμασκὸς καὶ ἡ κεφαλὴ Δαμασκοῦ Ῥασεὶμ - ἀλλ᾿ ἔτι ἑξήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν ἐκλείψει ἡ βασιλεία Ἐφραὶμ ἀπὸ λαοῦ -
Ησ. 7,8 Διότι πρωτεύουσα του Αραμαϊκού κράτους θα είναι η Δαμασκός, ο δε Ρασείμ θα είναι βασιλεύς μόνον της Δαμασκού. Ως προς δε το βασίλειον του Ισραήλ θα υπάρξη ακόμη επί εξηκοντα πέντε έτη, οπότε πλέον θα λείψη ο λαός από το βασίλειον αυτό.
 
Ησ. 7,9 καὶ ἡ κεφαλὴ Ἐφραὶμ Σομόρων, καὶ ἡ κεφαλὴ Σομόρων υἱὸς τοῦ Ῥομελίου· καὶ ἐὰν μὴ πιστεύσητε, οὐδὲ μὴ συνιῆτε. -
Ησ. 7,9 Επί του παρόντος πρωτεύουσα του βασιλείου αυτού θα είναι η Σαμάρεια και βασιλεύς της Σαμαρείας θα είναι ο υιός του Ρομελίου. Εάν όμως σεις δεν πυστεύσετε στον Κυριον και δεν παραδεχθήτε τους λόγους του, ποτέ δεν θα εννοήσετε ούτε την θέσιν, που ευρίσκεσθε, ούτε τον τρόπον της ασφαλείας σας”.
 
Ησ. 7,10 Καὶ προσέθετο Κύριος λαλῆσαι τῷ Ἄχαζ λέγων·
Ησ. 7,10 Ωμίλησεν ο Κυριος και πάλιν προς τον Αχαζ και είπε·
 
Ησ. 7,11 αἴτησαι σεαυτῷ σημεῖον παρὰ Κυρίου Θεοῦ σου εἰς βάθος ἢ εἰς ὕψος.
Ησ. 7,11 “εις πιστοποίησιν αυτών, που σου είπα, ζήτησε να γίνη κάποιο θαύμα από τον Κυριον τον Θεόν σου είτε εις τα βάθη της γης είτε εις τα ύψη του ουρανού”.
 
Ησ. 7,12 καὶ εἶπεν Ἄχαζ· οὐ μὴ αἰτήσω οὐδ᾿ οὐ μὴ πειράσω Κύριον.
Ησ. 7,12 Ο Αχαζ όμως απήντησε· “δεν πρόκειται εγώ να ζητήσω τέτοιο θαύμα και να θέσω τρόπον τινά τον Κυριον εις πειρασμόν”.
 
Ησ. 7,13 καὶ εἶπεν· ἀκούσατε δή, οἶκος Δαυίδ· μὴ μικρὸν ὑμῖν ἀγῶνα παρέχειν ἀνθρώποις; καὶ πῶς Κυρίῳ παρέχετε ἀγῶνα;
Ησ. 7,13 Είπε τότε ο προφήτης Ησαΐας εκ μέρους του Θεού· “ακούσατε, λοιπόν, όλοι σεις οι άνθρωποι της βασιλικής οικογενείας του Δαβίδ. Είναι μικρόν ζήτημα να παρέχετε πράγματα και αφορμάς στενοχωρίας στους ανθρώπους; Πως, λοιπόν, τολμάτε να στενοχωρήτε τον Κυριον με την απιστίαν και ανυπακοην σας;
 
Ησ. 7,14 διὰ τοῦτο δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον· ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ·
Ησ. 7,14 Δια τούτο θα δώση ο ίδιος ο Κυριος εις σας σημείον, θαύμα μέγα και καταπληκτικόν. Ιδού, η παρθένος θα συλλάβη υπερφυσικώς και θα γεννήση υιόν και το όνομα του υιού της αυτού θα είναι Εμμανουήλ, που σημαίνει ο Θεός μαζή μας.
 
Ησ. 7,15 βούτυρον καὶ μέλι φάγεται· πρὶν ἢ γνῶναι αὐτὸν ἢ προελέσθαι πονηρά, ἐκλέξεται τὸ ἀγαθόν·
Ησ. 7,15 Ο Εμμανουήλ θα τρώγη βούτυρον και μέλι, όπως και τα άλλα παιδιά, θα ανατραφή όπως και εκείνα. Πριν όμως έλθη εις την ηλικίαν, κατά την οποίαν θα είναι εις θέσιν να διακρίνη το καλόν από το κακόν, θα εκλέγη πάντοτε το αγαθόν, διότι δεν υπάρχει εις αυτό η κακή κληρονομικότης και κλίσις.
 
Ησ. 7,16 διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν, καὶ καταλειφθήσεται ἡ γῆ, ἣν σὺ φοβῇ, ἀπὸ προσώπου τῶν δύο βασιλέων.
Ησ. 7,16 Διότι, επαναλαμβάνω, πριν ακόμη το παιδίον κατανόηση και είναι εις θέσιν να διακρίνη μεταξύ αγαθού και κακού, θα απειθή εις κάθε πονηρίαν, δια να εκλέγη και προτιμά πάντοτε το αγαθόν. Η υπερφυσική γέννησις και αρετή του παιδίου θα είναι το σημείον, που θα εγγυηθή, ότι θα μείνη ανέπαφος η χώρα, δια την οποίαν συ ο Αχαζ φοβείσαι εξ αιτίας των δύο βασιλέων, που επέδραμαν εναντίον σου.
 
Ησ. 7,17 ἀλλὰ ἐπάξει ὁ Θεὸς ἐπὶ σὲ καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου ἡμέρας, αἳ οὔπω ἥκασιν ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἀφεῖλεν Ἐφραὶμ ἀπὸ Ἰούδα τὸν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων.
Ησ. 7,17 Θα τιμωρήση ο Θεός τους δύο αυτούς επιδρομείς, αλλά θα εξαποστείλη και θα επιφέρη και ενάντιόν σου και ενάντιον του λαού σου και ενάντιον του βασιλικού οίκου του πατρός σου ημέρας τοιούτων συμφορών, αι οποίαι ποτέ έως τώρα δεν είχον επέλθει εις σας από την εποχήν, κατά την οποίαν εχωρίσθη το βασίλειον του Ισραήλ από το βασίλειον του Ιούδα. Θα εξαποστείλη εις όλεθρόν σας τον βασιλέα των Ασσυριων ενάντιον σας.
 
Ησ. 7,18 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ συριεῖ Κύριος μυίαις, ὃ κυριεύει μέρος ποταμοῦ Αἰγύπτου, καὶ τῇ μελίσσῃ, ἥ ἐστιν ἐν χώρᾳ Ἀσσυρίων,
Ησ. 7,18 Κατά την εποχήν, λοιπόν, εκείνην ο Κυριος θα σφυρίξη και θα προσκαλέση ωσάν πολυαρίθμους μυίγας τους Αιγυπτίους, οι οποίοι κυριαρχούν στο άνω μέρος του Νείλου, ποταμού της Αιγύπτου, και ώσαν σμήνη μελισσών τα πάνοπλα στρατεύματα των Ασσυρίων,
 
Ησ. 7,19 καὶ ἐλεύσονται πάντες καὶ ἀναπαύσονται ἐν ταῖς φάραγξι τῆς χώρας καὶ ἐν ταῖς τρώγλαις τῶν πετρῶν καὶ εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς πᾶσαν ῥαγάδα καὶ ἐν παντὶ ξύλῳ.
Ησ. 7,19 και θα επέλθουν εναντίον σας, θα καταλάβουν την χώραν σας και θα αναπαυθούν εις αυτήν, ως εάν είναι ιδική των, θα εισχωρήσουν παντού· εις τας φάραγγας της χώρας σας, εις τας τρώγλας των βράχων, εις τα σπήλαια των ορέων και γενικώς εις κάθε ρωγμήν και εις κάθε δένδρον.
 
Ησ. 7,20 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ξυρήσει Κύριος τῷ ξυρῷ τῷ μεγάλῳ καὶ μεμεθυσμένῳ, ὅ ἐστι πέραν τοῦ ποταμοῦ βασιλέως Ἀσσυρίων, τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς τρίχας τῶν ποδῶν, καὶ τὸν πώγωνα ἀφελεῖ.
Ησ. 7,20 Κατά την τρομεράν εκείνην ημέραν της θείας τιμωρίας, χρησιμοποιών ο Κυριος ως όργανά του τα στρατεύματα των Ασσυρίων, τα πέραν του ποταμού και τον βασιλέα αυτών, θα ξυρίση ωσάν με μεγάλο κοπτερό ξυράφι του την κεφαλήν σας και τας τρίχας των ποδών σας· θα αφαιρέση τον πώγωνά σας προς μεγάλον εξευτελισμον σας· θα παραδώση εις όλεθρον την χώραν σας.
 
Ησ. 7,21 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ θρέψει ἄνθρωπος δάμαλιν βοῶν καὶ δύο πρόβατα,
Ησ. 7,21 Θα είναι τόσον μεγάλη η καταστροφή και η ερήμωσις κατά την περίοδον εκείνην, ώστε κάθε οικογενειάρχης, που θα απομείνη, θα θεωρή αρκετόν να διατρέφη μίαν μόνον δάμαλιν και δύο πρόβατα δια τας ανάγκας της οικογενείας του.
 
Ησ. 7,22 καὶ ἔσται ἀπὸ τοῦ πλεῖστον ποιεῖν, γάλα, βούτυρον καὶ μέλι φάγεται πᾶς ὁ καταλειφθεὶς ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 7,22 Διότι τα ολίγα αυτά ζώα, λόγω της αφθόνου βοσκής των εις την ερημωμένην πλέον και ακαλλιέργητον γην θα παράγουν πολύ γάλα. Από το βούτυρον αυτών και από το άγριον μέλι θα τρώγη και θα συντηρήται κάθε άνθρωπος, ο οποίος θα έχη απολειφθή εις την ερημωμενην χώραν της Ιουδαίας.
 
Ησ. 7,23 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη πᾶς τόπος, οὗ ἐὰν ὦσι χίλιαι ἄμπελοι χιλίων σίκλων, εἰς χέρσον ἔσονται καὶ εἰς ἄκανθαν·
Ησ. 7,23 Κατά την περίοδον εκείνην της καταστροφής και του ολέθρου θα συμβή, ώστε κάθε περιοχή, που είχε χιλίας αμπέλους, αι οποίαι απέδιδον εισόδημα χιλίων εβραϊκών σίκλων, θα γίνη χέρσος τόπος γεμάτος αγκάθια.
 
Ησ. 7,24 μετὰ βέλους καὶ τοξεύματος εἰσελεύσονται ἐκεῖ, ὅτι χέρσος καὶ ἄκανθα ἔσται πᾶσα ἡ γῆ.
Ησ. 7,24 Θα αγριέψη ο τόπος, θα γίνη κατοικία αγρίων θηρίων, ώστε οι άνθρωποι θα εισέρχωνται εις αυτήν κρατούντες βέλη και τόξα, διότι αγρία και χέρσος και γεμάτη αγκάθια θα είναι όλη η χώρα της Ιουδαίας.
 
Ησ. 7,25 καὶ πᾶν ὄρος ἀροτριώμενον ἀροτριωθήσεται, καὶ οὐ μὴ ἐπέλθῃ ἐκεῖ φόβος· ἔσται γὰρ ἀπὸ τῆς χέρσου καὶ ἀκάνθης εἰς βόσκημα προβάτου καὶ καταπάτημα βοός.
Ησ. 7,25 Δια τον φόβον των εχθρών οι Ιουδαίοι θα καλλιεργούν κάθε καλλιεργήσιμον τόπον επάνω εις τα βουνά, διότι εκεί δεν θα υπάρχη φόβος να επέλθουν οι εχθροί. Χερσοι και ακαλλιέργητοι θα γίνουν οι τόποι, γεμάτοι αγκάθια, Θα βόσκουν εις αυτούς τα πρόβατα και θα καταπατούνται, από τα βόϊδια.
 
Ησ. 8,1 Καὶ εἶπε Κύριος πρός με· λάβε σεαυτῷ τόμον καινοῦ μεγάλου καὶ γράψον εἰς αὐτὸν γραφίδι ἀνθρώπου· τοῦ ὀξέως προνομὴν ποιῆσαι σκύλων· πάρεστι γάρ.
Ησ. 8,1 Ο Κυριος μου είπε· “πάρε μαζή σου ένα πίνακα μεγάλον και καινούργιον· με γράμματα ευανάγνωστα και καταληπτά εις όλους γράψε δι' εκείνον, ο οποίος θα κάμη ταχείαν και ολοκληρωτικήν διανομήν λαφύρων. Ο καιρός της λαφυραγωγίας αυτής πλησιάζει, είναι παρών.
 
Ησ. 8,2 καὶ μάρτυράς μοι ποίησον πιστοὺς ἀνθρώπους, τὸν Οὐρίαν καὶ Ζαχαρίαν υἱὸν Βαραχίου.
Ησ. 8,2 Ως μάρτυρας δε δια την προφητείαν αυτήν φέρε δύο αξιοπίστους ανθρώπους, τον Ουρίαν και τον Ζαχαρίαν, τον υιόν του Βαραχίου”.
 
Ησ. 8,3 καὶ προσῆλθον πρὸς τὴν προφῆτιν, καὶ ἐν γαστρὶ ἔλαβε καὶ ἔτεκεν υἱόν. καὶ εἶπε Κύριός μοι· κάλεσον τὸν ὄνομα αὐτοῦ Ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον·
Ησ. 8,3 Και ο Ησαΐας εξακολουθών λέγει· ήλθον εις ένωσιν με την σύζυγόν μου και αυτή συνέλαβε και εγέννησεν υιόν, ο δε Κυριος μου είπε· ονόμασε τον υόν σου, ταχέως λαφυραγώγησον, πλήρως και τελείως λεηλάτησον,
 
Ησ. 8,4 διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον καλεῖν πατέρα ἢ μητέρα, λήψεται δύναμιν Δαμασκοῦ καὶ τὰ σκῦλα Σαμαρείας ἔναντι βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 8,4 διότι πριν ακόμη το παιδί μάθη να λέγη την λέξιν “πατέρα” και “μητέρα”, θα κυριεύση ενώπιον του βασιλέως των Ασσυρίων τον στρατόν της Δαμασκού και θα πάρη τα λάφυρα της Σαμαρείας.
 
Ησ. 8,5 καὶ προσέθετο Κύριος λαλῆσαί μοι ἔτι·
Ησ. 8,5 Ο Κυριος ωμίλησεν ακόμη προς εμέ και είπεν·
 
Ησ. 8,6 διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸν λαὸν τοῦτον τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωὰμ τὸ πορευόμενον ἡσυχῆ, ἀλλὰ βούλεσθαι ἔχειν τὸν Ῥασεὶμ καὶ τὸν υἱὸν Ῥομελίου βασιλέα ἐφ᾿ ὑμῶν,
Ησ. 8,6 “επειδή ο ίσραηλιτικός αυτός λαός δεν θέλει πλέον να απολαμβάνη το ευλογημένον ύδωρ της πηγής του Σιλωάμ, το οποίον ρέει με ησυχίαν και συμβολίζει έτσι την ειρηνικήν ζωήν, άλλα επιθυμούν να έχουν ως βασιλέα των τον Ρασείμ και τον υιόν του Ρομελίου,
 
Ησ. 8,7 διὰ τοῦτο ἰδοὺ Κύριος ἀνάγει ἐφ᾿ ὑμᾶς τὸ ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ τὸ ἰσχυρὸν καὶ τὸ πολύ, τὸν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ· καὶ ἀναβήσεται ἐπὶ πᾶσαν φάραγγα ὑμῶν καὶ περιπατήσει ἐπὶ πᾶν τεῖχος ὑμῶν
Ησ. 8,7 δια τούτο ιδού, θα επιφέρη εναντίον σας ο Κυριος τα πολλά και ορμητικά ύδατα του ποταμού Ευφράτου, τον βασιλέα δηλαδή Ασσυρίων και το ονομαστόν στράτευμα του. Αυτοί ως ασυγκράτητον ύδωρ θα καταπλημμυρίσουν τα πάντα εις την χώραν σας, θα εισέλθουν εις κάθε φάραγγα, θα περιπατήσουν εις όλα τα οχυρά σας.
 
Ησ. 8,8 καὶ ἀφελεῖ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἄνθρωπον, ὃς δυνήσεται κεφαλὴν ἆραι ἢ δυνατὸν συντελέσασθαί τι, καὶ ἔσται ἡ παρεμβολὴ αὐτοῦ ὥστε πληρῶσαι τὸ πλάτος τῆς χώρας σου· μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός.
Ησ. 8,8 Ο βασιλεύς των Ασσυρίων θα αφαιρέση από την χώραν της Ιουδαίας κάθε άνθρωπον, ο οποίος θα ημπορέση να σηκώση κεφαλήν εναντίον του και καθένα, ο οποίος θα είναι εις θέσιν να φέρη εις πέρας κάποιο έργον. Αναρίθμητα θα είναι τα στρατεύματά των, ώστε θα γεμίσουν την χώραν σας εις όλην της την εκτασιν. Παρ' όλα όμως αυτά ο Κυριος θα είναι μαζή μας”.
 
Ησ. 8,9 γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ἐπακούσατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, ἰσχυκότες ἡττᾶσθε· ἐὰν γὰρ πάλιν ἰσχύσητε, πάλιν ἡττηθήσεσθε.
Ησ. 8,9 Μαθετε λοιπόν σεις, ω 'Ασσυριοι, όπως και όλα τα άλλα έθνη, ότι ο θεός είναι μαζή μας. Ταπεινωθήτε και υποχώρησατε. Ακούσατε αυτά έως εις τα πέρατα της γης· σεις, που χάρις εις την δύναμιν σας έχετε υπερισχύσει, θα νικηθήτε, εάν δε και πάλιν υπερισχύσετε και πάλιν θα νικηθήτε.
 
Ησ. 8,10 καὶ ἣν ἂν βουλεύσησθε βουλήν, διασκεδάσει Κύριος, καὶ λόγον ὃν ἂν εἴπητε, οὐ μὴ ἐμμείνῃ ἐν ὑμῖν, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός.
Ησ. 8,10 Και οποιανδήποτε σκέψιν και απόφασιν αν παρέτε εναντίον του λαού του θεού, θα την ματαίωση και θα την διαλύση ο Κυριος. Και οποιονδήποτε απειλητικόν λόγον και αν εκστομίσετε, δεν θα μείνη και δεν θα πραγματοποιηθή, διότι ο θεός είναι μαζή μας.
 
Ησ. 8,11 Οὕτω λέγει Κύριος· τῇ ἰσχυρᾷ χειρὶ ἀπειθοῦσι τῇ πορείᾳ τῆς ὁδοῦ τοῦ λαοῦ τούτου λέγοντες·
Ησ. 8,11 Αυτά λέγει ο Κυριος, ο παντοδύναμος και ακατανίκητος, εις όσους άπειθούν με την πορείαν της ζωής και συμπεριφοράς των· αυτά λέγει προς τον λαόν αυτόν.
 
Ησ. 8,12 μήποτε εἴπητε σκληρόν· πᾶν γάρ, ὃ ἐὰν εἴπῃ ὁ λαὸς οὗτος, σκληρόν ἐστι· τὸν δὲ φόβον αὐτοῦ οὐ μὴ φοβηθῆτε, οὐδ᾿ οὐ μὴ ταραχθῆτε·
Ησ. 8,12 Μη ειπήτε ποτέ, ότι όσα λέγει ο θεός είναι σκληρά και απραγματοποίητα. Εξ αντιθέτου κάθε τι, το οποίον θα είπη ο ανυπάκοος ούτος λαός, αυτό είναι σκληρόν και ολέθριον τον δε φόβον, από τον οποίον κοτέχεται αυτός ο λαός, σεις οι πιστοί μη τον φοβηθήτε, ούτε και να ταραχθήτε καθόλου, όπως εκείνοι.
 
Ησ. 8,13 Κύριον αὐτὸν ἁγιάσατε, καὶ αὐτὸς ἔσται σου φόβος.
Ησ. 8,13 Σεβασθήτε και υπακούσατε στον άγιον Κυριον, τιμήσατε αύτον· και μόνον ο φόβος, που εμπνέεται από αυτόν, ας είναι ο φόβος σας.
 
Ησ. 8,14 καὶ ἐὰν ἐπ᾿ αὐτῷ πεποιθὼς ἦς, ἔσται σοι εἰς ἁγίασμα καὶ οὐχ ὡς λίθου προσκόμματι συναντήσεσθε αὐτῷ, οὐδὲ ὡς πέτρας πτώματι· οἱ δὲ οἶκοι Ἰακὼβ ἐν παγίδι, καὶ ἐν κοιλάσματι ἐγκαθήμενοι ἐν Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 8,14 Και εάν έχης στηριγμένην την πεποίθησίν σου εις αυτόν, θα είσαι ωσάν αφιερωμένος εις αυτόν, ασφαλής από κάθε κίνδυνον, και δεν θα συναντήσετε στον δρόμον της ζωής σας τον θεόν σαν λίθον προσκόμματος, σαν πέτραν επί της οποίας θα προσκρούσετε και θα πέσετε. Αι φυλαί του Ιακώβ, το ιουδαϊκόν και ισραηλιτικόν βασίλειον, θα συλληφθούν εις παγίδα, οι δε κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι άπιστοι και ασεβείς, θα πέσουν εις λάκκους ολέθρου, από τους οποίους δεν θα ημπορέσουν να εξέλθουν.
 
Ησ. 8,15 διὰ τοῦτο ἀδυνατήσουσιν ἐν αὐτοῖς πολλοὶ καὶ πεσοῦνται καὶ συντριβήσονται, καὶ ἐγγιοῦσι καὶ ἁλώσονται ἄνθρωποι ἐν ἀσφαλείᾳ. -
Ησ. 8,15 Εξ αιτίας της απιστίας και αμαρτωλής ζωής των, οι περισσότεροι από τον λαόν θα χάσουν την δύναμίν των, θα γίνουν αδύνατοι και θα πέσουν εις παγίδα και θα συντρίβουν. Οι εχθροί θα τους πλησιάσουν και θα τους συλλάβουν αιχμαλώτους σαν ανθρώπους αμερίμνους, που εθεώρουν τον εαυτόν των εν ασφαλεία.
 
Ησ. 8,16 Τότε φανεροὶ ἔσονται οἱ σφραγιζόμενοι τὸν νόμον τοῦ μὴ μαθεῖν.
Ησ. 8,16 Τοτε θα γίνουν φανεροί, όσοι από τους Ιουδαίους ωσάν με νοητήν σφραγίδα έχουν σφραγισθή με τον νόμον του Θεού και θα ξεχωρίσουν από τους άλλους, οι οποίοι δεν θέλουν να ακούσουν και να μάθουν τον Νομον.
 
Ησ. 8,17 καὶ ἐρεῖ· μενῶ τὸν Θεὸν τὸν ἀποστρέψαντα τὸ πρόσωπόν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου Ἰακὼβ καὶ πεποιθὼς ἔσομαι ἐπ᾿ αὐτῷ.
Ησ. 8,17 Καθε ευσεβής θα είπη· “εγώ θα περιμένω με πίστιν και ελπίδα τον Θεόν, ο οποίος τώρα έχει αποστρέψει με δίκαιαν αγανάκτησιν το πρόσωπόν του από τους Ισραηλίτας. Θα στηρίζω την πεποίθησίν μου εις αυτόν και μόνον”.
 
Ησ. 8,18 ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός, καὶ ἔσται σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ παρὰ Κυρίου σαβαώθ, ὃς κατοικεῖ ἐν τῷ ὄρει Σιών.
Ησ. 8,18 Ιδού εγώ, λέγει, ο προφήτης Ησαΐας, και τα παιδιά, τα οποία μου δδωκεν ο θεός και τα οποία με τα συμβολικά ονόματά των προαναγγέλλουν μεγάλα και καταπληκτικά γεγονότα στον οίκον του Ισραήλ εκ μέρους Κυρίου του παντοκράτορος, ο οποίος κατοικεί στον ναόν, που ευρίσκεται εις την Σιών της Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 8,19 καὶ ἐὰν εἴπωσι πρὸς ὑμᾶς· ζητήσατε τοὺς ἐγγαστριμύθους καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς γῆς φωνοῦντας, τοὺς κενολογοῦντας, οἳ ἐκ τῆς κοιλίας φωνοῦσιν, οὐχὶ ἔθνος πρὸς Θεὸν αὐτοῦ ἐκζητήσουσι; τί ἐκζητοῦσι περὶ τῶν ζώντων τοὺς νεκρούς;
Ησ. 8,19 Εάν δε ασεβείς και άπιστοι άνθρωποι σας είπουν· αναζητήσατε τους εγγαστρίμυθους, δια να παρέτε από αυτούς πληροφορίας και οδηγίας προς σωτηρίαν σας, αναζητήσατε εκείνους, οι οποίοι φωνάζουν τους νεκρούς από την γην, τους ματαιολόγους αγύρτας, οι οποίοι ομιλούν με την κοιλίαν των, μη τους ακούσετε. Διότι ορθόν και προτιμότερον δεν είναι να απευθυνθή το έθνος προς τον θεόν και από αυτόν να ζητήση καθοδήγησιν και παρηγορίαν; Τι ζητούν να μάθουν και τι θα εύρουν οι ζώντες, που καταφεύγουν στους νεκρομάντεις;
 
Ησ. 8,20 νόμον γὰρ εἰς βοήθειαν ἔδωκεν, ἵνα εἴπωσιν οὐχ ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, περὶ οὗ οὐκ ἔστι δῶρα δοῦναι περὶ αὐτοῦ.
Ησ. 8,20 Εις τον Θεόν πρέπει να καταφεύγουν, διότι ο Κυριος έδωκε τον Νομον του προς βοήθειαν μας. Εάν δε αυτον δεχθούν και τηρήσουν, πληροφορημένοι πλέον από την προσωπικήν των πείραν θα είπουν· ότι δεν υπάρχει άλλο πολυτιμότερον πράγμα στον κόσμον αυτόν από τον νόμον του Κυρίου. Δεν υπάρχουν δώρα, με τα οποία θα ημπόρεση κανείς να ανταλλάξη αυτόν.
 
Ησ. 8,21 καὶ ἥξει ἐφ᾿ ὑμᾶς σκληρὰ λιμὸς καὶ ἔσται ὡς ἂν πεινάσητε, λυπηθήσεσθε καὶ κακῶς ἐρεῖτε τὸν ἄρχοντα καὶ τὰ πάτρια, καὶ ἀναβλέψονται εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω,
Ησ. 8,21 Αλλά δια την απιστίαν σας θα έλθη εναντίον σας μεγάλη πείνα· υπό το κράτος δε της μεγάλης αυτής πείνας θα θλιβήτε και θα ταλαιπωρηθήτε τόσον πολύ, ώστε θα κακολογήσετε τον βασιλέα σας και τους παραδεδομένους πατρίους θεσμούς. Επάνω δε εις την απελπισίαν των θα σηκώνουν αυτοί τα μάτια των στον ουρανόν άνω·
 
Ησ. 8,22 καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἐμβλέψονται, καὶ ἰδοὺ ἀπορία στενὴ καὶ σκότος, θλίψις καὶ στενοχωρία καὶ σκότος, ὥστε μὴ βλέπειν, καὶ οὐκ ἀπορηθήσεται ὁ ἐν στενοχωρίᾳ ὢν ἕως καιροῦ.
Ησ. 8,22 θα ρίπτουν τα βλέμματα των κάτω εις την γην εις αναζήτησιν βοηθείας και σωτηρίας, και ιδού, σκοτάδι και αποπνικτική απορία θα υπάρχη ολόγυρα των. Θλίψις και στενοχωρία και σκοτάδι, ώστε από την στενοχωρίαν και την ζάλην των να μη βλέπουν. Αυτοί οι οποίοι θα περιέλθουν στοιαύτην στενόχωρον απορίαν, δεν θα μείνουν πάντοτε έτσι, αλλά μέχρις ωρισμένου καιρού.
 
Ησ. 9,1 Τοῦτο πρῶτον πίε, ταχὺ ποίει, χώρα Ζαβουλών, ἡ γῆ Νεφθαλὶμ ὁδὸν θαλάσσης καὶ οἱ λοιποὶ οἱ τὴν παραλίαν κατοικοῦντες καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, τὰ μέρη τῆς Ἰουδαίας.
Ησ. 9,1 Πιε πρώτον το πικρόν τούτο ποτήριον, σύντομα κάμε αυτό. Πιε το ποτήριον συ, η χώρα της Ζαβουλών και της Νεφθαλίμ. Σεις, που κατοικείτε την οδόν, η οποία οδηγεί προς την Μεσόγειον Θαλασσαν, και οι άλλοι, που κατοικείτε εις την παραλίαν της λίμνης Γεννησαρέτ· οι κάτοικοι ανατολικά του Ιορδάνου, η Γαλιλαία αυτή των εθνών και ολόκληρος η Ιουδαία.
 
Ησ. 9,2 ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾿ ὑμᾶς.
Ησ. 9,2 Ο λαός των χωρών αυτών, που ευρίσκεται και ζη στο πνευματικόν σκότος, θα ίδουν πρώτοι το μέγα φως του Μεσσίου. Εις σας, που κατοικείτε εις την χώραν, όπου επικρατεί η σκια του θανάτου, θα λάμψη το σωτήριον και χαρμόσυνον φως.
 
Ησ. 9,3 τὸ πλεῖστον τοῦ λαοῦ, ὃ κατήγαγες ἐν εὐφροσύνῃ σου, καὶ εὐφρανθήσονται ἐνώπιόν σου ὡς οἱ εὐφραινόμενοι ἐν ἀμήτῳ καὶ ὃν τρόπον οἱ διαιρούμενοι σκῦλα.
Ησ. 9,3 Το πλείστον μέρος του λαού, που επίστευσε, και το οποίον, Κυριε, αποκατέστησες εις την ευφροσύνην σου με το φως και την σωτηρίαν, που θα δώση ο Μεσσίας, αυτοί θα ευφρανθούν ενώπιόν σου, όπως ευφραίνονται οι γεωργοί κατά την ώραν του θερισμού και οι νικηταί κατά την ώραν, που μοιράζονται μεταξύ των τα λάφυρα.
 
Ησ. 9,4 διότι ἀφῄρηται ὁ ζυγὸς ὁ ἐπ᾿ αὐτῶν κείμενος καὶ ἡ ῥάβδος ἡ ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῶν· τὴν γὰρ ῥάβδον τῶν ἀπαιτούντων διεσκέδασε Κύριος, ὡς τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἐπὶ Μαδιάμ.
Ησ. 9,4 Διότι θα έχη πλέον αφαιρεθή από αυτούς ο ζυγός της δουλείας, που τους εβαρυνεν, όπως επίσης από τον τράχηλόν των η οδυνηρά ράβδος εκείνων, οι οποίοι τους κατεδυνάστευαν. Διότι την ράβδον εκείνων, οι οποίοι τους εξηναγκαζαν εις έργα δουλείας, την συνέτριψε και την διεσκόρπισεν ο Κυριος, όπως ικατά την ημέραν, κατά την οποίαν επραγματοποιήθη η συντριβή των Μαδιανιτών.
 
Ησ. 9,5 ὅτι πᾶσαν στολὴν ἐπισυνηγμένην δόλῳ καὶ ἱμάτιον μετὰ καταλλαγῆς ἀποτίσουσι καὶ θελήσουσιν εἰ ἐγενήθησαν πυρίκαυστοι.
Ησ. 9,5 Διότι αι στολαί και τα ιμάτια, τα οποία οι καταδυναστεύοντες εμάζευσαν με δόλον και απάτην και καταπίεσιν, θα τα αποδώσουν με το παραπάνω. Οι δε λυτρωμένοι άνθρωποι θα θελήσουν, όπως όλα αυτά παραδοθούν εις την φωτιάν.
 
Ησ. 9,6 ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελός, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἐγὼ γὰρ ἄξω εἰρήνην ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, εἰρήνην καὶ ὑγίειαν αὐτῷ.
Ησ. 9,6 Αυτά δε θα πραγματοποιηθούν, διότι θα γεννηθή δι' ημάς παιδίον, θα δοθη εις ημάς ο υιός αυτός, του οποίου η αρχή και εξουσία υπάρχει απ' αρχής επάνω στους ώμους του και θα καλήται το όνομα αυτού αγγελιαφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, αρχηγός της ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος. “Εγώ, λέγει ο θεός, θα φέρω την ειρήνην στους άρχοντας, ειρήνην και υγείαν θα χορηγήσω στο παιδίον αυτό.
 
Ησ. 9,7 μεγάλη ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον ἐπὶ τὸν θρόνον Δαυὶδ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ κατορθῶσαι αὐτὴν καὶ ἀντιλαβέσθαι αὐτῆς ἐν κρίματι καὶ ἐν δικαιοσύνῃ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ ζῆλος Κυρίου σαβαὼθ ποιήσει ταῦτα.
Ησ. 9,7 Η βασιλική του εξουσία θα έχη απεριόριστον έκτασιν, θα εκτείνεται εις όλην την οικουμένην. Της δε ειρηνικής του βασιλείας δεν θα υπάρχη τέλος. Αυτός θα ανορθώση τον θρόνον και την ένδοξον βασιλείαν του προφητάνακτος Δαβίδ, θα αναλάβη και θα φέρη εις πέρας το έργον αυτής της άνορθώσεως με δικαίον κρίσιν από τώρα και στους αιώνας των αιώνων”. Η άπειρος αγάπη του Κυρίου παντοκράτορας προς τον λαόν του θα πραγματοποίηση αυτά.
 
Ησ. 9,8 Θάνατον ἀπέστειλε Κύριος ἐπὶ Ἰακώβ, καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰσραήλ,
Ησ. 9,8 Θανατον και τέλος απέστειλεν ο Κυριος εναντίον του βασιλείου του Ισραήλ και του βασιλείου του Ιούδα.
 
Ησ. 9,9 καὶ γνώσονται πᾶς ὁ λαὸς τοῦ Ἐφραὶμ καὶ οἱ ἐγκαθήμενοι ἐν Σαμαρείᾳ ἐφ᾿ ὕβρει καὶ ὑψηλῇ καρδίᾳ λέγοντες·
Ησ. 9,9 Θα μάθουν και θα αισθανθούν από προσωπικήν των πλέον πείραν την τιμωρίαν αυτήν όλοι οι πολίται του βασιλείου του Ισραήλ, αυτοί που κατοικούν εις την Σαμά-ρειαν, οι οποίοι με αυθάδειαν και υψηλόφρονα την ικαρδίαν λέγουν·
 
Ησ. 9,10 πλίνθοι πεπτώκασιν, ἀλλὰ δεῦτε λαξεύσωμεν λίθους καὶ ἐκκόψωμεν συκαμίνους καὶ κέδρους καὶ οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πύργον.
Ησ. 9,10 Εάν κρημνισθούν αι πλινθόκτιστοι οικίαι μας από τους εχθρούς μας, ημείς θα είπωμεν ο ενας προς τον άλλον· ελάτε να πελεκήσωμεν λίθους και να κόψωμεν συκαμίνους και κέδρους και να οικοδομήσωμεν δια τον εαυτόν μας όχι απλάς οικίας, αλλά πύργους.
 
Ησ. 9,11 καὶ ῥάξει ὁ Θεὸς τοὺς ἐπανισταμένους ἐπὶ ὄρος Σιὼν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν διασκεδάσει,
Ησ. 9,11 Ο Κυριος θα κατασυντρίψη τους εχθρούς, οι οποίοι επέρχονται εναντίον της Ιερουσαλήμ, αυτούς τους εχθρούς θα τους διασκόρπιση.
 
Ησ. 9,12 Συρίαν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀφ᾿ ἡλίου δυσμῶν, τοὺς κατεσθίοντας τὸν Ἰσραὴλ ὅλῳ τῷ στόματι. ἐπὶ πᾶσι τούτοις οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμός, ἀλλ᾿ ἔτι ἡ χεὶρ ὑψηλή.
Ησ. 9,12 Θα συντρίψη και θα διασκόρπιση την Συρίαν από ανατολάς και τους Ελληνας, δηλαδή τους Φιλισταίους, από δυσμάς, αυτούς οι οποίοι κατατρώγουν με όλον των το στόμα τον Ισραηλιτικόν λαόν. Παρ' όλην δε την σκληράν αυτήν τιμωρίαν ο θυμός του Κυρίου δεν θα αποστραφή και δεν θα καταπαύση. Και δια τούτο η χειρ του είναι ακόμη υψωμένη, ετοίμη να αποστείλη και νέας τιμωρίας.
 
Ησ. 9,13 καὶ ὁ λαὸς οὐκ ἀπεστράφη, ἕως ἐπλήγη, καὶ τὸν Κύριον οὐκ ἐξεζήτησαν.
Ησ. 9,13 Παρ' όλον όμως τούτο ο λαός δεν μετενόησε, καίτοι ετιμωρήθη, δεν ανεζήτησεν εν μετάνοια τον Κυριον.
 
Ησ. 9,14 καὶ ἀφεῖλε Κύριος ἀπὸ Ἰσραὴλ κεφαλὴν καὶ οὐράν, μέγαν καὶ μικρὸν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, πρεσβύτην καὶ τοὺς τὰ πρόσωπα θαυμάζοντας (αὕτη ἡ ἀρχὴ) καὶ προφήτην διδάσκοντα ἄνομα (οὗτος ἡ οὐρά).
Ησ. 9,14 Δια τούτο ο Κυριος αφήρεσεν από τον Ισραηλιτικόν λαόν κεφαλήν και ουράν, μεγάλους και μικρούς, εις μίαν και την αυτήν ημέραν, ασυνέτους πρεσβύτας και προσωπολήπτας, που θαυμάζουν τα μεγάλα, αλλά άδικα, πρόσωπα, (αυτοί αποτελούν την κεφαλήν), και ψευοοπροφήτας, οι οποίοι διδάσκουν παρανομίας (αυτοί αποτελούν την ουράν) .
 
Ησ. 9,15 καὶ ἔσονται οἱ μακαρίζοντες τὸν λαὸν τοῦτον πλανῶντες καὶ πλανῶσιν, ὅπως καταπίωσιν αὐτούς.
Ησ. 9,15 Αυτοί δέ, οι οποίοι κολακεύουν τον λαόν και τον αποκοιμίζουν με ψευδείς ελπίδας, τον πλανούν συνεχώς, δια να τον εκμεταλλεύονται, μέχρις ότου τον καταβροχθίσουν.
 
Ησ. 9,16 διὰ τοῦτο ἐπὶ τοὺς νεανίσκους αὐτῶν οὐκ εὐφρανθήσεται ὁ Κύριος καὶ τοὺς ὀρφανοὺς αὐτῶν καὶ τὰς χήρας αὐτῶν οὐκ ἐλεήσει, ὅτι πάντες ἄνομοι καὶ πονηροί, καὶ πᾶν στόμα λαλεῖ ἄδικα. ἐπὶ πᾶσι τούτοις οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμός, ἀλλ᾿ ἔτι ἡ χεὶρ ὑψηλή.
Ησ. 9,16 Εξ αιτίας της διαφθοράς του λαού δεν θα ευαρεστηθή ο Κυριος ούτε εις τα νεαρά αυτών τέκνα, και δεν θα ελεήση τους ορφανούς αυτών και τας χήρας αυτών, διότι όλοι είναι άνομοι και πονηροί. Καθε στόμα λαλεί αδικίας. Παρ' όλην δε την τυμωρίαν, που θα αποστείλη ο Κυριος εναντίον των, αυτοί δεν θα μετανοήσουν και δια τούτο η τιμωρός χειρ του θα είναι ακόμη ετοίμη να καταπέση εναντίον των.
 
Ησ. 9,17 καὶ καυθήσεται ὡς πῦρ ἡ ἀνομία καὶ ὡς ἄγρωσις ξηρὰ βρωθήσεται ὑπὸ πυρός· καὶ καυθήσεται ἐν τοῖς δάσεσι τοῦ δρυμοῦ, καὶ συγκαταφάγεται τὰ κύκλῳ τῶν βουνῶν πάντα.
Ησ. 9,17 Η παρανομία των θα ανάψη και θα γίνη δι' αυτούς πυρκαϊά. Θα γίνουν ωσάν την ξηράν αγριάδα, η οποία κατατρώγεται από το πυρ. Θα καή η παρανομία, όπως η πυρκαϊά κατακαίει και κατατρώγει τα δένδρα του δάσους και τελευταία όλα τα γύρω από τα βουνά.
 
Ησ. 9,18 διὰ θυμὸν ὀργῆς Κυρίου συγκέκαυται ἡ γῆ ὅλη, καὶ ἔσται ὁ λαὸς ὡς κατακεκαυμένος ὑπὸ πυρός· ἄνθρωπος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ οὐκ ἐλεήσει,
Ησ. 9,18 Εξ αιτίας της μεγάλης οργής του Κυρίου έχει ανάψει η Παλαιστίνη και καίονται όλοι αυτής οι κάτοικοι. Μέσα εις την μεγάλην συμφοράν ο άνθρωπος δεν θα ευσπλαγχνιζεται τον συνάνθρωπόν του.
 
Ησ. 9,19 ἀλλὰ ἐκκλινεῖ εἰς τὰ δεξιά, ὅτι πεινάσει καὶ φάγεται ἐκ τῶν ἀριστερῶν, καὶ οὐ μὴ ἐμπλησθῇ ἄνθρωπος ἔσθων τὰς σάρκας τοῦ βραχίονος αὐτοῦ.
Ησ. 9,19 Η θλίψις και η πείνα θα είναι τόσον μεγάλη, που θα στρέφεται ο καθένας εις τα δεξιά, χωρίς να ευρίσκη εκεί τροφήν, και διότι θα πεινά, θα στρέφεται και θα τρώγη εις τα αριστερά και δεν θα χορταίνη. Οι άνθρωποι θα κατατρώγουν ο ένας τον άλλον, και πάλιν θα πεινούν.
 
Ησ. 9,20 φάγεται γὰρ Μανασσῆς τοῦ Ἐφραὶμ καὶ Ἐφραὶμ τοῦ Μανασσῆ, ὅτι ἅμα πολιορκήσουσι τὸν Ἰούδαν. ἐπὶ τούτοις πᾶσιν οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμός, ἀλλ᾿ ἔτι ἡ χείρ ὑψηλή.
Ησ. 9,20 Διότι η φυλή του Μανασσή θα καταφάγη εις εμφύλιον πόλεμον την φυλήν του Εφραίμ, και η φυλή του Εφραίμ θα καταφάγη τας σάρκας της φυλής Μανασσή. Και αι δύο συγχρόνως φυλαί αλλόφρονες θα πολιορκήσουν την φυλήν του Ιούδα. Παρ' όλας όμως αυτάς τας συμφοράς, ο θυμός του Κυρίου δεν ανεστάλη, η τιμωρός χειρ του Θεού είναι ακόμη υψωμένη, δια να αποστείλη και νέας τιμωρίας εναντίον των.
 
Ησ. 10,1 Οὐαὶ τοῖς γράφουσι πονηρίαν· γράφοντες γὰρ πονηρίαν γράφουσιν
Ησ. 10,1 Αλλοίμονον στους ναμοθέτας, οι οποίοι γράφουν και θεσπίζουν πονηρούς νόμους. Αυτοί επιμόνως γράφουν και ξαναγράφουν αδίκους νόμους.
 
Ησ. 10,2 ἐκκλίνοντες κρίσιν πτωχῶν, ἁρπάζοντες κρίμα πενήτων τοῦ λαοῦ μου, ὥστε εἶναι αὐτοῖς χήραν εἰς διαρπαγὴν καὶ ὀρφανὸν εἰς προνομήν.
Ησ. 10,2 Διαστρέφουν την δικαιοσύνην εις βάρος των πτωχών, αρπάζουν το δίκαιον των πενήτων του λαού μου, ώστε η χήρα να είναι το θύμα της διαρπαγής των, και τα ορφανά να είναι αντικείμενον της λεηλασίας των.
 
Ησ. 10,3 καὶ τί ποιήσουσιν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐπισκοπῆς; ἡ γὰρ θλῖψις ὑμῖν πόῤῥωθεν ἥξει· καὶ πρὸς τίνα καταφεύξεσθε τοῦ βοηθηθῆναι; καὶ ποῦ καταλείψετε τὴν δόξαν ὑμῶν
Ησ. 10,3 “Τι θα κάμουν όμως αυτοί, λέγει ο Θεός, όταν έλθη η ημέρα, που θα επισκεφθώ αυτούς και τον λαόν μου; Η τιμωρία σας και η θλίψις θα έλθη από μακράν· και τότε προς ποίον σεις θα καταφύγετε, δια να επιτύχετε βοήθειαν; Που θα αφήσετε την δόξαν και την δύναμίν σας,
 
Ησ. 10,4 τοῦ μὴ ἐμπεσεῖν εἰς ἐπαγωγήν; ἐπὶ πᾶσι τούτοις οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμός, ἀλλ᾿ ἔτι ἡ χεὶρ ὑψηλή.
Ησ. 10,4 ώστε να μη περιπέσετε εις αιχμαλωσίαν και εξοριαν;” Παρ' όλας δε αυτάς τας συμφοράς και τυμωρίας δεν επραΰνθη ο θυμός του Κυρίου, αλλά η τιμωρός δεξιά του είναι ετοίμη, να επιπέση εναντίον των πονηρών.
 
Ησ. 10,5 οὐαὶ Ἀσσυρίοις· ἡ ῥάβδος τοῦ θυμοῦ μου καὶ ὀργῆς ἐστιν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν.
Ησ. 10,5 Αλλοιμονον και στους Ασσυριους! Η ράβδος, βέβαια, της οργής και του θυμού μου, εναντίον του λαού μου εις παιδαγωγίαν του, είναι εις τα χέρια των.
 
Ησ. 10,6 τὴν ὀργήν μου εἰς ἔθνος ἄνομον ἀποστελῶ καὶ τῷ ἐμῷ λαῷ συντάξω ποιῆσαι σκῦλα καὶ προνομὴν καὶ καταπατεῖν τὰς πόλεις καὶ θεῖναι αὐτὰς εἰς κονιορτόν.
Ησ. 10,6 Θα αποστείλω την οργήν μου και την τιμωρίαν μου δια μέσου των Ασσυρίων εις έθνος άνομον, εστον ισραηλιτικον λαόν, και θα δώσω διαταγήν να λεηλατήσουν τον λαόν μου, να τους λαφυραγωγήσουν, να καταπατήσουν τας πόλεις των και να μεταβάλουν αυτάς εις κονιορτόν.
 
Ησ. 10,7 αὐτὸς δὲ οὐχ οὕτως ἐνεθυμήθη καὶ τῇ ψυχῇ οὐχ οὕτως λελόγισται, ἀλλὰ ἀπαλλάξει ὁ νοῦς αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνη ἐξολοθρεῦσαι οὐκ ὀλίγα.
Ησ. 10,7 Αυτός όμως ο Ασσύριος μονάρχης δεν εσκέφθη έτσι. Δεν διελογίσθη στο εσω-τερικόν του, όπως εγώ εσκέφθην, ότι δηλαδή εγώ τον εχρησιμοποίησα ως όργανον δικαίας τιμωρίας κατά του λαού μου. Εσκέφθη διαφορετικά με τον νουν του, να εξολοθρεύση, δηλαδή, αυτός έθνη πολλά.
 
Ησ. 10,8 καὶ ἐὰν εἴπωσιν αὐτῷ· σὺ μόνος εἶ ἄρχων,
Ησ. 10,8 Εάν δε είπουν στον Ασσύριον βασιλέα οι κόλακες, “συ είσαι ο μόνος άρχων”,
 
Ησ. 10,9 καὶ ἐρεῖ· οὐκ ἔλαβον τὴν χώραν τὴν ἐπάνω Βαβυλῶνος καὶ Χαλάνης, οὗ ὁ πύργος ᾠκοδομήθη; καὶ ἔλαβον Ἀραβίαν καὶ Δαμασκὸν καὶ Σαμάρειαν·
Ησ. 10,9 αυτός με αλαζονείαν θα απαντήση· “δεν κατέλαβα εγώ την χώραν την πέραν της Βαβυλώνας και την χώραν της Χαλάνης, όπου εκτίσθη ο πύργος εκείνος της Βαβέλ; Εγώ κατέλαβαν την Αραβιαν, την Δαμασκόν και την Σαμάρειαν.
 
Ησ. 10,10 ὃν τρόπον ταύτας ἔλαβον ἐν τῇ χειρί μου, καὶ πάσας τὰς ἀρχὰς λήψομαι. ὀλολύξατε, τὰ γλυπτὰ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν Σαμαρείᾳ·
Ησ. 10,10 Οπως εκυρίευσα αυτάς με την δύναμίν μου, έτσι θα καταλάβω και τα άλλα έθνη και θα καταλύσω τας αρχάς των. Θρηνήσατε με ολολυγμούς τα ειδωλολατρικά γλυπτά, που υπάρχουν εις την Ιερουσαλήμ και εις την Σαμάρειαν.
 
Ησ. 10,11 ὃν τρόπον γὰρ ἐποίησα Σαμαρείᾳ καὶ τοῖς χειροποιήτοις αὐτῆς, οὕτω ποιήσω καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῖς εἰδώλοις αὐτῆς.
Ησ. 10,11 Διότι όπως έκαμα εις την Σαμάρειαν και εις τα υπό χειρών ανθρώπων κατασκευασμένα είδωλά της, έτσι θα κάμω εις την Ιερουσαλήμ και εις τα είδωλα αυτής”.
 
Ησ. 10,12 καὶ ἔσται, ὅταν συντελέσῃ Κύριος πάντα ποιῶν ἐν τῷ ὄρει Σιὼν καὶ ἐν Ἱερουσαλήμ, ἐπάξει ἐπὶ τὸν νοῦν τὸν μέγαν, τὸν ἄρχοντα τῶν Ἀσσυρίων, καὶ ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς δόξης τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
Ησ. 10,12 Οταν όμως ο Κυριος ολοκλήρωση την παιδαγωγικήν τιμωρίαν στο όρος Σιών και εις την Ιερουσαλήμ, θα επιφέρη τιμωρίαν στον μεγάλον αυτόν και αλαζονικόν νουν, στον άρχοντα των Ασσυρίων, και εις όλην την μεγάλην αυτού δόξαν, την οποίαν αλαζονικώς παρατηρούν τα πλανεμένα μάτια του.
 
Ησ. 10,13 εἶπε γάρ· ἐν τῇ ἰσχύϊ ποιήσω καὶ ἐν τῇ σοφίᾳ τῆς συνέσεως, ἀφελῶ ὅρια ἐθνῶν καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν προνομεύσω
Ησ. 10,13 Διότι ο αλαζών αυτός μονάρχης είπε· “με την δύναμίν μου κατώρθωσα και θα κατορθώσω έργα μεγάλα. Με την σοφίαν της στρατιωτικής μου ικανότητος θα καταλύσω και θα κυριεύσω τα σύνορα των εθνών και την δύναμιν αυτών θα λεηλατήσω.
 
Ησ. 10,14 καὶ σείσω πόλεις κατοικουμένας καὶ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψομαι τῇ χειρὶ ὡς νοσσιὰν καὶ ὡς καταλελειμμένα ὠὰ ἀρῶ, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς διαφεύξεταί με ἢ ἀντείπῃ μοι.
Ησ. 10,14 Θα συγκλονίσω τας κατοικουμένας πόλεις, θα καταλάβω ολόκληρον την οικουμένην με το χέρι μου, με όσην ευκολίαν παίρνει κανείς φωλεάν πτηνών και τα εγκαταλελειμμένα εις αυτήν αυγά. Κανείς δεν θα υπάρξη, που να μου διαφύγη η να φέρη αντίρρησιν εις αυτά, που εγώ σκέπτομαι και λέγω”.
 
Ησ. 10,15 μὴ δοξασθήσεται ἀξίνη ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ; ἢ ὑψωθήσεται πρίων ἄνευ τοῦ ἕλκοντος αὐτόν; ὡσαύτως ἐάν τις ἄρῃ ῥάβδον ἢ ξύλον.
Ησ. 10,15 Ο Κυριος όμως απήντησεν εις τα αλαζονικά αυτά λόγια· “μήπως ημπορεί ποτε ο πέλεκυς να κατορθώση τίποτε χωρίς τον άνθρωπον, που δ' αυτού κόπτει; Η μήπως είναι δυνατόν, το πριόνι να υψωθή χωρίς τον εργάτην, ο οποίος το σύρει και το κινεί; Το ίδιο συμβαίνει και με την ράβδον η το ξύλον, που ο άνθρωπος τα σηκώνει”!
 
Ησ. 10,16 καὶ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ ἀποστελεῖ Κύριος σαβαὼθ εἰς τὴν σὴν τιμὴν ἀτιμίαν, καὶ εἰς τὴν σὴν δόξαν πῦρ καιόμενον καυθήσεται.
Ησ. 10,16 Τιποτε βεβαίως από αυτά δεν γίνεται μόνο του, χωρίς τον άνθρωπον. Δια τούτο ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ, θα αποστείλη εις την σημερινήν σου υπόληψιν και τιμήν εξευτελισμον και ταπείνωσιν, και εις την λαμπρότητα της δόξης σου πυρ φοβερόν, το οποίον θα την κατακαύση.
 
Ησ. 10,17 καὶ ἔσται τὸ φῶς τοῦ Ἰσραὴλ εἰς πῦρ καὶ ἁγιάσει αὐτὸν ἐν πυρὶ καιομένῳ καὶ φάγεται ὡσεὶ χόρτον τὴν ὕλην.
Ησ. 10,17 Αυτό, που είναι φως δια τους Ισραηλίτας, θα γίνη φωτιά δια τους Ασσυρίους. Δια του πυρός των τιμωριών και των θλίψεων θα εξαγνίση ο Κυριος τους Ισραηλίτας, ενπώ τον 'Ασσυριον θα τον καταφάγη το πυρ αυτό, όπως κατατρώγει τα ξηρά χόρτα και τα δένδρα του δάσους.
 
Ησ. 10,18 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀποσβεσθήσεται τὰ ὅρη καὶ οἱ βουνοὶ καὶ οἱ δρυμοί, καὶ καταφάγεται ἀπὸ ψυχῆς ἕως σαρκῶν· καὶ ἔσται ὁ φεύγων ὡς ὁ φεύγων ἀπὸ φλογός καιομένης·
Ησ. 10,18 Κατά την ημέραν εκείνην της τιμωρίας οι Ασσύριοι, που ομοιάζουν με όρη και με βουνά και με πύκνα δάση, θα σβησθούν από το πρόσωπον της γης, θα λείψουν και η φωτιά θα καταφάγη αυτούς εξ ολοκλήρου, οι δε πανικόβλητοι φυγάδες θα είναι σαν εκείνον, ο οποίος φεύγει γρήγορα από φοβεράν πυρκαϊάν.
 
Ησ. 10,19 καὶ οἱ καταλειφθέντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀριθμὸς ἔσονται, καὶ παιδίον γράψει αὐτούς.
Ησ. 10,19 Αυτοί, που θα απομείνουν από τους Ασσυρίους, θα είναι ελάχιστοι εις αριθμόν, ώστε και ένα μικρό παιδί να ημπορή να τους καταγράψη.
 
Ησ. 10,20 Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ οὐκέτι προστεθήσεται τὸ καταλειφθὲν Ἰσραήλ, καὶ οἱ σωθέντες τοῦ Ἰακὼβ οὐκέτι μὴ πεποιθότες ὦσιν ἐπὶ τοὺς ἀδικήσαντας αὐτούς, ἀλλὰ ἔσονται πεποιθότες ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ τῇ ἀληθείᾳ,
Ησ. 10,20 Και θα συμβή τούτο· κατά την ημέραν εκείνην της παιδαγωγικής τιμωρίας των Ισραηλιτώύ, του ολέθρου δε των 'Ασσυριων το περισωθέν κατάλοιπον του ισραηλιτικοϋ λαού δεν θα έχη πλέον την πρόθεσιν να στηρίζη την πεποίθησίν του εις ανθρώπους. Και όσοι από τους απογόνους του Ιακώβ εσώθησαν, δεν θα έχουν πεποίθησιν στους αδικήσαντας αυτούς Ασσυρίους. Αλλα θα στηρίζουν ειλικρινώς την πεποίθησίν των στον Θεόν τον άγιον του Ισραήλ.
 
Ησ. 10,21 καὶ ἔσται τὸ καταλειφθὲν τοῦ Ἰακὼβ ἐπὶ Θεὸν ἰσχύοντα.
Ησ. 10,21 Τοτε δε θα επιστρέψη δια μετανοίας ο απομείνας ισραηλιτικός λαός προς τον παντοδύναμον Θεόν.
 
Ησ. 10,22 καὶ ἐὰν γένηται ὁ λαὸς Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα αὐτῶν σωθήσεται· λόγον συντελῶν καὶ συντέμνων ἐν δικαιοσύνῃ,
Ησ. 10,22 Αλλά και εάν ο ισραηλιτικός λαός αυξηθή και γίνη πολυάριθμος, όπως η άμμος της θαλάσσης, θα κατάστραφή, και μόνον ένα υπόλοιπον από αυτόν θα διασωθή. Ο Κυριος θα πραγματοποίηση τον λόγον, τον οποίον απεφάσισε, τιμωρών εν δικαιοσύνη το κακόν.
 
Ησ. 10,23 ὅτι λόγον συντετμημένον Κύριος ποιήσει ἐν τῇ οἰκουμένῃ ὅλῃ.
Ησ. 10,23 Διότι την απόφασίν του περί τιμωρίας του κακού στον ισραηλιτικόν λαόν θα την πραγματοποίηση, όπως και εις ολόκληρον την οικουμένην.
 
Ησ. 10,24 Διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· μὴ φοβοῦ, ὁ λαός μου, οἱ κατοικοῦντες ἐν Σιών, ἀπὸ Ἀσσυρίων, ὅτι ἐν ῥάβδῳ πατάξει σε· πληγὴν γὰρ ἐπάγω ἐπὶ σὲ τοῦ ἰδεῖν ὁδὸν Αἰγύπτου.
Ησ. 10,24 Δια τούτο αυτά λέγει ο παντοκράτωρ· “συ ο ισραηλιτικός λαός μου, όσοι κατοικείτε εις την Σιών, μη φοβηθήτε από τους Ασσυρίους, όταν εκείνοι θα σας κτυπήσουν με ράβδον, διότι εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος επιφέρω εναντίον σας την παιδαγωγικήν αυτήν τι μωρίαν, όπως άλλοτε κατά τους χρόνους της ταλαιπωρίας σου εις την Αίγυπτον.
 
Ησ. 10,25 ἔτι γὰρ μικρὸν καὶ παύσεται ἡ ὀργή, ὁ δὲ θυμός μου ἐπὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν·
Ησ. 10,25 Ολίγον χρόνον ακόμη και θα παύση η οργή μου εναντίον σας, ο δε θυμός μου θα στραφή εναντίον της κακής αποφάσεως των Ασσυριων”.
 
Ησ. 10,26 καὶ ἐγερεῖ ὁ Θεὸς ἐπ᾿ αὐτοὺς κατὰ τὴν πληγὴν Μαδιὰμ ἐν τόπῳ θλίψεως, καὶ ὁ θυμὸς αὐτοῦ τῇ ὁδῷ τῇ κατὰ θάλασσαν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν κατ᾿ Αἴγυπτον.
Ησ. 10,26 Ο Θεός θα εγείρη και θα επιφέρη εναντίον αυτών πληγήν ομοίαν προς την πληγήν, την οποίαν επέφερε κατά των Μαδιανιτών στον τόπον της καταστροφής των. Ο θυμός του θα εκσπάση καταστρεπτικός εναντίον αυτών, όπως συνέβη εις την οδόν την δια της Ερυθράς θαλάσσης, όταν εξήρχοντο οι Ισραηλίται ελεύθεροι από την Αίγυπτον.
 
Ησ. 10,27 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀφαιρεθήσεται ὁ ζυγὸς αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὤμου σου καὶ ὁ φόβος αὐτοῦ ἀπὸ σοῦ, καὶ καταφθαρήσεται ὁ ζυγὸς ἀπὸ τῶν ὤμων ὑμῶν.
Ησ. 10,27 Κατά την ημέραν εκείνην θα αφαιρεθή από τους ώμους σας ο ζυγός της δουλείας των Ασσυρίων και ο φόβος σας απέναντι αυτών. Θα καταστραφή ο ζυγός της δουλείας από τους ώμους σας. '
 
Ησ. 10,28 ἥξει γὰρ εἰς τὴν πόλιν Ἀγγαὶ
Ησ. 10,28 Ο Ασσυύιος μονάρχης με τον στρατόν του θα έλθη εις την πόλιν Αγγαί,
 
Ησ. 10,29 καὶ παρελεύσεται εἰς Μαγγεδὼ καὶ εἰς Μαχμὰς θήσει τὰ σκεύη αὐτοῦ· καὶ παρελεύσεται φάραγγα καὶ ἥξει εἰς Ἀγγαί, φόβος λήψεται Ῥαμᾶ πόλιν Σαούλ· φεύξεται
Ησ. 10,29 θα πέραση από την πόλιν Μαγγεδώ, θα θέση τα όπλα του εις Μαχμάς, θα περάση την φάραγγα, θα φθάση εις Αγγαί.' Οι κάτοικοι της Ραμά, της πόλεως αυτής του Σαούλ, θα καταληφθούν από φόβον,
 
Ησ. 10,30 ἡ θυγάτηρ Γαλλείμ, ἐπακούσεται Λαϊσά, ἐπακούσεται Ἀναθώθ·
Ησ. 10,30 θα τραπούν εις φυγήν οι κάτοικοι της Γαλλείμ. θα πληροφορηθούν την διέλευσίν του αι πόλεις Λαϊσά και 'Αναθωθ.
 
Ησ. 10,31 καὶ ἐξέστη Μαδεβηνὰ καὶ οἱ κατοικοῦντες Γιββεΐρ·
Ησ. 10,31 Θα καταπλαγούν οι κάτοικοι της Μαδεβηνά και όσοι κατοικούν εις την Γιββεΐρ.
 
Ησ. 10,32 παρακαλεῖται σήμερον ἐν ὁδῷ τοῦ μεῖναι, τῇ χειρὶ παρακαλεῖτε, τὸ ὄρος, τὴν θυγατέρα Σιών, καὶ οἱ βουνοὶ οἱ ἐν Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 10,32 Ενθαρρύνατε και ενισχύσατε σήμερον τους Ισραηλίτας, οι οποίοι πανικόβλητοι ευρίσκονται στον δρόμον της φυγής, να μείνουν και να μη φύγουν. Από μακρόθεν με νεύματα αναγγείλατε εις αυτούς το ευχάριστον γεγονός, στο όρος Σιών στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, εις τα υψώματα της πόλεως, (ότι ο Ασσύριος Μονάρχης εσταμάτησε την πορείαν προς την Ιερουσαλήμ).
 
Ησ. 10,33 ἰδοὺ γὰρ ὁ δεσπότης Κύριος σαβαὼθ συνταράσσει τοὺς ἐνδόξους μετὰ ἰσχύος, καὶ οἱ ὑψηλοὶ τῇ ὕβρει συντριβήσονται, καὶ οἱ ὑψηλοὶ ταπεινωθήσονται,
Ησ. 10,33 Διότι, ιδού ο δεσπότης, ο Κυριος των δυνάμεων, θα συγκλονίση με μεγάλην δύναμιν τους ενδόξους της γης, τους Ασσυρίους, και οι κατά κόσμον μεγάλοι θα συντριβούν δια την υπερηφάνειάν των, οι υψηλόφρονες και αλαζονικοί θα ταπεινωθούν.
 
Ησ. 10,34 καὶ πεσοῦνται οἱ ὑψηλοὶ μαχαίρᾳ, ὁ δὲ Λίβανος σὺν τοῖς ὑψηλοῖς πεσεῖται.
Ησ. 10,34 Θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας οι υπερήφανοι. Ο Ασσύριος, ο ισχυρός ως Λιβανος, θα πέση μάζη με τα υψηλά του δένδρα, τους βοηθούς του.
 
Ησ. 11,1 Καὶ ἐξελεύσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται.
Ησ. 11,1 Από την γενεαλογικήν ρίζαν του Ιεσσαί, θα φυτρώση κλωνάρι, και άνθος από την ρίζαν αυτήν θα αναβλαστήση.
 
Ησ. 11,2 καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας·
Ησ. 11,2 Εις τον ευλογημένον αυτόν απόγονον του Ιεσσαί, θα επαναπαυθή το Πνεύμα του Θεού, Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, Πνεύμα υγιούς θελήσεως και ισχύος, Πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας.
 
Ησ. 11,3 ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. οὐ κατὰ τὴν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει,
Ησ. 11,3 Θα γέμιση αυτόν ο Θεός με Πνεύμα φόβου Θεού. Φωτιζόμενος αυτός από τα υπέροχα αυτά χαρίσματα του Πνεύματος δεν θα εκφέρη κρίσιν σύμφωνα με την εξωτερικήν εμφάνισιν και δεν θα ελέγχη σύμφωνα με τους ματαίους και επιπολαίους λόγους των ανθρώπων.
 
Ησ. 11,4 ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοὺς ταπεινοὺς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ·
Ησ. 11,4 Αλλά θα κρίνη με ευθύτητα και δικαιοσύνην, θα δικαιώση τον ταπεινόν και τον δίκαιον, θα φανερώση και θα αποδώση το δίκαιον στους ταπεινούς και καταφρονημένους της γης. Με τον λόγον του στόματός του θα κτυπήση τον αμαρτωλόν και άδικον κόσμον. Και με ένα απλούν φύσημα των χειλέων του θα θανατώση τους ασεβείς.
 
Ησ. 11,5 καὶ ἔσται δικαιοσύνῃ ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθείᾳ εἰλημένος τὰς πλευράς.
Ησ. 11,5 Αυτός θα έχη ζωσθή την μέσην του με την ζώνην της δικαιοσύνης. Με την ειλικρίνειαν δε και την φιλαλήθειαν θα έχη περικαλύψει τας πλευράς του.
 
Ησ. 11,6 καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφω, καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς·
Ησ. 11,6 Τοτε ο λύκος θα βόσκη μαζή με το αρνί, και η λεοπάρδαλις θα κατοική μαζή με το ερίφιον, το μοσχάριον και ο ταύρος θα βόσκουν μαζή με τον λέοντα και ένα μικρό παιδί θα οδηγή αυτά ως ήμερα αρνία.
 
Ησ. 11,7 καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ ἅμα τὰ παιδία αὐτῶν ἔσονται, καὶ λέων καὶ βοῦς ἅμα φάγονται ἄχυρα.
Ησ. 11,7 Το βόϊδι και η άρκτος θα βόσκουν μαζή και τα μικρά των θα κάμνουν μαζή συντροφιά. Το ληοντάρι και το βόϊδι θα τρώγουν μαζή άχυρα.
 
Ησ. 11,8 καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην ἀσπίδων καὶ ἐπὶ κοίτην ἐκγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα ἐπιβαλεῖ.
Ησ. 11,8 Μικρό παιδί θα απλώνη και θα θέτη χωρίς κίνδυνον τα χέρια του εις την οπήν της δηλητηριώδους ασπίδος και εις την φωλεάν, όπου αι ασπίδες έχουν τα μικρά των.
 
Ησ. 11,9 καὶ οὐ μὴ κακοποιήσουσιν, οὐδὲ μὴ δύνωνται ἀπολέσαι οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, ὅτι ἐνεπλήσθη ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον ὡς ὕδωρ πολὺ κατακαλύψαι θαλάσσας.
Ησ. 11,9 Ολα τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια δεν θα κάμουν εις κανένα κακόν, ούτε θα έχουν την δύναμιν και την διάθεσιν να φονεύσουν κανένα στο άγιόν μου όρος, διότι ολόκληρος ο κόσμος θα έχη πλημμυρίσει από την θείαν γνώσιν, όπως το πολύ ύδωρ κατακαλύπτει τας θαλάσσας.
 
Ησ. 11,10 Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡ ῥίζα τοῦ Ἰεσσαὶ καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ᾿ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσι, καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ τιμή.
Ησ. 11,10 Κατά την ημέραν εκείνην ο ευλογημένος αυτός απόγονος του Ιεσσαί, ο Μεσσίας, θα εμφανισθή ως άρχων των εθνών, θα είναι μέγας κατά την αρετήν και την δύναμιν, ώστε τα έθνη θα στηρίξουν εις αυτόν τας ελπίδας των. Ο θρόνος του και η διαμονή του θα είναι ένδοξος και τιμημένη.
 
Ησ. 11,11 καὶ ἔσται τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη προσθήσει Κύριος τοῦ δεῖξαι τὴν χεῖρα αὐτοῦ τοῦ ζηλῶσαι τὸ καταλειφθὲν ὑπόλοιπον τοῦ λαοῦ, ὃ ἂν καταλειφθῇ ἀπὸ τῶν Ἀσσυρίων καὶ ἀπὸ Αἰγύπτου καὶ Βαβυλωνίας καὶ Αἰθιοπίας καὶ ἀπὸ Ἐλαμιτῶν καὶ ἀπὸ ἡλίου ἀνατολῶν καὶ ἐξ Ἀραβίας.
Ησ. 11,11 Κατά την ημέραν εκείνην ο Κυριος θα δείξη και θα άπλωση το χέρι του, δια να φανερώσ·η την αγάπην του εις όσους απέμειναν ως υπόλοιπον του ισραηλιτικού λαού· εις αυτούς, που απέμειναν εις την Ασσυρίαν, εις την Αίγυπτον, εις την Βαβυλώνα, εις την Αιθιοπίαν, εις την χώραν των Ελαμιτών, εις τας ανατολικός χώρας και εις την Αραβιαν.
 
Ησ. 11,12 καὶ ἀρεῖ σημεῖον εἰς τὰ ἔθνη καὶ συνάξει τοὺς ἀπολομένους Ἰσραὴλ καὶ τοὺς διεσπαρμένους τοῦ Ἰούδα συνάξει ἐκ τῶν τεσσάρων πτερύγων τῆς γῆς.
Ησ. 11,12 Ο Κυριος θα υψώση σημαίαν εις τα έθνη και θα συγκεντρώση τους χαμένους ανά τα έθνη άνδρας του Ισραήλ, και τους διασκορπισμένους Ιουδαίους θα συγκεντρώση από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος.
 
Ησ. 11,13 καὶ ἀφαιρεθήσεται ὁ ζῆλος Ἐφραὶμ καὶ οἱ ἐχθροὶ Ἰούδα ἀπολοῦνται· Ἐφραὶμ οὐ ζηλώσει Ἰούδαν, καὶ Ἰούδας οὐ θλίψει Ἐφραίμ.
Ησ. 11,13 Η παλαιά ζηλοφθονία και διχόνοια του Ισραήλ και του Ιούδα θα εξαλειφθή και οι εχθροί της φυλής Ιούδα θα καταστραφούν. Οι Ισραηλίται δεν θα ζηλοφθονούν πλέον τους Ιουδαίους και οι Ιουδαίοι δεν θα καταθλίβουν με πολέμους τους Ισραηλίτας.
 
Ησ. 11,14 καὶ πετασθήσονται ἐν πλοίοις ἀλλοφύλων θάλασσαν, ἅμα προνομεύσουσι καὶ τοὺς ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν καὶ Ἰδουμαίαν· καὶ ἐπὶ Μωὰβ πρῶτον τὰς χεῖρας ἐπιβαλοῦσιν, οἱ δὲ υἱοὶ Ἀμμὼν πρῶτοι ὑπακούσονται.
Ησ. 11,14 Θα πετάξουν προς κατακτήσεις με τα πλοία των Φιλισταίων εις την Μεσόγειον θάλασσαν, συγχρόνως θα καταλάβουν και θα λαφυραγωγήσουν τας ανατολικάς χώρας και την Ιδουμαίαν. Θα απλώσουν τα χέρια των πρώτον και θα κατακτήσουν την χώραν των Μωαβιτών, και οι Αμμωνίται πρώτοι θα υποταχθούν εις αυτούς.
 
Ησ. 11,15 καὶ ἐρημώσει Κύριος τὴν θάλασσαν Αἰγύπτου καὶ ἐπιβαλεῖ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ποταμὸν πνεύματι βιαίῳ καὶ πατάξει ἑπτὰ φάραγγας, ὥστε διαπορεύεσθαι αὐτὸν ἐν ὑποδήμασι·
Ησ. 11,15 Θα καταστήση ο Κυριος ξηράν και έρημον την Ερυθράν Θαλασσαν της Αιγύπτου, Θα θέση το χέρι του επάνω στον Ευφράτην ποταμόν, αποστέλλων συγχρόνως ορμητικόν άνεμον. Θα κτυπήση τον ποταμόν και θα ανοίξη επτά στεγνάς διόδους, ώστε οι Ιουδαίοι, που ευρίσκονται εις την Βαβυλώνα να περάσουν αυτόν φορούντες τα υποδήματα των!
 
Ησ. 11,16 καὶ ἔσται δίοδος τῷ καταλειφθέντι μου λαῷ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἔσται τῷ Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἡμέρα ὅτε ἐξῆλθεν ἐκ γῆς Αἰγύπτου.
Ησ. 11,16 Εις τον λαόν μου, ο οποίος ευρίσκεται εν Αιγύπτω, θα ανοιχθή δίοδος, όπως ακριβώς ηνοίχθη δια τους Ισραηλίτας κατά την ημέραν, που αυτοί εξήλθον από την Αίγυπτον καταδιωκόμενοι από τον Φαραώ.
 
Ησ. 12,1 Καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· εὐλογήσω σε, Κύριε, διότι ὠργίσθης μοι καὶ ἀπέστρεψας τὸν θυμόν σου καὶ ἠλέησάς με.
Ησ. 12,1 Και τότε κάθε λυτρωμένος γεμάτος χαράν, θα διαλαλήση κατά την ευλογημένην εκείνην ημέραν· Θα σε δοξολογήσω, Κυριε, διότι ωργίσθης μεν κατά λόγον δικαιοσύνης εναντίον μου, αλλά χάρις στο έλεός σου κατεπράϋνες τον θυμόν σου και με ηλεήσες.
 
Ησ. 12,2 ἰδοὺ ὁ Θεός μου σωτήρ μου Κύριος, πεποιθὼς ἔσομαι ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ σωθήσομαι ἐν αὐτῷ καὶ οὐ φοβηθήσομαι, διότι ἡ δόξα μου καὶ ἡ αἴνεσίς μου Κύριος καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν.
Ησ. 12,2 Ιδού, δ Θεός, ο Κυριος είναι ο σωτήρ μου, εις αυτόν μόνον θα έχω και θα στηρίζω την πεποίθησίν μου, και αυτός θα με σώση. Ποτέ δεν θα φοβηθώ πλέον, διότι η δόξα μου και η δοξολογία μου είναι ο Κυριος, ο οποίος μου εχαρισε την σωτηρίαν.
 
Ησ. 12,3 καὶ ἀντλήσατε ὕδωρ μετ᾿ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου.
Ησ. 12,3 Αντλήσατε λοιπόν, δροσερό νερό με χαράν από τας σωτηρίους πηγάς του Κυρίου,
 
Ησ. 12,4 καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ὑμνεῖτε Κύριον, βοᾶτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἔνδοξα αὐτοῦ, μιμνήσκεσθε, ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
Ησ. 12,4 και θα πης κατά την ημέραν εκείνην συ ο λυτρωμένος· Υμνολογήσατε τον Κυριον, διαλαλήσατε το Ονομά του, αναγγείλατε εις τα έθνη όσα ένδοξα επραγματοποίησε. Να ενθυμήσθε, ότι εδοξάσθη και εμεγαλύνθη το Ονομά του.
 
Ησ. 12,5 ὑμνήσατε τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι ὑψηλὰ ἐποίησεν· ἀναγγείλατε ταῦτα ἐν πάση τῇ γῇ.
Ησ. 12,5 Υμνολογήσατε το όνομα του Κυρίου, διότι μεγάλα και θαυμαστά επραγιματοποίησε. Διαλαλήσατε αυτά εις όλην την οικουμένην.
 
Ησ. 12,6 ἀγαλλιᾶσθε καὶ εὐφραίνεσθε, οἱ κατοικοῦντες Σιών, ὅτι ὑψώθη ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ ἐν μέσῳ αὐτῆς.
Ησ. 12,6 Σεις, που κατοικείτε την Ιερουσαλήμ, αγαλλιάσθε και ευρραίνεσθε, διότι εν μέσω της νέας αυτής Ιερουσαλήμ εδοξάσθη και δοξάζεται και θα δοξάζεται ο άγιος Θεός του Ισραήλ.
 
Ησ. 13,1 Ὅρασις, ἣν εἶδεν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμώς, κατὰ Βαβυλῶνος.
Ησ. 13,1 Αποκαλυπτικόν όραμα, το οποίον είδεν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, εναντίον της Βαβυλώνος.
 
Ησ. 13,2 ἐπ᾿ ὄρους πεδινοῦ ἄρατε σημεῖον, ὑψώσατε τὴν φωνὴν αὐτοῖς, μὴ φοβεῖσθε, παρακαλεῖτε τῇ χειρί· ἀνοίξατε, οἱ ἄρχοντες.
Ησ. 13,2 Επάνω στο οροπεδιον της Βαβυλώνος, σεις οι επιτιθέμενοι επισημάνατε τον στόχον σας, σηκώσατε φωνήν και αλαλάξατε εναντίον αυτών. Μη φοβείσθε· ενθαρρύνετε και ενισχύετε ο ένας τον άλλον και με τας κινήσεις των χειρών σας. Και σεις, οι άρχοντες της Βαβυλώνος, ανοίξατε τας πύλας της πόλεως.
 
Ησ. 13,3 ἐγὼ συντάσσω καὶ ἐγὼ ἄγω αὐτούς· [ἡγιασμένοι εἰσί, καὶ ἐγὼ ἄγω αὐτούς]. γίγαντες ἔρχονται πληρῶσαι τὸν θυμόν μου χαίροντες ἅμα καὶ ὑβρίζοντες.
Ησ. 13,3 Εγώ συγκροτώ το στράτευμα δι' αυτήν την επίθεσιν και εγώ οδηγώ αυτούς. Ως γίγαντες ορμούν αυτοί εναντίον σας, δια να εκπληρώσουν τας αποφάσστου δικαίου θυμού μου, χαίροντες οι ίδιοι και συγχρόνως υβρίζοντας σας.
 
Ησ. 13,4 φωνὴ ἐθνῶν πολλῶν ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὁμοία ἐθνῶν πολλῶν, φωνὴ βασιλέων καὶ ἐθνῶν συνηγμένων. Κύριος σαβαὼθ ἐντέταλται ἔθνει ὁπλομάχῳ
Ησ. 13,4 Πολλοί είναι οι επιτιθέμενοι, ώστε οι αλαλαγμοί των ακούονται εις τα όρη ωσάν αι φωναί πολλών εθνών· η βοή των ομοιάζει με φωνάς βασιλέων και πολλών εθνών συγκεντρωμένων. Ο Κυριος των δυνάμεων έδωσεν εντολήν στο ωπλισμένον και αξιόμαχον αυτό έθνος,
 
Ησ. 13,5 ἔρχεσθαι ἐκ γῆς πόῤῥωθεν ἀπ᾿ ἄκρου θεμελίου τοῦ οὐρανοῦ, Κύριος καὶ οἱ ὁπλομάχοι αὐτοῦ, τοῦ καταφθεῖραι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.
Ησ. 13,5 να ελθη από μακρυνήν χώραν, από την άκρην του ουρανού, ο Κυριος και ο αξιόμαχος αυτός στρατός του έρχονται, δια να καταστρέψουν όλην την αμάρτωλήν οικουμένην.
 
Ησ. 13,6 ὀλολύζετε, ἐγγὺς γὰρ ἡμέρα Κυρίου, καὶ συντριβὴ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἥξει·
Ησ. 13,6 Βαβυλώνειοι, κλαύσατε με αλολυγμούς, διότι έφθασε πλέον η ημέρα του Κυρίου και η συντριβή σας θα έλθη εκ μέρους του Θεού.
 
Ησ. 13,7 διὰ τοῦτο πᾶσα χεὶρ ἐκλυθήσεται καὶ πᾶσα ψυχὴ ἀνθρώπου δειλιάσει.
Ησ. 13,7 Δια τούτο κάθε χέρι σας θα παραλύση, ώστε να μη ημπορή να κρατήση όπλον, και κάθε ψυχή ανθρώπου θα πανικοβληθή και θα δειλιάση.
 
Ησ. 13,8 καὶ ταραχθήσονται οἱ πρέσβεις καὶ ὠδῖνες αὐτοὺς ἕξουσιν, ὡς γυναικὸς τικτούσης· καὶ συμφοράσουσιν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἐκστήσονται καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν ὡς φλὸξ μεταβαλοῦσιν.
Ησ. 13,8 Θα ταραχθούν οι πρέσβεις, που θα αποστείλετε προς ειρήνην. Θα τους καταλάβουν ωδίνες οξείαι ώσαν της γυναικός, που πρόκειται να γεννήση, θα κλαίουν μεταξύ των την συμφοράν των, θα μείνουν κατάπληκτοι, το δε πρόσωπον των θα μεταβληθή, θα γίνη κατάκόκκινον ωσάν την φλόγα.
 
Ησ. 13,9 ἰδοὺ γὰρ ἡμέρα Κυρίου ἔρχεται ἀνίατος θυμοῦ καὶ ὀργῆς θεῖναι τὴν οἰκουμένην ἔρημον καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπολέσαι ἐξ αὐτῆς.
Ησ. 13,9 Διότι, ιδού έρχεται η ημέρα του Κυρίου γεμάτη θυμόν και οργήν, που κανείς δεν ημπορεί να την εξιλέωση, και η δικαία αυτή οργή του θα καταστήση έρημον την οικουμενην· και θα καταστρέψη τους αμαρτωλούς από αυτήν.
 
Ησ. 13,10 οἱ γὰρ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Ὠρίων καὶ πᾶς ὁ κόσμος τοῦ οὐρανοῦ τὸ φῶς οὐ δώσουσι, καὶ σκοτισθήσεται τοῦ ἡλίου ἀνατέλλοντος, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φῶς αὐτῆς.
Ησ. 13,10 Οι αστέρες του ουρανού, ο Ωρίων και όλος ο έναστρος κόσμος του ουρανού δεν θα δώσουν πλέον το φως των. Ο ανατέλλων ήλιος θα σκοτισθή και η σελήνη δεν θα δώση το φέγγος της.
 
Ησ. 13,11 καὶ ἐντελοῦμαι τῇ οἰκουμένῃ ὅλῃ κακὰ καὶ τοῖς ἀσεβέσι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν· καὶ ἀπολῶ ὕβριν ἀνόμων, καὶ ὕβριν ὑπερηφάνων ταπεινώσω.
Ησ. 13,11 Θα δώσω εντολήν να επέλθουν συμφοραί εις όλην την οικουμένην και στους ασεβείς τιμωρίαι δια τας αμαρτίας αυτών, θα καταστρέψω την έπαρσιν των παρανόμων και θα ταπεινώσω τον εγωϊσμόν των υπερηφάνων.
 
Ησ. 13,12 καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ἔντιμοι μᾶλλον ἢ τὸ χρυσίον τὸ ἄπυρον, καὶ ὁ ἄνθρωπος μᾶλλον ἔντιμος ἔσται ἢ ὁ λίθος ὁ ἐκ Σουφίρ.
Ησ. 13,12 Οσοι δε απομείνουν από αυτήν την καταστροφήν, θα είναι περισσότερον ολι-γοστοί και σπάνιοι, παρ' όσον είναι το εξορυσσόμενον και σκεπασμένον από χώματα και μη καθαρισθέν χρυσάφι, και οι άνθρωποι σπανιώτεροι από τους πολυτίμους εκ Σουφίρ λίθους.
 
Ησ. 13,13 ὁ γὰρ οὐρανὸς θυμωθήσεται καὶ ἡ γῆ σεισθήσεται ἐκ τῶν θεμελίων αὐτῆς διὰ θυμὸν ὀργῆς Κυρίου σαβαὼθ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἂν ἐπέλθῃ ὁ θυμὸς αὐτοῦ.
Ησ. 13,13 Και αυτός ο ουρανός θα οργισθή εναντίον των αμαρτωλών ανθρώπων και θα αποστείλη θυέλλας και κατακλυσμούς. Η γη θα σεισθή εκ θεμελίων εξ αιτίας του θυμού του Κυρίου τότε κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα επέλθη εναντίον των αμαρτωλών ο θυμός αυτού.
 
Ησ. 13,14 καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ὡς δορκάδιον φεῦγον καὶ ὡς πρόβατον πλανώμενον, καὶ οὐκ ἔσται ὁ συνάγων, ὥστε ἄνθρωπον εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀποστραφῆναι καὶ ἄνθρωπον εἰς τὴν χώραν ἑαυτοῦ διώξεται.
Ησ. 13,14 Οσοι δε απολειφθούν θα είναι δειλοί και περίφοβοι σαν το ζαρκάδι, που φεύγει πανικόβλητον, σαν τα περιπλανώμενα πρόβατα, δια τα οποία δεν υπάρχει κανείς να τα συγκέντρωση και περιφρούρηση. Εν όψει αυτής της συμφοράς κάθε ξένος ότνθρωπος θα επιστρέψη στον λαόν του και θα επιδιώξη με κάθε τρόπον να επανέλθη εις την πατρίδα του.
 
Ησ. 13,15 ὃς γὰρ ἂν ἁλῷ, ἡττηθήσεται, καὶ οἵτινες συνηγμένοι εἰσί, μαχαίρᾳ πεσοῦνται·
Ησ. 13,15 Εκείνοι που θα συλληφθούν αιχμάλωτοι, θα υποστούν τας σκληράς συνεπείας της ήττης των και όσοι συγκεντρωθούν, δια να φέρουν αντίστάσιν, θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας.
 
Ησ. 13,16 καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν ῥάξουσι καὶ τὰς οἰκίας αὐτῶν προνομεύσουσι καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ἕξουσιν.
Ησ. 13,16 Οι εχθροί θα συντρίψουν και τα παιδιά των ηττημένων εμπρός εις τα μάτια των επάνω στο έδαφος, θα λεηλατήσουν τα σπίτια των και θα πάρουν τας γυναίκας υπό την εξουσίαν των.
 
Ησ. 13,17 ἰδοὺ ἐπεγείρω ὑμῖν τοὺς Μήδους, οἳ ἀργύριον οὐ λογίζονται, οὐδὲ χρυσίου χρείαν ἔχουσι.
Ησ. 13,17 Ιδού, λοιπόν, εγώ εξεγείρω εναντίον σας τους Μηδους, οι οποίοι δεν δίδουν σημασίαν στο αργύριον, και ούτε έχουν ανάγκην από χρυσόν.
 
Ησ. 13,18 τοξεύματα νεανίσκων συντρίψουσι καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν οὐ μὴ ἐλεήσωσιν, οὐδὲ ἐπὶ τοῖς τέκνοις σου φείσονται οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν.
Ησ. 13,18 Αυτοί θα συντρίψουν τους τοξότας νέους σας, τα τόξα και τα βέλη αυτών. Δεν θα λυπηθούν τα έμβρυα εις τας κοιλίας των μητέρων των, ούτε τα μάτια των θα λυπηθούν τα παιδία σας.
 
Ησ. 13,19 καὶ ἔσται Βαβυλών, ἣ καλεῖται ἔνδοξος ἀπὸ βασιλέως Χαλδαίων, ὃν τρόπον κατέστρεψεν ὁ Θεὸς Σόδομα καὶ Γόμοῤῥα·
Ησ. 13,19 Και έτσι η Βαβυλών, η οποία χάρις στον βασιλέα των Χαλδαίων έγινε και ανεδείχθη ένδοξος και λαμπρά, θα υποστή τρομεράν καταστροφήν, ώσαν εκείνην δια της οποίας ο Θεός κατέστρεψε τα Σοδαμα και τα Γομορρα.
 
Ησ. 13,20 οὐ κατοικηθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον, οὐδὲ μὴ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὴν διὰ πολλῶν γενεῶν, οὐδὲ μὴ διέλθωσιν αὐτὴν Ἄραβες, οὐδὲ ποιμένες οὐ μὴ ἀναπαύσονται ἐν αὐτῇ·
Ησ. 13,20 Δεν θα κατοικηθή πλέον εις αιώνας αιώνων ως ένδοξος πόλις. Επί πολλάς γενεάς δεν θα εισέλθουν εις αυτήν άνθρωποι, δεν θα περάσουν καν από αυτήν Αράβες· ούτε ποιμένες και νομάδες θα αναπαυθούν εις αυτήν!
 
Ησ. 13,21 καὶ ἀναπαύσονται ἐκεῖ θηρία καὶ ἐμπλησθήσονται αἱ οἰκίαι ἤχου, καὶ ἀναπαύσονται ἐκεῖ σειρῆνες, καὶ δαιμόνια ἐκεῖ ὀρχήσονται,
Ησ. 13,21 Αλλά εκεί θα ευρίσκουν καταφύγιον και ασφάλειαν τα θηρία· αι δε απομείνασαι οικίαι θα αντηχούν από τους ορυγμούς και τας αγρίας κραυγάς των. Σειρήνες θα αναπαύωνται εκεί και τα πονηρά δαιμόνια θα στήνουν χορόν.
 
Ησ. 13,22 καὶ ὀνοκένταυροι ἐκεῖ κατοικήσουσι, καὶ νοσσοποιήσουσιν ἐχῖνοι ἐν τοῖς οἴκοις αὐτῶν· ταχὺ ἔρχεται καὶ οὐ χρονιεῖ.
Ησ. 13,22 Αγριοι όνοι θα κατοικούν εκεί· και στους οίκους των Βαβυλωνίων οι ακανθόχοιροι θα γεννήσουν και θα θρέψουν τους νεοσσούς των. Αυτή δε η φοβερά κατά της Βαβυλώνος τιμωρία έρχεται σύντομα· δεν θα βραδύνη.
 
Ησ. 14,1 Καὶ ἐλεήσει Κύριος τὸν Ἰακὼβ καὶ ἐκλέξεται ἔτι τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀναπαύσονται ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῶν, καὶ ὁ γειώρας προστεθήσεται πρὸς αὐτοὺς καὶ προστεθήσεται πρὸς τὸν οἶκον Ἰακώβ,
Ησ. 14,1 Εξ αντιθέτου όμως ο Κυριος θα ελεήση τας φυλάς του Ιακωβ, θα εκλέξη και πάλιν ως λαόν του αγαπητόν τους ισραηλίτας, και θα αναπαυθούν εις την γην των προγόνων των. Επανερχομένους από την αιχμαλωσίαν των θα τους ακολουθήσουν προσήλυτοι της Βαβυλώνος, οι οποίοι και θα προστεθούν στον Ισραηλιτικόν λαόν.
 
Ησ. 14,2 καὶ λήψονται αὐτοὺς ἔθνη καὶ εἰσάξουσιν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν, καὶ κατακληρονομήσουσι καὶ πληθυνθήσονται ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ Θεοῦ εἰς δούλους καὶ δούλας· καὶ ἔσονται αἰχμάλωτοι οἱ αἰχμαλωτεύσαντες αὐτούς, καὶ κυριευθήσονται οἱ κυριεύσαντες αὐτῶν.
Ησ. 14,2 Τα έθνη θα παραλάβουν τους διεσκορπισμένους Ιουδαίους και θα τους επαναφέρουν με τιμήν εις την πατρίδα των. Αυτήν θα την αποκτήσουν και πάλιν ως κληρονομίαν των και θα πληθυνθούν εις την θεοδώρητον αυτήν χώραν, ώστε να είναι και να μείνουν δούλοι και δούλαι του Θεού. Εκείνοι δέ που τους ηχμαλώτισαν, θα γίνουν τώρα αιχμάλωτοί των· θα κυριευθούν από αυτούς ως υποχείριοί των εκείνοι, οι οποίοι τους ειχαν κατακυριεύσει.
 
Ησ. 14,3 Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀναπαύσει σε Κύριος ἀπὸ τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ θυμοῦ σου καὶ τῆς δουλείας σου τῆς σκληρᾶς, ἧς ἐδούλευσας αὐτοῖς.
Ησ. 14,3 Κατά την ημέραν εκείνην θα σε αναπαύση ο Κυριος από τας οδύνας, που εδοκίμασες, από την εσωτερικην καταπίεσιν και αγανάκτησιν, από την σκληρην δουλείαν, εις την οποίαν είχες υποδουλωθή.
 
Ησ. 14,4 καὶ λήψῃ τὸν θρῆνον τοῦτον ἐπὶ τὸν βασιλέα Βαβυλῶνος καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη· πῶς ἀναπέπαυται ὁ ἀπαιτῶν καὶ ἀναπέπαυται ὁ ἐπισπουδαστής;
Ησ. 14,4 Και τότε συ, ο Ισραηλιτικός λαός βλέπων τας αδιηγήτους συμφοράς και τον όλεθρον των Βαβυλωνίων, θα αναλάβης κατά την ημέραν εκείνην θρήνον εναντίον του βασιλέως Βαβυλώνος και θα πης· Πως έσβησεν ο σκληρός απαιτητής φόρων δουλείας; Πως είχε λείψει ο υπερόπτης, ο σκληρός και πλεονέκτης αυτός τύραννος;
 
Ησ. 14,5 συνέτριψε Κύριος τὸν ζυγὸν τῶν ἁμαρτωλῶν, τὸν ζυγὸν τῶν ἀρχόντων·
Ησ. 14,5 Ελειψε, διότι ο Κυριος συνέτριψε τον ζυγόν, τον οποίον αμαρτωλοί άνθρωποι επέβαλαν, τον ζυγόν των πονηρών αρχόντων της Βαβυλώνος.
 
Ησ. 14,6 πατάξας ἔθνος θυμῷ, πληγῇ ἀνιάτῳ, παίων ἔθνος πληγὴν θυμοῦ, ἣ οὐκ ἐφείσατο, ἀνεπαύσατο πεποιθώς.
Ησ. 14,6 Επάνω στον δίκαιον θυμόν του εκτύπησε με συμφοράς αθεραπεύτους το πονηρόν τούτο έθνος· το έπληξε με αλεπαλλήλους συμφοράς και ανελέητα κτυπήματα· και τότε εσταμάτησε τα πλήγματα, όταν είδεν ότι ωλοκληρώθη η καταστροφή.
 
Ησ. 14,7 πᾶσα ἡ γῆ βοᾷ μετ᾿ εὐφροσύνης,
Ησ. 14,7 Εξ αιτίας της καταστροφής του πονηρού και επικινδύνου βασιλείου της Βαβυλώνος, ολόκληρος η γη βοά με ευφροσύνην.
 
Ησ. 14,8 καὶ τὰ ξύλα τοῦ λιβάνου εὐφράνθησαν ἐπὶ σοὶ καὶ ἡ κέδρος τοῦ Λιβάνου· ἀφ᾿ οὗ σὺ κεκοίμησαι, οὐκ ἀνέβη ὁ κόπτων ἡμᾶς.
Ησ. 14,8 Τα μεγάλα δένδρα και τα κέδρα του Λιβάνου ηυφράνθησαν, ω Βαβυλών, δια την κατάστροφήν σου, και είπαν· “από τότε που συ απέθανες και έλειψες από το πρόσωπον της γης, κανένας υλοτόμος δεν ανέβη, δια να μας κόψη.
 
Ησ. 14,9 ὁ ᾅδης κάτωθεν ἐπικράνθη συναντήσας σοι, συνηγέρθησάν σοι πάντες οἱ γίγαντες οἱ ἄρξαντες τῆς γῆς, οἱ ἐγείραντες ἐκ τῶν θρόνων αὐτῶν πάντας βασιλεῖς ἐθνῶν.
Ησ. 14,9 Και αυτός ο εις τα καταχθόνια πονηρός άδης έπικράνθη και ηγανάκτησεν, όταν σε συνήντησεν. Εσηκώθησαν δια σε όλοι μαζή οι γίγαντες, οι οποίοι, όταν συ εζούσες, υπήρξαν άρχοντες εις την γην αυτοί, που είχαν ξεσηκώσει και πετάξει από τους θρόνους των όλους τους βασιλείς των εθνών.
 
Ησ. 14,10 πάντες ἀποκριθήσονται καὶ ἐροῦσί σοι· καὶ σὺ ἑάλως, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς, ἐν ἡμῖν δὲ κατελογίσθης.
Ησ. 14,10 Ολοι αυτοί θα πάρουν τον λόγον και θα σου πουν· “ώστε λοιπόν και συ εκυριεύθης από τον θάνατον και τον όλεθρον καθώς και ημείς; Συγκατεριθμήθης, λοιπόν αναμεταξύ μας.
 
Ησ. 14,11 κατέβη εἰς ᾅδου ἡ δόξα σου, ἡ πολλὴ εὐφροσύνη σου· ὑποκάτω σου στρώσουσι σῆψιν, καὶ τὸ κατακάλυμμά σου σκώληξ.
Ησ. 14,11 Εις τον άδην κατέβηκεν η δόξα σου και η πολλή ευφροσύνη σου. Σαπίλαν θα στρώσουν υπό κάτω σου και το σκέπασμα, με το οποίον θα σκεπασθής, θα είναι σκουλήκια».
 
Ησ. 14,12 πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὁ ἑωσφόρος ὁ πρωΐ ἀνατέλλων; συνετρίβη εἰς τὴν γῆν ὁ ἀποστέλλων πρὸς πάντα τὰ ἔθνη.
Ησ. 14,12 Πως εξέπεσε στον αφανισμόν και την εξουδενωσιν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, ο οποίος εφαίνετο ώσαν αυγερινός, που πρωϊ-πρωϊ ανατέλλει στον ουρανόν; Συνετρίβη επάνω εις την γην αυτός, ο οποίος έστειλε νικηφόρα τα στρατεύματα του εναντίον όλων των εθνών.
 
Ησ. 14,13 σὺ δὲ εἶπας ἐν τῇ διανοίᾳ σου· εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον μου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ, ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ τὰ πρὸς Βοῤῥᾶν,
Ησ. 14,13 “Συ, αλαζονικέ βασιλεύ της Βαβυλώνος, δταν εζούσες, είπες με τον νουν σου· Θα ανεβώ στον ουρανόν, επάνω εις τα αστέρια του ουρανού θα στήσω τον θρόνον μου, θα καθίσω ένδοξος βασιλεύς εις όρος υψηλόν, εις τα όρη τα υψηλά, που ευρίσκονται βορείως της Βαβυλώνος.
 
Ησ. 14,14 ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ.
Ησ. 14,14 Θα ανεβώ, είπες, επάνω από τα σύννεφα, θα γίνω όμοιος προς τον Υψιστον Θεόν”!
 
Ησ. 14,15 νῦν δὲ εἰς ᾅδην καταβήσῃ καὶ εἰς τὰ θεμέλια τῆς γῆς.
Ησ. 14,15 Τωρα ιδού, θα κατεβής στον άδην, εις τα βάθη, όπου υπάρχουν τα θεμέλια της γης.
 
Ησ. 14,16 οἱ ἰδόντες σε θαυμάσονται ἐπὶ σοὶ καὶ ἐροῦσιν· οὗτος ὁ ἄνθρωπος ὁ παροξύνων τὴν γῆν, ὁ σείων βασιλεῖς;
Ησ. 14,16 Οι άνθρωποι, οι οποίοι θα ίδουν το κατάντημά σου, θα καταπλαγούν και θα πουν· “αυτός, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος, ο οποίος ο ανετάρασσε και ετρομοκρατούσε την οικουμένην, συνεκλόνιζε και εκρήμνιζε τους βασιλείς;
 
Ησ. 14,17 ὁ θεὶς τὴν οἰκουμένην ὅλην ἔρημον καὶ τὰς πόλεις αὐτοῦ καθεῖλε, τοὺς ἐν ἐπαγωγῇ οὐκ ἔλυσε.
Ησ. 14,17 Αυτός, ο οποίος είχεν ερημώσει την οικουμένην, και κατέστρεφε τας πόλεις και τα τείχη των, τους δε εν αιχμαλωσία εκρατούσεν εις δεσμά.
 
Ησ. 14,18 πάντες οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν ἐκοιμήθησαν ἐν τιμῇ, ἄνθρωπος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ·
Ησ. 14,18 Ολοι οι βασιλείς των εθνών απέθαναν και ετάφησαν μετά τιμών, ο καθένας στον οίκον του, στο βασίλειόν του.
 
Ησ. 14,19 σὺ δὲ ῥιφήσῃ ἐν τοῖς ὄρεσιν ὡς νεκρὸς ἐβδελυγμένος μετὰ πολλῶν τεθνηκότων ἐκκεκεντημένων μαχαίραις, καταβαινόντων εἰς ᾅδου. ὃν τρόπον ἱμάτιον ἐν αἵματι πεφυρμένον οὐκ ἔσται καθαρόν,
Ησ. 14,19 Συ όμως, παράνομε βασιλεύ, θα φονευθής και θα ριφθής άταφος εις τα όρη, σαν σιχαμένος και ακάθαρτος νεκρός μαζή με πολλούς άλλους νεκρούς, οι οποίοι θα έχουν φονευθή διαπερασμένοι από μαχαίρας, και θα καταβαίνουν στον άδην σαν ένδυμα, που έχει βαφή εις ανθρώπινον αίμα και δεν είναι καθαρόν.
 
Ησ. 14,20 οὕτως οὐδὲ σὺ ἔσῃ καθαρός, διότι τὴν γῆν μου ἀπώλεσας καὶ τὸν λαόν μου ἀπέκτεινας· οὐ μὴ μείνῃς εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον, σπέρμα πονηρόν.
Ησ. 14,20 Ετσι και συ δεν θα είσαι καθαρός και άνε-νοχος, διότι την χώραν μου την Ιουδαίαν κατέστρεψες και τον λαόν μου εφόνευσες· η γενεά σου, σπέρμα πονηρόν, δεν πρόκειται να διαιωνισθή επάνω εις την γην.
 
Ησ. 14,21 ἑτοίμασον τὰ τέκνα σου σφαγῆναι ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ πατρὸς αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀναστῶσι καὶ κληρονομήσωσι τὴν γῆν καὶ ἐμπλήσωσιν τὴν γῆν πολέμων.
Ησ. 14,21 Ετοίμασε τα παιδιά σου να σφαγούν εξ αιτίας των αμαρτιών του πατρός των, ίνα μη πονηρά παιδιά αμαρτωλού πατρός ανδρωθούν και κληρονομήσουν την χώραν και γεμίσουν την οικουμένην με πολέμους.
 
Ησ. 14,22 Καὶ ἐπαναστήσομαι αὐτοῖς, λέγει Κύριος σαβαώθ, καὶ ἀπολῶ αὐτῶν ὄνομα καὶ κατάλειμμα καὶ σπέρμα - τάδε λέγει Κύριος -
Ησ. 14,22 Εναντίον αυτών θα σηκωθώ επάνω, λέγει ο Κυριος των δυνάμεων, θα εξαφανίσω το όνομά των από την γην, καθένα που κατάγεται και απέμεινεν από αυτούς, κάθε απόγονον των αυτά λέγει ο Κυριος·
 
Ησ. 14,23 καὶ θήσω τὴν Βαβυλωνίαν ἔρημον, ὥστε κατοικεῖν ἐχίνους, καὶ ἔσται εἰς οὐδέν· καὶ θήσω αὐτὴν πηλοῦ βάραθρον εἰς ἀπώλειαν.
Ησ. 14,23 θα μεταβάλω και θα καταστήσω την Βαβυλώνα έρημον, ώστε να κατοικούν εις αυτήν ακανθόχοιροι, και θα είναι αυτή ως ένα τίποτε, θα μεταβάλω αυτήν εις ένα βορβορώδες βάραθρον προς αφανισμόν και καταστροφήν.
 
Ησ. 14,24 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· ὃν τρόπον εἴρηκα, οὕτως ἔσται, καὶ ὃν τρόπον βεβούλευμαι, οὕτως μενεῖ,
Ησ. 14,24 Αυτά λέγει Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ· όπως είπα και όπως απεφάσισα, έτσι και θα γίνη και έτσι θα μείνη.
 
Ησ. 14,25 τοῦ ἀπολέσαι τοὺς Ἀσσυρίους ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ἐμῆς καὶ ἀπὸ τῶν ὀρέων μου, καὶ ἔσονται εἰς καταπάτημα, καὶ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ζυγὸς αὐτῶν, καὶ τὸ κῦδος αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὤμων ἀφαιρεθήσεται.
Ησ. 14,25 Θα καταστρέψω τους Ασσυρίους από την χώραν μου την Ιουδαίαν και από τα ιδικά μου όρη· θα νικηθούν και θα καταπατηθούν με περιφρόνησιν από τους ανθρώπους, θα αφαιρεθή από τον λαόν μου ο ζυγός της δουλείας των. Ο εξευτελισμός και το όνειδός των, που ώσαν βαρύ φορτίον εβαρυνε τους ώμους των, θα αφαιρεθή”.
 
Ησ. 14,26 αὕτη ἡ βουλή, ἣν βεβούλευται Κύριος ἐπὶ τὴν ὅλην οἰκουμένην, καὶ αὕτη ἡ χεὶρ ἡ ὑψηλὴ ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη.
Ησ. 14,26 Αυτή είναι η απόφασις, την οποίαν έχει λάβει και αποφασίσει ο Κυριος, σχετικά με όλην την οικουμένην. Η παντοδύναμος τιμωρός δεξιά του είναι σηκωμένη εναντίον όλων των αμαρτωλών εθνών.
 
Ησ. 14,27 ἃ γὰρ ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος βεβούλευται, τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει;
Ησ. 14,27 Αυτά δε τα οποία ο Θεός ο άγιος έχει αποφασίσει, ποιός είναι δυνατόν να τα εμποδίση και να τα ματαίωση; Και την παντοδύναμον δεξιάν του, που έχει υψωθή δια να επιπέση επί των αμαρτωλών, ποιός ημπορεί να την στρέψη αλλού;
 
Ησ. 14,28 Τοῦ ἔτους, οὗ ἀπέθανεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ, ἐγενήθη τὸ ῥῆμα τοῦτο.
Ησ. 14,28 Ο προφητικός αυτός λόγος έγινε το έτος, κατά το οποίον απέθανεν ο βασιλεύς Αχαζ.
 
Ησ. 14,29 μὴ εὐφρανθείητε οἱ ἀλλόφυλοι πάντες, συνετρίβη γὰρ ὁ ζυγὸς τοῦ παίοντος ὑμᾶς· ἐκ γὰρ σπέρματος ὄφεως ἐξελεύσεται ἔκγονα ἀσπίδων, καὶ τὰ ἔκγονα αὐτῶν ἐξελεύσονται ὄφεις πετόμενοι
Ησ. 14,29 Μη χαίρετε και μη πανηγυρίζετε όλοι σεις, οι Φιλισταίοι, επειδή συνετρίβη ο ζυγός της δουλείας του μονάρχου, ο οποίος σας εκτύπα και σας έθλιβε. Διότι από τους απογόνους του φαρμακερού αυτού όφεως, θα βγουν παιδιά αντάξιά του, δηλητηριώδεις οχιές, θα βγουν ως απόγονοι του φίδια φτερωτά.
 
Ησ. 14,30 καὶ βοσκηθήσονται πτωχοὶ δι᾿ αὐτοῦ, πτωχοὶ δὲ ἄνθρωποι ἐπὶ εἰρήνης ἀναπαύσονται· ἀνελεῖ δὲ λιμῷ τὸ σπέρμα σου καὶ τὸ κατάλειμμά σου ἀνελεῖ.
Ησ. 14,30 Και ενώ αυτά θα συμβαίνουν εις βάρος του αμαρτωλού μονάρχου και άλλων εθνών, οι πτωχοί άνθρωποι του λαού θα διατρέφωνται και θα ποιμαίνωνται από τον θεόν και έτσι οι πτωχοί αυτοί και καταφρονημένοι τότε, θα αναπαύωνται εν ειρήνη. Αλλά τους ιδικούς σας απογόνους, ω Φιλισταίοι, θα εξολοθρεύση ο Κυριος με φοβεράν πείναν και εκείνους, που τυχόν θα απομείνουν, θα τους εξόντωση ο Κυριος.
 
Ησ. 14,31 ὀλολύξατε, πύλαι πόλεων, κεκραγέτωσαν πόλεις τεταραγμέναι, οἱ ἀλλόφυλοι πάντες, ὅτι ἀπὸ Βοῤῥᾶ καπνὸς ἔρχεται, καὶ οὐκ ἔστι τοῦ εἶναι.
Ησ. 14,31 Κλαύσατε, λοιπόν, με ολολυγμούς αι οχυραί πύλαι των πόλεων των Φιλισταίων· ας κράξουν οι αναστατωμένοι και ταραγμένοι κάτοικοι των, όλοι οι αλλόφυλοι, διότι ο καπνός των πόλεων, που καίονται, κατεβαίνει από τον βορράν και δεν πρόκειται κανείς να διαφύγη την καταστροφήν και να σωθή!
 
Ησ. 14,32 καὶ τί ἀποκριθήσονται βασιλεῖς ἐθνῶν; ὅτι Κύριος ἐθεμελίωσε Σιών, καὶ δι᾿ αὐτοῦ σωθήσονται οἱ ταπεινοὶ τοῦ λαοῦ.
Ησ. 14,32 Οι βασιλείς, λοιπόν, των διαφόρων εθνών, όταν θα βλέπουν τα γεγονότα αυτά, την ολοσχερή καταστροφήν των 'Ασσυριων και την σωτηρίαν του Ισραήλ, ποίον απάντησιν τάχα θα έχουν να δώσουν; Θα απαντήσουν φυσικά, ότι ο Κυριος εθεμελιωσε την Ιερουσαλήμ και ότι δι' αυτού εσώθησαν και θα σωθούν οι ταπεινοί εκ του λαού, οι οποίοι εξαρτούν και ζητούν από αυτόν την σωτηρίαν των.
 
Ησ. 15,1 Νυκτὸς ἀπολεῖται ἡ Μωαβῖτις, νυκτὸς γὰρ ἀπολεῖται τὸ τεῖχος τῆς Μωαβίτιδος.
Ησ. 15,1 Εν καιρώ νυκτός θα καταστραφή η χώρα των Μωαβιτών, διότι, και εν καιρώ νυκτός θα καταστραφούν και θα κρημνισθούν τα τείχη της.
 
Ησ. 15,2 λυπεῖσθε ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀπολεῖται γὰρ καὶ Δηβών, οὗ ὁ βωμὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἀναβήσεσθε κλαίειν· ἐπὶ Ναβαῦ τῆς Μωαβίτιδος ὀλολύζετε ἐπὶ πάσης κεφαλῆς φαλάκρωμα, πάντες βραχίονες κατατετμημένοι·
Ησ. 15,2 Πενθήσατε και κλαύσατε δια τας συμφοράς, που θα εκσπάσουν εναντίον σας, διότι θα καταστραφή η πόλις Δηβών, όπου ευρίσκεται ο βωμός του Θεού σας. Εκεί θα αναβήτε, δια να θρηνήσετε. Κλαύσατε με ολολυγμούς δια την καταστροφήν της Ναβού, της περιφήμου αυτής Μωαβιτικής πόλεως, που ευρίσκεται κοντά στο όρος Ναβαύ. Ξυρίσατε τα κεφάλια σας εις ένδειξιν του πένθους, που θα σας καταλάβη, κατακόψατε όλοι τους βραχίονάς σας.
 
Ησ. 15,3 ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῆς περιζώσασθε σάκκους καὶ κόπτεσθε, ἐπὶ τῶν δωμάτων αὐτῆς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῆς καὶ ἐν ταῖς ῥύμας αὐτῆς πάντες ὀλολύζετε μετὰ κλαυθμοῦ.
Ησ. 15,3 Εις τας πλατείας της χώρας σας ζωσθήτε σάκκους πένθους και αρχίσατε κοπετούς και θρήνους. Επάνω εις τα δώματα της πόλεως και εις τας πλατείας αυτής και στους μεγάλους της δρόμους ολολύξατε όλοι με κλαυθμούς.
 
Ησ. 15,4 ὅτι κέκραγεν Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεαλή, ἕως Ἰασσὰ ἠκούσθη ἡ φωνὴ αὐτῶν· διὰ τοῦτο ἡ ὀσφὺς τῆς Μωαβίτιδος βοᾷ, ἡ ψυχὴ αὐτῆς γνώσεται.
Ησ. 15,4 'Εκραυγασαν επάνω εις την φοβεράν θλίψιν των οι κάτοικοι της Εσεβών και της Ελεαλή. Αι κραυγαί των ηκούοντο μέχρι της πόλεως Ιασσά. Δια τούτο οι νεφροί της Μωαβίτιδος χώρας, άνθρωποι ανδρείοι που αποτελούν την ισχύν της, κραυγάζουν. Ολος ο λαός της βαθύτατα θα αισθανθή αυτόν τον πόνον της καταστροφής.
 
Ησ. 15,5 ἡ καρδία τῆς Μωαβίτιδος βοᾷ ἐν αὐτῇ ἕως Σηγώρ· δάμαλις γάρ ἐστι τριετής· ἐπὶ δὲ τῆς ἀναβάσεως Λουεὶθ πρός σε κλαίοντες ἀναβήσονται, τῇ ὁδῷ Ἀρωνιεὶμ βοᾷ σύντριμμα καὶ σεισμός.
Ησ. 15,5 Αι καρδίαι των Μωαβιτών βοούν· αι κραυγαί των ανέρχονται στο στόμα και ακούονται έως την Σηγώρ. Διότι η χώρα Μωάβ ομοιάζει με τριετή ακμαίαν δάμαλιν, της οποίας οι μεγάλοι μυκηθμοί ακούονται πολύ μακράν. Από την ανωφέρειαν της Λουείθ αναβαίνουν και έρχονται προς σέ, ω Σηγώρ, κλαίοντες πανικόβλητοι οι φυγάδες. Εις τας οδούς της πόλεως Αρωνιείμ κραυγάζουν οι φυγάδες· φοβερόν σύντριμμα και σεισμός!
 
Ησ. 15,6 τὸ ὕδωρ τῆς Νεμρεὶμ ἔρημον ἔσται, καὶ ὁ χόρτος αὐτῆς ἐκλείψει· χόρτος γὰρ χλωρὸς οὐκ ἔσται.
Ησ. 15,6 Το νερό της Νεμρείμ εξηράνθη, το χορτάρι της έχει εξαφανισθή, και χλωρό χορτάρι δεν θα υπαρξη πλέον εκεί.
 
Ησ. 15,7 μὴ καὶ οὕτως μέλει σωθῆναι; ἐπάξω γὰρ ἐπὶ τὴν φάραγγα Ἄραβας, καὶ λήψονται αὐτήν.
Ησ. 15,7 Αλλά μήπως και έτσι θα κατορθώσουν να αποφύγουν την καταστροφήν και να διασωθούν οι κάτοικοι της Νεμρείμ; Οχι, διότι εγώ θα επιφέρω εναντίον των εις την φάραγγα, όπου θα είναι κρυμμένοι, Αράβας και θα καταλάβουν αυτήν.
 
Ησ. 15,8 συνῆψε γὰρ ἡ βοὴ τὸ ὅριον τῆς Μωαβίτιδος τῆς Ἀγαλείμ, καὶ ὀλολυγμὸς αὐτῆς ἕως τοῦ φρέατος τοῦ Αἰλείμ.
Ησ. 15,8 Αι κραυγαί και αι βοαί των εξολοθρευομένων έφθασαν έως τα σύνορα της Μωαβίτιδος νοτίως μέχρι την πόλιν Αγαλείμ και ο ολολυγμός των κατοίκων της Μωάβ έφθασεν βορειοανατολικώς έως στο φρέαρ του Αιλείμ.
 
Ησ. 15,9 τὸ δὲ ὕδωρ τὸ Ῥεμμὼν πλησθήσεται αἵματος· ἐπάξω γὰρ ἐπὶ Ῥεμμὼν Ἄραβας καὶ ἀρῶ τὸ σπέρμα Μωὰβ καὶ Ἀριὴλ καὶ τὸ κατάλοιπον Ἀδαμά.
Ησ. 15,9 Το νερό του Ρεμμών θα γεμίση από τα αίματα των φονευομένων, διότι και προς τα εκεί, προς την Ρεμμών, θα παραχωρήσω να επιδράμουν ολοθρευταί οι Αραβες. Θα εξολοθρεύσω τους απογόνους του Μωάβ και την πόλιν Αριήλ και τους υπολοίπους κατοίκους της χώρας αυτής.
 
Ησ. 16,1 Ἀποστελῶ ὡς ἑρπετὰ ἐπὶ τὴν γῆν· μὴ πέτρα ἔρημός ἐστι τὸ ὄρος θυγατρὸς Σιών;
Ησ. 16,1 Σαν ερπετά, που φοβισμένα σύρονται εις την γην, έτσι εγώ θα διώξω τους Μωαβίτας. Μηπως οι καταφρονηταί Μωαβίται εξακολουθούν να φρονούν, ότι το άγιον όρος της Σιών, της θυγατρός μου Ιερουσαλήμ, είναι έρημον;
 
Ησ. 16,2 ἔσῃ γὰρ ὡς πετεινοῦ ἀνιπταμένου νεοσσὸς ἀφηρημένος, θύγατερ Μωάβ. ἔπειτα δέ, Ἀρνῶν, πλείονα
Ησ. 16,2 Εχει θα καταφύγης, θα είσαι σαν νεοσσός, που μόλις επέταξε, διότι τον έχουν πάρει από την φωληά του, συ χώρα της Μωαβίτιδος. Και πιο πολύ συ η πόλις Αρνών
 
Ησ. 16,3 βουλεύου, ποίει τε σκέπην πένθους αὐτῇ διὰ παντός· ἐν μεσημβρινῇ σκοτίᾳ φεύγουσιν, ἐξέστησαν, μὴ ἀπαχθῇς.
Ησ. 16,3 σκέψου, γίνε και κάμε στέγην του πένθους της Μωάβ ολοκλήρου. Πανικόβλητοι φεύγουν οι κάτοικοί της σαν εις βαθύ σκοτάδι, ενώ είναι ώρα μεσημβρινή. Φεύγουν, έχασαν το μυαλό των. Μη αρνηθής προστασίαν εις αυτούς.
 
Ησ. 16,4 παροικήσουσί σοι οἱ φυγάδες Μωάβ, ἔσονται σκέπη ὑμῖν ἀπὸ προσώπου διώκοντος, ὅτι ᾔρθη ἡ συμμαχία σου, καὶ ὁ ἄρχων ἀπώλετο ὁ καταπατῶν ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 16,4 Εις σε θα παροικήσουν οι φυγάδες της Μωαβίτιδος χώρας. Σεις θα είσθε σκέπη και προστασία αυτών από τους εχθρούς, οι οποίοι τους καταδιώκουν. Διότι έχει ήδη διαλυθή η συμμαχία σου με τα αλλά εχθρικά έθνη. Ο δε σκληρός Ασσύριος άρχων, ο οποίος σε κατοπτατούσε, έχει ήδη χαθή.
 
Ησ. 16,5 καὶ διορθωθήσεται μετ᾿ ἐλέους θρόνος, καὶ καθιεῖται ἐπ᾿ αὐτοῦ μετὰ ἀληθείας ἐν σκηνῇ Δαυὶδ κρίνων καὶ ἐκζητῶν κρίμα καὶ σπεύδων δικαιοσύνην.
Ησ. 16,5 Συναψε φιλίαν και προσκολλήσου εις την Σ ιών, διότι θα ανορθωθή εκεί ένδοξος ο θρόνος του Δαυίδ, και εις την Σκηνήν και τον ένδοξον βασιλικόν θρόνον του Δαυίδ θα καθίση ένας μέγας Κριτής, ο οποίος θα στηρίζεται εις την δύναμιν της αληθείας, επιζητών και αποδίδων πάντοτε δικαίαν κρίσιν, με ζήλον αναζητών και εφαρμόζων δικαιοσύνην.
 
Ησ. 16,6 Ἠκούσαμεν τὴν ὕβριν Μωάβ, ὑβριστὴς σφόδρα, τὴν ὑπερηφανίαν ἐξῇρας. οὐχ οὕτως ἡ μαντεία σου, οὐχ οὕτως.
Ησ. 16,6 Επληροφορήθημεν την αλαζονείαν και αυθάδειαν της χώρας των Μωαβιτών. Υπήρξε παρά πολύ υπερήφανος αυτή. Η αλαζονεία και αυθαδεία της έφθασεν εις μεγάλο ύψος. Αι μαντείαι και αι προρρήσεις των ψευδοπροφητών σου δεν είναι, όπως σας τας παρουσιάζουν· είναι ψευιοπροφητείαι.
 
Ησ. 16,7 ὀλολύξει Μωάβ, ἐν γὰρ τῇ Μωαβίτιδι πάντες ὀλολύξουσι· τοῖς κατοικοῦσι δὲ Σὲθ μελετήσεις· καὶ οὐκ ἐντραπήσῃ.
Ησ. 16,7 Θα θρηνήση με ολολυγμούς η χώρα της Μωάβ, διότι εις την περιοχήν της όλοι θα θρηνήσουν με ολολυγμούς. Θα σκεφθής τότε τους κατοίκους της Σέθ, από τους οποίους και θα τρέξης να ζητήσης βοήθειαν, και δεν θα εντροπής δι' αυτό.
 
Ησ. 16,8 τὰ πεδία Ἐσεβὼν πενθήσει, ἄμπελος Σεβαμά· καταπίνοντες τὰ ἔθνη, καταπατήσατε τὰς ἀμπέλους αὐτῆς ἕως Ἰαζήρ· οὐ μὴ συνάψητε, πλανήθητε τὴν ἔρημον· οἱ ἀπεσταλμένοι ἐγκατελείφθησαν, διέβησαν γὰρ τὴν ἔρημον.
Ησ. 16,8 Αι πεδιάδες, της Εσεβών θα θρηνήσουν και αι άμπελοι της Σεβαμά. Σεις οι εχθροί, που καταπίνετε τα αλλά έθνη, καταπατήσατε και τας αμπέλους της χώρας αυτής έως εις την Ιαζήρ. Πουθενά δεν θα σταματήσετε. Συνεχίσατε την καταδίωξιν, περιπλανηθήτε εις την έρημον καταδιώκοντες τους φυγάδας. Οι πρέσβεις, που είχαν αποσταλή προς συνθηκολόγησιν, εγκατελείφθησαν, χωρίς να επιτύχουν συνάντησιν. Διότι οι εχθροί είχαν διαβή και προχωρήσει εις την έρημον.
 
Ησ. 16,9 διὰ τοῦτο κλαύσομαι ὡς τὸν κλαυθμὸν Ἰαζὴρ ἄμπελον Σεβαμά· τὰ δένδρα σου κατέβαλεν, Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεαλή, ὅτι ἐπὶ τῷ θερισμῷ καὶ ἐπὶ τῷ τρυγητῷ σου καταπατήσω, καὶ πάντα πεσοῦνται.
Ησ. 16,9 Δια τούτο θα κλαύσω την καταστροφήν αμπελώνων της Σεβαμά, δπως έκλαυσα και την καταοτροφήν της Ιαζήρ. Τα δένδρα σου, ω Εσεβών και Ελεαλή, τα κατέστρεψε, τα έρριψεν εις την γην ο εχθρός σου και απειλεί λέγων· “θα καταπατήσω τον βερισμόν των σιτηρών σου και τον τρυγητόν των αμπελώνων σου, τα πάντα. Τιποτε δεν θα μείνη όρθιον αλλά τα πάντα θα ριφθούν εις την γην.
 
Ησ. 16,10 καὶ ἀρθήσεται εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαμα ἐκ τῶν ἀμπελώνων σου, καὶ ἐν τοῖς ἀμπελῶσί σου οὐ μὴ εὐφρανθήσονται καὶ οὐ μὴ πατήσουσιν οἶνον εἰς τὰ ὑπολήνια, πέπαυται γάρ.
Ησ. 16,10 Θα αφαιρεθή και θα λείψη πλέον ευφροσύνη και αγαλλίασις από τους αμπελώνας σου. Τα παιδιά σου δεν θα ευφρανθούν από τους αμπελώνας σου. Δεν θα πατήσουν σταφυλάς, δια να ρίψουν μούστους εις τα υπολήνια. Καθε χαρμόσυνος φωνή και άσμα, συνήθη κατά τον τρυγητόν, θα έχουν πλέον παύσει.
 
Ησ. 16,11 διὰ τοῦτο ἡ κοιλία μου ἐπὶ Μωὰβ ὡς κιθάρα ἠχήσει, καὶ τὰ ἐντός μου ὡσεὶ τεῖχος, ὃ ἐνεκαίνισας.
Ησ. 16,11 Δια τας επικειμένας αυτάς συμφοράς κατά της. Μωάβ, περίλυπος η καρδία μου θα αντηχήση ωσάν μελαγχολική κιθάρα θρη-νωδη άσματα και τα σπλάγχνα μου θα σκληρυνθούν από τον πόνον, σαν τείχος του οποίου τώρα έγιναν τα εγκαίνια.
 
Ησ. 16,12 καὶ ἔσται εἰς τὸ ἐντραπῆναί σε, ὅτι ἐκοπίασε Μωὰβ ἐπὶ τοῖς βωμοῖς καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὰ χειροποίητα αὐτῆς ὥστε προσεύξασθαι, καὶ οὐ μὴ δύνηται ἐξελέσθαι αὐτόν.
Ησ. 16,12 Και συ Μωάβ θα καταληφθής από εντροπήν, διότι εκοπίασες ανωφελώς προσφέ-ρουσα θυσίαν στους βωμούς των ειδωλολατρικών θεών σου. Θα εισέλθης στους ειδωλολατρικούς ναούς, όπου υπάρχουν τα χειροποίητα είδωλά σου, δια να ζητήσης και λάβης βοήθειαν, αλλά αυτά δεν θα ημπορέσουν να σε γλυτώσουν από τον εχθρόν”.
 
Ησ. 16,13 Τοῦτο τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μωάβ, ὁπότε καὶ ἐλάλησε.
Ησ. 16,13 Αυτά είναι τα προφητικά λόγια, τα οποία ο Κυριος μίλησε εναντίον της Μωάβ τότε, που τα είπε.
 
Ησ. 16,14 καὶ νῦν λέγω· ἐν τρισὶν ἔτεσιν ἐτῶν μισθωτοῦ ἀτιμασθήσεται ἡ δόξα Μωὰβ ἐν παντὶ τῷ πλούτῳ τῷ πολλῷ, καὶ καταλειφθήσεται ὀλιγοστὸς καὶ οὐκ ἔντιμος.
Ησ. 16,14 Και τώρα σας πληροφορώ, ότι έντος τριών ετών ώσαν τα έτη του μισθωτού ανθρώπου, θα εξευτελισθή και θα καταπέση όλη η δόξα της χώρας Μωάβ, με όλον τον άφθονον πλούτον της. Ολίγοι Μωαβίται θα απομείνουν και αυτοί θα είναι χωρίς καμμίαν υπόληψιν και εκτίμησιν.
 
Ησ. 17,1 Ἰδοὺ Δαμασκὸς ἀρθήσεται ἀπὸ πόλεων καὶ ἔσται εἰς πτῶσιν,
Ησ. 17,1 Ιδού, η Δαμασκός θα εξαφανισθή εκ μέσου των άλλων πόλεων της οικουμένης, η δε πτώσις αυτής θα είναι μεγάλη.
 
Ησ. 17,2 καταλελειμμένη εἰς τὸν αἰῶνα, εἰς κοίτην ποιμνίων καὶ ἀνάπαυσιν, καὶ οὐκ ἔσται ὁ διώκων.
Ησ. 17,2 Θα ενκαταλειφθή από τους άνθρωπους και θα μείνη έρημος δια παντός. Ως μάνδρα ποιμνίων θα χρησιμοποιηθούν αι περιοχαί της, όπου θα αναπαύωνται πρόβατα, και δεν θα υπάρχη κανείς να τα εκδίωξή από εκεί.
 
Ησ. 17,3 καὶ οὐκέτι ἔσται ὀχυρὰ τοῦ καταφυγεῖν Ἐφραίμ. καὶ οὐκέτι ἔσται βασιλεία ἐν Δαμασκῷ, καὶ τὸ λοιπὸν τῶν Σύρων ἀπολεῖται· οὐ γὰρ σὺ βελτίων εἶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ τῆς δόξης αὐτῶν· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ.
Ησ. 17,3 Δεν θα είναι πλέον η Δαμασκός οχυρά πόλις. δια να καταφεύγη εκεί το βασίλειον των Ισραηλιτών. Δεν θα βασιλεύση πλέον ως πρωτεύουσα λαών η Δαμασκός και το υπόλοιπον μέρος του συριακού κράτους θα εξολοθρευθή. Διότι συ, ω Δαμασκός, δεν είσαι βέδαια καλύτερη από τους 'Ισραηλιτας και την δόξαν αυτών, οι οποίοι εν τούτοις δια τας αμαρτίας των κατεστράφησαν. Αυτά λέγει ο Κυριος των Δυνάμεων.
 
Ησ. 17,4 Ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔκλειψις τῆς δόξης Ἰακώβ, καὶ τὰ πίονα τῆς δόξης αὐτοῦ σεισθήσεται.
Ησ. 17,4 Κατά την ημέραν εκείνην της παρά Θεού τιμωρίας θα λείψη και θα σβήση η δόξα του ισραηλιτικού βασιλείου, θα σεισθούν εκ θεμελίων και θα καταπέσουν όλα τα ωραία και άφθονα υλικά και πνευματικά αγαθά, που αποτελούσαν την δόξαν του.
 
Ησ. 17,5 καὶ ἔσται ὃν τρόπον ἐάν τις συναγάγῃ ἀμητὸν ἑστηκότα καὶ σπέρμα σταχύων ἐν τῷ βραχίονι αὐτοῦ ἀμήσῃ, καὶ ἔσται ὃν τρόπον ἐάν τις συναγάγῃ στάχυν ἐν φάραγγι στερεᾷ
Ησ. 17,5 Θα μείνη χωρίς δόξαν και αξίαν, όπως όταν ο θεριστής θερίση τους ωρίμους στάχεις, συγκέντρωση αυτούς εις τα χέρια του, σήκωση από την περιοχήν τα ώριμα και παχειά στάχυα από τας πλουσίας κοιλάδας
 
Ησ. 17,6 καὶ καταλειφθῇ ἐν αὐτῇ καλάμη, ἢ ὡς ῥῶγες ἐλαίας δύο ἢ τρεῖς ἐπ᾿ ἄκρου μετεώρου, ἢ τέσσαρες ἢ πέντε ἐπὶ τῶν κλάδων αὐτῶν καταλειφθῆ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ.
Ησ. 17,6 και απομείνη, η καλαμιά μόνη. Ολίγοι Ισραηλίται θα απομείνουν σαν δύο η τρεις ρώγες εληάς στο άκρον υψηλού κλάδου η τέσσαρες η πέντε εληές στους πλαγίους κλάδους. Αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ.
 
Ησ. 17,7 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ πεποιθὼς ἔσται ἄνθρωπος ἐπὶ τῷ ποιήσαντι αὐτόν, οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ ἐμβλέψονται,
Ησ. 17,7 Επειτα όμως από την δικαίαν και παιδαγωγικήν αυτήν τιμωρίαν, ο άνθρωπος θα στηρίζη την πεποίθησίν του στον Δημιουργόν και Πλάστην του, οι δε οφθαλμοί του θα στρέφωνται με εμπιστοσύνην και θα προσβλέπουν στον άγιον Θεόν του Ισραήλ.
 
Ησ. 17,8 καὶ οὐ μὴ πεποιθότες ὦσιν ἐπὶ τοῖς βωμοῖς, οὐδὲ ἐπὶ τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἃ ἐποίησαν οἱ δάκτυλοι αὐτῶν, καὶ οὐκ ὄψονται τὰ δένδρα, οὐδὲ τὰ βδελύγματα αὐτῶν.
Ησ. 17,8 Δεν θα στηρίζουν πλέον την πεποίθησιν και τας ελπίδας των οι άνθρωποι στους βωμούς των ειδώλων. Ούτε εις τα έργα των χειρών των, τα χειροποίητα είδωλα, που τα κατεσκεύασαν οι δάκτυλοί των. Δεν θα προσέχουν πλέον τα ιερά δένδρα των ειδωλολατρικών βωμών, ούτε τα βδελυρά είδωλά των.
 
Ησ. 17,9 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσονται αἱ πόλεις σου ἐγκαταλελειμμέναι, ὃν τρόπον κατέλιπον οἱ Ἀμοῤῥαῖοι καὶ οἱ Εὐαῖοι ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἔσονται ἔρημοι,
Ησ. 17,9 Κατά την ημέραν όμως της δικαίας και παιδαγωγικής τιμωρίας σου, αι πόλεις σου, ω Ισραήλ, θα έχουν εγκαταλειφθή όπως έχουν εγκαταλείψει άλλοτε οι Αμορραίοι και οι Ευαίοι τας πόλεις των εμπρός από τους προελαύνοντας Ισραηλίτας. Ετσι αι πόλεις σας θα μείνουν έρημοι και ακατοίκητοι·
 
Ησ. 17,10 διότι κατέλιπες τὸν Θεὸν τὸν σωτῆρά σου καὶ Κυρίου τοῦ βοηθοῦ σου οὐκ ἐμνήσθης. διὰ τοῦτο φυτεύσεις φύτευμα ἄπιστον καὶ σπέρμα ἄπιστον·
Ησ. 17,10 και τούτο, διότι εγκατέλειψες τον σωτήρα σου Θεόν και δεν ενεθυμήθης τον Κυριον σου, ο οποίος υπήρξε και ημπορεί να είναι δια σε βοηθός. Δια την αχαριστίαν σου αυτήν και την εγκατάλειψιν του αληθινού Θεού, θα σπείρης εις την χώραν σου σπόρον, που δεν θα σου δώση ελπίδας αποδόσεως, και δεν θα περιμένης ωφέλιμον συγκομιδην.
 
Ησ. 17,11 τῇ δὲ ἡμέρᾳ, ᾗ ἂν φυτεύσῃς, πλανηθήσῃ· τὸ δὲ πρωΐ, ἐὰν σπείρῃς, ἀνθήσει εἰς ἀμητὸν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ κληρώσῃ, καὶ ὡς πατὴρ ἀνθρώπου κληρώσῃ τοῖς ὑἱοῖς σου.
Ησ. 17,11 Αμέσως κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα σπείρης, θα πλανηθής, θα διαψευσθούν αι ελπίδες σου. Εάν δε σπείρης το πρωι, θα άνθιση παράκαιρα και θα φανή ωσάν ώριμον προς θερισμόν, πριν έλθη ο καιρός του. Θα συμβή μέ σε ο,τι με ένα πατέρα, που αφήνει τα παιδιά του εις την τύχην.
 
Ησ. 17,12 Οὐαὶ πλῆθος ἐθνῶν πολλῶν· ὡς θάλασσα κυμαίνουσα οὕτω ταραχθήσεσθε, καὶ νῶτος ἐθνῶν πολλῶν ὡς ὕδωρ ἠχήσει.
Ησ. 17,12 Αλλοίμονον εις σε πλήθος πολλών εθνών! Ωσάν την τρικυμισμένην θάλασσαν έτσι και σεις θα ταραχθήτε. Επιδρομή και άπλωμα πολλών εθνών θα αντηχήσουν, ώσαν τα ανυψούμενα κύματα της θαλάσσης.
 
Ησ. 17,13 ὡς ὕδωρ πολὺ ἔθνη πολλά, ὡς ὕδατος πολλοῦ βίᾳ καταφερομένου· καὶ ἀποσκορακιεῖ αὐτὸν καὶ πόῤῥω αὐτὸν διώξεται ὡς χνοῦν ἀχύρου λικμώντων ἀπέναντι ἀνέμου καὶ ὡς κονιορτὸν τροχοῦ καταιγὶς φέρουσα.
Ησ. 17,13 Οπως είναι το πολύ ύδωρ των πλημμυρών, έτσι θα είναι και τα έθνη, που θα επιδράμουν εναντίον σου. Θα ομοιάζουν με καταρράκτην υδάτων, που κρημνίζονται με ορμήν μεγάλην. Ο Θεός όμως θα εξευτελίση και θα εξουδενωσ·η τον Ασσύριον, θα τον εκδίωξη μακράν ωσάν το λεπτόν χνούδι του αχύρου, το οποίον λιχνίζουν οι γεωργοί εις τυν άνεμον· ωσάν τον κονιορτόν οπίσω από τους τροχούς κινουμένης αμάξης, τον οποίον διασκορπίζει ο ορμητικός άνεμος.
 
Ησ. 17,14 πρὸς ἑσπέραν ἔσται πένθος, πρὶν ἢ πρωΐ καὶ οὐκ ἔσται. αὕτη ἡ μερὶς τῶν προνομευσάντων ὑμᾶς καὶ κληρονομία τοῖς ὑμᾶς κληρονομήσασιν.
Ησ. 17,14 Ο εχθρός όμως θα εξαφανισθή ταχέως και ενώ κατά το βράδυ θα εμπνέη φόβον και τρόμον με τας πολυπληθείς δυνάμστου, το πρωϊ δεν θα υπάρχη πλέον. Αυτό είναι το ολέθριον κατάντημα εκείνων, που σας ελεηλάτησαν. Αυτή είναι η τύχη και η κληρονομία εκείνων, οι οποίοι ηθέλησαν να σας κληρονομήσουν.
 
Ησ. 18,1 Οὐαὶ γῆς πλοίων πτέρυγες ἐπέκεινα ποταμῶν Αἰθιοπίας,
Ησ. 18,1 Αλλοίμονον εις τα ταχέα πλοία της χώρας, που ευρίσκεται πέραν από τους ποταμούς της Αιθιοπίας, και τα οποία φαίνεται σαν να έχουν φτερά.
 
Ησ. 18,2 ὁ ἀποστέλλων ἐν θαλάσσῃ ὅμηρα καὶ ἐπιστολὰς βιβλίνας ἐπάνω τοῦ ὕδατος· πορεύσονται γὰρ ἄγγελοι κοῦφοι πρὸς ἔθνος μετέωρον καὶ ξένον λαὸν καὶ χαλεπόν, τίς αὐτοῦ ἐπέκεινα; ἔθνος ἀνέλπιστον καὶ καταπεπατημένον. νῦν οἱ ποταμοὶ τῆς γῆς
Ησ. 18,2 Αλλοιμονον στον βασιλέα της Αιθιοπίας, που είναι και άρχων της Αιγύπτου, ο οποίος στέλλει, προς ειρήνην, τάχα, πρεσβευτάς με επιστολάς πλέοντας επάνω στους μεγάλους ποταμούς· διότι οι ταχείς ως ανάλαφροι αυτοί αγγελιαφόροι θα επιστρέψουν άπρακτοι στο σκληρόν έθνος των, του οποίου οι άνθρωποι είναι μεγαλόσωμοι και ισχυροί· ποίος άλλος λαός τον υπερέβη εις σκληρότητα; Το έθνος αυτό πάντας νικών και υποτάσσων, δεν παρέχει καμμίαν ελπίδα σωτηρίας στους ηττημένους. Αυτό διασχίζουν τώρα οι ποταμοί της γης.
 
Ησ. 18,3 πάντες ὡς χώρα κατοικουμένη· κατοικηθήσεται ἡ χώρα αὐτῶν ὡσεὶ σημεῖον ἀπὸ ὄρους ἀρθῇ, ὡς σάλπιγγος φωνὴ ἀκουστὸν ἔσται.
Ησ. 18,3 Ολοι αυτοί οι ποταμοί εξ αιτίας των πολλών πλοιαρίων, που τους διασχίζουν, ομοιάζουν με κατοικουμένην χώραν. Η χώρα αυτών θα μείνη κατοικουμένη, όχι όμως επί πολύ, διότι σαν επάνω εις την κορυφήν όρους κάποιο συνθηματικόν σημείον της καταστροφής θα υψωθή. Σαν φωνή σάλπιγγος θα ακουσθή το μήνυμα της καταστροφής της.
 
Ησ. 18,4 διότι οὕτως εἶπέ μοι Κύριος· ἀσφάλεια ἔσται ἐν τῇ ἐμῇ πόλει ὡς φῶς καύματος μεσημβρίας, καὶ ὡς νεφέλη δρόσου ἡμέρας ἀμήτου ἔσται.
Ησ. 18,4 Διότι αυτά μου είπεν ο Κυριος· ασφάλεια θα υπάρξη εις την πόλιν μου την Ιερουσαλήμ, φανερά ώσαν το λαμπρόν φως μεσημβρινής ζέστης και ωσάν ευχάριστος δροσερά νεφέλη κατά τας θερμάς ημέρας του θερισμού.
 
Ησ. 18,5 πρὸ τοῦ θερισμοῦ, ὅταν συντελεσθῇ ἄνθος καὶ ὄμφαξ ἐξανθήσῃ ἄνθος ὀμφακίζουσα, καὶ ἀφελεῖ τὰ βοτρύδια τὰ μικρὰ τοῖς δρεπάνοις καὶ τὰς κληματίδας ἀφελεῖ καὶ ἀποκόψει
Ησ. 18,5 Πριν έλθη η εποχή του θερισμού, όταν συμπληρωθή η άνθησις της αμπέλου, και φανούν οι πρώτες αγουρίδες, ο δε αμπελουργός με τα κοπτερά του εργαλεία, αφαιρεί από τα καρποφόρα κλήματα τα μικρά τσαμπιά, που δεν θα είναι δυνατόν να ωριμάσουν, και αποκόπτει και αφαιρεί τα πλεονάζοντα κλήματα, έτσι και ο Θεός θα κατακόψη τον εχθρόν.
 
Ησ. 18,6 καὶ καταλείψει ἅμα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς. καὶ συναχθήσεται ἐπ᾿ αὐτοὺς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάντα τὰ θηρία τῆς γῆς ἐπ᾿ αὐτὸν ἥξει.
Ησ. 18,6 Και θα εγκαταλείψη ο Θεός άταφα τα πτώματα των επιτεθέντων εχθρών εις τα πετεινά του ουανού και εις τα θηρία της γης· και θα συγκεντρωθούν επάνω στους νεκρούς αυτούς τα όρνεα του ουρανού, και όλα τα θηρία της γης θα έλθουν εις αυτούς.
 
Ησ. 18,7 ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀνενεχθήσεται δῶρα Κυρίῳ σαβαὼθ ἐκ λαοῦ τεθλιμμένου καὶ τετιλμένου καὶ ἀπὸ λαοῦ μεγάλου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον· ἔθνος ἐλπίζον καὶ καταπεπατημένον, ὅ ἐστιν ἐν μέρει ποταμοῦ τῆς χώρας αὐτοῦ, εἰς τὸν τόπον, οὗ τὸ ὄνομα Κυρίου σαβαὼθ ἐπεκλήθη, ὄρος Σιών.
Ησ. 18,7 Κατά δε τον καιρόν εκείνον της λυτρώσεως του Ισραήλ θα προσφερθούν δώρα ευγνωμοσύνης προς τον Κυριον των δυνάμεων εκ μέρους λαού, ο οποίος υπήρξε θλιμμένος και απογυμνωμένος, ο οποίος όμως από τώρα και στον μετά ταύτα χρνον θα είναι μεγάλος και ισχυρός. Το έθνος, που είχε καταπατηθή από τας επιδρομάς των εχθρών, το οποίον όμως επιστραφέν ελπίζει στον αληθινόν Θεόν, και του οποίου η χώρα ευρίσκεται ανάμεσα ποταμών, θα προσφέρη ευχαριστηρίους θυσίας στον τόπον, όπου οι πιστοί από αρχαίων χρόνων επικαλούνται το όνομα Κυρίου του παντοκράτορος, στο όρος Σιών.
 
Ησ. 19,1 Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον, καὶ σεισθήσεται τὰ χειροποίητα Αἰγύπτου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἡ καρδία αὐτῶν ἡττηθήσεται ἐν αὐτοῖς.
Ησ. 19,1 Αποκαλυπτικον όραμα σχετικόν με την Αίγυπτον. Ιδού, ο Κυριος κάθεται επάνω εις ελαφράν ταχυκίνητον νεφέλην και θα επέλθη εναντίον της Αιγύπτου, θα σεισθούν τα από τα χέρια των ανθρώπων κατασκευασμένα είδωλα της Αιγύπτου εμπρός εις την εμφάνισιν του Κυρίου. Και η καρδία των Αιγυπτίων θα κατανικηθή και θα παραλύση από τον φόβον εντός αυτών.
 
Ησ. 19,2 καὶ ἐπεγερθήσονται Αἰγύπτιοι ἐπ᾿ Αἰγυπτίους, καὶ πολεμήσει ἄνθρωπος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἄνθρωπος τὸν πλησίον αὐτοῦ, πόλις ἐπὶ πόλιν καὶ νομὸς ἐπὶ νομόν.
Ησ. 19,2 Αιγύπτιοι θα εξεγερθούν εναντίον Αιγυπτίων, θα πολεμήση ο καθένας από αυτούς τον αδελφόν του και τον πλησίον του, θα επιπέση μία πόλις εναντίον άλλης πόλεως, ο ένας νομός θα μάχεται εναντίον άλλου νομού.
 
Ησ. 19,3 καὶ ταραχθήσεται τὸ πνεῦμα τῶν Αἰγυπτίων ἐν αὐτοῖς, καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν διασκεδάσω, καὶ ἐπερωτήσουσι τοὺς θεοὺς αὐτῶν καὶ τὰ ἀγάλματα αὐτῶν καὶ τοὺς ἐκ τῆς γῆς φωνοῦντας καὶ τοὺς ἐγγαστριμύθους.
Ησ. 19,3 Το πνεύμα των Αιγυπτίων θα ταραχθή έντος αυτών και τας σοφάς αυτών σκέψεις και αποφάσεις θα διαλύσω. Και αυτοί, αποκαμωμένοι από τας συμφοράς, θα σπεύσουν να ερωτήσουν τους θεούς των και τα είδωλά των, τους νεκρομάντεις, οι οποίοι καλούν τα πνεύματα από τους τάφους, και τους εγγαστριμύθους.
 
Ησ. 19,4 καὶ παραδώσω τὴν Αἴγυπτον εἰς χεῖρας ἀνθρώπων κυρίων σκληρῶν, καὶ βασιλεῖς σκληροὶ κυριεύσουσιν αὐτῶν· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ.
Ησ. 19,4 Και θα παραδώσω την Αίγυπτον εις χείρας σκληρών τυράννων, και σκληροί βασιλείς θα γίνουν κύριοι των Αιγυπτίων. Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός των δυνάμεων.
 
Ησ. 19,5 καὶ πίονται οἱ Αἰγύπτιοι ὕδωρ τὸ παρὰ θάλασσαν, ὁ δὲ ποταμὸς ἐκλείψει καὶ ξηρανθήσεται.
Ησ. 19,5 Θα ξηρανθούν αι πηγαί των υδάτων και οι Αιγύπτιοι θα πίνουν νερό από αυτό, που ευρίσκεται κοντά εις την θάλασσαν. Διότι το νερό του ποταμού Νείλου θα λιγοστέψη και θα ξηρανθή η κοίτη του.
 
Ησ. 19,6 καὶ ἐκλείψουσιν οἱ ποταμοὶ καὶ αἱ διώρυγες τοῦ ποταμοῦ, καὶ ξηρανθήσεται πᾶσα συναγωγὴ ὕδατος καὶ ἐν παντὶ ἕλει καλάμου καὶ παπύρου·
Ησ. 19,6 Οι παραπόταμοι, στους οποίους διακλαδίζεται ο Νείλος, και αι άλλαι διώρυγες του θα λείψουν. Θα ξηρανθή κάθε λίμνη και κάθε περιοχή υδάτων και κάθε έλος, όπου φυτρώνουν τα καλάμια και οι πάπυροι.
 
Ησ. 19,7 καὶ τὸ ἄχι τὸ χλωρὸν πᾶν τὸ κύκλῳ τοῦ ποταμοῦ, καὶ πᾶν τὸ σπειρόμενον διὰ τοῦ ποταμοῦ ξηρανθήσεται ἀνεμόφθορον.
Ησ. 19,7 Και όλη η πρασίνη χλόη, η οποία πλουσία φυτρώνει εις τας όχθας του ποταμού, και κάθε τι που σπείρεται και ποτίζεται δια του ποταμού, θα ξηρανθή από τον καυστικόν και καταστρεπτικόν άνεμον.
 
Ησ. 19,8 καὶ στενάξουσιν οἱ ἁλιεῖς, καὶ στενάξουσι πάντες οἱ βάλλοντες ἄγκιστρον εἰς τὸν ποταμόν, καὶ οἱ βάλλοντες σαγήνας καὶ οἱ ἀμφιβολεῖς πενθήσουσι.
Ησ. 19,8 Θα στενάξουν οι αλιείς, διότι θα ξηρανθούν αι περιοχαί, όπου ηλίευον. Θα στενάξουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι έρριπτον τα άγκιστρα των στον ποταμόν. Θα πενθήσουν αυτοί, οι οποίοι έρριπτον τα δίκτυα και τα αμφίβληστρά των, δια να συλλάβουν ψάρια. Το επάγγελμά των θα νεκρωθή.
 
Ησ. 19,9 καὶ αἰσχύνη λήψεται τοὺς ἐργαζομένους τὸ λίνον τὸ σχιστὸν καὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν βύσσον,
Ησ. 19,9 Δια την γενικήν πτωχείαν και εμπορικήν απραξίαν θα κατεντροπιασθούν αυτοί, οι οποίοι εργάζονται το ξαινόμενον λινάρι και το λεπτό βαμβάκι της βύσσου.
 
Ησ. 19,10 καὶ ἔσονται οἱ ἐργαζόμενοι αὐτὰ ἐν ὀδύνῃ, καὶ πάντες οἱ ποιοῦντες τὸν ζῦθον λυπηθήσονται καὶ τὰς ψυχὰς πονέσουσι.
Ησ. 19,10 Ολοι αυτοί, που τα εργάζονται και τα εμπορεύονται θα κυριευθούν από στενοχωρίαν και πόνον, όπως επίσης θα λυπηθούν και θα πονέσουν αι καρδίαι εκείνων, αι οποίοι κατασκευάζουν τον ζύθον.
 
Ησ. 19,11 καὶ μωροὶ ἔσονται οἱ ἄρχοντες Τάνεως· οἱ σοφοὶ σύμβουλοι τοῦ βασιλέως, ἡ βουλὴ αὐτῶν μωρανθήσεται. πῶς ἐρεῖτε τῷ βασιλεῖ· υἱοὶ συνετῶν ἡμεῖς, υἱοὶ βασιλέων τῶν ἐξ ἀρχῆς;
Ησ. 19,11 Θα μωρανθούν οι σοφοί άρχοντες της Τανεως, ανόητοι θα φανούν οι σοφοί σύμβουλοι του βασιλέως, διότι μωραί θα αποδειχθούν όλαι αυτών αι σκέψεις. Πως δε θα τολμήσετε τότε σεις οι σύμβουλοι, να είπετε στον βασιλέα σας· “ημείς είμεθα απόγονοι σοφών, είμεθα απόγονοι βασιλέων από αρχαιότατα χρόνια;”
 
Ησ. 19,12 ποῦ εἰσι νῦν οἱ σοφοί σου καὶ ἀναγγειλάτωσάν σοι καὶ εἰπάτωσαν, τί βεβούλευται Κύριος σαβαὼθ ἐπ᾿ Αἴγυπτον;
Ησ. 19,12 Που είναι τώρα, ω Αίγυπτε, οι σοφοί σου σύμβουλοι; Αν υπάρχουν πράγματι, ας αναγγείλουν και ας πουν, τι εσκέφθη και απεφασισενοό Κυριος των δυνάμεων εναντίον της Αιγύπτου.
 
Ησ. 19,13 ἐξέλιπον οἱ ἄρχοντες Τάνεως, καὶ ὑψώθησαν οἱ ἄρχοντες Μέμφεως, καὶ πλανήσουσιν Αἴγυπτον κατὰ φυλάς.
Ησ. 19,13 Ελειψαν οι σοφοί άρχοντες της Τανεως, α-λαζονεύθησαν οι άρχοντες της Μέμφεως. Αυτοί επλάνησαν και θα πλανούν κατά πυκνάς μάζας τον λαόν της Αιγύπτου.
 
Ησ. 19,14 Κύριος γὰρ ἐκέρασεν αὐτοῖς πνεῦμα πλανήσεως, καὶ ἐπλάνησαν Αἴγυπτον ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτῶν, ὡς πλανᾶται ὁ μεθύων καὶ ὁ ἐμῶν ἅμα.
Ησ. 19,14 Διότι ο Κυριος τους εκέρασε και τους έδωσε να πίουν πνεύμα πλάνης, και δι' αυτό παρεπλάνησαν αυτοί και την Αίγυπτον και όλα τα έργα των κατοίκων της, όπως ακριβώς περιπλανάται και κλονίζεται ο μεθυσμένος, που συγχρόνως εκσπά εις αηδιαστικούς εμέτους.
 
Ησ. 19,15 καὶ οὐκ ἔσται τοῖς Αἰγυπτίοις ἔργον, ὃ ποιήσει κεφαλὴν καὶ οὐράν, ἀρχὴν καὶ τέλος.
Ησ. 19,15 Και δεν θα υπάρχουν πλέον στους Αιγυπτίους πλήρη και τέλεια έργα ολοκληρωμένα από την κεφαλήν μέχρι της ουράς, από την αρχήν μέχρι το τέλος.
 
Ησ. 19,16 Τῇ δὲ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσονται οἱ Αἰγύπτιοι ὡς γυναῖκες ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ ἀπὸ προσώπου τῆς χειρὸς Κυρίου σαβαώθ, ἣν αὐτὸς ἐπιβαλεῖ αὐτοῖς.
Ησ. 19,16 Κατά δε την περίοδον εκείνην των συμφορών οι τέως ατρόμητοι και θρασείς Αιγύπτιοι θα γίνουν δειλοί, σαν γυναίκες, θα καταληφθούν από φόβον και τρόμον ενώπιον της παντοδυνάμου δεξιάς του Κυρίου παντοκράτορας, την οποίαν αυτός ο ίδιος θα καταφέρη εναντίον των.
 
Ησ. 19,17 καὶ ἔσται ἡ χώρα τῶν Ἰουδαίων τοῖς Αἰγυπτίοις εἰς φόβητρον· πᾶς, ὃς ἐὰν ὀνομάσῃ αὐτὴν αὐτοῖς, φοβηθήσονται διὰ τὴν βουλήν, ἣν βεβούλευται Κύριος σαβαὼθ ἐπ᾿ αὐτήν.
Ησ. 19,17 Και τότε η χώρα των Ιουδαίων θα είναι φόβητρον δια τους Αιγυπτίους και καθένας, που θα αναφέρη το όνομά της εις εκείνους, θα τους προκολέση φόβον δια την άποφασιν, που έλαβεν ο Κυριος των δυνάμεων εναντίον της Αιγύπτου, να τιμωρήση δηλαδή αυτήν.
 
Ησ. 19,18 Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσονται πέντε πόλεις ἐν τῇ Αἰγύπτῳ λαλοῦσαι τῇ γλώσσῃ τῇ Χαναανίτιδι καὶ ὀμνύντες τῷ ὀνόματι Κυρίου σαβαώθ· πόλις ἀσεδὲκ κληθήσεται ἡ μία πόλις.
Ησ. 19,18 Κατά την εποχήν εκείνην θα υπάρξουν μέσα εις την Αίγυπτον πέντε πόλεις, εις τας οποίας θα ομιλήται η γλώσσα των Ιουδαίων, και οι άνθρωποι θα ορκίζωνται στο όνομα του Κυρίου των δυνάμεων. Η μία πόλις από αυτάς θα ονομάζεται Ασεδέκ δηλαδή δικαιοσύνη, αυτή δε θα είναι η Ηλιούπολις.
 
Ησ. 19,19 Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσται θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ ἐν χώρᾳ Αἰγυπτίων καὶ στήλη πρὸς τὸ ὅριον αὐτῆς τῷ Κυρίῳ
Ησ. 19,19 Κατά την περίοδον εκείνην θα ανεγερθή θυσιαστήριον προς τιμήν του Κυρίου εις την χώραν των Αιγυπτίων, και εις τα σύνορα της Αιγύπτου θα ανεγερθή στήλη αφιερωμένη στον Κυριον.
 
Ησ. 19,20 καὶ ἔσται εἰς σημεῖον εἰς τὸν αἰῶνα Κυρίῳ ἐν χώρᾳ Αἰγύπτου, ὅτι κεκράξονται πρὸς Κύριον διὰ τοὺς θλίβοντας αὐτούς, καὶ ἀποστελεῖ αὐτοῖς Κύριος ἄνθρωπον, ὃς σώσει αὐτούς, κρίνων σώσει αὐτούς.
Ησ. 19,20 Αυτό δε το θυσιαστήριον και η αφιερωμένη στήλη θα είναι αιώνιον σημείον και υπόμνησις εις την χώραν των Αιγυπτίων, διότι, όταν τότε κραυγάσουν προς τον Κυριον, ο Κυριος θα αποστείλη προς αυτούς άνθρωπον, δια να τους σώση. Αυτός θα τους κυδερνήση και θα τους σώση από τους κινδύνους.
 
Ησ. 19,21 καὶ γνωστὸς ἔσται Κύριος τοῖς Αἰγυπτίοις, καὶ γνώσονται οἱ Αἰγύπτιοι τὸν Κύριον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ποιήσουσι θυσίας καὶ εὔξονται εὐχὰς τῷ Κυρίῳ καὶ ἀποδώσουσι.
Ησ. 19,21 Και θα γίνη τότε γνωστός ο Κυριος στους Αιγυπτίους. Οι Αιγύπτιοι κατά την περίοδον εκείνην θα γνωρίσουν τον Κυριον, θα προσφέρουν προς αυτόν θυσίας, θα τάξουν τάματα στον Κυριον, τα οποία και θα εκπληρώσουν.
 
Ησ. 19,22 καὶ πατάξει Κύριος τοὺς Αἰγυπτίους πληγῇ καὶ ἰάσεται αὐτοὺς ἰάσει, καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς Κύριον, καὶ εἰσακούσεται αὐτῶν καὶ ἰάσεται αὐτούς.
Ησ. 19,22 Θα τιμωρήση παιδαγωγικώς ο Κυριος τους Αιγυπτίους δια θλίψεως μεγάλης, αλλά και θα τους θεραπεύση με ριζικήν θεραπείαν. Αυτοί δε μετανοούντες θα επιστραφούν προς τον Κυριον, ο δε Κυριος θα ακούση τας ευχάς των ευρισκομένων εις περίοδον θλίψεων και θα τους θεραπεύση.
 
Ησ. 19,23 Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη ἔσται ἡ ὁδὸς ἀπὸ Αἰγύπτου πρὸς Ἀσσυρίους καὶ εἰσελεύσονται Ἀσσύριοι εἰς Αἴγυπτον, καὶ Αἰγύπτιοι πορεύσονται πρὸς Ἀσσυρίους, καὶ δουλεύσουσιν Αἰγύπτιοι τοῖς Ἀσσυρίοις.
Ησ. 19,23 Κατά την έποχην εκείνην θα υπάρξη ελευθέρα οδός από την Αίγυπτον προς τους 'Ασσυριους. Και έτσι ειρηνικώς θα εισέρχονται οι Ασσυριοι εις την Αίγυπτον και οι Αιγύπτιοι θα μεταβαίνουν στους Ασσυρίους. Και εν αγάπη οι Αιγύπτιοι θα προσφέρουν τας υπηρεσίας των στους Ασσυρίους.
 
Ησ. 19,24 Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη ἔσται Ἰσραὴλ τρίτος ἐν τοῖς Ἀσσυρίοις καὶ ἐν τοῖς Αἰγυπτίοις εὐλογημένος ἐν τῇ γῇ,
Ησ. 19,24 Κατά την ειρηνικήν και σωτήριον εκείνην εποχήν θα είναι ο Ισραηλιτικός λαός τρίτος μεταξύ των Ασσυρίων και των Αιγυπτίων, ευλογημένος μαζή με αυτούς εις την γην,
 
Ησ. 19,25 ἣν εὐλόγησε Κύριος σαβαὼθ λέγων· εὐλογημένος ὁ λαός μου ὁ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὁ ἐν Ἀσσυρίοις καὶ ἡ κληρονομία μου Ἰσραήλ.
Ησ. 19,25 την οποίαν ο Κυριος των δυνάμεων έχει ευλογήσει λέγων· “ευλογημένος είναι ο λαός μου, ο οποίος ευρίσκεται εις την Αιγυπτον· ο λαός μου, ο οποίος ευρίσκεται εις την Ασσυρίαν, και ο λαός του Ισραήλ, ο οποίος είναι η ιδιαιτέρα μου κληρονομία”.
 
Ησ. 20,1 Τοῦ ἔτους οὗ εἰσῆλθεν Τανάθαν εἰς Ἄζωτον, ἡνίκα ἀπεστάλη ὑπὸ Ἀρνᾶ βασιλέως Ἀσσυρίων καὶ ἐπολέμησε τὴν Ἄζωτον καὶ ἔλαβεν αὐτήν,
Ησ. 20,1 Κατά το έτος κατά το οποίον εισήλθεν ο Τανάθαν εις Αζωτον, όταν είχεν αποσταλή από τον Αρνά βασιλέα των Ασσυρίων και επολέμησε την Αζωτον, την οποίαν και κατέλαβε,
 
Ησ. 20,2 τότε ἐλάλησε Κύριος πρὸς Ἠσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς λέγων· πορεύου καὶ ἄφελε τὸν σάκκον ἀπὸ τῆς ὀσφύος σου καὶ τὰ σανδάλιά σου ὑπόλυσαι ἀπὸ τῶν ποδῶν σου· καὶ ποίησον οὕτως πορευόμενος γυμνὸς καὶ ἀνυπόδετος.
Ησ. 20,2 τότε μίλησε ο Κυριος προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς, και επε· “πήγαινε λύσε από την μέσην σου και βγάλε τον τρίχινον σάκκον, που φορείς, όπως επίσης, να λύσης και σανδάλια από τους πόδας σου. Πράξε έτσι και βάδιζε γυμνός και ανυπόδητος”.
 
Ησ. 20,3 καὶ εἶπε Κύριος· ὃν τρόπον πεπόρευται ὁ παῖς μου Ἡσαΐας γυμνὸς καὶ ἀνυπόδετος τρία ἔτη, τρία ἔτη ἔσται εἰς σημεῖα καὶ τέρατα τοῖς Αἰγυπτίοις καὶ Αἰθίοψιν·
Ησ. 20,3 Κοττόπιν ο Κυριος προσέθεσε και είπε· “όπως έχει πορευθή ο δούλος μου ο Ησαΐας γυμνός και ανυπόδητος επί τρία έτη, έτσι επί τρία έτη θα γίνουν σημεία και τέρατα στους Αἰγυπτίους και τους Αιθίοπας.
 
Ησ. 20,4 ὅτι οὕτως ἄξει βασιλεὺς Ἀσσυρίων τὴν αἰχμαλωσίαν Αἰγύπτου καὶ Αἰθιόπων, νεανίσκους καὶ πρεσβύτας, γυμνοὺς καὶ ἀνυποδέτους, ἀνακεκαλυμμένους τὴν αἰσχύνην Αἰγύπτου.
Ησ. 20,4 Θα συμβούν δε αυτά, διότι ο δασιλεύς των 'Ασουριων θα πάρη και θα οδήγηση αιχμαλώτους γυμνούς και ανυποδήτους τους Αιγυπτίους και τους Αιθίοπας, νέους και γέροντας. Οι Αιγύπτιοι μάλιστα θα έχουν ξεσκεπασμένα τα μέλη του σώματός των, που προκαλούν εντροπήν.
 
Ησ. 20,5 καὶ αἰσχυνθήσονται ἡττηθέντες οἱ Αἰγύπτιοι ἐπὶ τοῖς Αἰθίοψιν, ἐφ᾿ οἷς ἦσαν πεποιθότες οἱ Αἰγύπτιοι, ἦσαν γὰρ αὐτοῖς δόξα.
Ησ. 20,5 Οι Αιγύπτιοι μάλιστα, οι οποίοι εστήριζαν την πεποίθησίν των στους Αιθίοπας και τους εθεωρούσαν δόξαν ιδικήν των, θα νικηθούν από τους Ασσυρίους και θα κατεντρο-πιασθούν.
 
Ησ. 20,6 καὶ ἐροῦσιν οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἦμεν πεποιθότες τοῦ φυγεῖν εἰς αὐτοὺς εἰς βοήθειαν, οἳ οὐκ ἠδύναντο σωθῆναι ἀπὸ βασιλέως Ἀσσυρίων· καὶ πῶς ἡμεῖς σωθησόμεθα;
Ησ. 20,6 Κατάπληκτοι δε εκείνοι, που κατοικούν την νήσον αυτήν, θα είπουν· “Ιδού, και ημείς είχαμεν στηρίξει την πεποίθησίν μας στους Αιγυπτίους και προς αυτούς ηθέλαμεν να καταφύγωμεν ζητούντες βοήθειαν, αλλά οι Αιγύπτιοι δεν ημπόρεσαν να σωθούν οι ίδιοι από τους 'Ασσυριους. Πως λοιπόν θα σώσουν ημάς;”
 
Ησ. 21,1 Ὡς καταιγὶς δι᾿ ἐρήμου διέλθοι ἐξ ἐρήμου ἐρχομένη ἐκ γῆς, φοβερὸν
Ησ. 21,1 Σαν καταιγίς, η οποία διέρχεται με σφοδρότητα και ορμήν δια μέσου της ερήμου, από άλλην έρημον προερχομένη,
 
Ησ. 21,2 τὸ ὅραμα καὶ σκληρὸν ἀνηγγέλη μοι. ὁ ἀθετῶν ἀθετεῖ, ὁ ἀνομῶν ἀνομεῖ. ἐπ᾿ ἐμοὶ οἱ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ πρέσβεις τῶν Περσῶν ἐπ᾿ ἐμὲ ἔρχονται. νῦν στενάξω καὶ παρακαλέσω ἐμαυτόν.
Ησ. 21,2 έτσι τρομερόν υπήρξε και το όραμα, που μου απεκαλύφθη, και σκληρόν αυτό, το οποίον μου ανήγγειλεν ο Θεός. Ο παραβαίνων το θείον θέλημα θα εξακολουθή να το παραβαίνη. Και ο καταπατών τον θείον Νομον θα εξακολουθή να παρανομή. Εναντίον εμού του Ασσυρίου έρχονται οι Ελαμίται και αι πρέσβεις των Περσών. Θα στενάξω τώρα από τον πόνον και θα προσπαθήσω να παρηγορήσω τον εαυτόν μου.
 
Ησ. 21,3 διὰ τοῦτο ἐνεπλήσθη ἡ ὀσφύς μου ἐκλύσεως, καὶ ὠδῖνες ἔλαβόν με ὡς τὴν τίκτουσαν· ἠδίκησα τοῦ μὴ ἀκοῦσαι, ἐσπούδασα τοῦ μὴ βλέπειν.
Ησ. 21,3 Δια τούτο παρέλυσε τελείως και ητόνησεν η μέση μου. Με κατέλαβαν οξείς πόνοι σαν εκείνους, οι οποίοι καταλαμβάνουν την γυναίκα, που γεννά. Διέπραξα αδικίας στο παρελθόν. Δεν ηθέλησα να ακούσω τας ορθάς υποδείξεις και προσεπάθησα να μη βλέπω την αλήθειαν.
 
Ησ. 21,4 ἡ καρδία μου πλανᾶται, καὶ ἡ ἀνομία με βαπτίζει, ἡ ψυχή μου ἐφέστηκεν εἰς φόβον.
Ησ. 21,4 Η καρδία μου κτυπά με ορμήν, σαν να περιπλανάται μέσα στο στήθος μου. Εχω βυθισθή μέσα εις τα παράνομα έργα μου. Η ψυχή μου περιέπεσεν εις μεγάλον φόβον.
 
Ησ. 21,5 ἑτοίμασον τὴν τράπεζαν· φάγετε, πίετε· ἀναστάντες, οἱ ἄρχοντες, ἑτοιμάσατε θυρεούς.
Ησ. 21,5 Κατά την κρίσιμον αυτήν ώραν του κινδύνου ετοίμασε, ω Βαδυλών, τα συμπόσιά σου· φάγετε και πίετε αμέριμνοι· οι εχθροί σας όμως ευρίσκονται προ των τειχών σας. Και λοιπόν σεις οι άρχοντες σηκωθήτε και ετοιμάσατε τας μεγάλας ασπίδας προς άμυναν.
 
Ησ. 21,6 ὅτι οὕτως εἶπε πρός με Κύριος· βαδίσας σεαυτῷ στῆσον σκοπὸν καὶ ὃ ἂν ἴδῃς ἀνάγγειλον·
Ησ. 21,6 Διότι ο Κυριος έτσι μου είπε· “πήγαινε και στάσου σκοπός, παρατήρησε ολόγυρα και. αυτό, το οποίον θα ίδης ανάγγειλέ το”.
 
Ησ. 21,7 καὶ εἶδον ἀναβάτας ἱππεῖς δύο καὶ ἀναβάτην ὄνου καὶ ἀναβάτην καμήλου. ἀκρόασαι ἀκρόασιν πολλὴν
Ησ. 21,7 Εἶδον δύο ιππείς, τον ένα να επιβαίνη επί όνου και τον άλλον να επιβαίνη εις κάμηλον. “Ακροάσου με πολλήν προσοχήν αυτά, που θα ακούσης.
 
Ησ. 21,8 καὶ κάλεσον Οὐρίαν εἰς τὴν σκοπιὰν Κυρίου. καὶ εἶπεν· ἔστην διαπαντὸς ἡμέρας καὶ ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς ἐγὼ ἔστην ὅλην τὴν νύκτα,
Ησ. 21,8 Καλεσε δε και τον Ουρίαν εις την σκοπιάν αυτήν του Κυρίου”. Και ο προφήτης είπε· Καθ' όλον το διάστημα της ημέρας και της νυκτός εστάθην εγώ επάνω εις την σκοπιάν
 
Ησ. 21,9 καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται ἀναβάτης ξυνωρίδος. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπε· πέπτωκε πέπτωκε Βαβυλών, καὶ πάντα τὰ ἀγάλματα αὐτῆς, καὶ τὰ χειροποίητα αὐτῆς συνετρίβησαν εἰς τὴν γῆν.
Ησ. 21,9 και ιδού, έρχονται δύο έφιπποι άνδρες. Και ένας από αυτούς έλαβε τον λόγον και εφωναξε· “έπεσε πλέον, έπεσεν η Βαβυλών· συνετρίβησαν δε όλα τα είδωλα αυτής και όλα τα χειροποίητα αντικείμενα της λατρείας επάνω στο έδαφος”.
 
Ησ. 21,10 ἀκούσατε, οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ ὀδυνώμενοι, ἀκούσατε ἃ ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ· ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήγγειλεν ἡμῖν.
Ησ. 21,10 Ακούσατε, λοιπόν, σεις, οι οποίοι απεμείνατε και εσώθητε από την αιχμα-λωσίαν και οι οποίοι πονείτε δια την ερήμωσιν της πατρίδος σας. Ακούσατε αυτά, που εγώ έχω ακούσει από τον Κυριον των δυνάμεων. Ο Θεός του Ισραήλ ανήγγειλεν αυτά εις ημάς.
 
Ησ. 21,11 Τὸ ὅραμα τῆς Ἰδουμαίας. Πρὸς ἐμὲ καλεῖ παρὰ τοῦ Σηείρ· φυλάσσετε ἐπάλξεις.
Ησ. 21,11 Αποκαλυπτικόν όραμα εναντίον της Ιδουμαίας. Προς εμέ απευθύνεται έκκλησις εκ μέρους των Ιδουμαίων, του όρους Σηείρ, οι οποίοι και λέγουν· “σεις που αγρύπνως φρουρείτε τας επάλξεις, είπατε τα συμβαίνοντα της νυκτός”.
 
Ησ. 21,12 φυλάσσω τὸ πρωΐ καὶ τὴν νύκτα· ἐὰν ζητῇς, ζήτει καὶ παρ᾿ ἐμοὶ οἴκει·
Ησ. 21,12 Και ο προφήτης απαντά· “εγώ φυλάσσω άγρυπνος νύκτα και ημέραν. Εάν επιθυμής και ζητής πληροφορίες, ζήτησε τας από εμέ. Μένε όμως πλησίον μου και περίμενε να τας ακούσης.
 
Ησ. 21,13 ἐν τῷ δρυμῷ ἑσπέρας κοιμηθήσῃ ἐν τῇ ὁδῷ Δαιδάν.
Ησ. 21,13 Εις ένα πυκνόν δάσος κατά την εσπέραν θα αναπαυθήτε και θα κοιμηθήτε σεις οι φεύγοντες Δαιδανίται.
 
Ησ. 21,14 εἰς συνάντησιν διψῶντι ὕδωρ φέρετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐν χώρᾳ Θαιμάν, ἄρτοις συναντᾶτε τοῖς φεύγουσι διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεφονευμένων
Ησ. 21,14 Σεις, που κατοικείτε εις την περιοχήν Θαιμάν, εβγάτε εις συνάντησίν των και φέρετε εις αυτούς νερό. Εβγάτε προς συνάντησιν αυτών, που φεύγουν, και φέρετε τους άρτους, δια να τραφούν. Φεύγουν οι Δαιδανίται, διότι πολλοί από αυτούς έχουν φονευθή.
 
Ησ. 21,15 καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πλανωμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς μαχαίρας καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν τοξευμάτων τῶν διατεταμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεπτωκότων ἐν τῷ πολέμῳ.
Ησ. 21,15 Πλήθος άλλων πλανώνται εις αγνώστους περιοχάς. Πολυάριθμοι έχουν πέσει εν στόματι μαχαίρας. Αλλοι έχουν διατρυπηθή από τα πολυάριθμα βέλη των καλοτεντομένων τόξων. Και έτσι ο αριθμός των φονευθέντων κατά τον πόλεμον είναι μεγάλος.
 
Ησ. 21,16 διότι οὕτως εἶπέ μοι Κύριος· ἔτι ἐνιαυτὸς ὡς ἐνιαυτὸς μισθωτοῦ, ἐκλείψει ἡ δόξα τῶν υἱῶν Κηδάρ,
Ησ. 21,16 Αυτά δε συμβαίνουν, διότι έτσι μου τα απεκαλυψεν ο Κυριος. Μετά ένα ακριβώς έτος πλήρες, όπως προσμετράται από τον μισθωτόν άνθρωπον, θα εξαφανισθή η δόξα των κατοίκων της Κηδάρ.
 
Ησ. 21,17 καὶ τὸ κατάλοιπον τῶν τοξευμάτων τῶν ἰσχυρῶν υἱῶν Κηδὰρ ἔσται ὀλίγον, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἐλάλησεν.
Ησ. 21,17 Αυτοί δέ που θα απομείνουν από τους επιδεξίους τοξότας, απόγονοι του Κηδάρ, θα είναι ολίγοι, διότι ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ απεκάλυψε τα μελλοντικά αυτά γεγονότα, τα οποία ασφαλώς και βεβαίως θα πραγματοποιηθούν”.
 
Ησ. 22,1 Τί ἐγένετό σοι νῦν, ὅτι ἀνέβητε πάντες εἰς δώματα μάταια;
Ησ. 22,1 Τι σας συνέβη τώρα, ώστε όλοι έχετε ανέβη εις τα ανωφελή ηλιακωτά των οικιών σας;
 
Ησ. 22,2 ἐνεπλήσθη ἡ πόλις βοώντων· οἱ τραυματίαι σου οὐ τραυματίαι μαχαίρας, οὐδὲ οἱ νεκροί σου νεκροὶ πολέμων.
Ησ. 22,2 Η πόλις σας εγέμισεν από κραυγάς βοώντων ανθρώπων. Οι τραυματίαι σου δεν είναι τραυματίαι, που επλήγησαν με μαχαίρας εις πολεμικάς μάχας, ούτε οι νεκροί σου είναι νεκροί πολέμων.
 
Ησ. 22,3 πάντες οἱ ἄρχοντές σου πεφεύγασι, καὶ οἱ ἁλόντες σκληρῶς δεδεμένοι εἰσί, καὶ οἱ ἰσχύοντες ἐν σοὶ πόῤῥω πεφεύγασι.
Ησ. 22,3 Ολοι οι άρχοντές σου έχουν τραπή εις φυγήν, όσοι δε περιέπεσαν αιχμάλωτοι εις χείρας των εχθρών, είναι δεμένοι εις σκληρά δεσμά. Οσοι δε είχαν κάποιαν δύναμιν μεταξύ σας, έχουν φύγει τώρα μακράν.
 
Ησ. 22,4 διὰ τοῦτο εἶπα· ἄφετέ με, πικρῶς κλαύσομαι, μὴ κατισχύσητε παρακαλεῖν με ἐπὶ τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ γένους μου.
Ησ. 22,4 Δια τούτο είπα λέγει ο προφήτης· αφήσατέ με να κλαύσω πικρώς. Μη προσπαθήτε να με παρηγορήσετε δια την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, της πολυαγαπημένης αυτής θυ-γατρός του γένους μου.
 
Ησ. 22,5 ὅτι ἡμέρα ταραχῆς καὶ ἀπωλείας καὶ καταπατήματος καὶ πλάνησις παρὰ Κυρίου σαβαὼθ ἐν φάραγγι Σιών· πλανῶνται ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, πλανῶνται ἐπὶ τὰ ὄρη.
Ησ. 22,5 Αφήσατέ με ελεύθερον να χύσω πικρά δάκρυα, διότι έφθασεν η μεγάλη ημέρα της αναταραχής και πανωλεθρίας, του καταπατήματος της ιεράς πόλεως και όλων των εν αύτη ο διασκορπισμός και η περιπλάνησις των κατοίκων εις τας φάραγγας Σιών, γίνεται κατά παραχώρησιν Κυρίου του παντοκράτορας. Περιπλανώνται από μικρού έως μεγάλου, περιπλανώνται φοβισμένοι επάνω εις τα όρη.
 
Ησ. 22,6 οἱ δὲ Ἐλαμῖται ἔλαβον φαρέτρας, ἀναβάται ἄνθρωποι ἐφ᾿ ἵπποις καὶ συναγωγὴ παρατάξεως.
Ησ. 22,6 Οι Ελαμίται όμως επήραν τας φαρέτρας των, είναι άνθρωποι ιππείς και πεζοί, ικανοί και πολεμικοί.
 
Ησ. 22,7 καὶ ἔσονται αἱ ἐκλεκταὶ φάραγγές σου πλησθήσονται ἁρμάτων, οἱ δὲ ἱππεῖς ἐμφράξουσι τὰς πύλας σου·
Ησ. 22,7 Αι εκλεκταί σου κοιλάδες, ω Ιερουσαλήμ, θα πλημμυρίσουν από τα πολεμικά άρματα των. Οι ιππείς των εχθρών σου θα φράξουν τας θύρας από τα τείχη σου.
 
Ησ. 22,8 καὶ ἀνακαλύψουσι τὰς πύλας Ἰούδα· καὶ ἐμβλέψονται τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς οἴκους τῆς πόλεως
Ησ. 22,8 Θα ανοίξουν εν τέλει τας πύλας της πόλεμος της περιοχής Ιούδα. Και κατά την ημέραν εκείνην οι άνθρωποί σου θα στρέψουν με προσδοκίαν τα βλέμματα των και θα προστρέξουν στους καλοκτισμένους οχυρούς και ωλισμένους οίκους της πόλεως, με την ελπίδα να εύρουν σωτηρίαν και να αντιτάξουν άμυναν.
 
Ησ. 22,9 καὶ ἀνακαλύψουσι τὰ κρυπτὰ τῶν οἴκων τῆς ἄκρας Δαυίδ. καὶ εἴδοσαν ὅτι πλείους εἰσὶ καὶ ὅτι ἀπέστρεψε τὸ ὕδωρ τῆς ἀρχαίας κολυμβήθρας εἰς τὴν πόλιν
Ησ. 22,9 Θα αποκαλύψουν τα απόκρυφα των οίκων και των αποθηκών της ακροπόλεως Δαυίδ, δια να εξοπλισθούν με τα όπλα, που θα εύρουν εκεί. Οι άρχοντές σου και όλοι είδον ότι είναι παρά πολλοί οι εχθροί σου· ο δε βασιλεύς δια το ενδεχόμενον τούτο είχε διοχετεύσει το ύδωρ της αρχαίας δεξαμένης στο εσωτερικν της πόλεως.
 
Ησ. 22,10 καὶ ὅτι καθείλοσαν τοὺς οἴκους Ἱερουσαλὴμ εἰς ὀχύρωμα τείχους τῇ πόλει.
Ησ. 22,10 Είδον ακόμη ότι κατεδάφισαν οίκους της Ιερουσαλήμ, δια να επιδιορθώσουν και οχυρώσουν το τείχος της πόλεως.
 
Ησ. 22,11 καὶ ἐποιήσατε ἑαυτοῖς ὕδωρ ἀναμέσον τῶν δύο τειχῶν ἐσώτερον τῆς κολυμβήθρας τῆς ἀρχαίας καὶ οὐκ ἐνεβλέψατε εἰς τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς ποιήσαντα αὐτὴν καὶ τὸν κτίσαντα αὐτὴν οὐκ εἴδετε.
Ησ. 22,11 Ανάμεσα εις τα δύο τείχη της πόλεως σας εφερατε νερό στο εσωτερικόν μέρος από αρχαίαν δεξαμένην, ελαβατε τα μέτρα, που εκρίνατε, αλλά δεν υψώσατε το βλέμμα σας προς Εκείνον ο οποίος εξ αρχής εποίησε την πόλιν αυτήν, προς τον θεόν. Προς τον κτίστην της πόλεως δεν εστρέψατε το βλέμμα σας.
 
Ησ. 22,12 καὶ ἐκάλεσε Κύριος Κύριος σαβαὼθ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ κλαυθμὸν καὶ κοπετὸν καὶ ξύρησιν καὶ ζῶσιν σάκκων,
Ησ. 22,12 Κατά δε την ημέραν εκείνην ο Κυριος, ο Κυριος των δυνάμεων, σας εκάλεσεν εις θρήνον και κοπετόν μετανοίας. Σας εκάλεσε να ξυρίσετε την κεφαλήν σας, να περιζωσθή-τε εις ένδειξιν πένθους σάκκινα ενδύματα.
 
Ησ. 22,13 αὐτοὶ δὲ ἐποιήσαντο εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα σφάζοντες μόσχους καὶ θύοντες πρόβατα, ὥστε φαγεῖν κρέατα καὶ πιεῖν οἶνον λέγοντες· φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν.
Ησ. 22,13 Σεις όμως ωργανώσατε και επεδόθητε εις συμπόσια ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Εσφάξατε μόσχους, εθυσιάσατε πρόβατα, ώστε να τρώγετε κρέατα και να πίνετε οίνον λέγοντες· “ας φάμε και ας πιούμε, διότι αύριον πεθαίνομε”!
 
Ησ. 22,14 καὶ ἀνακεκαλυμμένα ταῦτά ἐστιν ἐν τοῖς ὠσὶ Κυρίου σαβαώθ, ὅτι οὐκ ἀφεθήσεται ὑμῖν αὕτη ἡ ἁμαρτία, ἕως ἂν ἀποθάνητε.
Ησ. 22,14 Ολα αυτά είναι φανερά και γνωστά ενώπιον του Κυρίου των δυνάμεων. Αυτή δε η μεγάλη σας αμαρτία δεν πρόκειται να συγχωρηθή μέχρι και του θανάτου σας.
 
Ησ. 22,15 Τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· πορεύου εἰς τὸ παστοφόριον, πρὸς Σομνᾶν τὸν ταμίαν καὶ εἶπον αὐτῷ·
Ησ. 22,15 Αυτά λέγει ο Κυριος των δυνάμεων ο παντοκράτωρ στον Ησαΐαν· “πήγαινε στο κελλί του ναού, προς τον Σομνάν τον ταμίαν και είπε προς αυτόν·
 
Ησ. 22,16 τί σὺ ὧδε, καὶ τί σοί ἐστιν ὧδε, ὅτι ἐλατόμησας σεαυτῷ ὧδε μνημεῖον καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ἐν ὑψηλῷ μνημεῖον καὶ ἔγραψας σεαυτῷ ἐν πέτρα σκηνήν;
Ησ. 22,16 Διατί συ ευρίσκεσαι έδω; Ποίαν θέσιν και ποίον δικαίωμα έχεις συ εδώ; Σε ερωτώ, διότι εσκάλισες στον εδώ βράχον τάφον δια τον εαυτόν σου. Εφτιασες δια τον εαυτόν σου εις καταφανές και περίοπτον σημείον της πόλεως μνημείον. Εχάραξες εις την βραχώδη πέτραν κατοικίαν δια τον εαυτόν σου.
 
Ησ. 22,17 ἰδοὺ δὴ Κύριος σαβαὼθ ἐκβαλεῖ καὶ ἐκτρίψει ἄνδρα καὶ ἀφελεῖ τὴν στολήν σου καὶ τὸν στέφανόν σου τὸν ἔνδοξον
Ησ. 22,17 Ιδού, όμως ότι ο Κυριος των δυνάμεων ο παντοκράτωρ, θα σε εκδιώξη, ω άνθρωπε, θα σε εξαφανίση, θα αφαίρεση την πολυτελή στολήν σου και τον ένδοξον στέφανόν σου.
 
Ησ. 22,18 καὶ ῥίψει σε εἰς χώραν μεγάλην καὶ ἀμέτρητον, καὶ ἐκεῖ ἀποθανῇ· καὶ θήσει τὸ ἅρμα σου τὸ καλὸν εἰς ἀτιμίαν καὶ τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντός σου εἰς καταπάτημα·
Ησ. 22,18 Θα σε απορρίψη ο Κυριος εις χώραν μεγάλην και απέραντον και εκεί θα αποθάνης έρημος. Το λαμπρόν και ωραίον άρμα σου θα το εξευτελίση και το σπίτι του άρχοντος, τον οποίον συ εθεωρούσες ιδικόν σου προστάτην, θα το παραδώση ο Κυριος στους επιδρομείς προς καταπάτησιν.
 
Ησ. 22,19 καὶ ἀφαιρεθήσῃ ἐκ τῆς οἰκονομίας σου καὶ ἐκ τῆς στάσεώς σου.
Ησ. 22,19 Θα αποπεμφθής από την διαχείρισιν και από την θέσιν εις την οποίαν σήμερον φαίνεσαι, ότι στέκεσαι με σταθερότητα.
 
Ησ. 22,20 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καλέσω τὸν παῖδά μου Ἐλιακεὶμ τὸν τοῦ Χελκίου
Ησ. 22,20 Και θα συμβή κατά την ημέραν εκείνην, που συ θα εκδιωχθής, εγώ θα καλέσω από την αιχμαλωσίαν τον δούλον μου τον Ελιακείμ, τον υιόν του Χελκίου.
 
Ησ. 22,21 καὶ ἐνδύσω αὐτὸν τὴν στολήν σου καὶ τὸν στέφανόν σου δώσω αὐτῷ καὶ κράτος καὶ τὴν οἰκονομίαν σου δώσω εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ἔσται ὡς πατὴρ τοῖς ἐνοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῖς ἐνοικοῦσιν ἐν Ἰούδᾳ.
Ησ. 22,21 Θα τον ενδύσω με την ιδικήν σου λαμπράν στολήν, θα δώσω εις αυτόν τον ιδικόν σου στέφανον της δόξης. Θα παραδώσω εις τα χέρια του την εξουσίαν και την διαχείρισίν σου. Αυτός δε δια την αξιοπιστίαν και την αγάπην του θα είναι σαν πατέρας δι' εκείνους, που κατοικούν εις την Ιερουσαλήμ, και γενικώτερα δια τους κατοίκους της Ιουδαίας.
 
Ησ. 22,22 καὶ δώσω τὴν δόξαν Δαυὶδ αὐτῷ, καὶ ἄρξει, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἀντιλέγων. καὶ δώσω αὐτῷ τὴν κλεῖδα οἴκου Δαυὶδ ἐπὶ τῷ ὤμῳ αὐτοῦ καὶ ἀνοίξει, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἀποκλείων, καὶ κλείσει καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἀνοίγων.
Ησ. 22,22 Θα δώσω εις αυτόν την δόξαν του Δαδίδ, θα γίνη άρχων και δεν θα υπάρξη κανείς, ο οποίος θα αντιλέγη και θα άντιπράττη εις αυτόν. Θα του δώσω το κλειδί του οίκου του Δαδίδ. Αυτός μόνος θα το κατέχη. Θα το φέρη στους ώμους του ως δείγμα της εξουσίας του. Αυτός θα ανοίγη και κανείς δεν θα μπορή να κλείη. Θα κλείη και κανείς δεν θα ήμπορη να ανοίγη.
 
Ησ. 22,23 καὶ στήσω αὐτὸν ἄρχοντα ἐν τόπῳ πιστῷ καὶ ἔσται εἰς θρόνον δόξης τοῦ οἴκου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.
Ησ. 22,23 θα τον αναδείξω και θα τον θέσω στερεόν και αμετακίνητον άρχοντα. Η εξουσία δέ που θα έχη, και ο θρόνος επί του οποίου θα κάθεται, θα είναι δόξα και καύχημα του πατρικού του οίκου.
 
Ησ. 22,24 καὶ ἔσται πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶς ἔνδοξος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, καὶ ἔσονται ἐπικρεμάμενοι αὐτῷ.
Ησ. 22,24 Εις αυτόν θα έχη εστηριγμένην την πεποίθησίν του κάθε ένδοξος στον οίκον του πατρός του, από τον πιο μικρόν έως τον πιο μεγάλον. Από αυτόν θα εξαρτώνται και θα κρέμονται”.
 
Ησ. 22,25 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ - τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ - κινηθήσεται ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐστηριγμένος ἐν τόπῳ πιστῷ καὶ ἀφαιρεθήσεται· καὶ πεσεῖται, καὶ ἐξολοθρευθήσεται ἡ δόξα ἡ ἐπ᾿ αὐτόν, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν.
Ησ. 22,25 Εις μεταγενεστέραν όμως έποχην, προαναγγέλλει ο Κυριος των δυνάμεων ο παντοκράτωρ, απόγονοι του Ελιακείμ, που είχαν στηριχθή στον αμετακίνητον αυτόν τόπον της Ιερουσαλήμ, θα μετακινηθούν, θα αφαιρεθή από αυτούς ο τόπος των. Ετσι δε η δόξα, την οποίαν είχαν, θα πέση και θα εξαφανισθή. Αυτά δε θα πραγματοποιηθούν ασφαλώς και βεβαίως, διότι ο Κυριος τα απεκάλυψε.
 
Ησ. 23,1 Ὀλολύξατε, πλοῖα Καρχηδόνος, ὅτι ἀπώλετο, καὶ οὐκέτι ἔρχονται ἐκ γῆς Κιτιαίων· ἦκται αἰχμάλωτος.
Ησ. 23,1 Θρηνήσατε με ολολυγμούς πλοία της Καρχηδόνος, διότι κατεστράφη η Τυρος. Δεν έρχονται πλέον προς σε πλοία της Τυρου από την Κυπρον. Οι κάτοικοι της Τυρου έχουν απαχθή εις αιχμαλωσιον.
 
Ησ. 23,2 τίνι ὅμοιοι γεγόνασιν οἱ ἐνοικοῦντες ἐν τῇ νήσῳ μετάβολοι Φοινίκης διαπερῶντες τὴν θάλασσαν
Ησ. 23,2 Προς ποίον έχουν γίνει όμοιοι αυτοί, που κατοικούν εις την Τυρον, την βρεχομένην από την θάλασσαν, οι έμποροι οι οποίοι διέσχιζαν την θάλασσαν,
 
Ησ. 23,3 ἐν ὕδατι πολλῷ, σπέρμα μεταβόλων; ὡς ἀμητοῦ εἰσφερομένου οἱ μετάβολοι τῶν ἐθνῶν.
Ησ. 23,3 έπλεαν εις μεγάλας θαλάσσας και οι οποίοι ήσαν απόγονοι εμπόρων; Σαν συγκομιδή πλουσίου θερισμού ήσαν τα κέρδη των εμπόρων των εθνών.
 
Ησ. 23,4 αἰσχύνθητι, Σιδών, εἶπεν ἡ θάλασσα. ἡ δὲ ἰσχὺς τῆς θαλάσσης εἶπεν· οὐκ ὤδινον οὐδὲ ἔτεκον οὐδὲ ἐξέθρεψα νεανίσκους οὐδὲ ὕψωσα παρθένους.
Ησ. 23,4 “Εντροπή σου, ω Σιδών, με την κατάπτωσιν της Τυρου”, είπεν η θάλασσα. Η δε βραχώδης ακτή, εις την οποίαν θραύονται με δύναμιν τα κύματα της θαλάσσης, είπεν· “εγώ δέν εκοιλοπόνησα, δεν εγέννησα και δεν ανέθρεψα παλληκάρια και δεν ανέδειξα ωραίας παρθένους; Και ιδού, ότι τώρα υπάρχει καταστροφή και ερήμωσις”!
 
Ησ. 23,5 ὅταν δὲ ἀκουστὸν γένηται Αἰγύπτῳ, λήψεται αὐτοὺς ὀδύνη περὶ Τύρου.
Ησ. 23,5 Οταν δε και εις την Αίγυπτον γίνη ακουστή η καταστροφή της Τυρου, θα καταλάβη και αυτούς οδύνη, όμοια προς εκείνην, που κατέλαβε την Τυρον.
 
Ησ. 23,6 ἀπέλθατε εἰς Καρχηδόνα, ὀλολύξατε, οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ.
Ησ. 23,6 Κατοικοι της Τυρου πηγαίνετε εις την Καρχηδόνα και εκεί θρηνήσατε αυτήν σας την απώλειαν.
 
Ησ. 23,7 οὐχ αὕτη ἦν ὑμῶν ἡ ὕβρις ἀπ᾿ ἀρχῆς πρὶν ἢ παραδοθῆναι αὐτήν;
Ησ. 23,7 Αλλα σκεφθήτε· αιτία της καταστροφής σας δεν υπήρξεν η από αρχαιότατα χρόνια αλαζονεία σας, πριν η ακόμη παραδοθή αυτή η πόλις;
 
Ησ. 23,8 τίς ταῦτα ἐβούλευσεν ἐπὶ Τύρον; μὴ ἥσσων ἐστὶν ἢ οὐκ ἰσχύει; οἱ ἔμποροι αὐτῆς ἔνδοξοι, ἄρχοντες τῆς γῆς.
Ησ. 23,8 Ποιός κατέστρωσεν αυτά τα σχέδια και επήρε τας ολεθρίας αποφάσεις εναντίον της Τυρου; Μηπως τάχα η πόλις αυτή ήτο μικράς δυνάμεως και δεν είχε την ικανότητα να αντισταθή; Οι έμποροι της ήσαν ένδοξοι άρχοντες όλου του κόσμου.
 
Ησ. 23,9 Κύριος σαβαὼθ ἐβουλεύσατο παραλῦσαι πᾶσαν τὴν ὕβριν τῶν ἐνδόξων καὶ ἀτιμάσαι πᾶν ἔνδοξον ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 23,9 Κυριος ο παντοκράτωρ εσκέφθη και απεφάσισε να καταλύση όλην την άλαζο-νείαν των ενδόξων ανδρών της· να έξευ-τελίση κάθε τι ένδοξον και λαμπρόν, που υπήρχεν εις την χώραν.
 
Ησ. 23,10 ἐργάζου τὴν γῆν σου, καὶ γὰρ πλοῖα οὐκέτι ἔρχεται ἐκ Καρχηδόνος.
Ησ. 23,10 Και λοιπόν τώρα, μετά την καταστροφήν σου, εργάζου τους αγρούς σου, διότι δεν έρχονται πλέον προς σε πλοία από την Καρχηδόνα.
 
Ησ. 23,11 ἡ δὲ χείρ σου οὐκέτι ἰσχύει κατὰ θάλασσαν, ἡ παροξύνουσα βασιλεῖς· Κύριος σαβαὼθ ἐνετείλατο περὶ Χαναὰν ἀπολέσαι αὐτῆς τὴν ἰσχύν.
Ησ. 23,11 Δεν έχεις πλέον την ναυτικήν δύναμιν, η οποία προηγουμένως προεκάλει και εξηρέθιζε βασιλείς. Ο Κυριος των δυνάμεων έδωσε διαταγήν σχετικώς με την Χαναάν, να καταστραφή η δύναμις της.
 
Ησ. 23,12 καὶ ἐροῦσιν· οὐκέτι οὐ μὴ προσθῆτε τοῦ ὑβρίζειν καὶ ἀδικεῖν τὴν θυγατέρα Σιδῶνος· καὶ ἐὰν ἀπέλθῃς εἰς Κιτιεῖς, οὐδὲ ἐκεῖ ἀνάπαυσις ἔσται σοι·
Ησ. 23,12 Και θα είπουν τότε προς την κα-τεστραμμένην Τυρον και τους απολειφθέντας κατοίκους της· “Δεν θα συνεχίσετε πλέον να υβρίζετε και να αδικήτε τους κατοίκους της Σιδώνος. Εάν δε και απέλθετε στους κατοίκους της Κυπρου δια σωτηρίαν και ασφάλειαν, ούτε εκεί θα υπάρχη δια σας ανάπαυσις.
 
Ησ. 23,13 καὶ εἰς γῆν Χαλδαίων, καὶ αὕτη ἠρήμωται ἀπὸ τῶν Ἀσσυρίων, οὐδὲ ἐκεῖ σοι ἀνάπαυσις ἔσται, ὅτι ὁ τοῖχος αὐτῆς πέπτωκεν.
Ησ. 23,13 Και εάν μεταβήτε εις την χώραν των Χαλδαιων, ούτε εκεί θα βρήτε ανάπαυσιν, διότι αυτή έχει καταστροφή από τους Ασσυρίους, και τα οχυρά αυτής τείχη έχουν κρημνισθή”.
 
Ησ. 23,14 ὀλολύξατε, πλοῖα Καρχηδόνος, ὅτι ἀπόλωλε τὸ ὀχύρωμα ὑμῶν.
Ησ. 23,14 Θρηνήσατε, λοιπόν, με ολολυγμούς πλοία της Καρχηδόνος, διότι κατεστράφη το οχυρωμα σας, ο ασφαλής λιμήν, στον οποίον επλέατε.
 
Ησ. 23,15 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καταλειφθήσεται Τύρος ἔτη ἑβδομήκοντα ὡς χρόνος βασιλέως, ὡς χρόνος ἀνθρώπου· καὶ ἔσται μετὰ ἑβδομήκοντα ἔτη, ἔσται Τύρος ὡς ᾆσμα πόρνης.
Ησ. 23,15 Θα συμβή δε κατά την ημέραν εκείνην να εγκαταλειφθή η Τυρος επί έτη εβδομήκοντα, όσον δηλαδή χρόνον ζη ενας βασιλεύς, όσος είναι ο μέσος χρόνος της ζωής ενός ανθρώπου. Επειτα δε η Τυρος θα αποκτήση την ναυτικήν ισχύν και τον πλούτον της και θα ακούονται πλέον εις αυτήν άσματα πορνικά κραιπαλώντων ανθρώπων
 
Ησ. 23,16 λαβὲ κιθάραν, ῥέμβευσον, πόλις πόρνη ἐπιλελησμένη· καλῶς κιθάρισον, πολλὰ ᾆσον, ἵνα σου μνεία γένηται.
Ησ. 23,16 Παρε την κιθάραν σου, περιπλανήσου από έδω και από εκεί. Τυρος, πόλις αμαρτωλή, η οποία προηγουμένως είχες λησμονηθή, παίξε καλά την κιθάραν σου, τραγούδησε τα πολλά άσματά σου, δια να σε ενθυμηθούν πάλιν οι άσωτοι και αμαρτωλοί άνθρωποι!
 
Ησ. 23,17 καὶ ἔσται μετὰ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐπισκοπὴν ποιήσει ὁ Θεὸς Τύρου, καὶ πάλιν ἀποκατασταθήσεται εἰς τὸ ἀρχαῖον· καὶ ἔσται ἐμπόριον πάσαις ταῖς βασιλείας τῆς οἰκουμένης.
Ησ. 23,17 Επειτα από τα εδδομήκοντα αυτά έτη, θα επισκεφθή ο Θεός την Τυρον και θα αποκαταστήστη πάλιν αυτήν στο αρχαίον μεγαλείον της, το δε εμπόριον της θα επεκταθή εις όλας τας βασιλείας της οικουμένης.
 
Ησ. 23,18 καὶ ἔσται αὐτῆς ἡ ἐμπορία καὶ ὁ μισθὸς ἅγιον Κυρίῳ· οὐκ αὐτοῖς συναχθήσεται, ἀλλὰ τοῖς κατοικοῦσιν ἔναντι Κυρίου πᾶσα ἡ ἐμπορία αὐτῆς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἐμπλησθῆναι εἰς συμβολὴν μνημόσυνον ἔναντι Κυρίου.
Ησ. 23,18 Αλλά τα από το εμπόριον αυτά κέρδη θα είναι μισθός και αφιέρωμα στον Κυριον. Δεν θα συνάγωνται δι' αυτούς μόνον, αλλά και δι' εκείνους που κατοικούν ενώπιον του Κυρίου και υπηρετούν τον Κυριον, ώστε να τρώγουν και να πίνουν από το κέρδος του εμπορίου αυτού· να χορτάσουν από την εισφοράν αυτήν, η οποία θα είναι εις μνημόσυνον ενώπιον του Κυρίου.
 
Ησ. 24,1 Ἰδοὺ Κύριος καταφθείρει τὴν οἰκουμένην καὶ ἐρημώσει αὐτὴν καὶ ἀνακαλύψει τὸ πρόσωπον αὐτῆς καὶ διασπερεῖ τοὺς ἐνοικοῦντας ἐν αὐτῇ.
Ησ. 24,1 Ιδού, ο Κυριος θα καταστρέψη την οικουμένην και θα την ερημώση. Θα ξεσκεπάση την επιφάνειαν αυτής και θα διασκόρπιση τους κοτοίκους της.
 
Ησ. 24,2 καὶ ἔσται ὁ λαὸς ὡς ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ παῖς ὡς ὁ κύριος καὶ ἡ θεράπαινα ὡς ἡ κυρία· ἔσται ὁ ἀγοράζων ὡς ὁ πωλῶν, ὁ δανείζων ὡς ὁ δανειζόμενος καὶ ὁ ὀφείλων ὡς ᾧ ὀφείλει.
Ησ. 24,2 Υπό το κράτος δε αυτής της συμφοράς θα ισοπεδωθούν τα πάντα. Ο λαός θα είναι όπως ο ιερεύς, ο δοϋλος όπως ο κύριος, η υπηρέτρια όπως η κυρία, αυτός που αγοράζει θα είναι ωσάν εκείνον που πωλεί, αυτός που δανείζει σαν εκείνον που δανείζεται, και ο οφειλέτης θα είναι όπως ο πιστωτής.
 
Ησ. 24,3 φθορᾷ φθαρήσεται ἡ γῆ, καὶ προνομῇ προνομευθήσεται ἡ γῆ· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα.
Ησ. 24,3 Με τρομακτικόν όλεθρον θα καταστραφή η γη, μεγάλη λεηλασία θα γίνη εις αυτήν. Αυτά θα γίνουν ασφαλώς και βεβαίως, διότι το στόμα του Κυρίου τα απεκάλυψε και τα εκήρυξεν.
 
Ησ. 24,4 ἐπένθησεν ἡ γῆ, καὶ ἐφθάρη ἡ οἰκουμένη, ἐπένθησαν οἱ ὑψηλοὶ τῆς γῆς.
Ησ. 24,4 Η γη θα πενθήση δια τον όλεθρον των κατοίκων της· θα καταστραφή η οικουμένη και οι μεγάλοι ότνθρωποι της γης θα πενθήσουν.
 
Ησ. 24,5 ἡ δὲ γῆ ἠνόμησε διὰ τοὺς κατοικοῦντας αὐτήν, διότι παρήλθοσαν τὸν νόμον καὶ ἤλλαξαν τὰ προστάγματα, διαθήκην αἰώνιον.
Ησ. 24,5 Και τούτο, διότι η χώρα εγέμισεν από τας αμαρτίας των κατοίκων της. Αυτοί παρέβησαν τον Νομον, ήλλαξαν τα θεία προστάγματα, κατήργησαν την αιωνίαν διαθήκην του Θεού.
 
Ησ. 24,6 διὰ τοῦτο ἀρὰ ἔδεται τὴν γῆν, ὅτι ἡμάρτοσαν οἱ κατοικοῦντες αὐτήν· διὰ τοῦτο πτωχοὶ ἔσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν τῇ γῇ, καὶ καταλειφθήσονται ἄνθρωποι ὀλίγοι.
Ησ. 24,6 Δι' αυτό η κατάρα θα καταφάγη την γην, διότι οι κάτοικοι της ημάρτησαν. Δια τούτο πτωχοί θα είναι πλέον οι κάτοικοι της γης και ολίγοι θα είναι οι άνθρωποι, οι οποίοι θα απομείνουν εις αυτήν.
 
Ησ. 24,7 πενθήσει οἶνος, πενθήσει ἄμπελος, στενάξουσι πάντες οἱ εὐφραινόμενοι τὴν ψυχήν.
Ησ. 24,7 Θα πενθήση τότε ο οίνος, διότι δεν θα υπάρχουν καταναλωταί. Θα πενθήσουν οι άμπελοι, διότι δεν θα υπάρχουν οι τρυγηταί. θα αναστενάξουν με πόνον όλοι, όσοι προηγουμένως ηύφραναν με τον οίνον την ψυχήν των.
 
Ησ. 24,8 πέπαυται εὐφροσύνη τυμπάνων, πέπαυται αὐθαδεία καὶ πλοῦτος ἀσεβῶν, πέπαυται φωνὴ κιθάρας.
Ησ. 24,8 Θα σταματήση πλέον και θα λείψη κάθε χαρά και διασκέδασις με τύμπανα. Θα σβήση η αλαζονεία των ανθρώπων, θα λείψουν τα πλούτη των ασεβών, θα παύση η αρμονική φωνή της κιθάρας.
 
Ησ. 24,9 ἠσχύνθησαν οὐκ ἔπιον οἶνον, πικρὸν ἐγένετο τὸ σίκερα τοῖς πίνουσιν.
Ησ. 24,9 Οι άνθρωποι θα καταισχυνθούν, δεν θα πίνουν πλέον οίνον, πικρά δε θα γίνουν στους πίνοντας τα οινοπνευματώδη ποτά.
 
Ησ. 24,10 ἠρημώθη πᾶσα πόλις, κλείσει οἰκίαν τοῦ μὴ εἰσελθεῖν.
Ησ. 24,10 Καθε πόλις θα ερημωθή, κάθε σπίτι θα κλείση, ώστε να μη ημπορή κανείς να εισέλθη εις αυτό.
 
Ησ. 24,11 ὀλολύζεται περὶ τοῦ οἴνου πανταχῆ· πέπαυται πᾶσα εὐφροσύνη τῆς γῆς, ἀπῆλθε πᾶσα εὐφροσύνη τῆς γῆς.
Ησ. 24,11 Παντού θα ακούεται θρήνος δια την έλλειψιν του οίνου της χαράς. Θα παύση κάθε ευφροσύνη εις την γην. Θα έχη φύγει κάθε αγαλλιασις από αυτήν.
 
Ησ. 24,12 καὶ καταλειφθήσονται πόλεις ἔρημοι, καὶ οἶκοι ἐγκαταλελειμμένοι ἀπολοῦνται.
Ησ. 24,12 Θα απομείνουν αι πόλεις έρημοι. Θα καταστραφούν οι εγκαταλελειμμένοι οίκοι.
 
Ησ. 24,13 ταῦτα πάντα ἔσται ἐν τῇ γῆ ἐν μέσῳ τῶν ἐθνῶν, ὃν τρόπον ἐάν τις καλαμήσηται ἐλαίαν, οὕτως καλαμήσονται αὐτούς, καὶ ἐὰν παύσηται ὁ τρύγητος.
Ησ. 24,13 Ολα αυτά θα πραγματοποιηθούν εις την γην μεταξύ των εθνικών λαών. Οπως ραβδίζη κανείς το δένδρον της εληάς, δια να μη αφήση καμμιά εληά επάνω του, έτσι θα ραβδίσουν και θα λεηλατήσουν τους κατοίκους οι εχθροί. Αμπελος τρυγημένη, χωρίς ρόγα σταφυλιού θα είναι η γη
 
Ησ. 24,14 οὗτοι φωνῇ βοήσονται, οἱ δὲ καταλειφθέντες ἐπὶ τῆς γῆς εὐφρανθήσονται ἅμα τῇ δόξῃ Κυρίου. ταραχθήσεται τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης·
Ησ. 24,14 Και οι μεν ασεβείς, εν όψει αυτής της επερχομένης καταστροφής, θα βοούν με μεγάλας κραυγάς, οι δε απομένοντες ευσεβείς εις την γην θα ευφρανθούν, αμέσως μόλις φανή η δόξα του Κυρίου. Τα ύδατα της θαλάσσης θα ταραχθούν με την εμφάνισιν αυτήν του Κυρίου.
 
Ησ. 24,15 διὰ τοῦτο ἡ δόξα Κυρίου ἐν ταῖς νήσοις ἔσται τῆς θαλάσσης, τὸ ὄνομα Κυρίου ἔνδοξον ἔσται, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ.
Ησ. 24,15 Δι' όλα αυτά η δόξα του Κυρίου θα φανή και θα λάμηη εις τας ειδωλολατρικάς νήσους της θαλάσσης. Και το όνομα του Κυρίου θα είναι ένδοξον, ω Κυριε και θεέ του Ισραήλ!
 
Ησ. 24,16 ἀπὸ τῶν πτερύγων τῆς γῆς τέρατα ἠκούσαμεν, ἐλπὶς τῷ εὐσεβεῖ. καὶ ἐροῦσιν· οὐαὶ τοῖς ἀθετοῦσιν, οἱ ἀθετοῦντες τὸν νόμον.
Ησ. 24,16 Από τα πέρατα της γης ηκούσαμεν καταπληκτικά γεγονότα. Υπάρχει βεβαία και σταθερά η ελπίς δια τον ευσεβή, ενώ εξ αντιθέτου, αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι καταπατούν την θείαν εντολήν! Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι παραβαίνουν τον νόμον του Θεού!
 
Ησ. 24,17 φόβος καὶ βόθυνος καὶ παγὶς ἐφ᾿ ὑμᾶς τοὺς ἐνοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 24,17 Φοβος θα σας καταλάβη, βαθύς λάκκος και παγίδα θα υπάρχει δια σας, που κατοικείτε την γην.
 
Ησ. 24,18 καὶ ἔσται ὁ φεύγων τὸν φόβον ἐμπεσεῖται εἰς τὸν βόθυνον, ὁ δὲ ἐκβαίνων ἐκ τοῦ βοθύνου ἁλώσεται ὑπὸ τῆς παγίδος, ὅτι θυρίδες ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν, καὶ σεισθήσεται τὰ θεμέλια τῆς γῆς.
Ησ. 24,18 Και θα συμβή ώστε εκείνος, που διαφεύγει τον φόβον του επικρεμαμένου κινδύνου, να πέση μέσα στον λάκκον. Και εκείνος που διέρχεται πέραν από τον λάκκον, θα συλληφθή εις την παγίδα, διότι έχουν ανοίξει αι θυρίδες από τον ουρανόν, δια να πέση η οργή του Θεού επί τους αμαρτωλούς ανθρώπους και να συγκλονισθούν τα θεμέλια της γης.
 
Ησ. 24,19 ταραχῇ ταραχθήσεται ἡ γῆ, καὶ ἀπορίᾳ ἀπορηθήσεται ἡ γῆ·
Ησ. 24,19 Θα ταραχθή με μεγάλον συγκλονισμόν η γη· απορία και σύγχυσις θα καταλάβη τους κατοίκους της.
 
Ησ. 24,20 ἔκλινεν ὡς ὁ μεθύων καὶ κραιπαλῶν, καὶ σεισθήσεται ὡς ὀπωροφυλάκιον ἡ γῆ, καὶ πεσεῖται καὶ οὐ μὴ δύνηται ἀναστῆναι, κατίσχυσε γὰρ ἐπ᾿ αὐτῆς ἡ ἀνομία.
Ησ. 24,20 Η γη έκλινεν από εδώ και από εκεί σαν τον μεθυσμένον και τον κραιπαλούντα. Θα σεισθή, όπως συγκλονίζεται η πρόχειρος καλύβη των αγρών, όπου φυλάσσονται αι οπώραι. Θα πέση· δεν θα καταστή δυνατόν να ανεγερθή, διότι η αμαρτία υπερίσχυσε και την κατεβάρυνε.
 
Ησ. 24,21 καὶ ἐπάξει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ τὴν χεῖρα καὶ ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς·
Ησ. 24,21 Θα επιφερη ο Θεός την παντοδύναμον δεξιάν του στο πλήθος των ουρανίων σωμάτων και επάνω στους βασιλείς της γης.
 
Ησ. 24,22 καὶ συνάξουσι καὶ ἀποκλείσουσιν εἰς ὀχύρωμα καὶ εἰς δεσμωτήριον, διὰ πολλῶν γενεῶν ἐπισκοπὴ ἔσται αὐτῶν.
Ησ. 24,22 Και θα τους μαζέψουν, θα τους κλείσουν εις απόρθητα φρούρια και εις δεσμωτήρια και εκεί επί πολλάς γενεάς θα υπάρχη η τιμωρός επίσκεψις του Θεού.
 
Ησ. 24,23 καὶ τακήσεται ἡ πλίνθος, καὶ πεσεῖται τὸ τεῖχος, ὅτι βασιλεύσει Κύριος ἐν Σιὼν καὶ ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐνώπιον τῶν πρεσβυτέρων δοξασθήσεται.
Ησ. 24,23 Θα λυώσουν τα πλινθόκτιστα σπίτια των ασεβών, θα πέσουν τα τείχη των πόλεων, διότι ο Κυριος θα βασιλεύση εις την Σιών και την Ιερουσαλήμ και θα δοξασθή ενώπιον των πρεσβυτέρων.
 
Ησ. 25,1 Κύριε ὁ Θεός μου, δοξάσω σε, ὑμνήσω τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐποίησας θαυμαστὰ πράγματα, βουλὴν ἀρχαίαν ἀληθινήν· γένοιτο, Κύριε·
Ησ. 25,1 Ω Κυριε και Θεέ μου, θα σε δοξάσω, θα ανυμνήσω το Ονομά σου, διότι έκαμες τα θαυμαστά αυτά έργα, επραγματοποίησες βουλήν σου αρχαίαν, η οποία απεδείχθη βεβαία και αληθινή. Γένοιτο, Κυριε.
 
Ησ. 25,2 ὅτι ἔθηκας πόλεις εἰς χῶμα, πόλεις ὀχυρὰς τοῦ μὴ πεσεῖν αὐτῶν τὰ θεμέλια· τῶν ἀσεβῶν πόλις εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ οἰκοδομηθῇ.
Ησ. 25,2 Συ ισοπέδωσες τας χώρας των ασεβών και τας μετέβαλες εις κονιορτόν. Εκρήμνισες πόλεις οχυράς, των οποίων εθεωρείτο αδύνατον να πέσουν τα θεμέλια. Η πόλις των ασεβών, χατηραμένη καθώς είναι, δεν θα ανοικοδομηή ποτέ στον αιώνα.
 
Ησ. 25,3 διὰ τοῦτο εὐλογήσει σε ὁ λαὸς ὁ πτωχός, καὶ πόλεις ἀνθρώπων ἀδικουμένων εὐλογήσουσί σε·
Ησ. 25,3 Δια τας δικαίας αυτάς τιμωρίας που στέλλεις, Κυριε, θα σε δοξολογήση ο ταπεινός και άσημος αυτός λαός. Θα σε δοξολογήσουν πόλεις ανθρώπων, οι οποίοι αδικούνται από ασεβείς και δυνάστας.
 
Ησ. 25,4 ἐγένου γὰρ πάσῃ πόλει ταπεινῇ βοηθὸς καὶ τοῖς ἀθυμήσασι δι᾿ ἔνδειαν σκέπη, ἀπὸ ἀνθρώπων πονηρῶν ῥύσῃ αὐτούς, σκέπη διψώντων καὶ πνεῦμα ἀνθρώπων ἀδικουμένων.
Ησ. 25,4 Διότι συ, Κυριε, έγινες εις πάσαν ταπεινήν πόλιν βοηθός σκέπη και προστασία δι' εκείνους, που αθυμούν εξ αιτίας της ενδείας των. Συ, Κυριε, θα τους γλυτώσης από τους πονηρούς ανθρώπους, θα γίνης σκέπη και προστασία των διψασμένων· θα εμπνεύσης θάρρος εις ανθρώπους, που αδικούνται,
 
Ησ. 25,5 ὡς ἄνθρωποι ὀλιγόψυχοι διψῶντες ἐν Σιών, ἀπὸ ἀνθρώπων ἀσεβῶν, οἷς ἡμᾶς παρέδωκας.
Ησ. 25,5 Ημείς είμεθα εις την περίστασιν αυτήν σαν ολιγόψυχοι άνθρωποι, οι οποίοι διψώμεν πολιορκημένοι μέσα εις την πόλιν Σιών από ασεβείς ανθρώπους, στους οποίους προς παιδαγωγίαν μας και διόρθωσιν μας παρέδωσες.
 
Ησ. 25,6 καὶ ποιήσει Κύριος σαβαὼθ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν ἐπὶ τὸ ὄρος τοῦτο. πίονται εὐφροσύνην, πίονται οἶνον,
Ησ. 25,6 Ο Κυριος παντοκράτωρ θα παραθέση συμπόσιον εις όλα τα έθνη επάνω στο άγιον τούτο ορός της Σιών. Θα πίουν με χαράν οι άνθρωποι, θα πίουν τον οίνον των,
 
Ησ. 25,7 χρίσονται μύρον. ἐν τῷ ὄρει τούτῳ παράδος ταῦτα πάντα τοῖς ἔθνεσιν· ἡ γὰρ βουλὴ αὕτη ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη.
Ησ. 25,7 θα αλειφθούν με μύρα. Εις το άγιον τούτο ορός της Σιών παράθεσε τα ευφρόσυνα αυτά συμπόσια δι' όλα τα έθνη. Διότι αυτή είναι η απόφασίς σου να μετέχουν αυτού του συμποσίου όλοι οι λαοί.
 
Ησ. 25,8 κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ πάλιν ἀφεῖλε Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ παντὸς προσώπου· τὸ ὄνειδος τοῦ λαοῦ ἀφεῖλεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς, τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε.
Ησ. 25,8 Ο θάνατος υπερίσχυσεν, εβασίλευσε, κατέπιε πολλούς έως τώρα. Αλλα ο Κυριος τώρα αφήρεσε την δύναμιν του θανάτου, τον κατήργησε και εξήλειψε τα δάκρυα από κάθε πρόσωπον. Αφήρεσε το όνειδος του λαού του από όλην την γην. Το στόμα του Κυρίου μίλησε αυτά και θα πραγματοποιηθούν.
 
Ησ. 25,9 καὶ ἐροῦσι τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐφ᾿ ᾧ ἠλπίζομεν καὶ ἠγαλλιώμεθα, καὶ σώσει ἡμᾶς. οὗτος Κύριος, ὑπεμείναμεν αὐτὸν καὶ ἀγαλλιασόμεθα καὶ ἐφρανθησόμεθα ἐπὶ τῇ σωτηρίᾳ ἡμῶν,
Ησ. 25,9 Και θα είπουν οι ευσεβείς κατά την ημέραν εκείνην· “ιδού, ο Θεός μας, στον οποίον ημείς εστηρίξαμεν τας ελπίδας μας και εν τω οποίω εχαίρομεν. Αυτός και θα μας σώση. Αυτός είναι ο Κυριος· τον επεριμέναμεν με υπομονήν και τώρα θα χαρώμεν και θα ευφρανθώμεν δια την σωτηρίαν μας.
 
Ησ. 25,10 ὅτι ἀνάπαυσιν δώσει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὸ ὄρος τοῦτο, καὶ καταπατηθήσεται ἡ Μωαβῖτις, ὃν τρόπον πατοῦσιν ἅλωνα ἐν ἁμάξαις·
Ησ. 25,10 Διότι θα δώση τώρα ο Θεός ειρήνην και γαλήνην στο όρος τούτο της Σιών· ενώ εξ αντιθέτου η χώρα των εχθρών μας, των Μωαβιτών, θα καταπατηθή, όπως πατούνται και αλωνίζονται τα στάχυα από τα αλωνιστικά αμάξια.
 
Ησ. 25,11 καὶ ἀνήσει τὰς χεῖρας αὐτοῦ, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ἐταπείνωσε τοῦ ἀπολέσαι, καὶ ταπεινώσει τὴν ὕβριν αὐτοῦ, ἐφ᾿ ἃ τὰς χεῖρας ἐπέβαλε·
Ησ. 25,11 Θα υψώση ο Κυριος προστατευτικάς τας χείρας του δι' ημάς εναντίον των Μωαβιτών, όπως εκείνοι εταπείνωσαν, δια να καταστρέψουν αλλά έθνη. Θα ταπείνωση ο Κυριος την αλαζονείαν και αυθάδειαν των Μωαβιτών εις τα έργα, όπου αυτοί είχαν απλώσει τα χέρια των.
 
Ησ. 25,12 καὶ τὸ ὕψος τῆς καταφυγῆς τοῦ τοίχου ταπεινώσει, καὶ καταβήσεται ἕως τοῦ ἐδάφους.
Ησ. 25,12 Θα καταρρίψη τα υψηλά καταφύγια του τείχους των και το τείχος των θα καταπέση ερείπια στο έδαφος.
 
Ησ. 26,1 Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ᾄσονται τὸ ᾆσμα τοῦτο ἐπὶ γῆς Ἰούδα· ἰδοὺ πόλις ἰσχυρά, καὶ σωτήριον ἡμῶν θήσει τεῖχος καὶ περίτειχος.
Ησ. 26,1 Κατά την ημέραν εκείνην οι λυτρωμένοι θα ψάλλουν τούτο το επινίκειον άσμα εις την χώραν της Ιουδαίας· Ιδού, πόλις ισχυρά, ω Ιερουσαλήμ. Σωτήριον τείχος θα θέση γύρω από αυτήν. Και άλλο τείχος γύρω από το πρώτον.
 
Ησ. 26,2 ἀνοίξατε πύλας, εἰσελθέτω λαὸς φυλάσσων δικαιοσύνην καὶ φυλάσσων ἀλήθειαν,
Ησ. 26,2 Ανοίξατε τας πύλας της πόλεως, δια να εισελθη ο λαός εις αυτήν· ο λαός, ο οποίος φυλάσσει δικαιοσύνην, τηρεί και σέβεται την αληθειαν,
 
Ησ. 26,3 ἀντιλαμβανόμενος ἀληθείας καὶ φυλάσσων εἰρήνην. ὅτι ἐπὶ σοὶ ἐλπίδι
Ησ. 26,3 κρατεί σταθερά την αλήθειαν, αγαπά και φυλάσσει την ειρήνην, διότι εις σε τον Θεόν της ειρήνης
 
Ησ. 26,4 ἤλπισαν, Κύριε, ἕως τοῦ αἰῶνος, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, ὁ αἰώνιος,
Ησ. 26,4 έχει στηρίξει τας ελπίδας του, Κυριε, πάντοτε. Εις σέ, ω μεγάλε και αιώνιε Θεέ.
 
Ησ. 26,5 ὃς ταπεινώσας κατήγαγες τοὺς ἐνοικοῦντας ἐν ὑψηλοῖς· πόλεις ὀχυρὰς καταβαλεῖς καὶ κατάξεις ἕως ἐδάφους,
Ησ. 26,5 Εις σέ, ο οποίος εταπείνωσες και έρριψες κάτω εις την γην αυτούς, οι οποίοι κατοικούσαν εις υψηλάς και επιφανείς θέσεις. Συ θα καταβάλης οχυράς ασεβείς πόλεις, θα τας κρημνίσης έως κάτω στο έδαφος.
 
Ησ. 26,6 καὶ πατήσουσιν αὐτοὺς πόδες πρᾳέων καὶ ταπεινῶν.
Ησ. 26,6 Οι πόδες των πράων και των ταπεινών ανθρώπων θα πατήσουν επάνω εις αυτάς.
 
Ησ. 26,7 ὁδὸς εὐσεβῶν εὐθεῖα ἐγένετο, καὶ παρεσκευασμένη ἡ ὁδὸς τῶν εὐσεβῶν.
Ησ. 26,7 Ευθεία και χωρίς προσκόμματα έγινεν η οδός των ευσεβών, ητοιμασμένος και παρεσκευασμένος από σε ο δρόμος των.
 
Ησ. 26,8 ἡ γὰρ ὁδὸς Κυρίου κρίσις· ἠλπίσαμεν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου καὶ ἐπὶ τῇ μνείᾳ,
Ησ. 26,8 Και τούτο, διότι η οδός του Κυρίου είναι δικαία και ευθεία, ημείς δε έχομεν στηρίξει τας ελπίδας μας στο Ονομά σου, εις την ιδικήν σου πάντοτε ανάμνησιν,
 
Ησ. 26,9 ᾗ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχὴ ἡμῶν. ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρός σε, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς. δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 26,9 την οποίαν και επιθυμεί η ψυχή μας. Τοσον σφοδρώς σε ποθεί η καρδία μας, ώστε από την νύκτα, από το γλυκοχάραμα αγρυπνεί το πνεύμα μου προς σε, ω Θεέ μου, διότι γνωρίζω ότι φως είναι τα προστάγματά σου δια τους ανθρώπους της γης. Δικαιοσύνην, λοιπόν, Θεού μάθετε και εφαρμόσατε σεις, οι άνθρωποι, που κατοικείτε την γην.
 
Ησ. 26,10 πέπαυται γὰρ ὁ ἀσεβής· πᾶς ὃς οὐ μὴ μάθῃ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλήθειαν οὐ μὴ ποιήσει· ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου.
Ησ. 26,10 Θα παύση πλέον να υπάρχη ο ασεβής· καθένας ο οποίος δεν θα μάθη να πράττη δικαιοσύνην επί της γης, ούτε την αλήθειαν θα μάθη να εφαρμοζη. Ας ξερριζωθή ο ασεβής, δια να μη ίδη την δόξαν του Κυρίου, δια την οποίαν είναι και ανάξιος.
 
Ησ. 26,11 Κύριε, ὑψηλός σου ὁ βραχίων, καὶ οὐκ ᾔδεισαν, γνόντες δὲ αἰσχυνθήσονται. ζῆλος λήψεται λαὸν ἀπαίδευτον, καὶ νῦν πῦρ τοὺς ὑπεναντίους ἔδεται.
Ησ. 26,11 Κυριε, υψωμένος είναι πάντοτε ο παντοδύναμος τιμωρός βραχίων σου, δια να επιπέση κατά των ασεβών. Αυτοί όμως δεν εγνώρισαν τούτο. Οταν όμως δια της προσωπικής των πείρας γνωρίσουν την δικαίαν τιμωρίαν σου, θα κατεντροπιασθούν. Ζήλος θα καταλάβη τον ασεβή και απαιδαγώγητον λαόν και πυρ θα καταφάγη τους εχθρούς σου, Κυριε.
 
Ησ. 26,12 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν, πάντα γὰρ ἀπέδωκας ἡμῖν.
Ησ. 26,12 Κυριε ο Θεός μας, δώσε εις ημάς ειρήνην, διότι όλα τα άλλα μας τα έχεις δώσει.
 
Ησ. 26,13 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κτῆσαι ἡμᾶς, Κύριε, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν.
Ησ. 26,13 Κυριε ο Θεός μας, ιδιοκτησίαν σου μόνιμον και αναφαίρετον κάμε ημάς, διότι έκτος από σε ημείς δεν γνωρίζομεν άλλον· το Ονομά σου πάντοτε ημείς επικαλούμεθα.
 
Ησ. 26,14 οἱ δὲ νεκροὶ ζωὴν οὐ μὴ ἴδωσιν, οὐδὲ ἰατροὶ οὐ μὴ ἀναστήσουσι· διὰ τοῦτο ἐπήγαγες καὶ ἀπώλεσας καὶ ᾖρας πᾶν ἄρσεν αὐτῶν.
Ησ. 26,14 Οι ασεβείς, όμως, οι πνευματιώς νεκροί, δεν θα ίδουν και δεν θα απολαύσουν την αιωνίαν ζωήν και ειρήνην. Ούτε ιατροί θα τους αναστήσουν από την πνευματικήν των νέκρωσιν. Δια τούτο επέφερες κακά εναν τίον αυτών, εξολόθρευσες και εξηφάνισες κάθε άρρενα απόγονον των, ώστε να λείψη η γενεά των.
 
Ησ. 26,15 πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς.
Ησ. 26,15 Πρόσθεσε, εν τη δικαιοσύνη σου, σκληράς τιμωρίας, Κυριε· πρόσθεσε τιμωρίας μεγάλας εναντίον των ενδόξων, αλλά ασεβών, ανθρώπων της γης.
 
Ησ. 26,16 Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου, ἐν θλίψει μικρᾷ ἡ παιδεία σου ἡμῖν.
Ησ. 26,16 Κυριε, κατά το διάστημα θλίψεων σε ενεθυμήθημεν. Μικρά ήτο η θλίψις, δια της οποίας παιδαγωγικώς μας ετιμώρησες.
 
Ησ. 26,17 καὶ ὡς ἡ ὠδίνουσα ἐγγίζει τοῦ τεκεῖν καὶ ἐπὶ τῇ ὠδῖνι αὐτῆς ἐκέκραξεν, οὕτως ἐγενήθημεν τῷ ἀγαπητῷ σου διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε.
Ησ. 26,17 Οπως δε η επίτοκος γυνή, όταν έλθη η ώρα του τοκετού, κραυγάζει ένεκα της οδύνης, έτσι και ημείς κατελήφθημεν από οδύνην αναμένοντες την έλευσιν του ηγαπημένου σου, του Μεσσίου, δια τον ιερόν φόβον σου, Κυριε.
 
Ησ. 26,18 ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν· πνεῦμα σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς, οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ πεσοῦνται πάντες οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.
Ησ. 26,18 Και ημείς συνελάβαμεν πνευματικώς εν γαστρί, εδοκιμάσαμεν τους πόνους του τοκετού και εγεννήσαμεν πνεύμα σωτηρίας. Εφέραμεν εις φως μεταξύ των ανθρώπων της γης, που μας έδωκεν η από σε σωτηρία. Δια τούτο και δεν θα ηττηθώμεν, ούτε και θα πέσωμεν ημείς. Αλλά θα πέσουν οι ασεβείς, οι οποίοι κατοικούν εις την γην.
 
Ησ. 26,19 ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται.
Ησ. 26,19 Οι ευσεβείς νεκροί θα αναστηθούν και θα εγερθούν όλοι. όσοι ευρίσκονται εις τα μνήματα. Θα ευφρανθούν οι ευρισκόμενοι εις την γην, διότι η από σε κατερχομένη θεία και ζωογόνος δρόσος είναι θεραπεία δι' αυτούς. Η δε χώρα των ασεβών θα πέση και θα καταστραφή.
 
Ησ. 26,20 βάδιζε, λαός μου, εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖά σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου·
Ησ. 26,20 Προχώρει με ελπίδα, ω λαέ μου, λέγει ο Κυριος. Είσελθε εις τα πλέον εσωτερικά δωμάτια του οίκου σου, κλείσε εκεί την θύραν σου και απομονώσου, κρύψου επί μικρόν χρονικόν διάστημα, έως ότου παρέλθη η οργή του Κυρίου, που μέλλει να εκσπάση.
 
Ησ. 26,21 ἰδοὺ γὰρ Κύριος ἀπὸ τοῦ ἁγίου ἐπάγει τὴν ὀργὴν ἐπὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀνακαλύψει ἡ γῆ τὸ αἷμα αὐτῆς καὶ οὐ κατακαλύψει τοὺς ἀνῃρημένους ἐπ᾿ αὐτῆς.
Ησ. 26,21 Διότι ιδού, ο Κυριος επιφέρει από τον άγιον ουρανόν την οργήν του εναντίον των κατοίκων της γης. Θα ξεσκεπάση η γη το αθώον αίμα, που εχύθη επάνω εις αυτήν, δεν θα σκεπάση τους φονευθέντας, δια να είναι φανεροί στον Θεόν και προκαλούν την δικαίαν οργήν εναντίον των φονευτών,
 
Ησ. 27,1 Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπάξει ὁ Θεὸς τὴν μάχαιραν τὴν ἁγίαν καὶ τὴν μεγάλην καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἐπὶ τὸν δράκοντα ὄφιν φεύγοντα, ἐπὶ τὸν δράκοντα ὄφιν σκολιὸν καὶ ἀνελεῖ τὸν δράκοντα.
Ησ. 27,1 Κατά την μεγάλην και επίσημον εκείνην ημέραν της κρίσεως ο Θεός θα καταφέρη την μάχαιράν του την αγίαν, την μεγάλην και ισχυράν, εναντίον του μεγάλου όφεως, ο οποίος φεύγει με ταχύτητα· εναντίον του δράκοντας αυτού του πανούργου και διεστραμμένου. Και ο Κυριος θα φονεύση τον μεγάλον αυτόν δράκοντα.
 
Ησ. 27,2 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀμπελὼν καλὸς ἐπιθύμημα ἐξάρχειν κατ᾿ αὐτῆς.
Ησ. 27,2 Κατά την ημέραν εκείνην ο νέος λαός του Κυρίου θα ανακηρυχήη αμπελών ωραίος και καρποφόρος. Επιθυμία είναι, από αυτόν να αρχίσ·η το επινίκειον άσμα.
 
Ησ. 27,3 ἐγὼ πόλις ὀχυρά, πόλις πολιουρκουμένη, μάτην ποτιῶ αὐτήν· ἁλώσεται γὰρ νυκτός, ἡμέρας δὲ πεσεῖται τὸ τεῖχος.
Ησ. 27,3 Εγώ, λέγει η Βαβυλών, είμαι πόλις οχυρά, η οποία όμως πολιορκείται. Εις μάτην περιβρέχεται η πόλις μου από τα ύδατα του ποταμού. Διότι αυτή εν καιρώ νυκτός θα κυριευθή και θα καταστροφή. Κατά δε την ημέραν θα κρημνισθούν τα τείχη της.
 
Ησ. 27,4 οὐκ ἔστιν ἣ οὐκ ἐπελάβετο αὐτῆς· τίς με θήσει φυλάσσειν καλάμην ἐν ἀγρῷ; διὰ τὴν πολεμίαν ταύτην ἠθέτηκα αὐτήν· τοίνυν διὰ τοῦτο ἐποίησε Κύριος πάντα ὅσα συνέταξε. κατακέκαυμαι,
Ησ. 27,4 Δεν υπάρχει δύναμις, η οποία δεν εχρησιμοποιήθη δια την άμυναν της. Παρ' όλον τούτο θα καταστραφή. Ποιός θα με θέση αγροφύλακα, να φυλάττω καλαμιάν εις την πεδιάδα, προκειμένου να αποφύγω την κα-ταστροφήν; Προτιμώ τούτο από το να φρουρώ την οχυράν αυτήν πόλιν. Επειδή η πόλις αυτή ήτο εχθρά εναντίον μου, την κατέστρεψα. Δια την εχθρότητά της ο Κυριος επραγματοποίησεν όλα, όσα είχεν αποφασίσει. Και εκείνη θα φωνάξη· “έχω κατακαή”.
 
Ησ. 27,5 βοήσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ, ποιήσωμεν εἰρήνην αὐτῷ, ποιήσωμεν εἰρήνην.
Ησ. 27,5 Θα φωνάζουν δυνατά, όσοι κατοικούν εντός αυτής· ας κάμωμεν, λοιπόν, ειρήνην με αυτόν. Ας συνάψομεν ειρήνην” !
 
Ησ. 27,6 οἱ ἐρχόμενοι, τέκνα Ἰακώβ, βλαστήσει καὶ ἐξανθήσει Ἰσραήλ, καὶ ἐμπλησθήσεται ἡ οἰκουμένη τοῦ καρποῦ αὐτοῦ,
Ησ. 27,6 Εις την μέλλουσαν να ακολουθήση γενεάν, τέκνα του πνευματικού Ιακώβ θα βλαστήσουν, και τέκνα του νέου Ισραήλ θα ανθίσουν και η οικουμένη θα γεμίση από τους καρπούς των τέκνων αυτών.
 
Ησ. 27,7 μὴ ὡς αὐτὸς ἐπάταξε, καὶ αὐτὸς οὕτως πληγήσεται, καὶ ὡς αὐτὸς ἀνεῖλεν, οὕτως ἀναιρεθήσεται;
Ησ. 27,7 Μηπως ο εχθρός του Ισραήλ, όπως εκτύπησε τους Ισραηλίτας, κατά παρόμοιον τρόπον δεν θα κτυπηθή και αυτός από τον Θεόν; Η όπως εφόνευσε τους Ισραηλίτας, έτσι και αυτός δεν θα φονευθή ; Οχι, αλλά πολύ περισσότερον, μέχρις εξοντώσεως.
 
Ησ. 27,8 μαχόμενος καὶ ὀνειδίζων ἐξαποστελεῖ αὐτούς· οὐ σὺ ἦσθα ὁ μελετῶν τῷ πνεύματι τῷ σκληρῷ ἀνελεῖν αὐτοὺς πνεύματι θυμοῦ;
Ησ. 27,8 Ο Κυριος τιμωρών και εζευτελίζων τον απειθή ισραηλιτικον λαόν, θα τον εξαποστείλη εις εξορίαν. Δεν είσαι συ, Κυριε, ο οποίος εμελετούσες εις την αδέκαστον δικαιοσύνην σου και ελάμβανες την απόφασιν να τους φονεύσης με την ορμητικήν καταστρεπτικήν πνοήν σου κατά την δικαίαν εκρηξιν του θυμού σου;
 
Ησ. 27,9 διὰ τοῦτο ἀφαιρεθήσεται ἡ ἀνομία Ἰακώβ, καὶ τοῦτό ἐστιν ἡ εὐλογία αὐτοῦ, ὅταν ἀφέλωμαι τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ, ὅταν θῶσι πάντας τοὺς λίθους τῶν βωμῶν κατακεκομμένους ὡς κονίαν λεπτήν· καὶ οὐ μὴ μείνῃ τὰ δένδρα αὐτῶν, καὶ τὰ εἴδωλα αὐτῶν ἐκκεκομμένα ὥσπερ δρυμὸς μακράν.
Ησ. 27,9 Με την τιμωρίαν όμως αυτήν θα αφαιρεθή η αμαρτία του ισραηλιτικού λαού· ευλογία δι' αυτόν θα είναι τούτο· Οταν δηλαδή εγώ εξαλείψω την αμαρτίαν του, όταν αυτοί κρημνίσουν και κατακάψουν τους λίθους των βωμών και τους μεταβάλουν εις λεπτήν κόνιν, τότε δεν θα μείνει κανένα από τα ιερά δένδρα των ειδωλολατρικών τόπων και τα είδωλα αυτών θα κατακομματιαστούν, όπως κόβεται πυκνόν δάσος εις μακρυνήν περιοχήν.
 
Ησ. 27,10 τὸ κατοικούμενον ποίμνιον ἀνειμένον ἔσται, ὡς ποίμνιον καταλελειμμένον καὶ ἔσται πολὺν χρόνον εἰς βόσκημα, καὶ ἐκεῖ ἀναπαύσονται ποίμνια.
Ησ. 27,10 Το λογικόν ποίμνιον, που κατοικεί τώρα μέσα εις την πόλιν, θα μείνη έρημον σαν ποίμνιον, που έχει εγκαταλειφθή. Επί πολύν χρόνον εγκαταλελειμμένη η κατοικία σου θα μεταβληθή εις βοσκότοπον και εκεί θα αναπαύωνται κοπάδια ζώων.
 
Ησ. 27,11 καὶ μετὰ χρόνον οὐκ ἔσται ἐν αὐτῇ πᾶν χλωρὸν διὰ τὸ ξηρανθῆναι. γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπὸ θέας, δεῦτε· οὐ γὰρ λαός ἐστιν ἔχων σύνεσιν, διὰ τοῦτο οὐ μὴ οἰκτειρήσῃ ὁ ποιήσας αὐτούς, οὐδὲ ὁ πλάσας αὐτοὺς οὐ μὴ ἐλεήσῃ.
Ησ. 27,11 Επειτα από βραχύ χρονικόν διάστημα δεν θα υπάρχη εις την χώραν αυτήν κανένα χλωρόν χορτάρι, διότι όλα θα ξηρανθούν. Γυναίκες, που έρχεσθε από το θλιβερόν αυτό θέαμα, ελάτε να θρηνήσετε. Επήλθεν η τρομερά αυτή καταστροφή, διότι ο λαός, που κατοικούσεν εκεί, ήτο ασύνετος. Δια τούτο ο Θεός των, ο ποιητής των, δεν θα τους λυπηθή. Ο πλάστης των Κυριος δεν θα τους ελεήση.
 
Ησ. 27,12 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ συμφράξει ὁ Θεὸς ἀπὸ τῆς διώρυγος τοῦ ποταμοῦ ἕως Ῥινοκορούρων, ὑμεῖς δὲ συναγάγετε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ κατὰ ἕνα ἕνα.
Ησ. 27,12 Κατά την σωτήριον όμως εκείνην ημέραν θα περικλείση ασφαλή ο Κυριος την περιοχήν από της κοίτης του ποταμού Ευφράτου έως τον χείμαρρον Ρινοκορούρων, που διασχίζει τα σύνορα της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης. Σεις δε θα συγκεντρώσετε ένα ένα τους υιούς του Ισραήλ.
 
Ησ. 27,13 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ σαλπιοῦσι τῇ σάλπιγγι τῇ μεγάλῃ, καὶ ἥξουσιν οἱ ἀπολόμενοι ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Ἀσσυρίων καὶ οἱ ἀπολόμενοι ἐν Αἰγύπτῳ καὶ προσκυνήσουσι τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιον ἐν Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 27,13 Κατά την χαρμόσυνον εκείνην ημέραν θα σαλπίσουν με την μεγάλην και ισχυράν σάλπιγγα και θα έλθουν εκείνοι, οι οποίοι εθεωρούντο ως χαμένοι οριστικώς εις την χώραν των Ασσυρίων, και οι χαμένοι εις την Αίγυπτον και θα προσκυνήσουν τον Κυριον στο όρος το άγιον, την Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 28,1 Οὐαὶ τῷ στεφάνῳ τῆς ὕβρεως, οἱ μισθωτοὶ Ἐφραίμ· τὸ ἄνθος τὸ ἐκπεσὸν ἐκ τῆς δόξης ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους τοῦ παχέος, οἱ μεθύοντες ἄνευ οἴνου.
Ησ. 28,1 Αλλοίμονον εις την με αλαζονείαν και αυθάδειαν στεφανωμένην Σαμάρειαν! Αλλοίμονον στους μισθοφόρους Ισραηλίτας στρατιώτας! Η ολάνθιστος δόξα των εμαράνθη κοι έπεσεν επάνω εις την κορυφήν κατταφύτου όρους. Αλλοίμονον στους Ισραηλίτας, αυτούς οι οποίοι είναι μεθυσμένοι χωρίς οίνον!
 
Ησ. 28,2 ἰδοὺ ἰσχυρὸν καὶ σκληρὸν ὁ θυμὸς Κυρίου ὡς χάλαζα καταφερομένη οὐκ ἔχουσα σκέπην, βίᾳ καταφερομένη· ὡς ὕδατος πολὺ πλῆθος σῦρον χώραν τῇ γῇ ποιήσει ἀνάπαυσιν ταῖς χερσί.
Ησ. 28,2 Διότι ιδού, μεγάλη και σκληρά είναι η οργή του Κυρίου εναντίον των. Εκσπᾷ ως χάλαζα, οποία επιπίπτει με ορμήν, και από την οποίαν δεν υπάρχει σκέπη προς προφύλαξιν, διότι ακατάσχετος είναι η ορμή της. Ομοιάζει προς την μεγάλην ορμητικήν πλημμύραν, που παρασύρει κάθε τι το οποίον θα συνάντηση στον δρόμον της, στον χώρον από όπου διέρχεται και καταδικάζει ως εκ τούτου εις αργίαν τας χείρας των γεωργών.
 
Ησ. 28,3 καὶ τοῖς ποσὶ καταπατηθήσεται ὁ στέφανος τῆς ὕβρεως, οἱ μισθωτοὶ τοῦ Ἐφραίμ.
Ησ. 28,3 Με τα πόδια των εχθρών θα καταπατηθή ο στέφανος της αλαζονείας, θα συντριβούν οι μισθοφόροι της φυλής Εφραίμ.
 
Ησ. 28,4 καὶ ἔσται τὸ ἄνθος τὸ ἐκπεσὸν τῆς ἐλπίδος τῆς δόξης ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ ὄρους τοῦ ὑψηλοῦ ὡς πρόδρομος σύκου, ὁ ἰδὼν αὐτό, πρὶν ἢ εἰς τὴν χεῖραν αὐτοῦ λαβεῖν, θελήσει αὐτὸ καταπιεῖν.
Ησ. 28,4 Και το άνθος, που εμαράνθη και εξέπεσε, και έσβησεν η ελπίδα, που του παρείχεν η ομορφιά του και η δόξα του, θα είναι σαν πρωτόβγαλτο σύκο επάνω εις την κορυφήν υψηλού όρους, το οποίον εκείνος που θα το ίδη, θα θελήση, πριν το αρπάση εις τα χέρια του, να το καταπιή με βουλιμίαν. Αυτή θα είναι η μανία και ο πόθος των εχθρών κατά της Σαμαρείας.
 
Ησ. 28,5 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσται Κύριος σαβαὼθ ὁ στέφανος τῆς ἐλπίδος ὁ πλακεὶς τῆς δόξης τῷ καταλειφθέντι μου λαῷ·
Ησ. 28,5 Κατά την μεγάλην όμως εκείνην ημέραν ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ, θα είναι στον απολειφθέντα λαόν μου καλοπλεγμένος στέφανος δόξης.
 
Ησ. 28,6 καταλειφθήσονται ἐπὶ πνεύματι κρίσεως ἐπὶ κρίσιν καὶ ἰσχὺν κωλύων ἀνελεῖν.
Ησ. 28,6 Θα απομείνουν τότε άνθρωποι με πνεύμα δικαιοσύνης, δια να κρίνουν εν δικαιοσύνη και οι οποίοι θα εμποδίζουν τους ισχυρούς, να εκτρέπωνται εις φόνους.
 
Ησ. 28,7 οὗτοι γὰρ οἴνῳ πεπλανημένοι εἰσίν, ἐπλανήθησαν διὰ τὸ σίκερα· ἱερεὺς καὶ προφήτης ἐξέστησαν διὰ τὸ σίκερα, κατεπόθησαν διὰ τὸν οἶνον, ἐσείσθησαν ἀπὸ τῆς μέθης, ἐπλανήθησαν· τοῦτ᾿ ἔστι φάσμα.
Ησ. 28,7 Θα υπάρχουν βέβαια και οι άνθρωποι οι μέθυσοι, οι οποίοι θα κλονίζωνται να πέσουν από την οινοποσίαν· αυτοί, που θα τρικλίζουν από τα οινοπνευματώδη ποτά. Και αυτοί ακόμη οι ιερείς και προφήται θα έχουν περιέλθει εις κατάστασιν σκοτισμού από τα οινοπνευματώδη ποτά. Εχουν κυριολεκτικώς βυθισθή και απορροφηθή εις την οινοποσίαν. Παρεπλανήθησαν στον δρόμον των. Οικτρόν φάντασμα θα είναι η εμφάνισις των αυτή !
 
Ησ. 28,8 ἀρὰ ἔδεται ταύτην τὴν βουλήν· αὕτη γὰρ ἡ βουλὴ ἕνεκεν πλεονεξίας.
Ησ. 28,8 Κατάρα θα φάγη αυτήν την ροπήν προς την οινοποσίαν, διότι αυτή η απόφασίς των προέρχεται από τον αχοόταστον πόθον του οίνου.
 
Ησ. 28,9 τίνι ἀνηγγείλαμεν κακὰ καὶ τίνι ἀνηγγείλαμεν ἀγγελίαν, οἱ ἀπογεγαλακτισμένοι ἀπὸ γάλακτος, οἱ ἀπεσπασμένοι ἀπὸ μαστοῦ;
Ησ. 28,9 Και οι μέθυσοι άρχοντες ερωτούν· “εναντίον τίνος ημείς προανηγγείλαμεν θλίψεις και τιμωρίας; Εναντίον τίνος εκηρύξαμεν απειλητικά μηνύματα; Ημεϊς, οι οποίοι είμεθα σαν τα αθώα νήπια, που μόλις τώρα έπαυσαν να τρώγουν γάλα, μόλις τώρα απεμακρύνθησαν από τον μητρικόν μαστόν;
 
Ησ. 28,10 θλῖψιν ἐπὶ θλῖψιν προσδέχου, ἐλπίδα ἐπ᾿ ἐλπίδι, ἔτι μικρὸν ἔτι μικρὸν
Ησ. 28,10 Θλίψιν επάνω εις την θλίψιν μας λέγετε να περιμένωμεν. Ελπίδα επάνω εις την ελπίδα μας υπόσχεσθε, ακόμη ολίγον χρόνον, ολίγον χρόνον ακόμη και θα γίνουν αυτά”.
 
Ησ. 28,11 διὰ φαυλισμὸν χειλέων διὰ γλώσσης ἑτέρας, ὅτι λαλήσουσι τῷ λαῷ τούτῳ
Ησ. 28,11 Δια τον εκφαυλισμόν και την καταφρόνησιν του προφητικού κηρύγματος, δια την παράδοξον υβριστικήν γλώσσαν των θα επιτρέψη ο Θεός να λαλήσουν εναντίον του λαού αυτού οι κατακτηταί,
 
Ησ. 28,12 λέγοντες αὐτῷ· τοῦτο τὸ ἀνάπαυμα τῷ πεινῶντι καὶ τοῦτο τὸ σύντριμμα, καὶ οὐκ ἠθέλησαν ἀκούειν.
Ησ. 28,12 λέγοντες· “η ανάπαυσις και ο χορτασμός στον υποφέροντα Ιουδαϊκόν λαόν είναι η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Και ιδού τώρα ποιά είναι η καταστροφή του λαού αυτού εξ αιτίας της παρακοής στον λόγον του Κυρίου”. Αυτοί δεν ηθέλησαν να ακούσουν και να εννοήσουν τούτο.
 
Ησ. 28,13 καὶ ἔσται αὐτοῖς τὸ λόγιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ θλῖψις ἐπὶ θλῖψιν, ἐλπὶς ἐπ᾿ ἐλπίδι, ἔτι μικρὸν ἔτι μικρόν, ἵνα πορευθῶσι καὶ πέσωσιν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ κινδυνεύσουσι καὶ συντριβήσονται καὶ ἁλώσονται.
Ησ. 28,13 Δια τούτο και θα πραγματοποιθή εις αυτούς ο λόγος Κυρίου του Θεού. Η μία θλίψις θα είναι συνέχεια της άλλης θλίψεως, έφ' όσον παροοκούουν στον Κυριον. Εντός ολίγου θα συμβούν αυτά, δια να πορευθούν οι καταφρονηταί του Θεού εις αιμαλωσίαν και να πέσουν οι υπισθοχωρούντες· να κινδυνεύσουν, να συντριβούν και να συλληφθούν αιχμάλωτοι.
 
Ησ. 28,14 διὰ τοῦτο ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄνδρες τεθλιμμένοι καὶ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ ἐν Ἰερουσαλήμ·
Ησ. 28,14 Δια τούτο, ακούσατε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου σεις οι θλιμμένοι άνδρες και οι άρχοντες του λαού τούτου, που κατοικεί εις την Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 28,15 ὅτι εἴπατε· ἐποιήσαμεν διαθήκην μετὰ τοῦ ᾅδου καὶ μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκας, καταιγὶς φερομένη ἐὰν παρέλθῃ οὐ μὴ ἔλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς· ἐθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα.
Ησ. 28,15 Διότι σεις είπατε· “εκάμαμεν συμφωνίαν με τον άδην, υπεγράψαμεν συμβόλαιον με τον θάνατον και έτσι, εάν εκσπάση βιαία καταιγίς συμφοράς δεν θα επέλθη εναντίον μας. Εθέσαμεν την ελπίδα μας επάνω στο ψεύδος και με το ψεύδος αυτό θα σκεπασθώμεν, δια να αποφύγωμεν τον κίνδυνον”!
 
Ησ. 28,16 διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβαλῶ εἰς τὰ θεμέλια Σιὼν λίθον πολυτελῆ ἐκλεκτὸν ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῇ.
Ησ. 28,16 Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· “ιδού, εγώ θα θέσω εις τα θεμέλια της πνευματικής Σιών λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, πολύτιμον· και εκείνος, ο οποίος θα πιστεύση και θα στηρίξη την πεποίθησίν του στον λίθον τούτον, δεν θα εντροπιασθή.
 
Ησ. 28,17 καὶ θήσω κρίσιν εἰς ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλεημοσύνη μου εἰς σταθμούς, καὶ οἱ πεποιθότες μάτην ψεύδει· ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ὑμᾶς καταιγίς,
Ησ. 28,17 Θα θέσω την δικαιοσύνην μαζή με την ελπίδα, το δε έλεός μου θα είναι πλούσιον. Και σεις, που έστηρίξατε την πεποίθησίν σας στο ψεύδος, ματαίως ηλπίσατε, ότι δεν θα επέλθη εναντίον σας η καταιγίς.
 
Ησ. 28,18 μὴ καὶ ἀφέλῃ ὑμῶν τὴν διαθήκην τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἐλπὶς ὑμῶν ἡ πρὸς τὸν ᾅδην οὐ μὴ ἐμμείνῃ· καταιγὶς φερομένη ἐὰν ἐπέλθῃ, ἔσεσθε αὐτῇ εἰς καταπάτημα.
Ησ. 28,18 Και ότι δεν θα αφαιρέση τάχα και δεν θα καταλύση την συνθήκην σας με τον θάνατον. Η ελπίδα σας, που εστηρίξατε στον άδην, δεν θα παραμείνη. Οταν δε επέλθη εναντίον σας η ορμητική καταιγίς, θα σας καταπατήση.
 
Ησ. 28,19 ὅταν παρέλθῃ, λήψεται ὑμᾶς· πρωΐ πρωΐ παρελεύσεται ἡμέρας, καὶ ἐν νυκτὶ ἔσται ἐλπὶς πονηρά· μάθετε ἀκούειν.
Ησ. 28,19 Οταν εκσπάση αυτή η καταιγίς, θα σας παραλάβη και θα σας παρασύρη. Καποιαν ημέραν πρωϊ πρωϊ θα επέλθη και κατά την νύκτα θα περιμένετε με τρόμον συμφοράς και ολέθρους”. Μαθετε λοιπόν τώρα, που ακόμη είναι καιρός, να υπακούετε στο θέλημα του Κυρίου.
 
Ησ. 28,20 στενοχωρούμενοι οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι, αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν τοῦ ὑμᾶς συναχθῆναι.
Ησ. 28,20 Διότι άλλως θα πολιορκηθήτε από τους εχθρούς σας και θα λέγετε· “Επειδή στενοχωρούθα από όλα τα σημεία, δεν είμεθα εις θέσιν να πολεμήσωμεν. Είμεθα ασθενείς και ανίκανοι να συγκεντρωθώμεν εις πόλεμον”.
 
Ησ. 28,21 ὥσπερ ὄρος ἀσεβῶν ἀναστήσεται Κύριος, καὶ ἔσται ἐν τῇ φάραγγι Γαβαών· μετὰ θυμοῦ ποιήσει τὰ ἔργα αὐτοῦ, πικρίας ἔργον· ὁ δὲ θυμὸς αὐτοῦ ἀλλοτρίως χρήσεται, καὶ ἡ πικρία αὐτοῦ ἀλλοτρία.
Ησ. 28,21 Θα εγερθή ο Κυριος εναντίον του αμαρτωλού Ιουδαϊκού λαού, όπως επολέμησεν άλλοτε τους ασεβείς επάνω στο όρος. Θα γίνη ο,τι και εις την κοιλάδα Γαβαών. Με θυμόν θα πραγματοποίηση τα εναντίον των Ιουδαίων έργα του ο Κυριος. Και το έργον του αυτό θα είναι πικρόν και σκληρόν δια σας. Ο θυμός του Κυρίου θα είναι διαφορετικός από άλλοτε. Ασυνήθης η πικρά τιμωρία, την οποίαν θα χρησιμοποίηση εναντίον των αμαρτωλών Ιουδαίων.
 
Ησ. 28,22 καὶ ὑμεῖς μὴ εὐφρανθείητε, μηδὲ ἰσχυσάτωσαν ὑμῶν οἱ δεσμοὶ διότι συντετελεσμένα καὶ συντετμημένα πράγματα ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ, ἃ ποιήσει ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.
Ησ. 28,22 Λοιπόν, σεις μη ευφραίνεσθε και μη στηρίζεσθε στους δεσμούς και τας συμμαχίας σας με τους Αιγυπτίους, διότι εγώ ήκουσα από τον Κυριον παντοκράτορα αποφάσεις και πράγματα βέβαια, σαν να έχουν ήδη πραγματοποιηθή εις βραχύν χρόνον. Ηκουσα όλα εκείνα, τα οποία θα πραγματοποίηση εις βάρος όλης της χώρας σας.
 
Ησ. 28,23 ἐνωτίζεσθε καὶ ἀκούετε τῆς φωνῆς μου, προσέχετε καὶ ἀκούεται τοὺς λόγους μου.
Ησ. 28,23 Βαλτε μέσα εις τα αυτιά σας, ακούστε την φωνήν μου, δώστε προσοχήν και ακούστε τους λόγους, που θα σας πω.
 
Ησ. 28,24 μὴ ὅλην τὴν ἡμέραν ἀροτριάσει ὁ ἀροτριῶν; ἢ σπόρον προετοιμάσει πρὶν ἐργάσασθαι τὴν γῆν;
Ησ. 28,24 Μηπως ο γεωργός, που κάνει χωράφι, θα οργώνη όλας τάςημέρας τον αγρόν του; Πριν αρχίση το οργωμα του αγρού, δεν προετοιμάζει τον σπόρον;
 
Ησ. 28,25 οὐχ ὅταν ὁμαλίσῃ τὸ πρόσωπον αὐτῆς, τότε σπείρει μικρὸν μελάνθιον ἢ κύμινον καὶ πάλιν σπείρει πυρὸν καὶ κριθὴν καὶ κέγχρον καὶ ζέαν ἐν τοῖς ὁρίοις σου;
Ησ. 28,25 Ο γεωργός, δηλαδή, αφού οργώση και σβαρνίση τον αγρόν του, τότε δεν σπείρει ολίγον σπύρον του μελανθίου η το κύμινον και πάλιν κατόπιν σπείρει το σιτάρι η το κριθάρι η το κεχρί η το ασπροκαλάμποκο εις τα όρια του αγρού του;
 
Ησ. 28,26 καὶ παιδευθήσῃ κρίματι Θεοῦ σου καὶ εὐφρανθήσῃ.
Ησ. 28,26 Διάφορα σπέρματα, στον κατάλληλον καιρόν και υστέρα από την πρέπουσαν καλλιέργειαν, τα σπείρει ο γεωργός. Και συ, ο πνευματικός αγρός του Κυρίου, θα παιδαγωγηθ·ης με την ασύγκριτον δικαιοσύνην και αγαθότητα του Θεού σου. " Ετσι δε παιδαγωγούμενος θα απόκτησης χαράν και ειρήνην.
 
Ησ. 28,27 οὐ γὰρ μετὰ σκληρότητος καθαίρεται τὸ μελάνθιον, οὐδὲ τροχὸς ἁμάξης περιάξει ἐπὶ τὸν κύμινον, ἀλλὰ ῥάβδῳ τινάσσεται τὸ μελάνθιον,
Ησ. 28,27 Με πατρικήν αγάπην θα σας παιδαγωγήση ο Θεός, διότι το μελάνθιον δεν καθαρίζεταί με σκληρά κτυπήματα, ούτε οι τροχοί της αλωνιστικής αμάξης θα κυλίωνται επάνω στο κύμινον δια τον καθαρισμόν του, αλλά με ραβδί μόνον τινάσσεται το μελάνθιον.
 
Ησ. 28,28 τὸ δὲ κύμινον μετὰ ἄρτου βρωθήσεται. οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ἐγώ εἰμι ὑμῖν ὀργισθήσομαι, οὐδὲ φωνὴ τῆς πικρίας μου καταπατήσει ὑμᾶς.
Ησ. 28,28 Το δε κύμινον ζυμώνεται και τρώγεται μαζή με το ψωμί, το οποίον και νοστιμαίνει. Ετσι πράττω και εγώ, λέγει ο Κυριος. Διότι δεν θα κρατήσω την οργήν μου εναντίον σας αιωνίως, ούτε ο αυστηρός και πικρός δια σας λόγος μου θα σας καταπάτηση και θα σας συντρίψη”.
 
Ησ. 28,29 καὶ ταῦτα παρὰ Κυρίου σαβαὼθ ἐξῆλθε τὰ τέρατα· βουλεύσασθε, ὑψώσατε ματαίαν παράκλησιν.
Ησ. 28,29 Ολα αυτά τα καταπληκτικά γεγονότα ανηγγέλθησαν από τον Κυριον παντοκράτορα. Σκεφθήτε καλά, απομακρύνατε από την καρδίαν σας κάθε αλ-λην ματαίαν και ανωφελή παρηγορίαν.
 
Ησ. 29,1 Οὐαὶ Ἀριὴλ πόλις, ἣν ἐπολέμησε Δαυίδ· συναγάγετε γεννήματα ἐνιαυτὸν ἐπὶ ἐνιαυτόν, φάγεσθε, φάγεσθε γὰρ σὺν Μωάβ.
Ησ. 29,1 Αλλοίμονον εις την πόλιν Αριήλ, δηλαδή την Ιερουσαλήμ, την οποίαν άλλοτε επολέμησε και κατέλαβεν ο Δαυίδ ! Συγκεντρώσατε τα προϊόντα του τόπου σας το ένα έτος μετά το άλλο. Φαγετε, διότι θα τα φάγετε μαζή με τους Μωαβίτας!
 
Ησ. 29,2 ἐκθλίψω γὰρ Ἀριήλ, καὶ ἔσται αὐτῆς ἡ ἰσχὺς καὶ ὁ πλοῦτος ἐμοί.
Ησ. 29,2 Εγώ θα αποστείλω βαρείας θλίψεις εναντίον της πόλεως Αριήλ. Η δύναμίς της και ο πλούτος της θα περιέλθουν τελικώς εις εμέ.
 
Ησ. 29,3 καὶ κυκλώσω ὡς Δαυὶδ ἐπὶ σὲ καὶ βαλῶ περὶ σὲ χάρακα καὶ θήσω περὶ σὲ πύργους,
Ησ. 29,3 Οπως άλλοτε ο Δαυίδ, θα σε περικυκλώσω, θα βάλω ολόγυρά σου χαράκωμα, θα στήσω πολιορκητικούς πύργους.
 
Ησ. 29,4 καὶ ταπεινωθήσονται εἰς τὴν γῆν οἱ λόγοι σου, καὶ εἰς τὴν γῆν οἱ λόγοι σου δύσονται· καὶ ἔσται ὡς οἱ φωνοῦντες ἐκ τῆς γῆς ἡ φωνή σου, καὶ πρὸς τὸ ἔδαφος ἡ φωνή σου ἀσθενήσει.
Ησ. 29,4 Τοτε οι αλαζονικοί λόγοι σου θα ταπεινωθούν, θα πέσουν άπρακτοι εις την γην, θα βυθισθούν οι λόγοι σου στο χώμα. Η φωνή σου θα είναι τόσον ασθενική, ωσάν την φωνήν εκείνων που ομιλούν από τα βάθη της γης. Θα εξασθένηση η φωνή σου, σαν να βγαίνη από το έδαφος.
 
Ησ. 29,5 καὶ ἔσται ὡς κονιορτὸς ἀπὸ τροχοῦ ὁ πλοῦτος τῶν ἀσεβῶν καὶ ὡς χνοῦς φερόμενος τὸ πλῆθος τῶν καταδυναστευόντων σε, καὶ ἔσται ὡς στιγμὴ παραχρῆμα
Ησ. 29,5 Τα πλούτη των ασεβών θα γίνουν σαν τον κονιορτόν, που σηκώνεται από τους τροχούς των αμαξών. Το πλήθος αυτών, που σε καταδυναστεύουν, ω Ιερουσαλήμ, θα γίνη σαν το χνούδι που το σηκώνει και το διασκορπίζει ο άνεμος. Σαν σε μια στιγμή θα γίνη η καταστροφή
 
Ησ. 29,6 παρὰ Κυρίου σαβαώθ· ἐπισκοπὴ γὰρ ἔσται μετὰ βροντῆς καὶ σεισμοῦ καὶ φωνῆς μεγάλης, καταιγὶς φερομένη καὶ φλὸξ πυρὸς κατεσθίουσα.
Ησ. 29,6 από τον Κυριον των δυνάμεων. Διότι ο Κυριος θα επισκεφθή τους εχθρούς σου με βροντήν και σεισμόν και φωνήν μεγάλην. Θα υμοιαζη η επίσκεψις του με ορμητικήν καταιγίδα, με φλόγα πυρός, η οτοία θα κατατρώγη τα πάντα.
 
Ησ. 29,7 καὶ ἔσται ὡς ὁ ἐνυπνιαζόμενος καθ᾿ ὕπνους νυκτὸς ὁ πλοῦτος ἁπάντων τῶν ἐθνῶν, ὅσοι ἐπεστράτευσαν ἐπὶ Ἀριήλ, καὶ πάντες οἱ στρατευσάμενοι ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ πάντες οἱ συνηγμένοι ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ θλίβοντες αὐτήν.
Ησ. 29,7 Ο πλούτος, τον οποίον περιμένουν να αποκτήσουν από σε οι εχθροί σου, αυτοί που εξεστράτευσαν εναντίον σου, ω Αριήλ, θα μοιάζη με τον πλούτον, που βλέπει κανείς εις όνειρον κατά τον νυκτερινόν ύπνον του. Ολοι όσοι θα εκστρατεύσουν εναντίον της Ιερουσαλήμ, όλοι, όσοι θα έχουν συγκεντρωθη γύρω από αυτήν, και την καταθλίβουν με πολιορκίαν και πολεμικάς επιχειρήσεις, θα αποτύχουν.
 
Ησ. 29,8 καὶ ἔσονται ὡς οἱ ἐν τῷ ὕπνῳ πίνοντες καὶ ἔσθοντες, καὶ ἐξαναστάντων μάταιον αὐτῶν τὸ ἐνύπνιον, καὶ ὃν τρόπον ἐνυπνιάζεται ὁ διψῶν ὡς πίνων καὶ ἐξαναστὰς ἔτι διψᾷ, ἡ δὲ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς κενὸν ἤλπισεν, οὕτως ἔσται ὁ πλοῦτος τῶν ἐθνῶν πάντων, ὅσοι ἐπεστράτευσαν ἐπὶ τὸ ὄρος Σιών.
Ησ. 29,8 Και θα ομοιάζουν με εκείνους, οι οποίοι κατά το διάστημα του ύπνου των ονειρεύονται ότι τρώγουν και πίνουν. Οταν δε εξυπνήσουν, βλέπουν ότι είναι μάταιον και ψευδές το όνειρόν των. Θα είναι όπως ο διψασμένος, ο οποίος βλέπει όνειρον ότι πίνει, εξυπνά δε και αισθάνεται ότι ακόμη διψά. Η ψυχή του έχει ματαίως ελπίσει να ξεδιψάση. Ετσι θα είναι και ο πλούτος, τον οποίον νομίζουν όλα τα έθνη ότι θα αποκτήσουν από την λαφυραγωγίαν σου, όλοι όσοι έχουν εκστρατεύσει εναντίον του όρους Σιών, εναντίον της Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 29,9 ἐκλύθητε καὶ ἔκστητε καὶ κραιπαλήσατε οὐκ ἀπὸ σίκερα οὐδὲ ἀπὸ οἴνου·
Ησ. 29,9 Παραλύσατε από φόβον σεις οι εχθροί της Ιερουσαλήμ. Περιπέσατε εις σύγχυσιν, καταντήσατε εις κραιπάλην και μέθην, η οποία δημιουργείται όχι από οινοπνευματώδη ποτά, ούτε από τον οίνον, αλλά από την αλαζονείαν και τον σκοτισμόν της αμαρτίας.
 
Ησ. 29,10 ὅτι πεπότικεν ὑμᾶς Κύριος πνεύματι κατανύξεως καὶ καμμύσει τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν καὶ τῶν προφητῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχόντων αὐτῶν, οἱ ὁρῶντες τὰ κρυπτά.
Ησ. 29,10 Θα πάθετε αυτά, διότι ο Κυριος επέτρεψε να ποτισθήτε πνεύμα νάρκης και ηθικής αναισθησία. Παρεχώρησε να κλείσουν τα μάτια της διανοίας σας, τα μάτια και αυτών των προφητών σας και των αρχόντων σας οι οποίοι καθήκον και αποστολήν έχουν, να βλέπουν τα κρυπτά και απόρρητα του Θεού.
 
Ησ. 29,11 καὶ ἔσονται ὑμῖν τὰ ῥήματα πάντα ταῦτα ὡς οἱ λόγοι τοῦ βιβλίου τοῦ ἐσφραγισμένου τούτου, ὃ ἐὰν δῶσιν αὐτὸ ἀνθρώπῳ ἐπισταμένῳ γράμματα λέγοντες· ἀνάγνωθι ταῦτα· καὶ ἐρεῖ· οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι, ἐσφράγισται γάρ.
Ησ. 29,11 Λογω της ηθικής σας νάρκης όλοι αυτοί οι λόγοι του Κυρίου θα είναι σαν τους λόγους του βιβλίου, το οποίον μένει σφραγισμένον και κλεισμένον. Αυτό, εάν δοθή εις άνθρωπον, ο οποίος γνωρίζει γράμματα και ειπούν προς αυτόν· Διάβασε αυτά που περιέχει το βιβλίον· εκείνος θα απαντήση· δεν ημπορώ να ανανγνώσω, διότι το βιβλίον είναι κλεισσμένον και σφραγισμένον.
 
Ησ. 29,12 καὶ δοθήσεται τὸ βιβλίον τοῦτο εἰς χεῖρας ἀνθρώπου μὴ ἐπισταμένου γράμματα, καὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἀνάγνωθι τοῦτο· καὶ ἐρεῖ· οὐκ ἐπίσταμαι γράμματα.
Ησ. 29,12 Και εάν ανοικτόν δοθή το βιβλίον εις χέρια ανθρώπου, ο οποίος δεν γνωρίζει γράμματα, εκείνος θα πη προς αυτόν, που του το εδωσε· διάβασέ το συ, διότι εγώ δεν ημπορώ να το διαβάσω, επειδή δεν γνωρίζω γράμματα.
 
Ησ. 29,13 Καὶ εἶπε Κύριος· ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβονταί με διδάσκοντες ἐντάλματα ἀνθρώπων καὶ διδασκαλίας.
Ησ. 29,13 Ο Κυριος είπεν· “ο λαός αυτός με πλησιάζει μόνον με τα λόγια του στόματός του, με τιμούν με τους λόγους των χειλέων των μόνον. Η ευσέβειά των περιορίζεται εις υποκριτικά λόγια, η δε καρδία των απέχει πολύ από εμέ. Ανώφελα με σέβονται, διότι εγκταλείπουν την ιδικήν μου αλήθειαν και διδάσκουν διδασκαλίας και εντολάς ανθρώπων.
 
Ησ. 29,14 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ προσθήσω τοῦ μετατεθῆναι τὸν λαὸν τοῦτον καὶ μεταθήσω αὐτοὺς καὶ ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν κρύψω.
Ησ. 29,14 Δια τούτο, ιδού εγώ, θα αποφασίσω να μετακινήσω τον λαόν αυτόν, θα τους εξορίσω, θα καταστρέψω την δήθεν σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των ψευδοσυνετών θα εξαφανίσω.
 
Ησ. 29,15 οὐαὶ οἱ βαθέως βουλὴν ποιοῦντες καὶ οὐ διὰ Κυρίου· οὐαὶ οἱ ἐν κρυφῇ βουλὴν ποιοῦντες καὶ ἔσται ἐν σκότει τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ ἐροῦσι· τίς ἑώρακεν ἡμᾶς; καὶ τίς ἡμᾶς γνώσεται ἢ ἃ ἡμεῖς ποιοῦμεν;
Ησ. 29,15 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι εύρισκουν και σκέπτονται βαθυστόχαστον τάχα βουλήν, όχι όμως σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού! Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι παίρνουν κρυφίας αποφάσεις και διαπράττουν τα πονηρά έργα των υπό το σκότος, και λέγουν· “ποιός μας βλέπει; Ποιός θα μας αναγνώριση η θα ίδη εκείνα, τα οποία ημείς πράττομεν;”
 
Ησ. 29,16 οὐχ ὡς ὁ πηλὸς τοῦ κεραμέως λογισθήσεσθε; μὴ ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ πλάσαντι αὐτό· οὐ σύ με ἔπλασας; ἢ τὸ ποίημα τῷ ποιήσαντι· οὐ συνετῶς με ἐποίησας;
Ησ. 29,16 Αλλα δεν είσθε σεις ενώπιον του Θεού σαν την λάσπην του κεραμοποιού; Αυτός δεν σας έπλασε και επομένως υπό την δικαιοδοσίαν και το βλέμμα αυτού δεν ευρίσκεσθε; Μηπως αυτό που επλάσθη από τον πηλόν θα πη εις εκείνον, που το έπλασε· “δεν με έπλασες συ”· η μήπως θα πη το έργον στον εργάτην που το έκαμε· “δεν με κατεσκεύασες ορθώς και συνετώς;”
 
Ησ. 29,17 οὐκέτι μικρὸν καὶ μετατεθήσεται ὁ Λίβανος, ὡς τὸ ὄρος τὸ Χέρμελ καὶ τὸ Χέρμελ εἰς δρυμὸν λογισθήσεται;
Ησ. 29,17 Εντός ολίγου το δασώδες όρος Λιβανος θα γίνη καρποφόρον ωσάν το καρποφόρον όρος Καρμηλος. Και το όρος Καρμηλος θα συγκαταριθμηθή εις εις δάσος άγριον, χωρίς καρποφόρα δένδρα.
 
Ησ. 29,18 καὶ ἀκούσονται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ κωφοὶ λόγους βιβλίου, καὶ οἱ ἐν τῷ σκότει καὶ οἱ ἐν τῇ ὁμίχλῃ ὀφθαλμοὶ τυφλῶν ὄψονται·
Ησ. 29,18 Κατά την ευλογημένην εκείνην ημέραν της θαυμαστής μεταβολής, οι κωφοί θα ακούσουν τα λόγια του βιβλίου τούτου. Οι οφθαλμοί των τυφλών, που ευρίσκονται μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλην, θα ιδούν αυτά.
 
Ησ. 29,19 καὶ ἀγαλλιάσονται πτωχοὶ διὰ Κύριον ἐν εὐφροσύνῃ, καὶ οἱ ἀπηλπισμένοι τῶν ἀνθρώπων ἐμπλησθήσονται εὐφροσύνης.
Ησ. 29,19 Οι πτωχοί και άσημοι θα αναγαλλιάσουν με μεγάλην ευφροσύνην δια τον Κυριον και οι απελπισμένοι μεταξύ των ανθρώπων θα πλημμυρίσουν από ευάρεστα συναισθήματα.
 
Ησ. 29,20 ἐξέλιπεν ἄνομος, καὶ ἀπώλετο ὑπερήφανος, καὶ ἐξωλοθρεύθησαν οἱ ἀνομοῦντες ἐπὶ κακίᾳ,
Ησ. 29,20 Τοτε ο παράνομος και αμαρτωλός θα έκλειψη, θα καταστραφή ο εγωϊστής και υπερήφανος, θα εξολοθρευθούν, όσοι εν τη κακία των παραβαίνουν και καταπατούν τον νόμον του Θεού·
 
Ησ. 29,21 καὶ οἱ ποιοῦντες ἁμαρτεῖν ἀνθρώπους ἐν λόγῳ· πάντας δὲ τοὺς ἐλέγχοντας ἐν πύλαις πρόσκομμα θήσουσιν ὅτι ἐπλαγίασαν ἐπ᾿ ἀδίκοις δίκαιον.
Ησ. 29,21 όπως επίσης και όλοι εκείνοι, οι οποίοι παρακινούν και οδηγούν τους άλλους ανθρώπους να αμαρτάνουν με τα λόγια των. Καθώς και εκείνοι, οι οποίοι θέτουν προσκόμματα και εμπόδια στους δικάζοντας παρά τας πύλας των πόλεων, δια να τους εξαπατήσουν και μη αποδώσουν αυτοί δικαιοσύνην. Τους παρασύρουν δια πλαγίου τρόπου να αποδίδουν δίκαιον στους αδίκους.
 
Ησ. 29,22 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακώβ, ὃν ἀφώρισεν ἐξ Ἁβραάμ· οὐ νῦν αἰσχυνθήσεται Ἰακώβ, οὐδὲ νῦν τὸ πρόσωπον μεταβαλεῖ Ἰσραήλ·
Ησ. 29,22 Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος στους απογόνους του Ιακώβ, στους Ισραηλίτας, τους οποίους εξεχώρισεν από τους άλλους απογόνους του Αβραάμ. “Τωρα δεν θα εντροπιασήη πλέον ο οίκος του Ιακώβ, ούτε θα αλλοίωση το πρόσωπόν του από τον φόβον επερχομένων δεινών.
 
Ησ. 29,23 ἀλλ᾿ ὅταν ἴδωσι τὰ τέκνα αὐτῶν τὰ ἔργα μου, δι᾿ ἐμὲ ἁγιάσουσιν τὸ ὄνομά μου καὶ ἁγιάσουσιν τὸν ἅγιον Ἰακὼβ καὶ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραὴλ φοβηθήσονται.
Ησ. 29,23 Αλλά, όταν τα τέκνα αυτών ίδουν τα έργα μου θα δοξάσουν εμέ τον άγιον Θεόν του Ιακώβ, θα φοβηθούν και θα ευλαβηθούν εμέ, τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού.
 
Ησ. 29,24 καὶ γνώσονται οἱ πλανώμενοι τῷ πνεύματι σύνεσιν, οἱ δὲ γογγύζοντες μαθήσονται ὑπακούειν, καὶ αἱ γλῶσσαι αἱ ψελλίζουσαι μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην.
Ησ. 29,24 Τοτε οι πλανώμενοι κατά το πνεύμα και την διάνοιάν των θα μάθουν σύνεσιν, αυτοί δε οι οποίοι προηγουμένως εγόγγυζαν, θα μάθουν να υπακούουν. Και αι γλώσσαι, αϊ οποίαι μόλις εψέλλιζαν, θα μάθουν να ομιλούν με καθαρότητα και σαφήνειαν περί ειρήνης.
 
Ησ. 30,1 Οὐαὶ τέκνα ἀποστάται, τάδε λέγει Κύριος. ἐποιήσατε βουλήν οὐ δι᾿ ἐμοῦ καὶ συνθήκας οὐ διὰ τοῦ πνεύματός μου προσθεῖναι ἁμαρτίας ἐφ᾿ ἁμαρτίας,
Ησ. 30,1 Αλλοίμονον εις σας τέκνα αποστάται, αυτά λέγει ο Κυριος. Επήρατε απόφασιν, οχι σύμφωνα με ο,τι εγώ θέλω. Εκάματε συνθήκας, οχι σύμφωνα με το ιδικόν μου πνεύμα, δια να προσθέσετε έτσι εις τας παλαιάς σας αμαρτίας νέας αμαρτίας.
 
Ησ. 30,2 οἱ πορευόμενοι καταβῆναι εἰς Αἴγυπτον, ἐμὲ δὲ οὐκ ἐπηρώτησαν, τοῦ βοηθηθῆναι ὑπὸ Φαραὼ καὶ σκεπασθῆναι ὑπὸ Αἰγυπτίων.
Ησ. 30,2 Ημάρτησαν και αμαρτάνουν, όσοι ανεχώρησαν να μεταβούν εις την Αίγυπτον, δια να ζητήσουν βοήθειαν από τον Φαραώ, να σκεπασθούν κάτω από την σκέπην των Αιγυπτίων, χωρίς να συμβουλευθούν εμέ προηγουμένως.
 
Ησ. 30,3 ἔσται γὰρ ὑμῖν σκέπη Φαραὼ εἰς αἰσχύνην καὶ τοῖς πεποιθόσιν ἐπ᾿ Αἴγυπτον ὄνειδος.
Ησ. 30,3 Η προστασία του Φαραώ θα είναι καταισχύνη σας, και όνειδος θα πέση επάνω εις εκείνους, οι οποίοι έχουν στηρίζει την πεποίθησίν των εις την Αίγυπτον.
 
Ησ. 30,4 ὅτι εἰσὶν ἐν Τάνει ἀρχηγοὶ ἄγγελοι πονηροί·
Ησ. 30,4 Διότι, οι Αιγύπτιοι αρχηγοί, που ευρίσκονται εις την μεγάλην αιγυπτιακήν πο-λιν Τανιν και προς τους οποίους έχουν αποσταλή οι πρεσβευταί σας, είναι κακοί άρχοντες.
 
Ησ. 30,5 μάτην κοπιάσουσι πρὸς λαόν, ὃς οὐκ ὠφελήσει αὐτοὺς οὔτε εἰς βοήθειαν, οὔτε εἰς ὠφέλειαν, ἀλλὰ εἰς αἰσχύνην καὶ ὄνειδος.
Ησ. 30,5 Ματαίως θα κοπιάσουν οι προς τον λαόν της Αιγύπτου απεσταλμένοι σας. Αυτός δεν θα τους ωφελήση εις τίποτε. Δεν θα τους δώση καμμίαν βοήθειαν, καμμίαν ωφέλειαν, αλλά τουναντίον η μετάβασίς των εις την Αίγυπτον θα γίνη αιτία εντροπής και καταισχύνης σας.
 
Ησ. 30,6 Ἡ ὅρασις τῶν τετραπόδων τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἐν τῇ θλίψει καὶ τῇ στενοχωρίᾳ, λέων καὶ σκύμνος λέοντος ἐκεῖθεν καὶ ἀσπίδες καὶ ἔκγονα ἀσπίδων πετομένων, οἳ ἔφερον ἐπὶ ὄνων καὶ καμήλων τὸν πλοῦτον αὐτῶν πρὸς ἔθνος, ὃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς.
Ησ. 30,6 Αποκαλυπτικόν όραμα των τετραπόδων, που ευρίσκονται εις την έρημον. Μέσα εις την θλιβεράν και στενόχωρον αυτήν έρημον, εμφανίζεται λέων και σκύμνος λέοντος. Επίσης δηλητηριώδεις οχιές και τα τέκνα αυτών, τα οποία πετούν. Εκεί πορεύονται οι απεσταλμένοι της Ιουδαίας φέροντες επάνω εις όνους και καμήλους τον πλούτον των δωρεών προς το έθνος των Αιγυπτίων. Αυτό όμως το έθνος δεν θα τους δώση καμμίαν βοήθειαν, καμμίαν ωφέλειαν.
 
Ησ. 30,7 Αἰγύπτιοι μάταια καὶ κενὰ ὠφελήσουσιν ὑμᾶς· ἀπάγγειλον αὐτοῖς, ὅτι ματαία ἡ παράκλησις ὑμῶν αὕτη. -
Ησ. 30,7 Οι Αιγύπτιοι ματαίαν και κούφιαν ωφέλειαν θα σας δώσουν. Συ, ω προφήτα, ανάγγειλε και κατάστησε αυτά γνωστά εις εκείνους, ότι δηλαδή η παρηγορία και η ενίσχυσις, την οποίαν αυτοί ζητούν από τους Αιγυπτίους, είναι ανύπαρκτος και απραγματοποίητος.
 
Ησ. 30,8 Νῦν οὖν καθίσας γράψον ἐπὶ πυξίου ταῦτα καὶ εἰς βιβλίον, ὅτι ἔσται εἰς ἡμέρας καιρὸν ταῦτα καὶ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα.
Ησ. 30,8 Τωρα, λοιπόν, κατόπιν των όσων είδες και άκουσες, κάθισε, γράψε αυτά εις πινακίδα ξυλίνην και εις βιβλίον, δια να λάβουν όλοι γνώσιν. Διότι αυτά θα πραγματοποιηθούν στον ωρισμένον καιρόν, θα παραμείνουν ως γεγονότα, που θα τα ενθυμούνται πάντοτε.
 
Ησ. 30,9 ὅτι λαὸς ἀπειθής ἐστιν, υἱοὶ ψευδεῖς, οἳ οὐκ ἠβούλοντο ἀκούειν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ,
Ησ. 30,9 Διότι, ο λαός αυτός, ο Ισραηλιτικός, είναι ανυπάκοος, τέκνα ψευδόμενα, που δεν ήθελαν και δεν θέλουν να ακούσουν τον νόμον του Θεού.
 
Ησ. 30,10 οἱ λέγοντες τοῖς προφήταις· μὴ ἀναγγέλλετε ἡμῖν, καὶ τοῖς τὰ ὁράματα ὁρῶσι· μὴ λαλεῖτε ἡμῖν, ἀλλὰ ἡμῖν λαλεῖτε καὶ ἀναγγέλλετε ἡμῖν ἑτέραν πλάνησιν.
Ησ. 30,10 Οι άνθρωποι αυτοί έλεγαν και λέγουν στους προφήτας· “μη αναγγέλλετε εις ημάς το θέλημα του Θεού”. Και στους βλέποντας τα προφητικά οράματα ελεγον· “μη λαλείτε εις ημάς την αλήθειαν, αλλά είπατε και αναγγείλατε εις ημάς λόγια κολακευτικά και παραπλανητικά!
 
Ησ. 30,11 καὶ ἀποστρέψατε ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἀφέλετε ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν τρίβον τοῦτον καὶ ἀφέλετε ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ,
Ησ. 30,11 Απομακρύνατέ μας έξω από τον δρόμον αυτόν του Κυρίου· βγάλτε από μπροστά μας τον δρόμον αυτόν, απομακρύνατε από ημάς τον άγιον Θεόν του Ισραήλ”!
 
Ησ. 30,12 διὰ τοῦτο τάδε λέγει ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ· ὅτι ἠπειθήσατε τοῖς λόγοις τούτοις καὶ ἠλπίσατε ἐπὶ ψεύδει καὶ ὅτι ἐγόγγυσας καὶ πεποιθὼς ἐγένου ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ,
Ησ. 30,12 Δι' όλα αυτά ο άγιος Θεός του Ισραήλ λέγει τα εξής· “επειδή παρηκούσατε τους λόγους μου αυτούς και εστηρίξατε τας ελπίδας σας εις ψευδείς και ματαίας υποσχέσεις και συμμαχίας, επειδή εγογγύσατε εναντίον των υποδείξεων, που σας έκαμαν οι προφήται μου, και επειδή εστηρίξατε την πεποίθησίν σας εις τα λόγια περί της συμμαχίας με τους Αιγυπτίους,
 
Ησ. 30,13 διὰ τοῦτο ἔσται ὑμῖν ἡ ἁμαρτία αὕτη ὡς τεῖχος πῖπτον παραχρῆμα πόλεως ὀχυρᾶς ἑαλωκυίας, ἧς παραχρῆμα πάρεστι τὸ πτῶμα,
Ησ. 30,13 δια τούτο η αμαρτία σας αυτή θα είναι δια σας σαν ένα τείχος, που καταρρέει εις συντρίμματα ανίκανον να ασφαλίση την πόλιν, η οποία ανυπεράσπιστος πλέον καταλαμβάνεται από τους εχθρούς και εξαφνική παρουσιάζεται η πτώσις της.
 
Ησ. 30,14 καὶ τὸ πτῶμα αὐτῆς ἔσται ὡς σύντριμμα ἀγγείου ὀστρακίνου, ἐκ κεραμίου λεπτὰ ὥστε μὴ εὑρεῖν ἐν αὐτοῖς ὄστρακον, ἐν ᾧ πῦρ ἀρεῖς καὶ ἐν ᾧ ἀποσυριεῖς ὕδωρ μικρόν.
Ησ. 30,14 Η πτώσις και η συντριβή αυτής της πόλεως θα είναι σαν το σύντριμμα πήλινου αγγείου, που έχει διαλυθή εις λεπτά συντρίμματα, ώστε να μη μπορής να εύρης μεταξύ αυτών κάποιο μεγάλο κόμματι ικανόν να μεταφέρης λίγα κάρβουνα η να ανασύρης λίγο νερό από πηγήν η από άλλο δοχείον”.
 
Ησ. 30,15 οὕτω λέγει Κύριος Κύριος ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ· ὅταν ἀποστραφεὶς στενάξῃς, τότε σωθήσῃ καὶ γνώσῃ ποῦ ἦσθα· ὅτε ἐπεποίθεις ἐπὶ τοῖς ματαίοις, ματαία ἡ ἰσχὺς ὑμῶν ἐγενήθη. καὶ οὐκ ἠβούλεσθε ἀκούειν,
Ησ. 30,15 Αυτά λέγει ο Κυριος, ο Κυριος ο άγιος Θεός του Ισραήλ· “εάν μετά την απομάκρυνσίν σου από τον δρόμον μου στενάξης και κλαύσης εν μετανοία, τότε μόνον θα σωθής και θα εννοήσης, που έχεις καταντήσει. Θα εννοήσης ποιά ήτο η κατάπτωσίς σου όταν είχες στηρίξει την πεποίθησίν σου εις τα μάταια και ψευδή είδωλα και ότι ματαία και ανύπαρκτος έγινεν η δύναμίς σας. Παρ' όλα αυτά, δεν ηθελήσατε τότε να με υπακούσετε.
 
Ησ. 30,16 ἀλλ᾿ εἴπατε· ἐφ᾿ ἵππων φευξόμεθα· διὰ τοῦτο φεύξεσθε· καὶ εἴπατε· ἐπὶ κούφοις ἀναβάται ἐσόμεθα· διὰ τοῦτο κοῦφοι ἔσονται οἱ διώκοντες ὑμᾶς.
Ησ. 30,16 'Αλλα είπατε· Θα τρέξωμεν επάνω εις ίππους καταδιώκοντες τους εχθρούς μας. Εις την πραγματικότητα όμως, εξ αιτίας της απιστίας σας προς τον Θεόν, θα φύγετε έφιπποι νικημένοι και διωκόμενοι. Είπατε· Επάνω εις ελαφρά άρματα θα είμεθα αναβάται, αλλά ελαφροί επίσης και ταχύτατοι θα είναι και οι ίπποι εκείνων, οι οποίοι θα σας καταδιώκουν.
 
Ησ. 30,17 χίλιοι διὰ φωνὴν ἑνὸς φεύξονται, καὶ διὰ φωνὴν πέντε φεύξονται πολλοί, ἕως ἂν καταλειφθῆτε ὡς ἱστὸς ἐπ᾿ ὄρους, καὶ ὡς σημαίαν φέρων ἐπὶ βουνοῦ.
Ησ. 30,17 Χιλιοι Ιουδαίοι, τρομαγμένοι από την φωνήν ενός και μόνον εχθρού, θα φύγουν πανικόβλητοι και από την φωνήν πέντε εχθρών θα φύγουν πολυάριθμοι, και η καταστροφή σας θα είναι μεγάλη και τρομερά, εώστε να μείνετε, όπως μένει ένας γυμνός κοντός επάνω εις όρος και σαν να φέρη επάνω μίαν σημαίαν στο θρόνον”.
 
Ησ. 30,18 καὶ πάλιν μενεῖ ὁ Θεὸς τοῦ οἰκτειρῆσαι ὑμᾶς καὶ διὰ τοῦτο ὑψωθήσεται τοῦ ἐλεῆσαι ὑμᾶς· διότι κριτὴς Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐστι, καὶ ποῦ καταλείψεται τὴν δόξαν ὑμῶν; μακάριοι οἱ ἐμμένοντες ἐπ᾿ αὐτῷ.
Ησ. 30,18 Και πάλιν όμώς ο Θεός θα περιμένη την μετάνοιαν και επιστροφήν σας, δια να δείξη προς σας το έλεος του και την συγκατάβασίν του. Δι' αυτό θα εγερθή μακρόθυμος και πολυέλεος, να δώση το έλεος του προς σας. Αφού, λοιπόν, ο Κυριος και Θεός μας είναι κριτής και κυβερνήτης σας, που και διατί θα αφήσετε την δόξαν σας ως εκλεκτός λαός του Θεού; Μακάριοι είναι εκείνοι, οι οποίοι μένουν πιστοί εις αυτόν.
 
Ησ. 30,19 Διότι λαὸς ἅγιος ἐν Σιὼν οἰκήσει, καὶ Ἱερουσαλὴμ κλαυθμῷ ἔκλαυσεν· ἐλέησόν με· ἐλεήσει σε τὴν φωνὴν τῆς κραυγῆς σου· ἡνίκα εἶδεν, ἐπήκουσέ σου.
Ησ. 30,19 Αλλά και ο λαός ο άγιος, ο Ισραηλιτικός λαός, θα κατοικήση εν ειρήνη εις την Σιών, διότι καθένας από τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ έκλαυσεν εν μετανοία και έλεγεν· Ελέησόν με, Κυριε. Ο Κυριος θα ακούση την φωνήν της κραυγής των και θα τους ελεηση, επειδή είδε την μετάνοιαν των και ήκουσε την ικεσίαν των.
 
Ησ. 30,20 καὶ δώσει Κύριος ὑμῖν ἄρτον θλίψεως καὶ ὕδωρ στενόν, καὶ οὐκέτι μὴ ἐγγίσωσί σοι οἱ πλανῶντές σε· ὅτι οἱ ὀφθαλμοί σου ὄψονται τοὺς πλανῶντάς σε,
Ησ. 30,20 'Αφου προηγουμένως ο Κυριος έδωσεν εις σε θλίψεις, έλλειψιν άρτου και ύδατος, τώρα θα σε προστατεύση και δεν θα σε εγγίζουν πλέον αυτοί, οι οποίοι σε παραπλανούν στον δρόμον της αμαρτίας και της ειδωλολατρείας. Διότι οι οφθαλμοί σου θα ίδουν πλέον και θα γνωρίσουν καλά αυτούς, οι οποίοι σε παραπλανούν από τον δρόμον του Κυρίου.
 
Ησ. 30,21 καὶ τὰ ὦτά σου ἀκούσονται τοὺς λόγους τῶν ὀπίσω σε πλανησάντων, οἱ λέγοντες· αὕτη ἡ ὁδός, πορευθῶμεν ἐν αὐτῇ εἴτε δεξιὰ εἴτε ἀριστερά.
Ησ. 30,21 Και τα αυτιά σου θα ακούσουν και θα εννοήσουν τους απατηλούς λόγους εκείνων, οι οποίοι ερχόμενοι οπίσω από σέ, σε παρεπλάνησαν στο παρελθόν και σου έλεγαν· “αυτός είναι ο ορθός δρόμος· έλα να τον βαδίσωμεν μαζή, είτε δεξιά είτε αριστερά.
 
Ησ. 30,22 καὶ ἐξαρεῖς τὰ εἴδωλα τὰ περιηργυρωμένα καὶ τὰ περικεχρυσωμένα, λεπτὰ ποιήσεις καὶ λικμήσεις ὡς ὕδωρ ἀποκαθημένης καὶ ὡς κόπρον ὤσεις αὐτά.
Ησ. 30,22 Τοτε θα βγάλης από ανάμεσά σου τα επάργυρα και επίχρυσα είδωλα, θα τα συντρίψης εις λεπτά τεμάχια, θα τα μεταβάλης εις σκόνιν, θα τα λιχνίσης και θα τα πετάξης, όπως πετιέται το νερό, με τυ οποίον επλύθη η εις ακαθαρσίαν ευρισκομένη γυναίκα και όπως απορρίπτεται η κόπρος.
 
Ησ. 30,23 τότε ἔσται ὁ ὑετὸς τῷ σπέρματι τῆς γῆς σου, καὶ ὁ ἄρτος τοῦ γεννήματος τῆς γῆς σου ἔσται πλησμονὴ καὶ λιπαρός· καὶ βοσκηθήσεταί σου τὰ κτήνη τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τόπον πίονα καὶ εὐρύχωρον,
Ησ. 30,23 Τοτε ευεργετική βροχή θα πέση εις την σποράν της γης σου, και ο άρτος από τα γεννήματα των αγρών σου θα είναι πλούσιος και παχύς. Κατά την ημέραν εκείνην τα ζώα σου θα βόσκουν εις τόπον εύφορον και ευρύχωρον.
 
Ησ. 30,24 οἱ ταῦροι ὑμῶν καὶ οἱ βόες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν γῆν φάγονται ἄχυρα ἀναπεποιημένα ἐν κριθῇ λελικμημένα.
Ησ. 30,24 Οι ταύροι σας και τα βόϊδια, που εργάζονται εις τα χωράφια σας, θα φάγουν άχυρα ανάμικτά με κριθήν, λεπτά και λιχνισμένα.
 
Ησ. 30,25 καὶ ἔσται ἐπὶ παντὸς ὄρους ὑψηλοῦ καὶ ἐπὶ παντὸς βουνοῦ μετεώρου ὕδωρ διαπορευόμενον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅταν ἀπόλωνται πολλοὶ καὶ ὅταν πέσωσι πύργοι.
Ησ. 30,25 Εις κάθε υψηλόν όρος, εις κάθε βουνόν υψηλόν θα ρέηι άφθονον ύδωρ κατά την η-μέραν εκείνην, όταν θα εξολοθρευθούν και θα χαθούν πολλοί και θα πέσουν οι έως τότε απόρθητοι, θεωρούμενοι εχθρικοί πύργοι.
 
Ησ. 30,26 καὶ ἔσται τὸ φῶς τῆς σελήνης ὡς τὸ φῶς τοῦ ἡλίου καὶ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἔσται ἑπταπλάσιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ὅταν ἰάσηται Κύριος τὸ σύντριμμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ τὴν ὀδύνην τῆς πληγῆς σου ἰάσεται.
Ησ. 30,26 Το φως της σελήνης θα γίνη σαν το φως του ηλίου, και το φως του ηλίου θα γίνη επταπλάσιον κατά την ημέραν εκείνην της απελευθερώσεώς σου, όταν ο Κυριος θα θεραπεύση τα συντρίμματα του λαού αυτού και θα ιατρεύση την οδύνην από τας πληγάς σου.
 
Ησ. 30,27 Ἰδοὺ τὸ ὄνομα Κυρίου ἔρχεται διὰ χρόνου πολλοῦ, καιόμενος ὁ θυμός, μετὰ δόξης τὸ λόγιον τῶν χειλέων αὐτοῦ, λόγιον ὀργῆς πλῆρες, καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ θυμοῦ ὡς πῦρ ἔδεται.
Ησ. 30,27 Ιδού, ο Κυριος έρχεται, υστέρα από πολύν χρόνον μακροθυμίας· ο θυμός του καίεται, οι λόγοι του στόματος του περί της καταστροφής των εχθρών είναι ένδοξοι και ακατανίκητοι. Γεμάτος οργήν είναι ο λόγος του. Παρατεινομένη η οργή του θυμού του σαν πυρ κατατρώγει τους εχθρούς,
 
Ησ. 30,28 καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ὡς ὕδωρ ἐν φάραγγι σῦρον ἥξει ἕως τοῦ τραχήλου καὶ διαιρεθήσεται τοῦ ταράξαι ἔθνη ἐπὶ πλανήσει ματαίᾳ, καὶ διώξεται αὐτοὺς πλάνησις καὶ λήψεται αὐτοὺς κατὰ πρόσωπον αὐτῶν.
Ησ. 30,28 και η πνοή του εξωργισμένου Θεού θα έρχεται ωσάν ορμητικό νερό μέσα εις την φάραγγα, που σύρει με ορμήν τα πάντα και πλημμυρίζει την φάραγγα έως τα χείλη της· θα διαιρεθή εις άλλα ρεύματα και θα σκορπίση, δια να συγκλονίση τα ειδωλολατρικά έθνη, εξ αιτίας της ματαίας των ειδωλολατρείας. Αυτή αύτη η πλάνη των θα τους καταδιώκη· όπου και αν κατευθυνθούν, θα τους καταλάβη η τιμωρία της πλάνης των.
 
Ησ. 30,29 μὴ διαπαντὸς δεῖ ὑμᾶς εὐφραίνεσθαι καὶ εἰσπορεύεσθαι εἰς τὰ ἅγιά μου διαπαντὸς ὡσεὶ ἑορτάζοντας καὶ ὡσεὶ εὐφραινομένους εἰσελθεῖν μετὰ αὐλοῦ εἰς τὸ ὄρος Κυρίου πρὸς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ;
Ησ. 30,29 Μετά δε την καταστροφήν αυτήν των εχθρών και την λύτρωσίν σας, δεν θα πρέπει σεις δια παντός να ευφραίνεσθε και να εισέρχεσθε πάντοτε εις τα άγια θυσιαστήριά μου, ως εις ημέραν εορτής; Να εισέρχεσθε ευφραινόμενοι με χαρμύσυνα άσματα αυλών στο όρος του Κυρίου, προς τον Θεόν του Ισραήλ;
 
Ησ. 30,30 καὶ ἀκουστὴν ποιήσει Κύριος τὴν δόξαν τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ τὸν θυμὸν τοῦ βραχίονος αὐτοῦ δείξει μετὰ θυμοῦ καὶ ὀργῆς καὶ φλογὸς κατεσθιούσης· κεραυνώσει βιαίως καὶ ὡς ὕδωρ καὶ χάλαζα συγκαταφερομένη βίᾳ.
Ησ. 30,30 Ο Κυριος θα κάμη να ακουσθή και να γίνη γνωστή, τότε η ένδοξος φωνή του εις όλους. Και την ακατανίκητον ένδοξον φωνήν του θα την κάμη να ακουσθή παντού, θα δείξη τον μετά δικαίας οργής καταπίπτοντα τιμωρόν βραχίονα του με καταστρεπτικήν πυρκαϊάν, που κατατρώγει τα πάντα, θα εξαποστείλη τους κεραυνούς του εναντίον των εχθρών σου εν μέσω ορμητικής καταιγίδας· σαν κατακλυσμιαίαν βροχήν, σαν χαλάζι που πίπτει κάτω με ορμήν.
 
Ησ. 30,31 διὰ γὰρ τῆς φωνῆς Κυρίου ἡττηθήσονται Ἀσσύριοι τῇ πληγῇ, ᾗ ἂν πατάξῃ αὐτούς.
Ησ. 30,31 Διότι οι Ασσύριοι θα νικηθούν με την φωνήν του Κυρίου, θα συντριβούν με την πληγήν, με την οποίαν ο ίδιος θα τους κτυπήση.
 
Ησ. 30,32 καὶ ἔσται αὐτῷ κυκλόθεν, ὅθεν ἦν αὐτῶν ἡ ἐλπὶς τῆς βοηθείας, ἐφ᾿ ᾗ αὐτὸς ἐπεποίθει· αὐτοὶ μετὰ αὐλῶν καὶ κιθάρας πολεμήσουσιν αὐτὸν ἐκ μεταβολῆς.
Ησ. 30,32 Η καταστροφή του εχθρικού στρατού θα γίνη από τα κύκλω μέρη, από εκεί από όπου υπήρχεν η ελπίς της βοηθείας, εις την οποίαν ο Ασσύριος εστήριζε την πεποίθησίν του. Οι δε Ισραηλίται θα πολεμήσουν αυτούς παίζοντες αυλούς και κιθάρας διαδοχικώς.
 
Ησ. 30,33 σὺ γὰρ πρὸ ἡμερῶν ἀπαιτηθήσῃ· μὴ καὶ σοὶ ἡτοιμάσθη βασιλεύειν, φάραγγα βαθεῖαν. ξύλα κείμενα, πῦρ καὶ ξύλα πολλά; ὁ θυμὸς Κυρίου ὡς φάραγξ ὑπὸ θείου καιομένη.
Ησ. 30,33 Θα τιμωρηθής δε συ, ω Ασσύριε, διότι από πολλών ετών ο Θεός έχει αποφασίσει την τιμωρίαν σου. Μηπως και δια σε δεν είχεν ετουμασθή, να βασιλεύης εις βαθείαν φάραγγα, όπου υπάρχουν δένδρα, φωτιά και ξύλα πολλά; Ο θυμός του Κυρίου, που εκσπά εναντίον σου, είναι σαν φάραγξ που φλέγεται από θειάφι.
 
Ησ. 31,1 Οὐαὶ οἱ καταβαίνοντες εἰς Αἴγυπτον ἐπὶ βοήθειαν, οἱ ἐφ᾿ ἵπποις πεποιθότες καὶ ἐφ᾿ ἅρμασιν, ἔστι γὰρ πολλά, καὶ ἐφ᾿ ἵπποις, πλῆθος σφόδρα, καὶ οὐκ ἦσαν πεποιθότες ἐπὶ τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὸν Κύριον οὐκ ἐζήτησαν.
Ησ. 31,1 Αλλοίμονον στους Ιουδαίους, οι οποίοι κατεβαίνουν εις την Αίγυπτον, δια να ζητήσουν και λάβουν βοήθειαν· εις αυτούς, οι οποίοι έχουν πίστιν στο ιππικόν και εις τα πολεμικά άρματα, διότι είναι αυτά πολλά. Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι έχουν πεποίθησιν εις το πλήθος του ιππικού και δεν έχουν πίστιν και πεποίθησιν στον άγιον θεόν του Ισραήλ και δεν εζήτησαν από εκείνον βοήθειαν.
 
Ησ. 31,2 καὶ αὐτὸς σοφῶς ἦγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς κακά, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ οὐ μὴ ἀθετηθῇ, καὶ ἐπαναστήσεται ἐπ᾿ οἴκους ἀνθρώπων πονηρῶν καὶ ἐπὶ τὴν ἐλπίδα αὐτῶν τὴν ματαίαν,
Ησ. 31,2 Ο Θεός, εν τη απείρω αυτού σοφία, επέφερεν εναντίον αυτών θλίψεις, και τιμωρίας παιδαγωγικάς και ο απειλητικός λόγος εναντίον των δεν πρόκειται να αθετηθή. Θα επαναστατησή εναντίον των οίκων των πονηρών ανθρώπων και εναντίον της ματαίας αυτών ελπίδος να πιστεύουν και να περιμένουν βοήθειαν
 
Ησ. 31,3 Αἰγύπτιον ἄνθρωπον καὶ οὐ Θεόν, ἵππων σάρκας καὶ οὐκ ἔστι βοήθεια· ὁ δὲ Κύριος ἐπάξει τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ κοπιάσουσιν οἱ βοηθοῦντες, καὶ ἅμα πάντες ἀπολοῦνται.
Ησ. 31,3 από άνθρωπον Αιγύπτιον και οχι από τον Θεόν· να έχουν εμπιστοσύνην εις τας σάρκας των ίππων· και ιδού, δεν υπάρχει δι' αυτούς καμμία βοήθεια. Ο Κυριος από τον ουρανόν θα επιφέρη εναντίον των την τιμωρόν χείρα του, ώστε οι βοηθούντες αυτούς Αιγύπτιοι να υποβληθούν εις μεγάλον, αλλά μάταιον, κόπον και έτσι Ισραηλίται και Αιγύπτιοι θα καταστραφούν όλοι μαζή.
 
Ησ. 31,4 ὅτι οὕτως εἶπέ μοι Κύριος· ὃν τρόπον ἐὰν βοήσῃ ὁ λέων ἢ ὁ σκύμνος ἐπὶ τῇ θύρᾳ, ᾗ ἔλαβε, καὶ κεκράξῃ ἐπ᾿ αὐτῇ, ἓως ἂν ἐμπλησθῇ τὰ ὄρη τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἡττήθησαν καὶ τὸ πλῆθος τοῦ θυμοῦ ἐπτοήθησαν, οὕτως καταβήσεται Κύριος σαβαὼθ ἐπιστρατεῦσαι ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Σιών, ἐπὶ τὰ ὄρη αὐτῆς.
Ησ. 31,4 Αυτά μου είπεν ο Κυριος· Οπως ο λέων και ο σκύμνος αυτού βρυχώνται δια το θήραμα, το οποίον συνέλαβον, και εκβάλλουν μεγάλην κραυγήν δι' αυτό, ώστε να αντηχήσουν τα όρη από την φωνήν των, οι δε προστρέξαντες δια την απελευθέρωσιν του θηράματος υπεχώρησαν κατατρομαγμένοι και κατεπτοήθησαν από τον μεγάλον θυμόν του θηρίου, ετσι θα κατεβή και ο Κυριος των δυνάμεων, δια να πολεμήση εναντίον των εχθρών του επάνω στο ορός Σιών, επάνω εις τα όρη της Ιουδαίας.
 
Ησ. 31,5 ὡς ὄρνεα πετόμενα, οὕτως ὑπερασπιεῖ Κύριος σαβαὼθ ὑπὲρ Ἱερουσαλήμ, ὑπερασπιεῖ καὶ ἐξελεῖται καὶ περιποιήσεται καὶ σώσει.
Ησ. 31,5 Ωσάν πτηνά, τα οποία πετούν υπεράνω από τας φωλεάς των και τας υπερασπίζουν, κατά παρόμοιον τρόπον και ο Κυριος ο παντοκράτωρ θα υπεράσπιση την Ιερουσαλήμ. Θα την υπερασπίση και θα την γλυτώση από τους κινδύνους· θα την σώοη και θα την περιποιηθή.
 
Ησ. 31,6 ἐπιστράφητε, οἱ τὴν βαθεῖαν βουλὴν βουλευόμενοι καὶ ἄνομον.
Ησ. 31,6 Λοιπόν, επιστρέψατε εν μετανοία προς τον Κυριον σεις, οι οποίοι εκάματε την παράνομον αυτήν σκέψιν και επήρατε αυτήν την σκοτεινήν απόφασιν.
 
Ησ. 31,7 ὅτι τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπαρνήσονται οἱ ἄνθρωποι τὰ χειροποίητα αὐτῶν τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χειροποίητα τὰ χρυσᾶ, ἃ ἐποίησαν αἱ χεῖρες αὐτῶν.
Ησ. 31,7 Παύσατε να έχετε εμπιστοσύνην εις τα είδωλα και στους ειδωλολάτρας, διότι κατά την ημέραν εκείνην, που θα επέμβη ο Θεός, θα απαρνηθούν οι άνθρωποι τα χρυσά και αργυρά είδωλα, τα οποία κατεσκεύασαν με τα χέρια των.
 
Ησ. 31,8 καὶ πεσεῖται Ἀσσούρ· οὐ μάχαιρα ἀνδρός, οὐδὲ μάχαιρα ἀνθρώπου καταφάγεται αὐτόν, καὶ φεύξεται οὐκ ἀπὸ προσώπου μαχαίρας· οἱ δὲ νεανίσκοι ἔσονται εἰς ἥττημα,
Ησ. 31,8 Οι Ασσύριοι θα συντριβούν και θα καταστραφούν. Δεν θα πέσουν από τας μαχαίρας πολεμιστών ούτε θα καταφάγη αυτούς μάχαιρα άλλων ανθρώπων, θα τραπούν πανικόβλητοι εις φυγήν, χωρίς να καταδιώκωνται από ανθρωπίνας μαχαίρας. Και οι νεώτεροι στρατιώται, στους οποίους θα έχουν στηρίξει μεγαλυτέραν την πεποίθησίν των, θα ηττηθούν και θα εξολοθρευθούν.
 
Ησ. 31,9 πέτρᾳ γὰρ περιληφθήσονται ὡς χάρακι καὶ ἡττηθήσονται, ὁ δὲ φεύγων ἁλώσεται. Τάδε λέγει Κύριος· μακάριος ὃς ἔχει ἐν Σιὼν σπέρμα καὶ οἰκείους ἐν Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 31,9 Εις κάποιον βράχον θα περικυκλωθούν ως εις χαράκωμα και θα ηττηθούν. Εκείνοι δε οι οποίοι θα τραπούν εις φυγήν, θα συλληφθούν αιχμάλωτοι. Αυτά λέγει ο Κυριος μακάριος είναι εκείνος, που έχει απογόνους εις την Σιών και συγγενείς εις την Ιερουσαλήμ διότι αυτήν θα την υπεράσπιση και θα την σώση ο Κυριος.
 
Ησ. 32,1 Ἰδοὺ γὰρ βασιλεὺς δίκαιος βασιλεύσει, καὶ ἄρχοντες μετὰ κρίσεως ἄρξουσι.
Ησ. 32,1 Διότι ιδού, βασιλεύς δίκαιος θα βασιλεύση εις την Ιερουσαλήμ και οι άρχοντες αυτού θα κρίνουν και θα αποφασίζουν μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος.
 
Ησ. 32,2 καὶ ἔσται ὁ ἄνθρωπος κρύπτων τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ κρυβήσεται ὡς ἀφ᾿ ὕδατος φερομένου· καὶ φανήσεται ἐν Σιὼν ὡς ποταμὸς φερόμενος ἔνδοξος ἐν γῇ διψώσῃ.
Ησ. 32,2 Τοτε ο άνθρωπος θα κρύπτη και θα φυλάττη στο βάθος της καρδίας του ως θησαυρόν τους λόγους της δικαιοσύνης και προστατευόμενος δια την δικαιοσύνην του από τον Θεόν, θα αποφύγη τα δεινά, τα οποία σαν πλημμύρα ύδατος θα επέρχωνται εναντίον του. Και θα φανή εις την Ιερουσαλήμ σαν πλούσιος ποταμός, περίφημος εις ξηράν και διψασμένην γην.
 
Ησ. 32,3 καὶ οὐκέτι ἔσονται πεποιθότες ἐπ᾿ ἀνθρώποις, ἀλλὰ τὰ ὦτα ἀκούειν δώσουσι.
Ησ. 32,3 Τοτε οι άνθρωποι δεν θα έχουν πλέον την πεποίθησίν των εις άλλους ανθρώπους, αλλά θα ανοίξουν τα αυτιά των να ακούουν τα λόγια του Κυρίου.
 
Ησ. 32,4 καὶ ἡ καρδία τῶν ἀσθενούντων προσέξει τοῦ ἀκούειν, καὶ αἱ γλῶσσαι αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην.
Ησ. 32,4 Αι καρδίαι εκείνων, που προηγουμένως ήσαν ασθενείς και τρέμοντες, όταν ήκουαν τον θείον λόγον, τώρα θα προσέξουν να ακούουν αυτόν. Και αι γλώσσαι αι οποίαι φοβισμένα προηγουμένως εψέλλιζαν τα θεία λόγια, τώρα θα μάθουν να ομιλούν με καθαρότητα τα περί της ειρήνης του Θεού.
 
Ησ. 32,5 καὶ οὐκέτι μὴ εἴπωσι τῷ μωρῷ ἄρχειν, καὶ οὐκέτι μὴ εἴπωσιν οἱ ὑπηρέται σου· σίγα.
Ησ. 32,5 Τοτε οι άνθρωποι δεν θα είπουν πλέον στον μωρόν και ανόητον να γίνη ο αρχηγός των και ούτε οι υπηρέται έφθασουν μέχρι της αυθαδείας να λέγουν στον κύριον των· Παψε.
 
Ησ. 32,6 ὁ γὰρ μωρὸς μωρὰ λαλήσει, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ μάταια νοήσει τοῦ συντελεῖν ἄνομα καὶ λαλεῖν πρὸς Κύριον πλάνησιν, τοῦ διασπεῖραι ψυχὰς πεινώσας καὶ τὰς ψυχὰς τὰς διψώσας κενὰς ποιῆσαι.
Ησ. 32,6 Διότι ο μωρός μωρίας θα λαλή και η καρδία αυτού θα είναι κούφια και μωρά. Αυτός θα σκέπτεται πάντοτε τα μάταια και τα μωρά δια να πράττη εκείνα, τα οποία δεν ειναι σύμφωνα με το θείον θέλημα, και να λέγη πλανεμένας και μωράς διδασκαλίας δια τον Κυριον, δια να διασκορπίση ψυχάς, αι οποίαι πεινούν δια την αλήθειαν, και ψυχάς, αι οποίαι διψούν δια την αλήθειαν, να τας κάμη περισσότερον αδειανάς και διψασμένας.
 
Ησ. 32,7 ἡ γὰρ βουλὴ τῶν πονηρῶν ἄνομα βουλεύσεται καταφθεῖραι ταπεινοὺς ἐν λόγοις ἀδίκοις καὶ διασκεδάσαι λόγους ταπεινῶν ἐν κρίσει.
Ησ. 32,7 Διότι η διάνοια των πονηρών ανθρώπων σκέπτεται πάντοτε τα πονηρά και τα παράνομα· να καταστρέψη με λόγια άδικα τους ταπεινούς και απλοϊκούς ανθρώπους, να διαλύση και αχρηστεύση στο δικαστήριον τους λόγους των ταπεινών ανθρώπων.
 
Ησ. 32,8 οἱ δὲ εὐσεβεῖς συνετὰ ἐβουλεύσαντο, καὶ αὕτη ἡ βουλὴ μενεῖ.
Ησ. 32,8 Οι ευσεβείς όμως άνθρωποι κατά την ημέρα εκείνην θα σκεφθούν συνετά και σοφά, δι'αυτό και η βουλή των θα μείνη.
 
Ησ. 32,9 Γυναῖκες πλούσιαι, ἀνάστητε, καὶ ἀκούσατε τῆς φωνῆς μου· θυγατέρες ἐν ἐλπίδι, εἰσακούσατε λόγους μου.
Ησ. 32,9 Σεις αι πλούσιαι γυναίκες, σηκωθήτε, ακούστε την φωνήν μου. Θυγατέρες της Ιουδαίας, αι οποίαι βαυκαλίζεσθε με ψευδείς ελπίδας, βάλτε εις τα αυτιά σας τα λόγια μου.
 
Ησ. 32,10 ἡμέρας ἐνιαυτοῦ μνείαν ποιήσασθε ἐν ὀδύνῃ μετ᾿ ἐλπίδος· ἀνήλωται ὁ τρυγητός, πέπαυται ὁ σπόρος καὶ οὐκέτι μὴ ἔλθῃ.
Ησ. 32,10 Μετά την πάροδον των ημερών ενός έτους, να ενθυμηθήτε με οδύνην τα λόγια μου· σεις, αι οποίαι τρέφεσθε τώρα με ματαίας ελπίδας. Θα έχη καταστραφή ο τρυγητός των αμπέλων, θα έχεη σταματήσει και χαθή η σπορά, και δεν θα έλθη πλέον θερισμός και συγκομιδή, των προϊόντων.
 
Ησ. 32,11 ἔκστητε, λυπήθητε, αἱ πεποιθυῖαι, ἐκδύσασθε, γυμναὶ γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τὰς ὀσφύας
Ησ. 32,11 Τρομάξατε εμπρός εις την συμφοραν που σας περιμένει. Καταληφθήτε από πένθος και λύπην σεις αι οποίαι σήμερον έχετε πεποίθησιν στον πλούτον και την επιτυχίαν Βγάλτε τα πολυτελή ενδύματά σας, γυμνωθήτε και φορέσατε σάκκους μετανοίας γύρω από την μέσην σας.
 
Ησ. 32,12 καὶ ἐπὶ τῶν μαστῶν κόπτεσθε ἀπὸ ἀγροῦ ἐπιθυμήματος καὶ ἀμπέλου γεννήματος.
Ησ. 32,12 Κτυπήσατε τα στήθη σας με λύπην και πένθος διότι έχουν καταστραφή οι περιπόθητοι αγροί σας και οι καρποφόροι αμπελώνες σας.
 
Ησ. 32,13 ἡ γῆ τοῦ λαοῦ μου, ἄκανθα καὶ χόρτος ἀναβήσεται, καὶ ἐκ πάσης οἰκίας εὐφροσύνη ἀρθήσεται·
Ησ. 32,13 Η χώρα του λαού μου έχει γεμίσει αγκάθια, χορτάρια πλέον φυτρώνουν εις αυτήν. Λογω δε της αφορίας και την πείνας, που θα επικράτηση, θα φύγη χαρά και η ευφροσύνη από κάθε σπίτι.
 
Ησ. 32,14 πόλις πλουσία, οἶκοι ἐγκαταλελειμμένοι πλοῦτον πόλεως καὶ οἴκους ἐπιθυμήματος ἀφήσουσι· καὶ ἔσονται αἱ κῶμαι σπήλαια ἕως τοῦ αἰῶνος, εὐφροσύνη ὄνων ἀγρίων, βοσκήματα ποιμένων,
Ησ. 32,14 Πολις μέχρι προ ολίγου πλουσία και ευημερούσα, θα είναι τώρα σπίτια έρημα και εγκαταλελειμμένα. Οι ίδιοι οι κάτοικοι τρομοκρατημένοι θα αφήσουν τα πλούτη της πόλεως και θα εγκαταλείψουν τους ωραίους επιθυμητούς οίκους των. Τα ερημωμένα χωριά των θα γίνουν παντοτεινά σπήλαια, όπου θα ευφραίνωνται άγριοι όνοι· θα γίνουν βοσκότοποι των ποιμένων.
 
Ησ. 32,15 ἕως ἂν ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς πνεῦμα ἀφ᾿ ὑψηλοῦ. καὶ ἔσται ἔρημος ὁ Χέρμελ, καὶ ὁ Χέρμελ εἰς δρυμὸν λογισθήσεται.
Ησ. 32,15 Εως ότου έλθη εις σας Πνεύμα του Θεού από τον ουρανόν, και τότε η έρημος θα γίνη πλουσία και εύφορος, όπως ο Καρμηλος, και. το όρος Καρμηλος θα μεταβληθή εις πυκνόν δάσος.
 
Ησ. 32,16 καὶ ἀναπαύσεται ἐν τῇ ἐρήμῳ κρίμα, καὶ δικαιοσύνη ἐν τῷ Καρμήλῳ κατοικήσει·
Ησ. 32,16 Και εις την έρημον ακόμη τότε θα επικρατήση δικαιοσύνη και εις αυτό το ορός Καρμηλος δικαιοσύνη· και εις αυτό το όρος Καρμηλος δικαιοσύνη θα κατοική.
 
Ησ. 32,17 καὶ ἔσται τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης εἰρήνη, καὶ κρατήσει ἡ δικαιοσύνη ἀνάπαυσιν, καὶ πεποιθότες ἕως τοῦ αἰῶνος·
Ησ. 32,17 Εργον δε και αποτέλεσμα αυτής της δικαιοσύνης θα είναι η ειρήνη. Η δικαιοσύνη θα φέρη και θα απλώση μεταξύ των ανθρώπων την ανάπαυσιν και την ησυχίαν. Οι δε άνθρωποι θα προχωρούν πάντοτε, με πεποίθησιν στον Θεόν και την προστασίαν του.
 
Ησ. 32,18 καὶ κατοικήσει ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐν πόλει εἰρήνης καὶ ἐνοικήσει πεποιθώς, καὶ ἀναπαύσονται μετὰ πλούτου.
Ησ. 32,18 Ο λαός θα κατοικήση εις πόλεις ειρηνικάς, θα κατοικήση με πεποίθησιν εις την ασφάλειάν του και θα αναπαυθούν οι ότνθρωποι με τον πλούτον των.
 
Ησ. 32,19 ἡ δὲ χάλαζα ἐὰν καταβῇ, οὐκ ἐφ᾿ ὑμᾶς ἥξει. καὶ ἔσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν τοῖς δρυμοῖς πεποιθότες ὡς οἱ ἐν τῇ πεδινῇ.
Ησ. 32,19 Εάν δε και πέση χάλαζα, δεν θα επέλθη εναντίον σας. Εκείνοι οι οποίοι θα κατοικούν εις τα δάση, θα είναι τόσον ήσυχοι και ασφαλείς, όσον και εκείνοι, οι οποίοι κατοικούν εις τας πεδιάδας.
 
Ησ. 32,20 μακάριοι οἱ σπείροντες ἐπὶ πᾶν ὕδωρ, οὗ βοῦς καὶ ὄνος πατεῖ.
Ησ. 32,20 Ευτυχείς θα είναι εκείνοι, οι οποίοι θα σπείρουν εις μέρη, που ποτίζονται από ύδατα, και είναι ομαλά, ώστε ελεύθερα να πατούν εις αυτά το βόϊδι και ο όνος.
 
Ησ. 33,1 Οὐαὶ τοῖς ταλαιπωροῦσιν ὑμᾶς, ὑμᾶς δὲ οὐδεὶς ποιεῖ ταλαιπώρους, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς οὐκ ἀθετεῖ· ἁλώσονται οἱ ἀθετοῦντες καὶ παραδοθήσονται καὶ ὡς σὴς ἐφ᾿ ἱματίου, οὕτως ἡττηθήσονται.
Ησ. 33,1 Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι θα θελήσουν να σας ταλαιπωρήσουν. Οσην δύναμιν και αν έχουν, κανείς δεν θα σας ταλαιπωρήση. Και εκείνος που θα θελήση να σας περιφρόνηση, δεν θα είναι εις θέσιν να σας βλάψη. Διότι εκείνοι, οι οποίοι σας καταφρονούν και σας διαβάλλουν, θα συλληφθούν και θα παραδοθούν εις τιμωρίαν. Οι εχθροί σας θα καταστραφούν, όπως ακριβώς καταστρέφεται το ιμάτιον, το οποίον το τρώγει ο σκόρος.
 
Ησ. 33,2 Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν· ἐγενήθη τὸ σπέρμα τῶν ἀπειθούντων εἰς ἀπώλειαν, ἡ δὲ σωτηρία ἡμῶν ἐν καιρῷ θλίψεως.
Ησ. 33,2 Κυριε, στείλε το έλεός σου εις ημάς, διότι ημείς εις σε έχομεν στηρίξει την πεποίθησίν μας. Οι απειθούντες εις σε και οι απόγονοι των απειθούντων βαδίζουν προς καταστροφήν. Ημείς όμως από σε θα πάρωμεν σωτηρίαν εις καιρόν θλίψεων.
 
Ησ. 33,3 διὰ φωνὴν τοῦ φόβου ἐξέστησαν λαοὶ ἀπὸ τοῦ φόβου σου, καὶ διεσπάρησαν τὰ ἔθνη.
Ησ. 33,3 Την φοβεράν σου φωνήν ήκουσαν οι λαοί και εκυριεύθησαν από φόβον και τρόμον, διεσκορπίσθησαν τα ειδωλολατρικά εχθρικά αυτά έθνη.
 
Ησ. 33,4 νῦν δὲ συναχθήσεται τὰ σκῦλα ὑμῶν μικροῦ καὶ μεγάλου· ὃν τρόπον ἐάν τις συναγάγη ἀκρίδας, οὕτως ἐμπαίξουσιν ὑμῖν.
Ησ. 33,4 Επειτα δε από τον διασκορπισμόν των πανικοβλήτων εθνών αμέσως οι Ισραηλίται θα συνάξουν τα λάφυρα των μικρών και των μεγάλων, με τόσην ευκολίαν με όσην συλλέγει κανείς ψόφιες ακρίδες. Ετσι θα σας εμπαίξουν οι Ισραηλίται.
 
Ησ. 33,5 ἅγιος ὁ Θεὸς ὁ κατοικῶν ἐν ὑψηλοῖς, ἐνεπλήσθη Σιὼν κρίσεως καὶ δικαιοσύνης.
Ησ. 33,5 Αγιος είναι ο Θεός, ο οποίος κατοικεί εις τα ύψη των ουρανών. Εγέμισεν η πόλις Σιών από την ορθήν κρίσιν και την δικαιοσύνην του Θεού.
 
Ησ. 33,6 ἐν νόμῳ παραδοθήσονται, ἐν θησαυροῖς ἡ σωτηρία ἡμῶν, ἐκεῖ σοφία καὶ ἐπιστήμη καὶ εὐσέβεια πρὸς τὸν Κύριον· οὗτοί εἰσι θησαυροὶ δικαιοσύνης.
Ησ. 33,6 Οι κάτοικοί της θα παραδοθούν και θα υποταχθούν στον Νομον. Εις τους θησαυρούς του Νομου αυτού θα υπάρχη η σωτηρία μας. Εκεί η σοφία, η αληθής γνώσις και η ευσέβεια προς τον Κυριον. Αυτοί είναι πράγματι οι θησαυροί της δικαιοσύνης, οι θησαυροί της αρετής.
 
Ησ. 33,7 ἰδοὺ δὴ ἐν τῷ φόβῳ ὑμῶν αὐτοὶ φοβηθήσονται· οὓς ἐφοβεῖσθε, φοβηθήσονται ἀφ᾿ ὑμῶν· ἄγγελοι γὰρ ἀποσταλήσονται πικρῶς κλαίοντες, παρακαλοῦντες εἰρήνην.
Ησ. 33,7 Ιδού, λοιπόν, ότι οι εχθροί σας θα φοβηθούν από τον φόβον σας. Εκείνοι, τους οποίους σεις προηγουμένως εφοβείσθε, θα φοβηθούν από σας. Διότι αυτοί θα αποστείλουν προς σας αγγελιαφόρους κλαίοντας πικρώς και παρακαλούντας να συνάψετε ειρήνην.
 
Ησ. 33,8 ἐρημωθήσονται γὰρ αἱ τούτων ὁδοί· πέπαυται ὁ φόβος τῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ πρὸς τούτους διαθήκη αἴρεται, καὶ οὐ μὴ λογίσησθε αὐτοὺς ἀνθρώπους.
Ησ. 33,8 Διότι οι δρόμοι των εχθρών σας, των κακών αυτών ανθρώπων, θα μείνουν έρημοι, θα έχη πλέον παύσει ο φόβος σας εκ μέρους των ειδωλολατρικών και εχθρικών αυτών εθνών. Η συνθήκη, που συνήφθη με αυτούς, αλλά και παρεβιάσθη από αυτούς, δεν έχει πλέον κύρος και ισχύν. Αυτούς δε ούτε καν ως ανθρώπους δεν πρέπει πλέον, να τους θεωρήτε.
 
Ησ. 33,9 ἐπένθησεν ἡ γῆ, ᾐσχύνθη ὁ Λίβανος, ἕλη ἐγένετο ὁ Σάρων· φανερὰ ἔσται ἡ Γαλιλαία καὶ ὁ Κάρμηλος.
Ησ. 33,9 Επένθησεν η χώρα, κατησχύνθη ο Λιβανος, έλος έχει γίνει ο Σαρων. Η Γαλιλαία και ο Καρμηλος εγυμνώθησαν από την χλόην και τα δάση αυτών.
 
Ησ. 33,10 νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος, νῦν δοξασθήσομαι, νῦν ὑψωθήσομαι·
Ησ. 33,10 Τωρα όμως, θα εγερθώ, λέγει ο Κυριος, τώρα εγώ θα δοξασθώ ενώπιον όλων. Τωρα θα υψωθώ με δύναμιν.
 
Ησ. 33,11 νῦν ὄψεσθε, νῦν αἰσθηθήσεσθε· ματαία ἔσται ἡ ἰσχὺς τοῦ πνεύματος ὑμῶν, πῦρ κατέδεται ὑμᾶς.
Ησ. 33,11 Τωρα θα ιδήτε σεις, ω Αιγύπτιοι, την δύναμίν μου, τώρα θα κατανοήσετε την αδυναμίαν σας. Ματαία θα είναι η δύναμις της ορμής σας, φωτιά θα σας καταφάγη.
 
Ησ. 33,12 καὶ ἔσονται ἔθνη κατακεκαυμένα ὡς ἄκανθα ἐν ἀγρῷ ἐῤῥιμμένη καὶ κατακεκαυμένη.
Ησ. 33,12 Ολα τα ειδωλολατρικά εχθρικά έθνη θα παραδοθούν στο πυρ και θα καταφαγωθούν από την φωτιάν. Θα είναι σαν αγκάθια πεταμένα στο χωράφι και καμένα.
 
Ησ. 33,13 ἀκούσονται οἱ πόῤῥωθεν ἃ ἐποίησα, γνώσονται οἱ ἐγγίζοντες τὴν ἰσχύν μου.
Ησ. 33,13 Οσοι ευρίσκονται, έστω και μακράν, θα πληροφορηθούν εκείνα, τα οποία εγώ έκαμα. Και όσοι ευρίσκονται πλησίον, θα γνωρίσουν την δύναμίν μου.
 
Ησ. 33,14 ἀπέστησαν οἱ ἐν Σιὼν ἄνομοι, λήψεται τρόμος τοὺς ἀσεβεῖς· τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν, ὅτι πῦρ καίεται; τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν τὸν τόπον τὸν αἰώνιον;
Ησ. 33,14 Εις σύγχυσιν περιέπεσαν οι παράνομοι Ιουδαίοι, οι οποίοι κατοικούν εις την Σιών. Τρόμος θα καταλάβη αυτούς τους ασεβείς. Ποιός θα αναγγείλη εις σας, ότι το πυρ της θείας οργής καίεται; Ποιός θα σας αναγγείλη τον αιώνιον τόπον της τιμωρίας, που σας περιμένει;
 
Ησ. 33,15 πορευόμενος ἐν διακαιοσύνῃ, λαλῶν εὐθεῖαν ὁδόν, μισῶν ἀνομίαν καὶ ἀδικίαν καὶ τὰς χεῖρας ἀποσειόμενος ἀπὸ δώρων, βαρύνων τὰ ὦτα, ἵνα μὴ ἀκούσῃ κρίσιν αἵματος, καμμύων τοὺς ὀφθαλμούς, ἵνα μὴ ἴδῃ ἀδικίαν,
Ησ. 33,15 Εξ αντιθέτου ευλογία παρά Θεού και χαρά περιμένει εκείνον, ο οποίος ζη και φέρεται με δικαιοσύνην, ομιλεί με ευθύτητα και ειλικρίνειαν, μισεί την παρανομίαν και αδικιαν· αυτόν, ο οποίος με ορμήν και αγανάκτησιν αποσύρει τα χέρια του από δωροδοκίας, αποστρέφει τα αυτιά του να μη ακούση την καταδίκην του αθώου αίματος· κλείει τα μάτια του, δια να μη ίδη καν την αδικίαν.
 
Ησ. 33,16 οὗτος οἰκήσει ἐν ὑψηλῷ σπηλαίῳ πέτρας ἰσχυρᾶς· ἄρτος αὐτῷ δοθήσεται, καὶ τὸ ὕδωρ αὐτοῦ πιστόν.
Ησ. 33,16 Αυτός θα κατοικήση ασφαλής και ειρηνικός επάνω εις ασφαλές σπήλαιον επί ισχυρού βράχου. Αρτος θα δίδεται εις αυτόν και νερό, όλα όσα του χρειάζονται, δεν θα του λείψη τίποτε.
 
Ησ. 33,17 βασιλέα μετὰ δόξης ὄψεσθε, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν ὄψονται γῆ πόῤῥωθεν.
Ησ. 33,17 Και σεις οι ίδιοι θα ίδετε βασιλέα ενδοξον· τα μάτια σας θα αντικρύσουν εκ του μακρόθεν χώραν ευρείαν και εκτεταμένην.
 
Ησ. 33,18 ἡ ψυχὴ ἡμῶν μελετήσει φόβον· ποῦ εἰσιν οἱ γραμματικοί; ποῦ εἰσιν οἱ συμβουλεύοντες; ποῦ ἔστιν ὁ ἀριθμῶν τοὺς στρεφομένους
Ησ. 33,18 Η ψυχή σας θα ενθυμηθή και θα μελετήση με ανακούφισιν, αλλά και με κάποιαν φρίκην, τον φόβον, τον οποίον προηγουμένως σας ενέπνεαν οι εχθροί σας. Που είναι τώρα οι γραμματείς των εχθρών σας, που σας κατέγραφαν, δια να πληρώνετε φόρους; Που είναι οι σύμβουλοι των εχθρών σας; Που είναι εκείνος, ο οποίος αριθμούσε και κατέγραφε
 
Ησ. 33,19 μικρὸν καὶ μέγα λαόν; ᾧ οὐ συνεβουλεύσατο, οὐδὲ ᾔδει βαθύφωνον ὥστε μὴ ἀκοῦσαι λαὸς πεφαυλισμένος καὶ οὐκ ἔστι τῷ ἀκούοντι σύνεσις.
Ησ. 33,19 τας μικράς η μεγάλας ομάδας του λαού, τας συγκροτουμένος προς πόλεμον; Που είναι τώρα ο μεγάλος και πολεμικός εκείνος λαός, με τον οποίον δεν ήτο δυνατόν να συνεννοηθή ο λαός μου, επειδή δεν εγνώριζε την λαρυγγώδη του γλώσσαν; Αγροίκος και φαύλος ήτο ο εχθρικός εκείνος λαός, τον οποίον ήκουε κανείς ομιλούντα και δεν ημπορούσε να τον εννοήση.
 
Ησ. 33,20 ἰδοὺ Σιὼν ἡ πόλις, τὸ σωτήριον ἡμῶν· οἱ ὀφθαλμοί σου ὄψονται Ἱερουσαλήμ, πόλις πλουσία, σκηναί, αἳ οὐ μὴ σεισθῶσιν, οὐδὲ μὴ κινηθῶσιν οἱ πάσσαλοι τῆς σκηνῆς αὐτῆς εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον, οὐδὲ τὰ σχοινία αὐτῆς οὐ μὴ διαῤῥαγῶσιν.
Ησ. 33,20 Ιδού, η πόλις Σιών, η σωτηρία σας. Τα μάτια σου θα ίδουν την Ιερουσαλήμ, πόλιν πλουσίαν, οπού υπάρχουν σκηναί, αι οποίαι δεν θα σεισθούν και δεν θα συγκλονισθούν, ούτε καν οι πάσσαλοί της θα μετακινηθούν ποτέ στον αιώνα χρόνον, ούτε τα σχοινία της θα σπάσουν.
 
Ησ. 33,21 ὅτι τὸ ὄνομα Κυρίου μέγα ὑμῖν· τόπος ὑμῖν ἔσται, ποταμοὶ καὶ διώρυχες πλατεῖς καὶ εὐρύχωροι· οὐ πορεύσῃ ταύτην τὴν ὁδόν, οὐδὲ πορεύσεται πλοῖον ἐλαῦνον.
Ησ. 33,21 Η ασφάλεια δε της πόλεως και της σκηνής αυτής οφείλονται στο παντοδύναμον και προστατευτικόν δια σας όνομα του Κυρίου, θα υπάρξη δια σας περιοχή, όπου θα είναι ποταμοί και διώρυγες πλατείς και ευρύχωροι. Εις δε τον δρόμον, που οδηγεί προς την πόλιν αυτήν, δεν θα βαδίση εχθρική δύναμις, ούτε εχθρικόν πλοίον θα πλεύση εναντίον της.
 
Ησ. 33,22 ὁ γὰρ Θεός μου μέγας ἐστίν, οὐ παρελεύσεταί με Κύριος· κριτὴς ἡμῶν Κύριος, ἄρχων ἡμῶν Κύριος, βασιλεὺς ἡμῶν Κύριος, οὗτος ἡμᾶς σώσει.
Ησ. 33,22 Δεν θα επιτεθή πλέον εναντίον μου εχθρός, λέγει, η πόλις Σιών, διότι μέγας είναι ο Θεός μου. Δεν θα με αντιπαρελθη πλέον ο Κυριος με αδιαφοριαν. Ο Κυριος είναι ο κριτής ημών. Ο Κυριος είναι ο άρχων και ο νομοθέτης μας. Ο Κυριος είναι ο ένδοξος βασιλεύς μας. Αυτός και θα μας σώση.
 
Ησ. 33,23 ἐῤῥάγησαν τὰ σχοινία σου, ὅτι οὐκ ἐνίσχυσαν· ὁ ἱστός σου ἔκλινεν, οὐ χαλάσει τὰ ἱστία· οὐκ ἀρεῖ σημεῖον, ἕως οὗ παραδοθῇ εἰς προνομήν· τοίνυν πολλοὶ χωλοὶ προνομὴν ποιήσουσι.
Ησ. 33,23 Μαθετε σεις οι εχθροί μου, ότι έσπασαν τα σχοινία σας, διότι δεν αντέσχον. Τα κατάρτια από τα πλοία σας εκάμφθησαν και δεν θα ανοίξουν τα πανιά· δεν θα σηκώση πλέον σημείον νίκης ο εχθρός. Θα μείνη ηττημένος, έως ότου παραδοθή εις λαφυραγωγίαν! Και αυτοί ακόμη οι χωλοί θα λάβουν μέρος εις την πλουσίαν λαφυραγωγίαν.
 
Ησ. 33,24 καὶ οὐ μὴ εἴπῃ· κοπιῶ, ὁ λαὸς ἐνοικῶν ἐν αὐτοῖς· ἀφέθη γὰρ αὐτοῖς ἡ ἁμαρτία.
Ησ. 33,24 Και ολος ο λαός, που κατοικεί ανάμεσα στους νικητάς και τους λαφυραγωγούντας, δεν θα πη· Εχω καταβληθή από τον κόπον. Αυτά δε θα γίνουν, διότι η αμαρτία των έχει πλέον συγχωρηθή.
 
Ησ. 34,1 Προσαγάγετε, ἔθνη, καὶ ἀκούσατε, ἄρχοντες. ἀκουσάτω ἡ γῆ καὶ οἱ ἐν αὐτῇ, ἡ οἰκουμένη καὶ ὁ λαὸς ὁ ἐν αὐτῇ.
Ησ. 34,1 Ελάτε έδω κοντά έθνη. Ακούσατε οι άρχοντες των λαών. Ας ακούση η γη και όλοι όσοι κατοικούν εις αυτήν, η οικουμένη ολόκληρος και ο λαός, που υπάρχει εις αυτήν. Ολοι ας ακούσουν, όσα εν τη δικαία οργή του θα πράξη ο Κυριος.
 
Ησ. 34,2 διότι θυμὸς Κυρίου ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη καὶ ὀργὴ ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τοῦ ἀπολέσαι αὐτοὺς καὶ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς σφαγήν.
Ησ. 34,2 Διότι ο θυμός του Κυρίου θα εκσπάση εναντίον όλων των εθνών και η δίκαια οργή του θα επέλθη στο πλήθος αυτών, δια να τα καταστρέψη και τα παραδώση εις σφαγήν.
 
Ησ. 34,3 οἱ δὲ τραυματίαι αὐτῶν ῥιφήσονται καὶ οἱ νεκροί, καὶ ἀναβήσεται αὐτῶν ἡ ὀσμή, καὶ βραχήσεται τὰ ὄρη ἀπὸ τοῦ αἵματος αὐτῶν.
Ησ. 34,3 Οι τραυματίαι και οι νεκροί των εθνών θα ριφθούν κάτω στο χώμα και η δυσοσμία από τα πτώματά των θα γέμιση τον αέρα. Τα όρη θα βραχούν από το αίμα των.
 
Ησ. 34,4 καὶ τακήσονται πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, καὶ ἑλιγήσεται ὁ οὐρανὸς ὡς βιβλίον, καὶ πάντα τὰ ἄστρα πεσεῖται ὡς φύλλα ἐξ ἀμπέλου καὶ ὡς πίπτει φύλλα ἀπὸ συκῆς.
Ησ. 34,4 Ολα τα ουράνια σώματα θα λυώσουν και θα διαλυθούν. Ο έναστρος ουρανός θα περιτυλιχθή ώσαν βιβλίον, και όλα τα άστρα αυτού θα πέσουν ώσαν τα φύλλα της αμπέλου, θα πέσουν, όπως πίπτουν τα φύλλα της συκής.
 
Ησ. 34,5 ἐμεθύσθη ἡ μάχαιρά μου ἐν τῷ οὐρανῷ· ἰδοὺ ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν καταβήσεται καὶ ἐπὶ τὸν λαὸν τῆς ἀπωλείας μετὰ κρίσεως.
Ησ. 34,5 Η στον ουρανόν παντοδύναμος μάχαιρά μου εμεθυσεν από την ορμήν προς τιμωρίαν των αμαρτωλών. Τωρα στρέφεται εναντίον της Ιδουμαίας· εναντίον λαού, ο οποίος προορίζεται κατά λόγον δικαιοσύνης εις καταστροφήν.
 
Ησ. 34,6 ἡ μάχαιρα τοῦ Κυρίου ἐνεπλήσθη αἵματος, ἐπαχύνθη ἀπὸ στέατος ἀρνῶν καὶ ἀπὸ στέατος τράγων καὶ κριῶν· ὅτι θυσία τῷ Κυρίῳ ἐν Βοσὸρ καὶ σφαγὴ μεγάλη ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ.
Ησ. 34,6 Η μάχαιρα του Κυρίου εγέμισεν από αίμα. Εσκεπασθη από παχύ στρώμα λίπους αρνιών, από λίπη τράγων και κριών. Διότι η μεγάλη θυσία έγινεν εις ικανοποιησιν της δικαιοσύνης του Κυρίου εις την Βοσόρ και σφαγή μεγάλη εις την Ιδουμαίαν.
 
Ησ. 34,7 καὶ συμπεσοῦνται οἱ ἁδροὶ μετ᾿ αὐτῶν καὶ οἱ κριοὶ καὶ οἱ ταῦροι, καὶ μεθυσθήσεται ἡ γῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος καὶ ἀπὸ τοῦ στέατος αὐτῶν ἐμπλησθήσεται.
Ησ. 34,7 Θα πέσουν οι καλοθρεμμένοι και παχείς, οι ισχυροί αυτών, μαζή δέ με αυτούς οι κριοι και οι ταύροι. Η χώρα της Ιδουμαίας θα μεθύση από το αίμα των φονευομένων, θα χορτάση από τα λίπη των.
 
Ησ. 34,8 ἡμέρα γὰρ κρίσεως Κυρίου καὶ ἐνιαυτὸς ἀνταποδόσεως κρίσεως Σιών.
Ησ. 34,8 Διότι η ημέρα αυτή είναι ημέρα της δικαίας κρίσεως του Κυρίου, είναι έτος εκδικήσεως και αποδόσεως δικαιοσύνης εις την Σιών.
 
Ησ. 34,9 καὶ στραφήσονται αἱ φάραγγες αὐτῆς εἰς πίσσαν καὶ ἡ γῆ αὐτῆς εἰς θεῖον, καὶ ἔσται ἡ γῆ αὐτῆς ὡς πίσσα καιομένη
Ησ. 34,9 Αι κοιλάδες της Ιδουμαίας θα μεταβληθούν εις πίσσαν και η χώρα αυτή εις θειάφι. Ολόκληρος η περιοχή της Ιδουμαίας θα είναι ωσάν πίσσα, η οποία καίεται
 
Ησ. 34,10 νυκτὸς καὶ ἡμέρας καὶ οὐ σβεσθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον, καὶ ἀναβήσεται ὁ καπνὸς αὐτῆς ἄνω· εἰς γενεὰς ἐρημωθήσεται καὶ εἰς χρόνον πολύν,
Ησ. 34,10 ημέραν και νύκτα. Δεν θα σβήση ποτέ, ο δε πυκνός καπνός της θα ανεβαινη προς τα επάνω. Εις γενεάς πολλάς και επί πολύν χρόνον θα μείνη έρημος η χώρα αυτή.
 
Ησ. 34,11 ὄρνεα καὶ ἐχῖνοι καὶ ἴβεις καὶ κόρακες κατοικήσουσιν ἐν αὐτῇ, καὶ ἐπιβληθήσεται ἐπ᾿ αὐτὴν σπαρτίον γεωμετρίας ἐρήμου, καὶ ὀνοκένταυροι οἰκήσουσιν ἐν αὐτῇ.
Ησ. 34,11 Αγρια πτηνά, ακανθόχοιροι, πελαργοί που συμβολίζουν το πένθος, και κόρακες θα κατοικούν εις αυτήν. Δια την ερήμωσίν της θα την μετρούν, όπως μετρούν τας ερήμους περιοχάς. Κολοβοί πίθηκοι θα κατοικήσουν εις αυτήν.
 
Ησ. 34,12 οἱ ἄρχοντες αὐτῆς οὐκ ἔσονται· οἱ γὰρ βασιλεῖς καὶ οἱ μεγιστᾶνες αὐτῆς ἔσονται εἰς ἀπώλειαν.
Ησ. 34,12 Οι άρχοντές της δεν θα υπάρχουν πλέον, διότι οι βασιλείς και οι μεγιστάνες της θα έχουν παραδοθή εις καταστροφήν.
 
Ησ. 34,13 καὶ ἀναφύσει εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν ἀκάνθινα ξύλα καὶ εἰς τὰ ὀχυρώματα αὐτῆς, καὶ ἔσται ἔπαυλις σειρήνων καὶ αὐλὴ στρουθῶν.
Ησ. 34,13 Εις τα ερείπια των πόλεων και εις τα τέως οχυρώματά της θα φυτρώσουν ακανθώδεις θάμνοι. Ετσι η χώρα θα γίνη κατοικία σειρήνων, αυλή στρουθίων.
 
Ησ. 34,14 καὶ συναντήσουσι δαιμόνια ὀνοκενταύροις καὶ βοήσονται ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον· ἐκεῖ ἀναπαύσονται ὀνοκεύνταυροι, εὗρον γὰρ αὐτοῖς ἀνάπαυσιν.
Ησ. 34,14 Εκεί θα συναντηθούν τα δαιμόνια με τους κολοβούς πιθήκους και θα κραυγάζουν ο ένας προς τον άλλον εκεί θα αναπαυθούν οι πίθηκοι, διότι ευρήκαν εις αυτήν την ανά-παυσίν των και την ασφάλειαν.
 
Ησ. 34,15 ἐκεῖ ἐνόσσευσεν ἐχῖνος, καὶ ἔσωσεν ἡ γῆ τὰ παιδία αὐτῆς μετὰ ἀσφαλείας· ἐκεῖ συνήντησαν ἔλαφοι καὶ εἶδον τὰ πρόσωπα ἀλλήλων·
Ησ. 34,15 'Εκει θα γεννά και θα τρέφη τα μικρά του ο ακανθόχοιρος και η σκαμμένη εις την γην φωλεά έσωσε τα παιδιά του με κάθε ασφάλειαν. Εκεί συνηντήθησαν έλαφοι και είδον η μία την άλλην κατά πρόσωπον χωρίς φόβον.
 
Ησ. 34,16 ἀριθμῷ παρῆλθον, καὶ μία αὐτῶν οὐκ ἀπώλετο, ἑτέρα τὴν ἑτέραν οὐκ ἐζήτησαν, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῖς ἐνετείλατο, καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ συνήγαγεν αὐτάς.
Ησ. 34,16 Πολυάριθμοι επέρασαν από εκεί, καμμία απ' αυτάς δεν εχάθη, καμμία δεν εζήτησε την άλλην, διότι τα ζεύγη έμειναν εν ασφαλεία. Ο Κυριος έδωκεν εις αυτάς εντολήν, να γνωρίζη η κάθε μία τον σύντροφον της. Το πνεύμα του Θεού τους συνήθροισεν εκεί.
 
Ησ. 34,17 καὶ αὐτὸς ἐπιβαλεῖ αὐτοῖς κλήρους, καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ διεμέρισε βόσκεσθαι· εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον κληρονομήσετε, εἰς γενεὰς γενεῶν ἀναπαύσονται ἐπ᾿ αὐτῆς.
Ησ. 34,17 Και αυτός θα επιβάλη και θα καθορίση εις τα θηρία περιοχάς και τμήματα, που θα ζουν. Το χέρι του εξεχώρισε μερίδια εις την γην της Ιδουμαίας, όπου θα βόσκουν. Δια παντός τα άγρια θηρία θα κληρονομήσουν την περιοχήν της Ιδουμαίας, εις γενεάς γενεών θα αναπαύωνται εις αυτήν.
 
Ησ. 35,1 Εὐφράνθητι, ἔρημος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον,
Ησ. 35,1 Πλημμύρισε τώρα από ευφροσύνην και χαράν συ η έρημος, η οποία προηγουμένως εδιψούσες. Ας αγάλλεται τώρα η έρημος και ας ανθίση σαν τους κρίνους.
 
Ησ. 35,2 καὶ ἐξανθήσει καὶ ὑλοχαρήσει καὶ ἀγαλλιάσεται τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου· καὶ ἡ δόξα τοῦ Λιβάνου ἐδόθη αὐτῇ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Καρμήλου, καὶ ὁ λαός μου ὄψεται τὴν δόξαν Κυρίου καὶ τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 35,2 Αι έρημοι, περιοχαί του Ιορδάνου θα πλημμυρίσουν από αγαλλίασιν, διότι θα γεμίσουν από πλουσίαν βλάστησιν και άνθη. Η δόξα του γεμάτου από κέδρους Λιβάνου και η τιμή του περιφήμου, δια την πυκνήν βλάστησίν του, όρους Καρμήλου εδόθη εις την χώραν της Ιουδαίας. Και ο λαός μου θα ίδη την δόξαν του Κυρίου και την μεγαλοπρέπειαν του Θεού.
 
Ησ. 35,3 ἰσχύσατε, χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα·
Ησ. 35,3 Παρετε, λοιπόν, τώρα δύναμιν χείρες εξησθενημέναι και γόνατα παραλελυμένα.
 
Ησ. 35,4 παρακαλέσατε, οἱ ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ· ἰσχύσατε, μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσι καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς.
Ησ. 35,4 Παρηγορηθήτε και παρέτε θάρρος σεις, που έχετε ολιγοψυχήσει κατά την καρδίαν. Παρετε δύναμιν και μη φοβείσθε· ιδού ο Θεός μας ανταποδίδει το δίκαιον και θα το αποδώση. Τωρα αυτός θα έλθη και θα σώση όλους μας.
 
Ησ. 35,5 τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται.
Ησ. 35,5 Τοτε θα ανοιχθούν τα μάτια των τυφλών και τα αυτιά των κωφών θα ακούσουν.
 
Ησ. 35,6 τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων, ὅτι ἐῤῥάγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ·
Ησ. 35,6 Τοτε ο χωλός, θεραπευμένος πλέον, θα πηδά σαν το ελάφι. Μεγαλόφωνος και ρητορεύουσα θα είναι αι γλώσσα των βωβών, διότι εξέσπασε κα ανεπήδησεν άφθονο νερό εις την έρημον, και φάραγξ γεμάτη νερό εις την έως τώρα ξηράν και διψασμένην γην.
 
Ησ. 35,7 καὶ ἔσται ἡ ἄνυδρος εἰς ἕλη, καὶ εἰς τὴν διψῶσαν γῆν πηγὴ ὕδατος ἔσται· ἐκεῖ ἔσται εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις καλάμου καὶ ἕλη.
Ησ. 35,7 Η έως τώρα ξηρά και άνυδρος γη, θα μεταβληθή εις λίμνην και εις την ξηράν και διψασμένην περιοχήν θα αναβλύσουν και θα υπάρχουν πηγαί υδάτων. Εκεί θα είναι χαρά και ανάπαυσις δια τα πτηνά το ουρανού, εκτάσεις υδροχαρών καλάμω και λίμναι.
 
Ησ. 35,8 ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται, καὶ οὐ μὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρμένοι πορεύσονται ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ οὐ μὴ πλανηθῶσι.
Ησ. 35,8 Εκεί θα υπάρχη οδός καθαρά, οδός, η οποία θα υνομασθή αγία. Κανείς ακάθαρτος δεν θα περάση ότι θα πατήση έχει. Ούτε θα υπάρξη εις τη περιοχήν εκείνην δρόμος ακάθαρτος. Οι διασκορπισμένοι ανά τα διάφορα μέρη και εξόριστοι θα βαδίσουν εις την οδόν αυτήν. Δεν θα υπάρξη πλέον φόβος να παραπλανηθούν.
 
Ησ. 35,9 καὶ οὐκ ἔσται ἐκεῖ λέων, οὐδὲ τῶν πονηρῶν θηρίων οὐ μὴ ἀναβῇ ἐπ᾿ αὐτήν, οὐδὲ μὴ εὑρεθῇ ἐκεῖ, ἀλλὰ πορεύσονται ἐν αὐτῇ λελυτρωμένοι
Ησ. 35,9 Εις την οδόν αυτήν δεν θα υπάρχη λέων και κανένα από τα επικίνδυνα θηρία δεν θα ανεβή εις αυτήν, ούτε και θα ευρεθή εκεί. Αλλά δια της οδού αυτής θα βαδίσουν δλοι οι λυτρωμένοι
 
Ησ. 35,10 καὶ συνηγμένοι διὰ Κύριον· καὶ ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης, καὶ εὐφροσύνη αἰώνιος ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτῶν· ἐπὶ γὰρ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν αἴνεσις καὶ ἀγαλλίαμα, καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς. ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός.
Ησ. 35,10 και οι συνηθροισμένοι χάρις εις την δύναμιν του Κυρίου, θα επιστρέψουν από την αιχμαλωσίαν οι λυτρωμένοι και θα έλθουν εις την Ιερουσαλήμ με χαράν και ευφροσύνην. Αιωνία και αναφαίρετος ευφροσύνη θα στεφανώνη τας κεφαλάς των. Διότι, επάνω εις την κεφαλήν των, ωσάν στέφανος, θα υπάρχη δοξολογία προς τον Θεόν και αγαλλίασις καρδίας· η ευτυχία θα πλημμυρίση αυτούς· θα έχη φύγει από αυτούς κάθε λύπη, πόνος και στεναγμός.
 
Ησ. 36,1 Καὶ ἐγένετο τοῦ τεσσαρεσκαιδεκάτου ἔτους, βασιλεύοντος Ἐζεκίου, ἀνέβη Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας τὰς ὀχυρὰς καὶ ἔλαβεν αὐτάς.
Ησ. 36,1 Κατά το δέκατον τέταρτον έτος της βασιλείας του Εζεκίου ο βασιλεύς των Ασσυρίων Σενναχηρείμ επήλθεν εναντίον των οχυρών πόλεων της Ιουδαίας, τας οποίας και κατέλαβε.
 
Ησ. 36,2 καὶ ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων τὸν Ῥαψάκην ἐκ Λαχεὶς εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν μετὰ δυνάμεως πολλῆς, καὶ ἔστη ἐν τῷ ὑδραγωγῷ τῆς κολυμβήθρας τῆς ἄνω ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἀγροῦ τοῦ γναφέως.
Ησ. 36,2 Αυτός ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλεν εκπροσωπόν του από την Λαχείς εις την Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα Εζεκίαν, τον Ραψάκην, με πολλήν στρατιωτικήν δύναμιν. Ο Ραψάκης ήλθε και εστάθη εις την επάνω δεξαμένην του υδραγωγείου της πόλεως Ιερουσαλήμ, στον δρόμον που ωδηγούσε στον αγρόν του λευκαντού ενδυμάτων.
 
Ησ. 36,3 καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν Ἑλιακεὶμ ὁ τοῦ Χελκίου ὁ οἰκονόμος καὶ Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς καὶ Ἰωὰχ ὁ τοῦ Ἀσὰφ ὁ ὑπομνηματογράφος.
Ησ. 36,3 Εκ μέρους του βασιλέως Εζεκίου ήλθον προς τον Ραψάκην πρέσβεις ο Ελιακείμ υιός του Χελκίου ο οικονόμος, Σομνάς ο γραμματεύς, και ο Ιωάχ υιός του Ασάφ, ο χρονικογράφος.
 
Ησ. 36,4 καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ῥαψάκης· εἴπατε Ἐζεκίᾳ· τάδε λέγει ὁ βασιλεὺς ὁ μέγας, βασιλεὺς Ἀσσυρίων· τί πεποιθὼς εἶ;
Ησ. 36,4 Ο Ραψάκης είπε προς αυτούς· “είπατε στον Εζεκίαν· αυτά λέγει ο μέγας βασιλεύς των Ασσυρίων· τι έχεις και εις τι στηρίζεις την πεποίθησίν σου, ώστε να ανθίστασαι;
 
Ησ. 36,5 μὴ ἐν βουλῇ ἢ λόγοις χειλέων παράταξις γίνεται; καὶ νῦν ἐπὶ τίνα πέποιθας, ὅτι ἀπειθεῖς μοι;
Ησ. 36,5 Μηπως η μάχη διεξάγεται με αποφάσεις μόνον και με λόγια; Τωρα, λοιπόν, εις ποίον συ έχεις την πεποίθησίν σου και ανθιστάσαι εις εμέ;
 
Ησ. 36,6 ἰδοὺ πεποιθὼς εἶ ἐπὶ τὴν ῥάβδον τὴν καλαμίνην τὴν τεθλασμένην ταύτην, ἐπ᾿ Αἴγυπτον· ὡς ἂν ἐπιστηριχθῇ ἀνὴρ ἐπ᾿ αὐτήν, εἰσελεύσεται εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ τρήσει αὐτήν· οὕτως ἐστὶ Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ.
Ησ. 36,6 Αλλά έχεις την πεποίθησίν σου εις την Αίγυπτον, εις την καλαμένιαν και σπασμένην αυτήν ράβδον. Εάν κανείς θελήση να στηριχθή επάνω εις αυτήν, εκείνη θα μπη στο χέρι του και θα το τρυπήση. Τέτοιος είναι ο βασιλεύς της Αιγύπτου, ο Φαραώ, και όλοι όσοι έχουν στηρίζει την πεποίθησίν των εις αυτόν.
 
Ησ. 36,7 εἰ δὲ λέγετε· ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν πεποίθαμεν,
Ησ. 36,7 Εάν δε εξ άλλου λέγετε· ημείς έχομεν στηρίξει την πεποίθησιν μας εις Κυριον τον Θεόν μας·
 
Ησ. 36,8 νῦν μείχθητε τῷ κυρίῳ μου τῷ βασιλεῖ Ἀσσυρίων, καὶ δώσω ὑμῖν δισχιλίαν ἵππον, εἰ δυνήσεσθε δοῦναι ἀναβάτας ἐπ᾿ αὐτούς.
Ησ. 36,8 εάν έχετε πεποίθησιν στον Θεόν σας, συγκρουσθήτε, λοιπόν, προς τον κύριόν μου τον βασιλέα των Ασσυρίων και εγώ υπόσχομαι να δώσω εις σας δύο χιλιάδας ίππους, αν θα ημπορέσετε να βρήτε αναλόγους δι' αυτούς ιππείς.
 
Ησ. 36,9 καὶ πῶς δύνασθε ἀποστρέψαι εἰς πρόσωπον τῶν τοπαρχῶν; οἰκέται εἰσὶν οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ Αἰγυπτίοις εἰς ἵππον καὶ ἀναβάτην.
Ησ. 36,9 Πως δε τολμάτε να ατενίζετε το πρόσωπον, έστω και ενός από τους τοπάρχας του βασιλέως μου; Δούλοι είναι εκείνοι, που έχουν στηρίξει την πεποίθησιν των στους Αιγυπτίους και ελπίζουν να πάρουν από αυτούς ίππους και ιππείς.
 
Ησ. 36,10 καὶ νῦν μὴ ἄνευ Κυρίου ἀνέβημεν ἐπὶ τὴν χώραν ταύτην πολεμῆσαι αὐτήν; Κύριος εἶπε πρός με· ἀνάβηθι ἐπὶ τὴν γῆν ταύτην, καὶ διάφθειρον αὐτήν.
Ησ. 36,10 Αλλως τε, μήπως ημείς έχαμεν επέλθει εναντίον της χώρας, δια να την πολεμήσωμεν, χωρίς την γνώμην και συγκατάβασιν του Κυρίου; Ο Κυριος είπε προς εμέ· Ανέβα εις την χώραν αυτήν και κατάστρεψέ την”.
 
Ησ. 36,11 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἑλιακεὶμ καὶ Σομνᾶς καὶ Ἰωάχ· λάλησον πρὸς τοὺς παῖδάς σου Συριστί, ἀκούομεν γὰρ ἡμεῖς, καὶ μὴ λάλει πρὸς ἡμᾶς Ἰουδαϊστί· καὶ ἱνατί λαλεῖς εἰς τὰ ὦτα τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπὶ τῷ τείχει;
Ησ. 36,11 Ο Ελιακείμ, ο Σομνάς και ο Ιωάχ είπαν προς αυτόν· “μίλησε προς ημάς τους δούλους σου εις την συριακήν γλώσσαν την αραμαϊκην.Διότι ημείς εννοούμεν αυτήν την γλώσσαν. Διατί ομιλείς εβραϊστί και ακούουν οι άνθρωποι μας, που ευρίσκονται στο τείχος της πόλεως;”
 
Ησ. 36,12 καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ῥαψάκης· μὴ πρὸς τὸν Κύριον ὑμῶν ἢ πρὸς ὑμᾶς ἀπέσταλκέ με ὁ κύριός μου λαλῆσαι τοὺς λόγους τούτους; οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθημένους ἐπὶ τῷ τείχει, ἵνα φάγωσι κόπρον καὶ πίωσιν οὖρον μεθ᾿ ὑμῶν ἅμα;
Ησ. 36,12 Απήντησε με αγερωχίαν προς αυτούς ο Ραψάκης· “μήπως ο κύριός μου με έστειλε να πω τους λόγους αυτούς μόνον προς τον κύριον σας, τον βασιλέα η προς σας τους απεσταλμένους του; Δεν με απέστειλε κυρίως προς τους ανθρώπους, οι οποίοι ευρίσκονται τώρα επάνω εις τα τείχη της πόλεως, δια να τους είπω ότι εάν δεν παραδοθούν, είναι καταδικασμένοι να φάγουν την κόπρον και να πίουν τα ούρα των μαζή με σας;”
 
Ησ. 36,13 καὶ ἔστη Ῥαψάκης καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ Ἰουδαϊστὶ καὶ εἶπεν· ἀκούσατε τοὺς λόγους τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου, βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 36,13 Εσηκώθη όρθιος ο Ραψάκης και εκραύγασε με φωνήν μεγάλην εις την εβραϊκήν γλώσσαν και είπεν· “ακούστε, σεις, που ευρίσκεσθε επάνω στο τείχος, τους λόγους του βασιλέως του μεγάλου, του βασιλέως των Ασσυρίων.
 
Ησ. 36,14 τάδε λέγει ὁ βασιλεύς· μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας λόγοις, οἳ οὐ δυνήσονται ῥύσασθαι ὑμᾶς·
Ησ. 36,14 Αυτά λέγει ο βασιλεύς· ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας με λόγια, που δεν είναι δυνατόν να σας γλυτώσουν από τον όλεθρον.
 
Ησ. 36,15 καὶ μὴ λεγέτω ὑμῖν Ἐζεκίας, ὅτι ῥύσεται ὑμᾶς ὁ Θεός, καὶ οὐ μὴ παραδοθῇ ἡ πόλις αὕτη ἐν χειρὶ βασιλέως Ἀσσυρίων·
Ησ. 36,15 Ας μη σας λέγη ο Εζεκίας, ότι ο Θεός θα σας γλυτώση και δεν θα παραδοθή η πόλις αυτή εις τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων.
 
Ησ. 36,16 μὴ ἀκούετε Ἐζεκίου. τάδε λέγει ὁ βασιλεὺς Ἀσσυρίων· εἰ βούλεσθε εὐλογηθῆναι, ἐκπορεύεσθε πρός με καὶ φάγεσθε ἕκαστος τὴν ἄμπελον αὐτοῦ καὶ τὰς συκᾶς καὶ πίεσθε ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου ὑμῶν,
Ησ. 36,16 Μη ακούετε τον Εζεκίαν. Αυτά λέγει ο βασιλεύς των Ασσυρίων πρέπει και να τον ακούσετε· Εάν θέλετε να ευτυχήσετε, ελάτε προς εμέ και ο καθένας σας θα φάγη τους καρπούς από το αμπέλι του και από τις συκιές του, και θα πιήτε το νερό από τη στέρνα σας.
 
Ησ. 36,17 ἕως ἂν ἔλθω καὶ λάβω ὑμᾶς εἰς γῆν, ὡς ἡ γῆ ὑμῶν, γῆ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἄρτων καὶ ἀμπελώνων.
Ησ. 36,17 Μέχρις ότου έλθω και σας παραλάβω, δια να σας μεταφέρω εις χώραν, που είναι ομοία με την χώραν σας, χώρα δηλαδή εύφορος εις σίτον και οίνον και τρόφιμα και αμπέλια.
 
Ησ. 36,18 μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας λέγων· ὁ Θεὸς ὑμῶν ῥύσεται ὑμᾶς. μὴ ἐῤῥύσαντο οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων;
Ησ. 36,18 Ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας λέγων· Ο Θεός σας θα σας γλυτώση. Μηπως οι θεοί των άλλων εθνών εγλύτωσεν ο καθένας την χώραν του από τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων;
 
Ησ. 36,19 ποῦ ἐστιν ὁ θεὸς Αἰμὰθ καὶ Ἀρφάθ; καὶ ποῦ ὁ θεὸς τῆς πόλεως Σεπφαρείμ; μὴ ἐδύναντο ῥύσασθαι Σαμάρειαν ἐκ χειρός μου;
Ησ. 36,19 Που είναι ο θεός της Αιμάθ και Αρφάθ; Που είναι ο θεός της πόλεως Σεπφαρείμ; Μηπως ημπόρεσαν οι θεοί της Σαμαρείας, να σώσουν την Σαμάρειαν από τα χέρια μου;
 
Ησ. 36,20 τίς τῶν θεῶν πάντων τῶν ἐθνῶν τούτων, ὅστις ἐῤῥύσατο τὴν γῆν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου, ὅτι ῥύσεται ὁ Θεὸς Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρός μου;
Ησ. 36,20 Ποιός θεός από τους θεούς όλων αυτών των εθνών ήτο εκείνος, που έσωσε την χώραν του από τα χέρια μου; Τι λοιπόν σας κάνει να πιστεύετε ότι ο Θεός σας θα γλυτώση την Ιερουσαλήμ από τα χέρια μου;”
 
Ησ. 36,21 καὶ ἐσιώπησαν, καὶ οὐδεὶς ἀπεκρίθη αὐτῷ λόγον, διὰ τὸ προστάξαι τὸν βασιλέα μηδένα ἀποκριθῆναι.
Ησ. 36,21 Οι απεσταλμένοι του βασιλέως Εζεκίου εσιώπησαν. Κανείς δεν απήντησε λόγον τινά προς αυτόν, διότι ο βασιλεύς είχε διατάξει, κανείς να μη δώση απάντησιν.
 
Ησ. 36,22 Καὶ εἰσῆλθεν Ἑλιακεὶμ ὁ τοῦ Χελκίου οἰκονόμος καὶ Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς τῆς δυνάμεως καὶ Ἰωὰχ ὁ τοῦ Ἀσὰφ ὁ ὑπομνηματογράφος πρὸς Ἐζεκίαν ἐσχισμένοι τοὺς χιτῶνας καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ τοὺς λόγους Ῥαψάκου.
Ησ. 36,22 Ο Ελιακείμ, ο υιός του Χελκίου ο οικονόμος, ο Σομνάς ο γραμματεύς του στρατού και ο Ιωάχ ο υιός του Ασάφ, ο χρονικογράφος επέστρεψαν προς τον Εζεκίαν με σχισμένα τα ενδύματα των και κατέστησαν γνωστούς εις αυτόν τους λόγους του Ραψάκου.
 
Ησ. 37,1 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀκοῦσαι τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν ἔσχισε τὰ ἱμάτια καὶ περιεβάλετο σάκκον καὶ ἀνέβη εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.
Ησ. 37,1 Οταν ο βασιλεύς Εζεκίας ηκουσε τα φοβερά αυτά λόγια, έσχισε τα ενδύματα του, περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και ανέβη στον ναόν του Κυρίου.
 
Ησ. 37,2 καὶ ἀπέστειλεν Ἑλιακεὶμ τὸν οἰκονόμον καὶ Σομνᾶν τὸν γραμματέα καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν ἱερέων περιβεβλημένους σάκκους πρὸς Ἡσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς τὸν προφήτην,
Ησ. 37,2 Εστειλε δε τον Ελιακείμ, τον οικονόμον, τον Σομνάν τον γραμματέα, και τους πρεσβυτέρους από τους ιερείς, ενδεδυμένους όλους σάκκινα ενδύματα, προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς τον προφήτην,
 
Ησ. 37,3 καὶ εἶπαν αὐτῷ· τάδε λέγει Ἐζεκίας· ἡμέρα θλίψεως καὶ ὀνειδισμοῦ καὶ ἐλεγμοῦ καὶ ὀργῆς ἡ σήμερον ἡμέρα, ὅτι ἥκει ἡ ὠδὶν τῇ τικτούσῃ, ἰσχὺν δὲ οὐκ ἔχει τοῦ τεκεῖν.
Ησ. 37,3 και αυτοί είπαν προς εκείνον· “αυτά λέγει ο Εζεκίας προς σέ· Η σημερινή ημέρα είναι ημέρα γεμάτη θλίψιν, γεμάτη από ονειδισμούς και φρικτούς ελέγχους εκ μέρους των εχθρών. Αλλά και από οργήν εκ μέρους του Κυρίου. Η οδύνη της ημέρας αυτής είναι σαν τας ωδίνας που καταλαμβάνουν την επίτοκον, η οποία όμώς δεν έχει την δύναμιν να γεννήση και εξακολουθεί να πονή.
 
Ησ. 37,4 εἰσακούσαι Κύριος ὁ Θεός σου τοὺς λόγους Ῥαψάκου, οὓς ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα καὶ ὀνειδίζειν λόγους, οὓς ἤκουσε Κύριος ὁ Θεός σου· καὶ δεηθήσῃ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου περὶ τῶν καταλελειμμένων τούτων.
Ησ. 37,4 Είθε να ακούση Κυριος ο Θεός σου τους αλαζονικούς και υβριστικούς λόγους του Ραψάκου, τους οποίους δι' αυτού ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλε να ονειδίση τον αληθινόν Θεόν μας και να τον περιπαίξη με τους λόγους αυτούς, τους οποίους ασφαλώς και ήκουσε Κυριος ο Θεός σου. Και συ, λοιπόν, ας παρακαλέσης Κυριον τον θεόν σου, να σωθούν από τον όλεθρον οι απομείναντες έδω αυτοί Ιουδαίοι”.
 
Ησ. 37,5 καὶ ἦλθον οἱ παῖδες τοῦ βασιλέως Ἐζεκίου πρὸς Ἡσαΐαν,
Ησ. 37,5 Οι αξιωματούχοι του βασιλέως 'Εζεκιου ήλθαν προς τον Ησαΐαν, στον οποίον και ανέφεραν αυτά.
 
Ησ. 37,6 καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἡσαΐας· οὕτως ἐρεῖτε πρὸς τὸν κύριον ὑμῶν· τάδε λέγει Κύριος· μὴ φοβηθῇς ἀπὸ τῶν λόγων, ὧν ἤκουσας, οὓς ὠνείδισάν με οἱ πρέσβεις βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,6 Ο Ησαΐας τους είπε· “έτσι θα απαντήσετε προς τον κύριον σας, τον Εζεκίαν· αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός· Μη φοβηθής από τα λόγια, τα οποία ήκουσες και με τα οποία ο απεσταλμένοι του βασιλέως των Ασσυρίων ύβρισαν εμέ.
 
Ησ. 37,7 ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβάλλω εἰς αὐτὸν πνεῦμα, καὶ ἀκούσας ἀγγελίαν ἀποστραφήσεται εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ καὶ πεσεῖται μαχαίρᾳ ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ.
Ησ. 37,7 Ιδού, εγώ, θα βάλω μέσα εις αυτόν πνεύμα δειλίας και όταν αυτός ακούση κάποιαν κακήν είδησιν, θα γυρίση οπίσω εις την πατρίδα του και εκεί, εις την χώραν του, θα πέση νεκρός φονευόμενος δια μαχαίρας”.
 
Ησ. 37,8 Καὶ ἀπέστρεψε Ῥαψάκης καὶ κατέλαβε τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων πολιορκοῦντα Λομνάν. καὶ ἤκουσε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὅτι
Ησ. 37,8 Ο Ραψάκης επανήλθε και ευρήκε τον βασιλέα των Ασσυρίων να πολιορκή την Λομνάν, πόλιν της Ιουδαίας. Εν τω μεταξύ ο βασιλεύς των Ασσυρίων είχε πληροφορηθή,
 
Ησ. 37,9 ἐξῆλθε Θαρακὰ βασιλεὺς Αἰθιόπων πολιορκῆσαι αὐτόν· καὶ ἀκούσας ἀπέστρεψε καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸς Ἐζεκίαν λέγων·
Ησ. 37,9 ότι εβγήκεν από την χώραν του ο Θαρακά, ο βασιλεύς των Αιθιόπων, δια να πολεμήση εναντίον αυτού. Οταν επληροφορήθη τούτο, εστράφη εναντίον του βασιλέως των Αιθιόπων και συγχρόνως απέστειλεν αγγελιαφόρον προς τυν Εζεκίαν λέγων·
 
Ησ. 37,10 οὕτως ἐρεῖτε Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ τῆς Ἰουδαίας· μή σε ἀπατάτω ὁ Θεός σου, ἐφ᾿ ᾧ πέποιθας ἐπ᾿ αὐτῷ λέγων· οὐ μὴ παραδοθῇ Ἱερουσαλὴμ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,10 “αυτά θα πήτε προς τον Εζεκίαν, τον βασιλέα της Ιουδαίας· Ας μη σε εξαπατά ο Θεός σου, στον οποίον συ έχεις στηρίξει την πεποίθησίν σου λέγων· δεν θα παραδοθή η Ιερουσαλήμ εις τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων.
 
Ησ. 37,11 ἢ οὐκ ἤκουσας ἃ ἐποίησαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων πᾶσαν τὴν γῆν ὡς ἀπώλεσαν;
Ησ. 37,11 Η δεν έχεις πληροφορηθή εκείνα, τα οποία έκαμαν οι βασιλείς των Ασσυρίων, ότι δηλαδή παρέδωσαν εις καταστροφήν όλην την γην;
 
Ησ. 37,12 μὴ ἐῤῥύσαντο αὐτοὺς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν, οὓς ἀπώλεσαν οἱ πατέρες μου, τήν τε Γωζᾶν καὶ Χαρὰν καὶ Ῥαφές, αἵ εἰσιν ἐν χώρᾳ Θεεμάθ;
Ησ. 37,12 Μηπως οι θεοί των εθνών εγλύτωσαν αυτούς, τους οποίους κατέστρεψαν οι πατέρες μου; Την Γωζάν, την Χαρράν, την Ραφές, πόλεις, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την χώραν Θεεμάθ;
 
Ησ. 37,13 ποῦ εἰσιν οἱ βασιλεῖς Αἰμὰθ καὶ Ἀρφὰθ καὶ πόλεως Σεπφαρείμ, Ἀνὰγ Οὐγαυά;
Ησ. 37,13 Που είναι οι βασιλείς της χώρας Αιμάθ και Αρφάθ και της πόλεως Σεπφαρείμ, Ανάγ και Ουργαυά;”
 
Ησ. 37,14 καὶ ἔλαβεν Ἐζεκίας τὸ βιβλίον παρὰ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἤνοιξεν αὐτὸ ἐναντίον Κυρίου,
Ησ. 37,14 Ο Εζεκίας επήρε την επιστολήν αυτήν από τους αγγελιαφόρους του βασιλέως της Ασσυριας και την ήνοιξεν ενώπιον του Κυρίου.
 
Ησ. 37,15 καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας πρὸς Κύριον λέγων·
Ησ. 37,15 Και προσηυχήθη προς τον Κυριον και είπε·
 
Ησ. 37,16 Κύριε σαβαὼθ ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, σὺ Θεὸς μόνος εἶ πάσης βασιλείας τῆς οἰκουμένης, σὺ ἐποίησας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Ησ. 37,16 “Κυριε παντοκράτορ, ο Θεός του Ισραήλ, συ ο οποίος κάθεσαι επάνω εις τα Χερουβίμ, συ είσαι Θεός μόνος επί πάσαν βασιλείαν του κόσμου τούτου, συ εδημιούργησες τον ουρανόν και την γην.
 
Ησ. 37,17 κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου, εἰσάκουσον, Κύριε, ἄνοιξον, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμούς σου, εἴσβλεψον, Κύριε, καὶ ἰδὲ τοὺς λόγους Σενναχηρείμ, οὓς ἀπέστειλεν ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα.
Ησ. 37,17 Κλίνε, Κυριε, το ους σου· κάμε δεκτήν την δέησίν μας, Κυριε, άνοιξε τους οφθαλμούς σου και ρίξε, Κυριε, το βλέμμα σου προς ημάς, ιδέ τους λόγους του Σενναχηρείμ, τους οποίους αυτός απέστειλε, δια να υβρίση σε τον αληθινόν θεόν.
 
Ησ. 37,18 ἐπ᾿ ἀληθείας γάρ, Κύριε, ἠρήμωσαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων τὴν οἰκουμένην ὅλην καὶ τὴν χώραν αὐτῶν
Ησ. 37,18 Διότι πράγματι, Κυριε, οι βασιλείς των Ασσυρίων ηρήμωσαν όλην την κατοικουμένην γην και την καλλιεργουμένην χώραν των κατοικούντων εις αυτήν.
 
Ησ. 37,19 καὶ ἐνέβαλον τὰ εἴδωλα αὐτῶν εἰς τὸ πῦρ· οὐ γὰρ θεοὶ ἦσαν, ἀλλὰ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ξύλα καὶ λίθοι, καὶ ἀπώλεσεν αὐτούς.
Ησ. 37,19 Ερριψαν τα είδωλα εκείνων εις την φωτιάν, διότι αυτά δεν ήσαν θεοί αληθινοί, αλλά έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι. Και δια τούτο αυτούς τους θεούς τους κατέστρεψεν η φωτιά.
 
Ησ. 37,20 σὺ δέ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον ἡμᾶς ἐκ χειρὸς αὐτῶν, ἵνα γνῷ πᾶσα βασιλεία τῆς γῆς ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς μόνος.
Ησ. 37,20 Συ όμως, Κυριε, που είσαι ιδικός μας Θεός αληθινός, σώσε μας από τα χέρια αυτών των Ασσυρίων, δια να μάθη κάθε βασίλειον επί της γης, ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός”.
 
Ησ. 37,21 Καὶ ἀπεστάλη Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς πρὸς Ἐζεκίαν καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἤκουσα ἃ προσηύξω πρός με περὶ Σενναχηρεὶμ βασιλέως Ἀσσυρίων.
Ησ. 37,21 Απεστάλη τότε από τον θεόν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, προς τον Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ηκουσα αυτά, τα οποία δια της προσευχής σου είπες προς εμέ, σχετικώς με τον Σενναχηρείμ, τον βασιλέα των Ασσυρίων.
 
Ησ. 37,22 οὗτος ὁ λόγος, ὃν ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ ὁ Θεός· ἐφαύλισέ σε καὶ ἐμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών, ἐπὶ σοὶ κεφαλὴν ἐκίνησε θυγάτηρ Ἱερουσαλήμ.
Ησ. 37,22 Ιδού και ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είπε δι αυτόν· Σε εξηυτέλισε, σε ενέπαιξε και σε περιεφρόνησεν, ω Σενναχηρείμ, η αγνή παρθένος, η θυγάτηρ μου Σιών. Εκίνησε περιφρονητικώς εναντίον σου την κεφαλήν της, η θυγάτηρ μου Ιερουσαλήμ.
 
Ησ. 37,23 τίνα ὠνείδισας καὶ παρώξυνας; ἢ πρὸς τίνα ὕψωσας τὴν φωνήν σου; καὶ οὐκ ᾖρας εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμούς σου πρὸς τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ;
Ησ. 37,23 Ποίον ύβρισες, βασιλεύ Σενναχηρείμ, και τίνος την οργήν εξηρέθισας; Η εναντίον τίνος ύψωσες με εναίδειαν την φωνήν σου; Και δεν εσήκωσες συ, αλαζονικά τα μάτια σου υψηλά εναντίον του αγίου Θεού του Ισραήλ;
 
Ησ. 37,24 ὅτι δι᾿ ἀγγέλων ὠνείδισας Κύριον· σὺ γὰρ εἶπας· τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων ἐγὼ ἀνέβην εἰς ὕψος ὀρέων καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ Λιβάνου καὶ ἔκοψα τὸ ὕψος τῆς κέδρου αὐτοῦ καὶ τὸ κάλλος τῆς κυπαρίσσου καὶ εἰσῆλθον εἰς ὕψος μέρος τοῦ δρυμοῦ
Ησ. 37,24 Διότι με τους αγγελιαφόρους σου ύβρισες τον Κυριον, επειδή συ αλαζονικώς σκεπτόμενος είπες· Εγώ με το πλήθος των αρμάτων μου ανέβηκα εις υψηλά όρη και εις τα πλέον μακρυσμένα μέρη του όρους Λιβάνου, έκοψα τας υψηλάς του κέδρους και τας ωραίας κυπαρίσσους του και εισήλθα εις υψηλόν μέρος του πυκνού και αδιαβάτου δάσους του.
 
Ησ. 37,25 καὶ ἔθηκα γέφυραν καὶ ἠρήμωσα ὕδατα καὶ πᾶσαν συναγωγὴν ὕδατος.
Ησ. 37,25 Εστήριξα γέφυραν, δια να διέρχωνται τα στρατεύματά μου, απεξήρανα νερά και κάθε δεξαμένην ύδατος.
 
Ησ. 37,26 οὐ ταῦτα ἤκουσας πάλαι, ἃ ἐγὼ ἐποίησα; ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων συνέταξα, νῦν δὲ ἐπέδειξα ἐξερημῶσαι ἔθνη ἐν ὀχυροῖς καὶ οἰκοῦντας ἐν πόλεσιν ὀχυραῖς.
Ησ. 37,26 Αλλα από παλαιοτέρους χρόνους και ανθρώπους δεν επληροφορήθης αυτά, τα οποία εγώ έχω κάμει; Από παλαιότερα χρόνια ώρισα, αλλά και τώρα επραγματοποίησα την ερήμωσιν των εχθρών εις τα οχυρώματά των και την καταστροφήν αυτών, που κατοικούσαν εις οχυράς πόλεις.
 
Ησ. 37,27 ἀνῆκα τὰς χεῖρας, καὶ ἐξηράνθησαν καὶ ἐγένοντο ὡς χόρτος ξηρὸς ἐπὶ δωμάτων καὶ ὡς ἄγρωστις.
Ησ. 37,27 Εσήκωσα τα προστατευτικά μου χέρια από αυτούς και οι άνθρωποι εξηράνθησαν. Εγιναν ωσάν το ξηρό χορτάρι επάνω εις τα ηλιακωτά και ωσάν ξηρή αγριάδα.
 
Ησ. 37,28 νῦν δὲ τὴν ἀνάπαυσίν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου καὶ τὴν εἴσοδόν σου ἐγὼ ἐπίσταμαι.
Ησ. 37,28 Τωρα δε εγώ γνωρίζω, που κάθεσαι, που αναπαύεσαι, από που εξέρχεσαι και που πηγαίνεις.
 
Ησ. 37,29 ὁ δὲ θυμός σου, ὃν ἐθυμώθης, καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με, καὶ ἐμβαλῶ φιμὸν εἰς τὴν ῥῖνά σου, καὶ χαλινὸν εἰς τὰ χείλη σου καὶ ἀποστρέψω σε τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθες ἐν αὐτῇ.
Ησ. 37,29 Ο θυμός, από τον οποίον κατελήφθης εναντίον μου, και η πικρία της ψυχής σου άνεβη προς εμέ. Και, λοιπόν, θα βάλω φίμωτρον εις την ρίνα σου και χαλινάρι εις τα χείλη σου και θα σε επιστρέψω άπρακτον και πανικόβλητον στον δρόμον, από τον οποίον ήλθες.
 
Ησ. 37,30 τοῦτο δέ σοι τὸ σημεῖον· φάγε τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν ἃ ἔσπαρκας, τῷ δὲ ἐνιαυτῷ τῷ δευτέρῳ τὸ κατάλειμμα, τῷ δὲ τρίτῳ σπείραντες ἀμήσατε καὶ φυτεύσατε ἀμπελῶνας καὶ φάγεσθε τὸν καρπὸν αὐτῶν.
Ησ. 37,30 Δια σε δέ, ω Εζεκία, τούτο θα είναι το σημείον της αληθείας των λόγων μου αυτών· φάγε κατά το έτος τούτο τα προϊόντα των καρπών, που έσπειρες· κατά το επόμενον έτος φάγε τα απολειφθέντα εκ των προϊόντων αυτών. Κατά δε το τρίτον έτος θα σπείρετε, θα θερίσετε, θα φυτεύσετε αμπελώνας και θα φάγετε τα προϊόντα αυτών.
 
Ησ. 37,31 καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φυήσουσι ῥίζαν κάτω καὶ ποιήσουσι σπέρμα ἄνω.
Ησ. 37,31 Οι απομείναντες εις την Ιουδαίαν Ιουδαίοι θα ρίψουν βαθεία τας ρίζας των ωσάν δένδρα, θα κάμουν καρπούς, θα αποκτήσουν απογόνους.
 
Ησ. 37,32 ὅτι ἐξ Ἱερουσαλὴμ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ σῳζόμενοι ἐξ ὄρους Σιών· ὁ ζῆλος Κυρίου σαβαὼθ ποιήσει ταῦτα.
Ησ. 37,32 Από την Ιερουσαλήμ θα είναι και θα βλαστήσουν οι απομείναντες Ιουδαίοι, αυτοί ποι θα διασωθούν από το όρός Σιών. Η θερμή αγάπη του Κυρίου παντοκράτορας προς τους Ιουδαίους θα κάμη αυτά.
 
Ησ. 37,33 διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος ἐπὶ βασιλέα Ἀσσυρίων· οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπὶ αὐτὴν βέλος οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπ᾿ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπ᾿ αὐτὴν χάρακα,
Ησ. 37,33 Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον του βασιλέως των Ασσυρίων· Δεν πρόκειται να εισέλθη εις την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, ούτε και θα ρίψη βέλος εναντίον της. Δεν θα προβάλη ασπίδα εναντίον αυτής, ούτε και θα περιβάλη αυτήν με χαράκωμα,
 
Ησ. 37,34 ἀλλὰ τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. τάδε λέγει Κύριος·
Ησ. 37,34 αλλά, από την οδόν, από την οποίαν ήλθεν, από την ιδίαν οδόν θα επιστρέψη προς την πατρίδα του. Και εις την πόλιν αυτήν δεν θα εισελθη”. Αυτά λέγει ακόμη ο Κυριος·
 
Ησ. 37,35 ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου.
Ησ. 37,35 “θα υπερασπίσω και θα σώσω την πόλιν αυτήν, δια να φανή η δικαιοσύνη και η δύναμίς μου, αλλά και προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ».
 
Ησ. 37,36 Καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοηκονταπέντε χιλιάδας, καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά.
Ησ. 37,36 Εστάλη πράγματι άγγελος Κυρίου από τον Θεόν και εφόνευσεν από το στρατόπεδον των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας. Οι απομείναντες από τους Ασσυρίους εσηκώθησαν το πρωϊ και ευρήκαν τα σώματα εκείνων νεκρά.
 
Ησ. 37,37 καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευῇ.
Ησ. 37,37 Ο Σενναχηρείμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων ανεχώρησεν εις την χώραν του και κατώκησεν εις την πόλιν Νινευή.
 
Ησ. 37,38 καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ τὸν πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Ησ. 37,38 Καποιαν ημέραν, που αυτός προσκυνούσεν στον ναόν του Νασαράχ, Θεού προστάτου του πατρικού του οίκου, οι Αδραμέλεχ και Σαρασάρ, υιοί του, τον εφόνευσαν με μαχαίρας, αυτοί δε έφυγαν και εσώθησαν εις την Αρμενίαν. Αντί δε του Σενναχηρείμ εδασιλευσεν άλλος υιός του, ο Ασορδάν.
 
Ησ. 38,1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμαλακίσθη Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνήσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήσῃ.
Ησ. 38,1 Κατά τον καιρόν εκείνον ησθένησεν ο Εζεκίας επικινδύνως μέχρι θανάτου. Ηλθε προς αυτόν τότε ο Ησαΐας ο υιός του Αμώς, ο προφήτης, και του ειπε· “αυτά λέγει ο Κυριος προς σέ· Τακτοποίησε τα του οίκου σου, διότι συ τώρα θα αποθάνης και δεν θα ζήσης πλέον”.
 
Ησ. 38,2 καὶ ἀπέστρεψεν Ἐζεκίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν τοῖχον καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον
Ησ. 38,2 Ο Εζεκίας, όταν ήκουσεν αυτά, εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον τοίχον και προσηυχήθη από της κλίνης του προς τον Κυριον και είπε·
 
Ησ. 38,3 λέγων· μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἐπορεύθην ἐνώπιόν σου μετὰ ἀληθείας, ἐν καρδίᾳ ἀληθινῇ, καὶ τὰ ἀρεστά ἐνώπιόν σου ἐποίησα· καὶ ἔκλαυσεν Ἐζεκίας κλαυθμῷ μεγάλῳ.
Ησ. 38,3 “ενθυμήσου, Κυριε, πως εγώ έζησα και συμπεριεφέρθην ενώπιόν σου, ότι δηλαδή μετά αληθείας έζησα, με καρδίαν αληθινήν, και τα ευάρεστα ενώπιόν σου έπραξα”. Αμέσως δε έκλαυσεν ο Εζεκιάς με μεγάλον κλαυθμόν.
 
Ησ. 38,4 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν λέγων·
Ησ. 38,4 Ωμίλησε κατόπιν ο Κυριος προς τον Ησαϊαν και του ειπε·
 
Ησ. 38,5 πορεύθητι καὶ εἰπὸν Ἐζεκίᾳ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου. ἰδοὺ προστίθημι πρὸς τὸν χρόνον σου δεκαπέντε ἔτη·
Ησ. 38,5 “πήγαινε και ειπέ στον Εζεκίαν· αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Δαυίδ, του προγόνου σου· Ηκουσα την προσευχήν σου, είδα τα δάκρυά σου και ιδού προσθέτω στον έως τώρα χρόνον της ζωής σου δεκαπέντε ακόμη έτη.
 
Ησ. 38,6 καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων ῥύσομαί σε καὶ τὴν πόλιν ταύτην καὶ ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης.
Ησ. 38,6 Επί πλέον από την χείρα του βασιλέως των Ασσυρίων θα απαλλάξω σε και την πόλιν και θα υπερασπίσω εγώ την πόλιν αυτήν”.
 
Ησ. 38,7 τοῦτο δὲ σοὶ τὸ σημεῖον παρὰ Κυρίου ὅτι ποιήσει ὁ Θεὸς τὸ ῥῆμα τοῦτο·
Ησ. 38,7 Τούτο δε το σημείον θα δοθή εις σε από τον Κυριον, ότι δηλαδή ο Θεός θα πράξη αυτό, το οποίον είπε·
 
Ησ. 38,8 ἰδοὺ ἐγὼ στρέψω τὴν σκιὰν τῶν ἀναβαθμῶν, οὓς κατέβη ὁ ἥλιος, τοὺς δέκα ἀναβαθμοὺς τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, ἀποστρέψω τὸν ἥλιον τοὺς δέκα ἀναβαθμούς. καὶ ἀνέβη ὁ ἥλιος τοὺς δέκα ἀναβαθμούς, οὓς κατέβη ἡ σκιά.
Ησ. 38,8 “Ιδού εγώ θα στρέψω προς τα οπίσω την σκιαν του ηλίου επί των βαθμίδων του ηλιακού ωρολογίου κατά δέκα βαθμίδας στο ηλιακόν αυτό ωρολόγιον, που ευρίσκεται στον οίκον του πατρός σου. θα γυρίσω προς τα οπίσω τον ήλιον κατά δέκα βαθμούς”. Και πράγματι εστράφη οπίσω η σκια του ηλίου κατά δέκα βαθμίδας, τας οποίας είχε προηγουμένως κατεβή, καθώς προχωρούσε η ημέρα.
 
Ησ. 38,9 Προσευχὴ Ἐζεκίου βασιλέως τῆς Ἰουδαίας, ἡνίκα ἐμαλακίσθη, καὶ ἀνέστη ἐκ τῆς μαλακίας αὐτοῦ.
Ησ. 38,9 Ιδού και η άλλη προσευχή Εζεκίου, βασιλέως της Ιουδαίας, όταν μετά την άσθε-νειαν του εσηκώθη από την κλίνην της ασθενείας του·
 
Ησ. 38,10 Ἐγὼ εἶπα· ἐν τῷ ὕψει τῶν ἡμερῶν μου πορεύσομαι ἐν πύλαις ᾅδου, καταλείψω τὰ ἔτη τὰ ἐπίλοιπα.
Ησ. 38,10 “εγώ είπα· εις την ακμήν, λοιπόν, της ανδρικής ηλικίας μου θα πορευθώ εις τας πύλας του άδου και θα αφήσω τα υπόλοιπα έτη της ζωής μου αποθνήσκων πρόωρα;
 
Ησ. 38,11 εἶπα· οὐκέτι οὐ μὴ ἴδω τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς ζώντων, οὐκέτι μὴ ἴδω τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ γῆς, οὐκέτι μὴ ἴδω ἄνθρωπον.
Ησ. 38,11 Είπα· δεν θα ίδω πλέον την παρά Θεού σωτηρίαν εις την γην των ζώντων ανθρώπων. Δεν θα ίδω πλέον την σωτηρίου του ισραηλιτικού λαού, του ευρισκομένου εις την γην των ζώντων. Δεν θα αντικρύσω πλέον ζώντανόν άνθρωπον.
 
Ησ. 38,12 ἐξέλιπον ἐκ τῆς συγγενείας μου, κατέλιπον τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς μου, ἐξῆλθε καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ ἐμοῦ ὥσπερ ὁ καταλύων σκηνὴν πήξας, τὸ πνεῦμά μου παρ᾿ ἐμοὶ ἐγένετο ὡς ἱστὸς ἐρίθου ἐγγιζούσης ἐκτεμεῖν.
Ησ. 38,12 Εσβησα πλέον από την συγγένειάν μου, αφήκα τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μου, εβγήκε και έφυγε από εμέ η ζωη· ώσαν άνθρωπος ο οποίος έστησε και κατόπιν διέλυσε την σκηνήν. Η πνοή της ζωής, που υπάρχει μέσα μου, όμοιάζει σαν το ύφασμα αργαλειού υφαντρίας, η οποία, αφού ετελείωσε την ύφανσιν, πρόκειται να το κόψη.
 
Ησ. 38,13 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ παρεδόθην ἕως πρωΐ ὡς λέοντι· οὕτως συνέτριψε πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἀπὸ γὰρ τῆς ἡμέρα ἕως τῆς νυκτὸς παρεδόθην.
Ησ. 38,13 Κατά την ημέραν εκείνην του παροξυσμού της ασθενείας μου, καθ' όλον το διάστημα της νυκτός έως το πρωϊ, ήτο ως εάν είχον παραδοθή ανυπεράσπιστος εις λέοντα. Ετσι αυτή η ασθένειά μου είχε συντρίψει όλα τα κύκκαλά μου. Διότι από την ημέραν έως και την νύκτα είχα παραδοθή εις αγωνίαν.
 
Ησ. 38,14 ὡς χελιδών, οὕτω φωνήσω, καὶ ὡς περιστερά, οὕτω μελετήσω· ἐξέλιπον γάρ μου οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ βλέπειν εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν Κύριον, ὃς ἐξείλατό με καὶ ἀφείλατό μου τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς.
Ησ. 38,14 Ωσάν χελιδόνι, έφωναζα, ωσάν περιστερά, που γουργουρίζει, έτσι έκραζα. Αδυνάτισαν και εσβησαν τα μάτια μου με το να είναι συνεχώς προσηλωμένα στο ύψος του ουρανού, προς τον Κυριον, ο οποίος ήκουσε την προσευχήν μου και με απήλλαξεν από την ασθένειάν μου, αφήρεσε την οδύνην της ψυχής μου.
 
Ησ. 38,16 Κύριε, περὶ αὐτῆς γὰρ ἀνηγγέλη σοι, καὶ ἐξήγειράς μου τὴν πνοήν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα.
Ησ. 38,16 Κυριε, δι' αυτήν την σωτηρίαν μου από την ασθένειαν, εγώ προσηυχήθην προς σε· και συ εζωογόνησες την ψυχήν μου. Ετσι δε εγώ έζησα και παρηγορήθην.
 
Ησ. 38,17 εἵλου γάρ μου τὴν ψυχήν, ἵνα μὴ ἀπόληται, καὶ ἀπέῤῥιψας ὀπίσω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας.
Ησ. 38,17 Διότι συ, εν τη αγαθότητί σου, επήρες εις τα χέρια σου την ζωήν μου, δια να μη χαθή. Ερριψες οπίσω μου όλας τας αμαρτίας μου και με συνεχώρησες δι' αυτάς.
 
Ησ. 38,18 οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ οἱ ἀποθανόντες εὐλογήσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου.
Ησ. 38,18 Διότι, αυτοί που ευρίσκονται στον άδην δεν σε υμνολογούν, ούτε οι νεκροί σε δοξολογούν, ούτε και έχουν ελπίδας στο έλεός σου όσοι ευρίσκονται στον άδην.
 
Ησ. 38,19 οἱ ζῶντες εὐλογήσουσί σε ὃν τρόπον κἀγώ· ἀπὸ γὰρ τῆς σήμερον παιδία ποιήσω, ἃ ἀναγγελοῦσι τὴν δικαιοσύνην σου,
Ησ. 38,19 Μονον αυτοί που ζουν, θα σε δοξολογήσουν, όπως πράττω και εγώ, διότι από την ημέραν αυτήν εγώ θα αποκτήσω και παιδιά, τα οποία επίσης θα κηρύξουν την δικαιοσύνην σου.
 
Ησ. 38,20 Κύριε τῆς σωτηρίας μου, καὶ οὐ παύσομαι εὐλογῶν σε μετὰ ψαλτηρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου κατέναντι τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 38,20 Κυριε και σωτήρ μου, δεν θα παύσω να σε δοξολογώ με ψαλτήριον και μουσικά όργανα όλας τας ημέρας της ζωής μου, ερχόμενος ενώπιον του ναού σου”.
 
Ησ. 38,21 Καὶ εἶπεν Ἡσαΐας πρὸς Ἐζεκίαν· λάβε παλάθην ἐκ σύκων καὶ τρίψων καὶ κατάπλασαι, καὶ ὑγιὴς ἔσῃ.
Ησ. 38,21 Είπεν ο Ησαΐας προς τον Εζεκίαν· “πάρε μια αρμάθα σύκα, τρίψε τα και πίεσέ τα, βάλε τα ως κατάπλασμα εις την πληγήν σου και θα γίνης υγιής”.
 
Ησ. 38,22 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· τοῦτο τὸ σημεῖον ὅτι ἀναβήσομαι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 38,22 Ο Εζεκίας είπεν· “ιδού του Θεού το θαύμα αυτό, με το οποίον θα θεραπευθώ από την ασθένειάν μου και υγιής θα ανεώ στον ναόν του Θεού”.
 
Ησ. 39,1 Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλε Μαρωδὰχ Βαλαδὰν ὁ υἱὸς τοῦ Βαλαδάν, ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλωνίας, ἐπιστολὰς καὶ πρέσβεις καὶ δῶρα Ἐζεκίᾳ· ἤκουσε γὰρ ὅτι ἐμαλακίσθη ἕως θανάτου καὶ ἀνέστη.
Ησ. 39,1 Κατά την έποχην εκείνην ο Μαρωδάχ Βαλαδάν, υιός του Βαλαδάν βασιλεύς της Βαδυλώνος, έστειλέ με πρέσβεις επιστολήν και δώρα στον Εζεκίαν, διότι είχε πληροφορηθή, ότι ο Εζεκίας ησθένησε μέχρι θανάτου και ηγέρθη υγιής από την κλίνην του.
 
Ησ. 39,2 καὶ ἐχάρη ἐπ᾿ αὐτοῖς Ἐζεκίας χαρὰν μεγάλην καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν οἶκον τοῦ νεχωθᾶ καὶ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου καὶ τῆς στακτῆς καὶ τῶν θυμιαμάτων καὶ τοῦ μύρου καὶ πάντας τοὺς οἴκους τῶν σκευῶν τῆς γάζης καὶ πάντα, ὅσα ἦν ἐν τοῖς θησαυροῖς αὐτοῦ· καὶ οὐκ ἦν οὐθέν, ὃ οὐκ ἔδειξεν Ἐζεκίας ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ.
Ησ. 39,2 Ο Εζεκίας εχάρη χαράν μεγάλην δι' αυτά και επάνω στον ενθουσιασμόν του έδειζεν εις αυτούς τον οίκον των πολυτίμων αντικειμένων του αργυρίου, του χρυσίου, του ευώδους αρώματος, της στακτής, και των θυμιαμάτων, του μύρου, όπως επίσης και όλους τους οίκους, στους οποίους ευρίσκοντο τα πολεμικά του όπλα, και όλα όσα υπήρχον εις τα θησαυροφυλάκια του. Δεν έμεινε τίποτε στον οίκον του και εις όλην την εξουσίαν του, το οποίον να μη έδειξεν εις αυτούς ο Εζεκίας.
 
Ησ. 39,3 καὶ ἦλθεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης πρὸς τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τί λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; καὶ πόθεν ἥκασι πρός σέ; καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· ἐκ τῆς γῆς πόῤῥωθεν ἥκασι πρός με, ἐκ Βαβυλῶνος.
Ησ. 39,3 Ηλθεν ο προφήτης Ησαΐας προς τον βασιλέα Εζεκίαν και του είπε· “τι λέγουν αυτοί οι άνθρωποι; Από που έχουν ελθει προς σέ;” Και ο Εζεκίας απήντησεν· “από γην μακρυνήν έχουν έλθει προς εμέ, από την Βαβυλώνα”.
 
Ησ. 39,4 καὶ εἶπεν Ἡσαΐας· τί εἴδοσαν ἐν τῷ οἴκῳ σου; καὶ εἶπεν Ἐζεκίας· πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ μου εἴδοσαν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου ᾧ οὐκ εἴδοσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς μου.
Ησ. 39,4 Είπεν εις αυτόν ο Ησαΐας· “τι είδον αυτοί στον οίκόν σου; Ο Εζεκίας απήντησεν· “όλα όσα υπάρχουν στον οίκόν μου τα είδαν, δεν υπάρχει δε τίποτε στον οίκόν μου, το οποίον δεν είδαν. Ακόμη επίσης είδαν όλα, όσα υπάρχουν αποτεθειμένα εις τα θησαυροφυλάκιά μου”.
 
Ησ. 39,5 καὶ εἶπεν Ἡσαΐας αὐτῷ· ἄκουσον τὸν λόγον Κυρίου σαβαώθ·
Ησ. 39,5 Είπε τότε ο Ησαΐας προς αυτόν· “άκουσε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου παντοκράτορας·
 
Ησ. 39,6 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ λήψονται πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ὅσα συνήγαγον οἱ πατέρες σου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, εἰς Βαβυλῶνα ἥξει, καὶ οὐδὲν οὐ μὴ καταλείπωσιν· εἶπε δὲ ὁ Θεὸς
Ησ. 39,6 Ερχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα λεηλατηθούν όλα, όσα υπάρχουν στον οίκόν σου, όσα συνήθροισαν οι προγονοί σου μέχρι της ημέρας αυτής και θα μεταφερθούν εις την Βαβυλώνα. Οι επιδρομείς θα λεηλατήσουν τα πάντα και δεν θα αφήσουν τίποτε έδω. Αυτά είπεν ο Θεός. Προσέθεσεν ακόμη ο Θεός·
 
Ησ. 39,7 ὅτι καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου, ὧν ἐγέννησας, λήψονται καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων.
Ησ. 39,7 ότι και από τα τέκνα σου, που συ εγεννησες, θα πάρουν οι εχθροί σου και θα τα κάμουν ευνούχους εις τα ανάκτορα των βασιλέων της Βαδυλώνος”.
 
Ησ. 39,8 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας Ἡσαΐᾳ· ἀγαθὸς ὁ λόγος Κυρίου, ὃν ἐλάλησε· γενέσθω δὴ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἡμέραις μου.
Ησ. 39,8 Και απήντησεν ο Εζεκίας στον Ησαΐαν· “Δικαιος και καλός είναι ο λόγος αυτός του Κυρίου, τον οποίον μίλησε. Ας γίνη τουλάχιστον ειρήνή και ας επικράτηση δικαιοσύνη και ασφάλεια εις τας ημέρας μου”.
 
Ησ. 40,1 Παρακαλεῖτε παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου, λέγει ὁ Θεός.
Ησ. 40,1 Παρηγορείτε, παρηγορείτε και ενθαρύνατε τον λαόν μου, λέγει ο Θεός.
 
Ησ. 40,2 ἱερεῖς, λαλήσατε εἰς τὴν καρδίαν Ἱερουσαλήμ, παρακαλέσατε αὐτήν· ὅτι ἐπλήσθη ἡ ταπείνωσις αὐτῆς, λέλυται αὐτῆς ἡ ἁμαρτία· ὅτι ἐδέξατο ἐκ χειρὸς Κυρίου διπλᾶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῆς.
Ησ. 40,2 Ιερείς, λαλήσατε λόγους, οι οποίοι θα θερμάνουν την καρδίαν της Ιερουσαλήμ. Παρηγορήσατέ την, διότι ωλοκληρώθη πλέον η ταπείνωσίς της, συνεχωρήθη η αμαρτία της, διότι επήρεν από την δεξιάν χείρα του Κυρίου αρκετήν τιμωρίαν δια τα αμαρτήματά της.
 
Ησ. 40,3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου. εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ησ. 40,3 Ιδού, ακούεται φωνή ανθρώπου, ο οποίος βοά εις την έρημον και λέγει· Ετοιμάσατε την οδόν, δια της οποίας θα διέλθη ο Κυριος. Καταστήσατε ευθείς και απροσκόπτους τους δρόμους του Θεού μας.
 
Ησ. 40,4 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται πάντα τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ ἡ τραχεῖα εἰς ὁδοὺς λείας·
Ησ. 40,4 Καθε φάραγξ πρέπει να επιχωματισθή και κάθε όρος και βουνόν πρέπει να ισοπεδωθή. Ολα τα στραβά και οφιοειδή πρέπει να ευθυγραμμισθούν, να γίνουν ομαλά, και κάθε τραχεία και δύσβατος οδός, πρέπει, να γίνη ομαλή και λεία.
 
Ησ. 40,5 καὶ ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε.
Ησ. 40,5 Και θα φανή η δόξα του Κυρίου. Καθε δε άνθρωπος θα ίδη την σωτηρίαν, που ο Θεός θα προσφέρη. Ο Κυριος ελάλησε και εβεβαίωσεν αυτά.
 
Ησ. 40,6 φωνὴ λέγοντος· βόησον· καὶ εἶπα· τί βοήσω; πᾶσα σάρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου·
Ησ. 40,6 Ηκούσθη φωνή κάποιου, ο οποίος έλεγε· “βόησον, φώναξε δυνατά”. Και εγώ είπα· “τι να βοήσω;” Και η φωνή εκείνη άπαντα· “κάθε άνθρωπος είναι ώσαν το χορτάρι και κάθε δόξα ανθρώπου ομοιάζει ώσαν το άνθος του χόρταριού.
 
Ησ. 40,7 ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσε,
Ησ. 40,7 Το χορτάρι εξηράνθη και το άνθος του εμαράνθη και έπεσε κάτω. Ετσι είναι κάθε άνθρωπος.
 
Ησ. 40,8 τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Ησ. 40,8 Ο λόγος όμως του Θεού μας παραμένει αιώνιος και ακατάλυτος”.
 
Ησ. 40,9 ἐπ᾿ ὄρος ὑψηλὸν ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνή σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ· ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε· εἰπὸν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Ησ. 40,9 Ανέβα επάνω εις υψηλυν όρος συ, ο οποίος εξαγγέλλεις ευχαρίστους ειδήσεις προς την Σιών, συ ο καλός αγγελιαφόρος της Ιερουσαλήμ, ύψωσέ με μεγάλην δύναμιν την φωνήν σου· υψώσατε τας φωνάς σας, κραυγάσατε, μη φοβείσθε. Είπατε εις τας πόλεις της φυλής του Ιούδα· ιδού, ο σωτήρ και ελευθερωτής Θεός σας.
 
Ησ. 40,10 ἰδοὺ Κύριος Κύριος μετὰ ἰσχύος ἔρχεται καὶ ὁ βραχίων μετὰ κυρίας· ἰδοὺ ὁ μισθὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τὸ ἔργον ἐναντίον αὐτοῦ.
Ησ. 40,10 Ιδού ο Κυριος έρχεται με την άπειρον αυτού δύναμιν και η παντοδύναμος δεξιά του μετά ισχύος και κυριότητος. Ιδού ο μισθός της νίκης του είναι μαζή του και το ένδοξον έργον, που κατώρθωσεν, είναι ενώπιον του.
 
Ησ. 40,11 ὡς ποιμὴν ποιμανεῖ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ καὶ τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας καὶ ἐν γαστρὶ ἐχούσας παρακαλέσει.
Ησ. 40,11 Ωσάν καλός ποιμήν θα ποιμάνη το ποίμνιόν του και με την δύναμιν του βραχίονός του θα συγκέντρωση τα αρνιά, με στοργήν και φροντίδα θα περιβάλη τας εγγύους προβατίνας.
 
Ησ. 40,12 Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί; τίς ἔστησε τὰ ὄρη σταθμῷ καὶ τὰς νάπας ζυγῷ;
Ησ. 40,12 Ποίος εμέτρησε με την χούφτα του χεριού του όλα τα νερά της υφηλίου, τον ουρανόν με την σπιθαμήν του και το χώμα της γης με τη χούφτα του; Ποιός ανήγειρε και εζύγισε με στατήρα τα όρη και τας δασώσεις κοιλάδας με πλάστιγγα;
 
Ησ. 40,13 τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, καὶ τίς αὐτοῦ σύμβουλος ἐγένετο, ὃς συμβιβᾷ αὐτόν;
Ησ. 40,13 Ποιός εγνώρισε τον νουν του Κυρίου και ενόησε τα πάνσοφα αυτού σχέδια; Ποιός έγινε σύμβουλος του, ο οποίος θα είναι εις θέσιν να τον διδάξη;
 
Ησ. 40,14 ἢ πρὸς τίνα συνεβουλεύσατο καὶ συνεβίβασεν αὐτόν; ἢ τίς ἔδειξεν αὐτῷ κρίσιν; ἢ ὁδὸν συνέσεως τίς ἔδειξεν αὐτῷ;
Ησ. 40,14 Η με ποιόν συνεσκέφθη ο Κυριος και ποιός ποτέ τον εδίδαξε; Η ποιός έδειξεν εις αυτόν την δικαίαν και ορθήν κρίσιν, ποιός ποτέ του υπέδειξε δρόμον συνέσεως; Κανείς.
 
Ησ. 40,15 εἰ πάντα τὰ ἔθνη ὡς σταγὼν ἀπὸ κάδου καὶ ὡς ῥοπὴ ζυγοῦ ἐλογίσθησαν καὶ ὡς σίελος λογισθήσονται·
Ησ. 40,15 Πράγματι όλα τα έθνη είναι σαν μια σταγόνα από ένα αγγείον ύδατος, σαν μια λεπτοτάτη σκόνη, η οποία μόλις επιφέρει ελαφράν κλίσιν στον δίσκον του ζυγού. Τα πάντα ωσάν σάλιο, που το φτύνει ο άνθρωπος, έτσι θεωρούνται ενώπιον του Θεού.
 
Ησ. 40,16 ὁ δὲ Λίβανος οὐχ ἱκανὸς εἰς καῦσιν, καὶ πάντα τὰ τετράποδα οὐχ ἱκανὰ εἰς ὁλοκάρπωσιν,
Ησ. 40,16 Ο Λιβανος με τα αναρίθμητα κέδρα και πεύκα του, δεν είναι αρκετός εις καύσιν, δια να προσφερθή στον Θεόν η πρέπουσα θυσία. Και όλα τα τετράποδα της γης δεν είναι αρκετά, δια να του προσφερθούν ως ανταξία θυσία ολοκαυτώματος.
 
Ησ. 40,17 καὶ πάντα τὰ ἔθνη ὡς οὐδέν εἰσι καὶ εἰς οὐθὲν ἐλογίσθησαν.
Ησ. 40,17 Ολα τα έθνη είναι σαν ένα μηδέν ενώπιον του. Ελογαριάσθησαν, σαν να μη υπάρχουν καν.
 
Ησ. 40,18 τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;
Ησ. 40,18 Σεις, που παρασύρεσθε εις την ειδωλολατρείαν, με τι παρομοιάσατε τον Κυριον; Με ποιά εικόνα παρομοιάσατε αυτόν.
 
Ησ. 40,19 μὴ εἰκόνα ἐποίησε τέκτων, ἢ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτόν, ὁμοίωμα κατεσκεύασεν αὐτόν;
Ησ. 40,19 Μηπως ο ειδωλολάτρης τέκτων κατεσκεύασεν εικόνα και ο χρυσοχόος, αφού έλυωσε το χρυσίον μέσα στο χωνευτήριόν του, την περιεχρύσωσε και έτσι κατεσκεύασεν ομοίωμα του Θεού;
 
Ησ. 40,20 ξύλον γὰρ ἄσηπτον ἐκλέγεται τέκτων καὶ σοφῶς ζητεῖ πῶς στήσει εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἵνα μὴ σαλεύητε.
Ησ. 40,20 Ο τέκτων εκλέγει επίσης ένα άσηπτον ξύλον, το σκαλίζει με σοφίαν και επιζητεί να στήση την εικόνα του Θεού, δια να μη σαλεύεται.
 
Ησ. 40,21 οὐ γνώσεσθε; οὐκ ἀκούσεσθε; οὐκ ἀνηγγέλη ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν; οὐκ ἔγνωτε τὰ θεμέλια τῆς γῆς;
Ησ. 40,21 Σεις, οι ειδωλολάτραι δεν θα γνωρίσετε την αλήθειαν; Δεν θα ακούσετε τον νόμον του Θεού; Δεν ανηγγέλθη εις σας ευθύς εξ αρχής από της δημιουργίας του κόσμου; Δεν εμαθατε από την ασφαλή θεμελίωσιν της γης, ποιός την έκαμε και την εστερέωσε;
 
Ησ. 40,22 ὁ κατέχων τὸν γῦρον τῆς γῆς, καὶ οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ ὡς ἀκρίδες, ὁ στήσας ὡς καμάραν τὸν οὐρανὸν καὶ διατείνας ὡς σκηνὴν κατοικεῖν,
Ησ. 40,22 Ο Θεός είναι εκείνος, που κατέχει όλην την σφαίραν της γης, οι δε κατοικούντες εις αυτήν είναι ώσαν ακρίδες. Ο Θεός είναι εκείνος, που έστησε και εθεμελίωσε τον ουρανόν ως πελωρίαν καμάραν, που τον ήπλωσεν ωσάν σκηνήν, δια να κατοικούν κάτω από αυτήν οι άνθρωποι.
 
Ησ. 40,23 ὁ διδοὺς ἄρχοντας ὡς οὐδὲν ἄρχειν, τὴν δὲ γῆν ὡς οὐδὲν ἐποίησεν.
Ησ. 40,23 Ο Θεός καθιστα τους αμαρτωλούς άρχοντας ώσαν ένα μηδέν, χωρίς κύρος, σαν να μη εξουσιάζουν τίποτε. Εδημιούργησε δε την γην, σαν ένα τίποτε ενώπιόν του.
 
Ησ. 40,24 οὐ γὰρ μὴ φυτεύσωσιν, οὐδὲ μὴ σπείρωσιν, οὐδὲ μὴ ῥιζωθῇ εἰς τὴν γῆν ἡ ῥίζα αὐτῶν· ἔπνευσεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ καταιγὶς ὡς φρύγανα λήψεται αὐτούς.
Ησ. 40,24 Οι άνθρωποι ομοιάζουν με τα φυτά, που χωρίς την δύναμιν του Θεού δεν ημπορούν ούτε να φυτευθούν, ούτε να σπαρούν, ούτε και η ρίζα των να εισχωρήση εις την γην. Επνευσεν εναντίον των καυστικός ο άνεμος και εξηράνθησαν· ήλθεν η καταιγίς και σαν φρύγανα θα τα αναλάβη και θα τα εξαφάνιση.
 
Ησ. 40,25 νῦν οὖν τίνι με ὡμοιώσατε καὶ ὑψωθήσομαι; εἶπεν ὁ ἅγιος.
Ησ. 40,25 Τωρα, λοιπόν, σκεφθήτε σεις, οι ειδωλολάτραι, προς ποίον με παρομοιάσατε; Που με ανεβάσατε, ώστε εγώ να δοξασθώ; είπεν ο άγιος Θεός.
 
Ησ. 40,26 ἀναβλέψατε εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἴδετε, τίς κατέδειξε ταῦτα πάντα; ὁ ἐκφέρων κατ᾿ ἀριθμὸν τὸν κόσμον αὐτοῦ πάντας ἐπ᾿ ὀνόματι καλέσει· ἀπὸ πολλῆς δόξης καὶ ἐν κράτει ἰσχύος αὐτοῦ οὐδέν σε ἔλαθε.
Ησ. 40,26 Σηκώσατε υψηλά τα μάτια σας στον ουρανόν και ίδετε, ποιός εδημιούργησε και κατέστησε περίλαμπρα όλα αυτά; Ο Θεός είναι εκείνος, ο οποίος διατάσσει και βγάζει ώσαν μετρημένην και τακτοποιημένην στρατιάν, τον κόσμον των αστέρων. Ολους τους αστέρας ονομαστικώς θα τους καλέση. Από την πολλήν σου δόξαν και εις την ισχύν της δυνάμεώς σου, Κυριε, τίποτε δεν σου διέφυγε. Γνωρίζεις τα πάντα πάντοτε.
 
Ησ. 40,27 Μὴ γὰρ εἶπῃς, Ἰακώβ, καὶ τί ἐλάλησας, Ἰσραήλ· ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Θεός μου τὴν κρίσιν ἀφεῖλε καὶ ἀπέστη;
Ησ. 40,27 Μη πης ποτέ, Ιακώβ, μη λαλήσης ισραηλιτικέ λαέ· “η οδός μου είναι, λοιπόν, κρυμμένη από τον Θεόν; Δεν την γνωρίζει; Ο Θεός μου με εστέρησεν από την δικαίαν του κρίσιν, απέφυγε να μου αποδώση το δίκαιον και απεμακρύνθη από εμέ;”
 
Ησ. 40,28 καὶ νῦν οὐκ ἔγνως εἰ μὴ ἤκουσας; Θεὸς αἰώνιος ὁ Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει, οὐδέ ἐστιν ἐξεύρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ·
Ησ. 40,28 Και λοιπόν δεν έμαθες, δεν ήκουσες ότι ο αιώνιος Θεός είναι,ο Θεός ο οποίος εδημιούργησεν ολόκληρον την γην; Απειροτέλειος και αιώνιος καθώς είναι, αυτός εδημιούργησεν ολόκληρον την γην από άκρου εις άκρον. Δεν θα πεινάση, ούτε και θα κοπιάση, όπως οι άνθρωποι δια τον άρτον των· ούτε και είναι δυνατόν να εξερεύνηση και κατανόηση κανείς όλον το βάθος της απείρου σοφίας του.
 
Ησ. 40,29 διδοὺς τοῖς πεινῶσιν ἰσχὺν καὶ τοῖς μὴ ὀδυνωμένοις λύπην.
Ησ. 40,29 Αυτός δίδει στους πεινώντας τροφήν και δύναμιν· και εις όσους δεν έχουν δοκιμάσει οδύνας, αποστέλλει λύπην.
 
Ησ. 40,30 πεινάσουσι γὰρ νεώτεροι, καὶ κοπιάσουσι νεανίσκοι, καὶ ἐκλεκτοὶ ἀνίσχυες ἔσονται·
Ησ. 40,30 Νέοι, ευρισκόμενοι εις την ακμήν της ηλικίας των, θα καταβληθούν από την πείναν, θα κοπιάσουν και θα ταλαιπωρηθούν· και οι εκλεκτοί μεταξύ αυτών θα γίνουν ανίσχυροι.
 
Ησ. 40,31 οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεὸν ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσουιν ὡς ἀετοί, δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσιν.
Ησ. 40,31 Εκείνοι όμως οι οποίοι υπομένουν και περιμένουν τον Κυριον, θα πάρουν νέαν μεγαλυτέραν δύναμιν, θα βγάλουν νέα φτερά, σαν αετοί· θα τρέχουν και δεν θα καταβάλλωνται από τον κόπον· θα βαδίζουν και δεν θα πεινάσουν.
 
Ησ. 41,1 Ἐγκαινίζεσθε πρός με, νῆσοι, οἱ γὰρ ἄρχοντες ἀλλλάξουσιν ἰσχύν· ἐγγισάτωσαν καὶ λαλησάτωσαν ἅμα, τότε κρίσιν ἀναγγειλάτωσαν.
Ησ. 41,1 Νήσοι της Μεσογείου, που εκπροσωπείτε τον ειδωλολοτρικόν κόσμον, γενήτε κοντά μου και δι' εμού νέα κτίσις. Οι άρχοντες σας ας αλλάξουν και ας αποκτήσουν νέαν δύναμιν. Ας πλησιάσουν και ας συνομιλήσωμεν μαζή. Ας στήσωμεν διάλογον προς εύρεσιν και εφαρμογήν του δικαίου.
 
Ησ. 41,2 τίς ἐξήγειρεν ἀπὸ ἀνατολῶν δικαιοσύνην, ἐκάλεσεν αὐτὴν κατὰ πόδας αὐτοῦ, καὶ πορεύσεται; δώσει ἐναντίον ἐθνῶν καὶ βασιλεῖς ἐκστήσει καὶ δώσει εἰς γῆν τὰς μαχαίρας αὐτῶν καὶ ὡς φρύγανα ἐξωσμένα τὰ τόξα αὐτῶν·
Ησ. 41,2 Ποιός ανήγειρεν από ανατολών και ανέδειξεν άνθρωπον εκπροσωπούντα και επιβάλλοντα την δικαιοσύνην, και ποιός εκάλεσεν αυτήν να τον ακολουθή κατά πόδας και να πηγαίνη μαζή του; Αυτόν τον άνθρωπον, εκπρόσωπον ιδικόν μου, θα τον δώσω εις κατάκτησιν εθνών. Αυτός θα απομακρύν·η και θα εκθρόνιση βασιλείς, θα συντρίψη κάτω στο έδαφος τας μαχαίρας των· και τα τόξα των θα τα κάμη ώσαν πεταμένα και διασκορπισμένα φρύγανα.
 
Ησ. 41,3 καὶ διώξεται αὐτοὺς καὶ διελεύσεται ἐν εἰρήνῃ ἡ ὁδὸς τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ησ. 41,3 Θα καταδιώξη αυτούς τους εχθρούς και θα διέρχεται εν ειρήνη την οδόν, που θα πατούν οι πόδες του.
 
Ησ. 41,4 τίς ἐνήργησε καὶ ἐποίησε ταῦτα; ἐκάλεσεν αὐτὴν ὁ καλῶν αὐτὴν ἀπὸ γενεῶν ἀρχῆς· ἐγὼ Θεὸς πρῶτος, καὶ εἰς τὰ ἐπερχόμενα ἐγώ εἰμι.
Ησ. 41,4 Ποιός ενήργησε και έκαμεν αυτά; Εκείνος εκάλεσε την δικαιοσύνην, ο οποίος απ' αρχής των γενεών επιζητεί και θέλει αυτήν. Εγώ είμαι Θεός πρώτος και μόνος· και στους επερχομένους αιώνας εγώ υπάρχω πάντοτε.
 
Ησ. 41,5 εἴδοσαν ἔθνη καὶ ἐφοβήθησαν, τὰ ἄκρα τῆς γῆς ἤγγισαν καὶ ἦλθον ἅμα,
Ησ. 41,5 Είδον τα έθνη και εφοβήθησαν· οι κατοικούντες εις τα πέρατα της γης επλη-σίασαν, συνήλθαν μαζή,
 
Ησ. 41,6 κρίνων ἕκαστος τῷ πλησίον καὶ τῷ ἀδελφῷ βοηθῆσαι καὶ ἐρεῖ·
Ησ. 41,6 με την απόφασιν να βοηθήση ο καθένας από αυτούς τον άλλον, να τον συμβουλεύση και να τον ενθαρρύνη.
 
Ησ. 41,7 ἴσχυσεν ἀνὴρ τέκτων καὶ χαλκεὺς τύπτων σφύρῃ ἅμα ἐλαύνων· ποτὲ μὲν ἐρεῖ· σύμβλημα καλόν ἐστίν· ἰσχύρωσαν αὐτὰ ἐν ἥλοις, θήσουσιν αὐτὰ καὶ οὐ κινηθήσονται.
Ησ. 41,7 Δια τα είδωλα των εθνικών θεών ο ξυλουργός επήρε δύναμιν, ώστε να κατασκευάση ξόανα, ο χαλκεύς κτυπών με την σφύραν του και πλατύνων το μέταλλον θα περιβάλη με αυτό το ξόανον άγαλμα και θα είπη· Ωραίον είναι αυτό το συγκόλλημα. Επειτα θα τα στερεώσουν αυτά με καρφιά, θα τα θέσουν ακίνητα, ώστε να μη μετακινούνται.
 
Ησ. 41,8 Σὺ δέ, Ἰσραήλ, παῖς μου Ἰακώβ, ὃν ἐξελεξάμην, σπέρμα Ἁβραάμ, ὃν ἠγάπησα,
Ησ. 41,8 Συ όμως, Ισραηλιτικέ μου λαέ, δούλε μου Ιακώβ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ιδιαίτερόν μου λαόν, απόγονον του Αβραάμ τον οποίον ηγάπησα,
 
Ησ. 41,9 οὗ ἀντελαβόμην ἀπ᾿ ἄκρων τῆς γῆς καὶ ἐκ τῶν σκοπῶν αὐτῆς ἐκάλεσά σε καὶ εἶπά σοι· παῖς μου εἶ, ἐξελεξάμην σε καὶ οὐκ ἐγκατέλιπόν σε·
Ησ. 41,9 αυτόν, τον οποίον επήρα εις τα χέρια μου από τα άκρα της γης, από τα υψηλά μέρη, τον εκάλεσα και του είπα· Συ είσαι δούλος μου, εγώ σε εξέλεξα και ούτε σε εγκατέλειψα, ούτε θα σε εγκαταλείψω ποτέ·
 
Ησ. 41,10 μὴ φοβοῦ, μετὰ σοῦ γάρ εἰμι· μὴ πλανῶ, ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ Θεός σου ὁ ἐνισχύσας σε καὶ ἐβοήθησά σοι καὶ ἠσφαλισάμην σε τῇ δεξιᾷ τῇ δικαίᾳ μου.
Ησ. 41,10 μη φοβείσαι, διότι εγώ είμαι μαζή σου. Μη περιπλανηθής εδώ και εκεί αναζητών βοήθείαν παρά των ανθρώπων, διότι εγώ είμαι ο Θεός σου, ο οποίος σε ενεδυνάμωσα και σε εβοήθησα. Και δια της δικαίας παντοδυνάμου δεξιάς μου σε περιφρούρησα και σε εξησφαλισα.
 
Ησ. 41,11 ἰδοὺ αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται πάντες οἱ ἀντικείμενοί σοι· ἔσονται γὰρ ὡς οὐκ ὄντες καὶ ἀπολοῦνται πάντες οἱ ἀντίδικοί σου·
Ησ. 41,11 Ιδού, θα καταισχυνθούν και θα εντραπούν όλοι οι εχθροί σου· θα είναι, ως εάν δεν υπάρχουν, και θα καταστραφούν όλοι οι αντίδικοί σου.
 
Ησ. 41,12 ζητήσεις αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ εὕρῃς τοὺς ἀνθρώπους, οἳ παροινήσουσιν εἰς σέ· ἔσονται γὰρ ὡς οὐκ ὄντες καὶ οὐκ ἔσονται οἱ ἀντιπολεμοῦντές σε.
Ησ. 41,12 Θα τους αναζήτησης και δεν θα εύρης αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι με αλλοφροσύνην ήθελαν να σε καταδιώξουν, διότι θα είναι, ως εάν δεν υπήρξαν· δεν θα ευρεθούν εκείνοι, οι οποίοι σε επολέμησαν.
 
Ησ. 41,13 ὅτι ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ κρατῶν τῆς δεξιᾶς σου, ὁ λέγων σοι· μὴ φοβοῦ,
Ησ. 41,13 Διότι εγώ ο Θεός σου είμαι εκείνος, που σε κρατώ από την δεξιάν σου και σου λέγω· Μη φοβείσαι.
 
Ησ. 41,14 Ἰακώβ, ὀλιγοστὸς Ἰσραήλ· ἐγὼ ἐβοήθησά σοι, λέγει ὁ Θεός σου, ὁ λυτρούμενός σε, Ἰσραήλ.
Ησ. 41,14 Ισραηλίται, απόγονοι του Ιακώβ, ολίγοι είσθε· εγώ όμως σας εβοήθησα, λέγει ο Θεός, εγώ, ο οποίος σε απήλλαξα από την δουλείαν.
 
Ησ. 41,15 ἰδοὺ ἐποίησά σε ὡς τροχοὺς ἁμάξης ἁλοῶντας καινοὺς πριστηροειδεῖς, καὶ ἁλοήσεις ὄρη καὶ λεπτυνεῖς βουνοὺς καὶ ὡς χνοῦν θήσεις·
Ησ. 41,15 Ιδού, εγώ σε έκαμα ωσάν τους πριονωτούς τροχούς αλωνιστικής αμάξης, καινουργείς, ικανούς να αλωνίζουν. Θα άλωνίσης όρη, θα λεπτύνης βουνά, θα τα μεταβάλης εις κόνιν.
 
Ησ. 41,16 καὶ λικμήσεις, καὶ ἄνεμος λήψεται αὐτούς, καὶ καταιγὶς διασπερεῖ αὐτούς, σὺ δὲ εὐφρανθήσῃ ἐν τοῖς ἁγίοις Ἰσραήλ.
Ησ. 41,16 Θα τα λιχνίσης, και ο άνεμος θα τους παραλάβη και σαν καταιγίς θα τους διασκόρπισης. Συ δέ, ω Ισραηλιτικέ λαέ, θα ευφρανθής εις τα άγια κατασκηνώματά σου.
 
Ησ. 41,17 καὶ ἀγαλλιάσονται οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ ἐνδεεῖς· ζητήσουσι γὰρ ὕδωρ, καὶ οὐκ ἔσται, ἡ γλῶσσα αὐτῶν ἀπὸ τῆς δίψης ἐξηράνθη· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς,
Ησ. 41,17 Οι πτωχοί σου και οι ενδεείς θα δοκιμάσουν μεγάλην χαράν. Θα αναζητήσουν νερό και δεν θα υπάρχη· και η γλώσσα των θα ξηρανθή από την δίψαν. Εγώ όμως, ο Κυριος και Θεός, εγώ ο Θεός των Ισραηλιτών, θα ακούσω και θα κάμω δεκτήν την προσευχήν αυτών και δεν θα τους εγκαταλείψω.
 
Ησ. 41,18 ἀλλὰ ἀνοίξω ἐπὶ τῶν ὀρέων ποταμοὺς καὶ ἐν μέσῳ πεδίων πηγάς· ποιήσω τὴν ἔρημον εἰς ἕλη ὑδάτων καὶ τὴν διψῶσαν γῆν ἐν ὑδραγωγοῖς·
Ησ. 41,18 Αλλα θα κάμω να αναβλύσουν επάνω εις τα όρη ποταμοί ύδατος και εν μέσω των πεδιάδων πηγαί. Θα καταστήσω την έρημον εις λίμνας υδάτων και την διψώσαν γην εις ρεύματα αφθόνων υδάτων.
 
Ησ. 41,19 θήσω εἰς τὴν ἄνυδρον γῆν κέδρον καὶ πύξον καὶ μυρσίνην καὶ κυπάρισσον καὶ λεύκην,
Ησ. 41,19 Εις την άλλοτε άνυδρον γην θα φυτεύσω κέδρον, και πύξον και μυρσίνην και κυπάρισσον και λεύκην,
 
Ησ. 41,20 ἵνα ἴδωσι καὶ γνῶσι καὶ ἐννοηθῶσι καὶ ἐπιστῶνται ἅμα, ὅτι χεὶρ Κυρίου ἐποίησε ταῦτα καὶ ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ κατέδειξεν.
Ησ. 41,20 δια να ίδουν και μάθουν και αντιληφθούν και κατανοήσουν καλά, ότι η χειρ του Κυρίου έκαμεν αυτά και ο άγιος Θεός του Ισραήλ ενεφάνισε την μεγαλοπρέπειαν αυτήν.
 
Ησ. 41,21 Ἐγγίζει ἡ κρίσις ὑμῶν, λέγει Κύριος ὁ Θεός· ἤγγισαν αἱ βουλαὶ ὑμῶν, λέγει ὁ βασιλεὺς Ἰακώβ.
Ησ. 41,21 Εφθασεν η ημέρα της δίκης και της κρίσεως σας, λέγει ο Κυριος. Προβάλατε τα επιχειρήματά σας, λέγει ο βασιλεύς, ο Θεός του Ιακώβ.
 
Ησ. 41,22 ἐγγισάτωσαν καὶ ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν ἃ συμβήσεται, ἢ τὰ πρότερον τίνα ἦν, εἴπατε, καὶ ἐπιστήσομεν τὸν νοῦν καὶ γνωσόμεθα τί τὰ ἔσχατα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα εἴπατε ἡμῖν.
Ησ. 41,22 Ας έλθουν οι ειδωλολατρικοί θεοί σας και ας προαναγγείλουν εις σας, τι πρόκειται να συμβή. Η ας καταστήσουν εις σας γνωστά, ποία ήσαν αυτά τα οποία προηγουμένως έγιναν. Και ημείς θα στρέψωμεν με προσοχήν τον νουν μας, δια να γνωρίσωμεν, ποία είναι αυτά που κατά τας τελευταίας ημέρας έγιναν, όπως είχαν, τάχα, προφητευθή. Και ποία εκείνα, τα οποία πρόκειται να συμβούν. Είπατέ μας, λοιπόν.
 
Ησ. 41,23 ἀναγγείλατε ἡμῖν τὰ ἐπερχόμενα ἐπ᾿ ἐσχάτου, καὶ γνωσόμεθα ὅτι θεοί ἐστε· εὖ ποιήσατε καὶ κακώσατε, καὶ θαυμασόμεθα καὶ ὀψόμεθα ἅμα·
Ησ. 41,23 Προαναγγείλατε εις ημάς αυτά, τα οποία θα γίνουν στο μέλλον, δια να ίδωμεν και μάθωμεν, εάν πράγματι είσθε θεοί. Αγαθοποιήσατε και κακοποιήσατε, και ημείς θα θαυμάσωμεν τότε και συγχρόνως θα ίδωμεν την δύναμίν σας.
 
Ησ. 41,24 ὅτι πόθεν ἐστὲ ὑμεῖς καὶ πόθεν ἡ ἐργασία ὑμῶν; ἐκ γῆς· βδέλυγμα ἐξελέξαντο ὑμᾶς.
Ησ. 41,24 Πληροφορήσατεέμας, ω είδωλα, από που προέρχεσθε και από τι είσθε κατασκευασμένα. Γνωρίζομεν, ότι δια να σας κατασκευάσουν επήραν το σιχαμερόν χώμα της γης.
 
Ησ. 41,25 ἐγὼ δὲ ἤγειρα τὸν ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ τὸν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν, κληθήσονται τῷ ὀνόματί μου· ἐρχέσθωσαν ἄρχοντες, καὶ ὡς πηλὸς κεραμέως καὶ ὡς κεραμεὺς καταπατῶν τὸν πηλόν, οὕτως καταπατηθήσεσθε.
Ησ. 41,25 Εγώ παρεκίνησα και εσήκωσα κάποιον από τον βορράν, κάποιον που κατάγεται από την Ανατολήν, με τα στρατεύματα τα οποία θα κληθούν εξ ονόματός μου. Ας έλθουν οι άρχοντες εκείνοι και σαν πηλός κεραμέως έτσι θα καταπατηθήτε· δπως ο κεραμεύς καταπατεί και ζυμώνει τον πηλόν.
 
Ησ. 41,26 τίς γάρ ἀναγγελεῖ τὰ ἐξ ἀρχῆς, ἵνα γνῶμεν, καὶ τὰ ἔμπροσθεν, καὶ ἐροῦμεν ὅτι ἀληθῆ ἐστιν; οὐκ ἔστιν ὁ προλέγων οὐδὲ ὁ ἀκούων ὑμῶν τοὺς λόγους.
Ησ. 41,26 Ποιός δε από τους ψευδοθεούς σας, σας προείπε αυτά τα γεγονότα, που έμελλαν να γίνουν, ώστε να γνωρίσωμεν και να ομολογήσωμεν και ημείς την θείαν αυτού δύναμιν και ουσίαν, και ότι λέγει την αλήθειαν; Αλλά κανείς από σας, ω ειδωλολατρικοί θεοί, δεν προλέγει το μέλλον, και κανείς δεν ακούει τους λόγους σας.
 
Ησ. 41,27 ἀρχὴν Σιὼν δώσω καὶ Ἱερουσαλὴμ παρακαλέσω εἰς ὁδόν.
Ησ. 41,27 Εγώ έκαμα αρχήν και προανήγγειλα την καλήν είδησιν εις την Ιερουσαλήμ παρηγορών αυτήν.
 
Ησ. 41,28 ἀπὸ γὰρ τῶν ἐθνῶν ἰδοὺ οὐδείς, καὶ ἀπὸ τῶν εἰδώλων αὐτῶν οὐκ ἦν ὁ ἀναγγέλλων· καὶ ἐὰν ἐρωτήσω αὐτούς· πόθεν ἐστέ; οὐ μὴ ἀποκριθῶσί μοι.
Ησ. 41,28 Ιδού δε ότι κανείς από τους θεούς των άλλων εθνών, και από τα είδωλα αυτών δεν ευρέθη να προαναγγείλη αυτά. Αλλα και αν ερωτήσω αυτούς· από που κατάγεσθε; Δεν θα ημπορέσουν να μου αποκριθούν.
 
Ησ. 41,29 εἰσὶ γὰρ οἱ ποιοῦντες ὑμᾶς, καὶ μάτην οἱ πλανῶντες ὑμᾶς.
Ησ. 41,29 Διότι εκείνοι οι οποίοι σας κατεσκεύασαν υπάρχουν και ζουν μεταξύ των άνθρωπων· εκείνοι οι οποίοι εις ματαίαν και ψευδή θρησκείαν σας παραπλανούν.
 
Ησ. 42,1 Ἰακὼβ ὁ παῖς μου, ἀντιλήψομαι αὐτοῦ· Ἰσραὴλ ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή μου· ἔδωκα τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἐξοίσει.
Ησ. 42,1 Ο κατά σάρκα απόγονος του Ιακώβ, ο Μεσσίας είναι παις μου, τον οποίον εγώ θα κρατήσω και θα ενισχύσω αυτόν τον εκλεκτόν μου, που κατά σάρκα κατάγεται από τον Ισραήλ, τον εδέχθη με πλήρη ευαρέσκειαν η ψυχή μου. Εδωκα το Πνεύμα μου εις αυτόν, θα φέρη αυτός την αληθή πίστιν και γνώσιν εις όλα τα έθνη.
 
Ησ. 42,2 οὐ κεκράξεται οὐδὲ ἀνήσει, οὐδὲ ἀκουσθήσεται ἔξω ἡ φωνὴ αὐτοῦ.
Ησ. 42,2 Ηπιος και πράος δεν θα κραυγάση, ιύτε θα υψώση την φωνήν του, ούτε και θα ακουσθή η φωνή του έξω.
 
Ησ. 42,3 κάλαμον τεθλασμένον οὐ συντρίψει καὶ λίνον καπνιζόμενον οὐ σβέσει, ἀλλὰ εἰς ἀλήθειαν ἐξοίσει κρίσιν.
Ησ. 42,3 Καλάμι σπασμένο δεν θα συντρίψη και λινάρι, που καπνίζει έτοιμον να σβήση, δεν θα το σβησ· άλλα θα φέρη εις φως και θα κηρύξη την αλήθειαν.
 
Ησ. 42,4 ἀναλάμψει καὶ οὐ θραυσθήσεται, ἕως ἄν θῇ ἐπὶ τῆς γῆς κρίσιν· καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσιν.
Ησ. 42,4 Ο εκλεκτός αυτός παις μου θα αναλάμψη και δεν θα συντριβή. Θα εγκαταστήση και θα απλώση εις την γην την σώζουσαν αλήθειαν. Εις το όνομα του θα στηρίξουν τας ελπίδας των έθνη πολλά.
 
Ησ. 42,5 οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ πήξας αὐτόν, ὁ στερεώσας τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ διδοὺς πνοὴν τῷ λαῷ τῷ ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ πνεῦμα τοῖς πατοῦσιν αὐτήν·
Ησ. 42,5 Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος εδημιούργησε και εθεμελίωσε τον ουρανόν, εστερέωσε την γην και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν. Αυτός ο οποίος δίδει ζωήν στον λαόν, που κατοικεί εις την γην, και πνοήν ζωής εις όλα, όσα περιπατούν επάνω εις αυτήν.
 
Ησ. 42,6 ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ἐκάλεσά σε ἐν δικαιοσύνῃ καὶ κρατήσω τῆς χειρός σου καὶ ἐνισχύσω σε καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν
Ησ. 42,6 Εγώ, ο Κυριος και Θεός, σε εκάλεσα δια την δικαιοσύνην· θα σε κρατήσω από το χέρι σου, θα σε ενισχύσω, θα σου δώσω νέαν διαθήκην δια το γένος των ανθρώπων, φως των εθνών·
 
Ησ. 42,7 ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν δεδεμένους καὶ ἐξ οἴκου φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει.
Ησ. 42,7 δια να ανοίξης τους οφθαλμούς της διανοίας των σκοτισμένων και τυφλωμένων ανθρώπων, να βγάλης καϊ ελευθερώσης τους δεμένους από τα δεσμά της αμαρτίας, και από την φυλακήν εκείνους, που κάθηνται στο πνευματικόν σκότος.
 
Ησ. 42,8 ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, τοῦτό μού ἐστι τὸ ὄνομα· τὴν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω οὐδὲ τὰς ἀρετάς μου τοῖς γλυπτοῖς.
Ησ. 42,8 Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, αυτό είναι το Ονομά μου. Την άπειρον δόξαν μου δεν θα δώσω εις κανένα ψευδή θεόν, ούτε τον έπαινον των απείρων αρετών μου εις τα άψυχα είδωλα.
 
Ησ. 42,9 τὰ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἰδοὺ ἥκασι, καὶ καινά, ἃ ἐγὼ ἀναγγέλλω, καὶ πρὸ τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐδηλώθη ὑμῖν.
Ησ. 42,9 Ιδού, αρχαίαι και απ' αρχής προφητείαι έχουν εκπληρωθή. Νέα εγώ γεγονότα προαναγγέλλω εις σας και πριν αυτά πραγματοποιηθούν, εγώ προφητικώς σας τα προανήγγειλα.
 
Ησ. 42,10 Ὑμνήσατε τῷ Κυρίῳ ὕμνον καινόν, ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ· δοξάζετε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς, οἱ καταβαίνοντες εἰς τὴν θάλασσαν καὶ πλέοντες αὐτήν, αἱ νῆσοι καὶ οἱ κατοικοῦντες αὐτάς.
Ησ. 42,10 Ψαλατε, λοιπόν, νέους ύμνους προς τον Κυριον· οι υπό την εξουσίαν αυτού από το ένα άκρον της γης έως το άλλο δοξάσατε το Ονομα του, όλοι όσοι καταβαίνετε εις την θάλασσαν και διασχίζετε με τα πλοία αυτήν, αι νήσοι που υπάρχουν εις την Μεσόγειον και όσοι κατοικούν εις αυτάς και εις τα άλλα παράλια της θαλάσσης.
 
Ησ. 42,11 εὐφράνθητι, ἔρημος, καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς, ἐπαύλεις καὶ οἱ κατοικοῦντες Κηδάρ· εὐφρανθήσονται οἱ κατοικοῦντες Πέτραν, ἀπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων βοήσουσι·
Ησ. 42,11 Ας ευφρανθής συ, ω έρημος, και αι κωμοπόλεις σου. Ευφρανθήτε οι καταυλισμοί και όσοι κατοικείτε την Κηδάρ· θα ευφρανθούν οι κατοικούντες εις την Πέτραν, από τας κορυφάς των βουνών θα φωνάξουν δυνατά.
 
Ησ. 42,12 δώσουσι τῷ Θεῷ δόξαν, τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ ἐν ταῖς νήσοις ἀναγγελοῦσι.
Ησ. 42,12 Θα δοξάσουν τον Θεόν και θα διαλαλήσουν τας απειροτελείους αρετάς του εις τας ειδωλολατρικάς νήσους.
 
Ησ. 42,13 Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ἐξελεύσεται καὶ συντρίψει πόλεμον, ἐπεγερεῖ ζῆλον καὶ βοήσεται ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ μετὰ ἰσχύος.
Ησ. 42,13 Κυριος ο Θεός των δυνάμεων θα εξέλθη, θα συνάψη πόλεμον και θα συντρίψη τους εχθρούς· θα ανάψη ο ζήλος του και θα φωνάξη εναντίον των εχθρών με όλην του την δύναμιν.
 
Ησ. 42,14 ἐσιώπησα, μὴ καὶ ἀεὶ σιωπήσομαι καὶ ἀνέξομαι; ὡς ἡ τίκτουσα ἐκαρτέρησα, ἐκστήσω καὶ ξηρανῶ ἅμα.
Ησ. 42,14 Μέχρι σήμερον εσιώπησα και δεν ωμίλησα. Μηπως όμως πάντοτε θα σιωπώ και θα ανέχομαι τα αμαρτήματά σας; Οπως η επίτοκος γυνή, έτσι και εγώ έδειξα υπομονήν και καρτερίαν. Τωρα όμως θα σας ανασπάσω από την γην και θα σας ξηράνω συγχρόνως.
 
Ησ. 42,15 ἐρημώσω ὄρη καὶ βουνοὺς καὶ πάντα χόρτον αὐτῶν ξηρανῶ, καὶ θήσω ποταμοὺς εἰς νήσους καὶ ἕλη ξηρανῶ.
Ησ. 42,15 Θα ερημώσω όρη και βουνά, θα ξηράνω όλα τα χορτάρια των, θα ελατώσω τα νερά των ποταμών και θα παρουσιάσω εν μέσω αυτών νήσους· και τας λίμνας και τα έλη θα ξηράνω.
 
Ησ. 42,16 καὶ ἄξω τυφλοὺς ἐν ὁδῷ, ᾗ οὐκ ἔγνωσαν, καὶ τρίβους ἃς οὐκ ᾔδεισαν, πατῆσαι ποιήσω αὐτούς· ποιήσω αὐτοῖς τὸ σκότος εἰς φῶς καὶ τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν· ταῦτα τὰ ῥήματα ποιήσω καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς.
Ησ. 42,16 Εξ αντιθέτου θα οδηγήσω τους τυφλούς στον ορθόν ασφαλή δρόμον, τον οποίον δεν εγνώρισαν ποτέ, και εις τρίβους τας οποίας δεν είχαν μάθει. Θα τους κάμω να πατήσουν και περιπατήσουν εις αυτάς. Θα μεταβάλω προς χάριν αυτών το σκοτάδι των εις φως και τα ανώμαλα και οφιοειδή εις ευθείαν και ομαλήν οδόν. Αυτά τα οποία λέγω, θα τα πραγματοποιήσω και δεν θα τους εγκαταλείψω.
 
Ησ. 42,17 αὐτοὶ δὲ ἀπεστράφησαν εἰς τὰ ὀπίσω· αἰσχύνθητε αἰσχύνην, οἱ πεποιθότες ἐπὶ τοῖς γλυπτοῖς, οἱ λέγοντες τοῖς χωνευτοῖς· ὑμεῖς ἐστε θεοὶ ἡμῶν.
Ησ. 42,17 Αυτοί όμως, που πιστεύουν εις τα είδωλα, εγύρισαν οπίσω, ετράπησαν εις φυγήν. Εντραπήτε σεις, οι οποίοι πιστεύετε εις τα είδωλα· σεις οι οποίοι λέγετε εις τα χωνευτά αγάλματά σας, “σεις είσθε οι θεοί μας”.
 
Ησ. 42,18 Οἱ κωφοί, ἀκούσατε, καὶ οἱ τυφλοί, ἀναβλέψατε ἰδεῖν.
Ησ. 42,18 Οι κωφοί ακούσατε, και οι τυφλοί ανοίξατε τα μάτια σας, δια να ιδήτε.
 
Ησ. 42,19 καὶ τίς τυφλός, ἀλλ᾿ ἢ οἱ παῖδές μου καὶ κωφοί, ἀλλ᾿ ἢ οἱ κυριεύοντες αὐτῶν; καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 42,19 Και ποιοί είναι τυφλοί παρά οι δούλοι μου, και ποιοί είναι κωφοί παρά οι άρχοντες, οι οποίοι τους κυδερνούν; Δια τας αμαρτίας αυτών και την άγνοιαν του Νομου ετυφλώθησαν οι δούλοι του Θεού.
 
Ησ. 42,20 εἴδετε πλεονάκις, καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε· ἠνοιγμένα τὰ ὦτα, καὶ οὐκ ἠκούσατε.
Ησ. 42,20 Πολλές φορές είδατε τα θαυμαστά έργα και τας ευεργεσίας του Θεού και δεν τας επροσέξατε. Είχατε ανοιγμένα τα αυτιά και δεν ηκούσατε το θείον θέλημα.
 
Ησ. 42,21 Κύριος ὁ Θεὸς ἐβουλεύσατο, ἵνα δικαιωθῇ καὶ μεγαλύνῃ αἴνεσιν.
Ησ. 42,21 Κυριος ο Θεός ηθέλησε και απεφάσισε να ενεργήση έτσι, δια να αποδειχθή αυτός δίκαιος και να προκαλέση αίνους και δοξολογίας εκ μέρους σας.
 
Ησ. 42,22 καὶ εἶδον, καὶ ἐγένετο ὁ λαὸς πεπρονομευμένος καὶ διηρπασμένος· ἡ γὰρ παγὶς ἐν τοῖς ταμιείοις πανταχοῦ, καὶ ἐν οἴκοις ἅμα, ὅπου ἔκρυψαν αὐτούς· ἐγένοντο εἰς προνομήν, καὶ οὐκ ἦν ἐξαιρούμενος ἅρπαγμα, καὶ οὐκ ἦν ὁ λέγων· ἀπόδος.
Ησ. 42,22 Και είδον και ιδού, ότι ο λαός μου έγινεν αντικείμενον λεηλασίας και διαρπαγής, διότι αι παγίδες του εχθρού είχαν απλωθή παντού, εις τα σπίτια των, εις τα ιδιαίτερα κρυπτά δωμάτια των, όπου έκρυψαν ανθρώπους και θησαυρούς. Εγιναν θύματα λεηλασίας και δεν υπήρχε κανείς, να τους γλυτώση από την διαρπαγήν. Τους ελεηλατούσαν και δεν υπήρχε κανείς από αυτούς, που θα ετολμούσε να πη· “δώστε μας πίσω αυτό που μας αρπάξατε”.
 
Ησ. 42,23 τίς ἐν ὑμῖν, ὃς ἐνωτιεῖται ταῦτα; εἰσακούσατε εἰς τὰ ἐπερχόμενα.
Ησ. 42,23 Ποιός από σας θα ακούση αυτά και θα συνετισθή; Δώστε προσοχήν και ακούσατε αυτά, τα οποία πρόκειται να επέλθουν.
 
Ησ. 42,24 τίς ἔδωκεν εἰς διαρπαγὴν Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ τοῖς προνομεύουσιν αὐτόν; οὐχὶ ὁ Θεός, ᾧ ἡμάρτοσαν αὐτῷ, καὶ οὐκ ἠβούλοντο ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ πορεύεσθαι οὐδὲ ἀκούειν τοῦ νόμου αὐτοῦ;
Ησ. 42,24 Ποιός παρεχώρησεν εις διαρπαγήν και λεηλασίαν τους απογόνους του Ιακώβ, τους Ισραηλίτας, εις αυτούς που τους ελήστευσαν; Δεν είναι ο Θεός, απέναντι του οποίου αυτοί διέπραξαν αμαρτίας, και δεν ήθελαν να βαδίζουν στον δρόμον του θελήματός του, ούτε να ακούσουν τον Νομον του;
 
Ησ. 42,25 καὶ ἐπήγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ, καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς πόλεμος καὶ οἱ συμφλέγοντες αὐτοὺς κύκλῳ, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕκαστος οὐδὲ ἔθεντο ἐπὶ ψυχήν.
Ησ. 42,25 Δια τούτο επέφερεν εναντίον αυτών ο Κυριος τιμωρόν την δικαίαν οργήν του. Εξεσπασε και υπερίσχυσεν εναντίον των ο πόλεμος των εχθρών των. Φοβεροί ολόγυρα των οι εχθροί όλοι μαζή άναβαν εναντίον των πυρκαϊάς. Και όμως αυτοί δεν κατενόησαν ούτε ησθάνθησαν το σφάλμα των. Ο καθένας των δεν έβαλε μέσα εις την ψυχήν του το μάθημα, που θα τους έφερεν εις μετάνοιαν.
 
Ησ. 43,1 Καὶ νῦν οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε, Ἰακώβ, ὁ πλάσας σε, Ἰσραήλ· μὴ φοβοῦ, ὅτι ἐλυτρωσάμην σε· ἐκάλεσά σε τὸ ὄνομά σου, ἐμὸς εἶ σύ.
Ησ. 43,1 Και τώρα αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο ποιητής σου, ω Ιακώβ, ο πλάστης σου, ω ισραηλιτικέ λαε· “μη φοβείσαι, διότι, ιδού εγώ σε ηλευθέρωσα. Σε εφώναξα με το όνομά σου. Συ είσαι ίδικός μου πλέον.
 
Ησ. 43,2 καὶ ἐὰν διαβαίνῃς δι᾿ ὕδατος, μετὰ σοῦ εἰμι, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσί σε· καὶ ἐὰν διέλθῃς διὰ πυρός, οὐ μὴ κατακαυθῇς, φλὸξ οὐ κατακαύσει σε.
Ησ. 43,2 Και εάν αναβαινης δια μέσου των υδάτων, εγώ θα είμαι προστάτης μαζή σου. Και τα ύδατα ακόμη των ποταμών δεν θα σε κατακλύσουν. Και αν περάσης ανάμεσα από τη φωτιά, δεν θα κατακαής, Η φλόγα δεν θα σε κατακαύση.
 
Ησ. 43,3 ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ ὁ σῴζων σε· ἐποίησα ἄλλαγμά σου Αἴγυπτον καὶ Αἰθιοπίαν καὶ Σοήνην ὑπὲρ σοῦ.
Ησ. 43,3 Διότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού, ο σωτήρ σου. Δια σε εγώ έδωκα ως αντάλλαγμα την Αίγυπτον, την Αιθιοπίαν και την Σοήνην.
 
Ησ. 43,4 ἀφ᾿ οὗ ἔντιμος ἐγένου ἐναντίον ἐμοῦ, ἐδοξάσθης, καὶ ἐγὼ σὲ ἠγάπησα· καὶ δώσω ἀνθρώπους πολλοὺς ὑπὲρ σοῦ καὶ ἄρχοντας ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς σου.
Ησ. 43,4 Από την στιγμήν που έγινες πολύτιμος ενώπιόν μου και αγαπητός, εδοξάσθης και εγώ σε ηγάπησα. Και στο μέλλον θα δώσω πολλούς ανθρώπους προς χάριν σου και άρχοντας επικεφαλής σου, δια να σε κυβερνούν με σύνεσιν και να ζήσης ασφαλής.
 
Ησ. 43,5 μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι· ἀπὸ ἀνατολῶν ἄξω τὸ σπέρμα σου καὶ ἀπὸ δυσμῶν συνάξω σε.
Ησ. 43,5 Μη φοβείσαι, διότι εγώ είμαι μαζή σου. Από τας χώρας της ανατολής θα φέρω τους απογόνους σου. Από τα μέρη της δύσεως θα σας συγκεντρώσω.
 
Ησ. 43,6 ἐρῶ τῷ Βοῤῥᾷ· ἄγε, καὶ τῷ Λιβί· μὴ κώλυε, ἅγιε τοὺς υἱούς μου ἀπὸ γῆς πόῤῥωθεν καὶ τὰς θυγατέρας μου ἀπ᾿ ἄκρων τῆς γῆς,
Ησ. 43,6 Θα είπω στον Βορράν· Φέρε τα παιδιά μου από τας βορείους χώρας· και στον Νοτον· Μη εμποδιζης, φέρε τα παιδιά μου από τας μακρυνάς χώρας και τας θυγατέρας μου από τα άκρα της γης.
 
Ησ. 43,7 πάντας ὅσοι ἐπικέκληνται τῷ ὀνόματί μου· ἐν γὰρ τῇ δόξῃ μου κατεσκεύασα αὐτὸν καὶ ἔπλασα αὐτὸν καὶ ἐποίησα αὐτόν·
Ησ. 43,7 Φέρετε όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν πάρει ως όνομά των το Ονομά μου. Διότι προς δόξαν μου ωργάνωσα και ανέδειξα τον λαόν αυτόν. Τον έπλασα και τον εδημιούργησα.
 
Ησ. 43,8 καὶ ἐξήγαγον λαὸν τυφλόν, καὶ ὀφθαλμοί εἰσιν ὡσαύτως τυφλοί, καὶ κωφοὶ τὰ ὦτα ἔχοντες.
Ησ. 43,8 Εφερα από τας διαφόρους χώρας της αιχμαλωσίας του τον λαόν μου, ο οποίος ήτο ώσαν τυφλός, ότι τα μάτια του δεν έβλεπαν. Ητο ωαν κωφός, αν και είχεν αυτιά.
 
Ησ. 43,9 πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα, καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν. τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν; ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν καὶ δικαιωθήτωσαν καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ.
Ησ. 43,9 Ολα τα έθνη συνεκεντρώθησαν συγχρόνως. Μετ' ολίγον θα συγκεντρωθούν οι άρχοντες αυτών. Ποίος από τους ψευδείς θεούς θα αναγγείλη αυτά τα μελλοντικά θαυμαστά γεγονάτα η ποιός θα προφητεύση εις σας τους ειδωλολάτρας αυτά; Ας φέρουν οι ειδωλικοί θεοί σας τους μάρτυράς των, ας προσπαθήσουν να δικαιωθούν και ας είπουν, ότι τα όσα προεφήτευσαν είναι αληθινά.
 
Ησ. 43,10 γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς καὶ μετ᾿ ἐμὲ οὐκ ἔσται.
Ησ. 43,10 Σεις όμως, οι ιδικοί μου προφήται, εγίνατε μάρτυρές μου. Και εγώ, λέγει Κυριος ο Θεός, είμαι ο μάρτυς ο αληθινός· και ο δούλος μου, ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ από όλα τα έθνη εξέλεξα, δια να μαρτυρή εκείνος περί εμού, και να γνωρίσετε και να πιστεύσετε και να κατανοήσετε, ότι εγώ από τον εαυτόν μου αιωνίως υπάρχω. Προ εμού δεν υπήρξεν άλλος Θεός, ούτε και έπειτα από εμέ θα υπάρξη.
 
Ησ. 43,11 ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων.
Ησ. 43,11 Εγώ είμαι ο αληθινός απειροτελειος Θεός και έκτος εμού δεν υπάρχει άλλος σωτήρ.
 
Ησ. 43,12 ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα, ὠνείδισα καὶ οὐκ ἦν ἐν ὑμῖν ἀλλότριος. ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός.
Ησ. 43,12 Εγώ προανήγγειλα την απελευθέρωσίν σας και σας έσωσα. Εγώ σας ήλεγξα και σας ωνείδισα και δεν υπήρχε μεταξύ σας κανείς ξένος Θεός, δια να σας υπερασπισθή. Σεις, λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών είσθε οι μάρτυρές μου και εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας.
 
Ησ. 43,13 ἔτι ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος· ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό;
Ησ. 43,13 Απ' αρχής του χρόνου και προ πάσης αρχής της δημιουργίας εγώ υπάρχω και δεν υπάρχει κανείς άλλος, ο οποίος ημπορεί να να ελευθερώση κανένα από τα χέρια μου. Εγώ θα κάμω ο,τι απεφάσισα, και ποιός θα ημπορέση ποτέ να ματαίωση αυτό;”
 
Ησ. 43,14 Οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ λυτρούμενος ὑμᾶς, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ· ἕνεκεν ὑμῶν ἀποστελῶ εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἐπεγερῶ φεύγοντας πάντας, καὶ Χαλδαῖοι ἐν πλοίοις δεθήσονται.
Ησ. 43,14 Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σας ελευθερώνει πάντοτε από την αιχμαλωσίαν, ο άγιος Θεός του Ισραήλ. “Προς χάριν σας θα αποστείλω εγώ εις την Βαβυλώνα όργανον της τιμωρίας μου. Θα ξεσηκώσω και θα αναγκάσω να τραπούν εις πανικόβλητον φυγήν οι Βαβυλώνιοι, οι δε Χαλδαίοι θα δεθούν αιχμάλωτοι εις τα πλοία των.
 
Ησ. 43,15 ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος ὑμῶν, ὁ καταδείξας Ἰσραὴλ βασιλέα ὑμῶν.
Ησ. 43,15 Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο άγιος υμών, ο οποίος ανέδειξα Ιακώβ, τον πρόγονόν σας, ένδοξον ωσάν βασιλέα σας”.
 
Ησ. 43,16 οὕτως λέγει Κύριος, ὁ διδοὺς ἐν θαλάσσῃ ὁδὸν ἐν ὕδατι ἰσχυρῷ τρίβον,
Ησ. 43,16 Ούτω λέγει ο Κυριος, ο οποίος προς χάριν σας ήνοιξεν εντός της Ερυθράς θαλάσσης οδόν και ανάμεσα από πλήθος υδάτων δίοδον, δια να περάσετε.
 
Ησ. 43,17 ὁ ἐξαγαγὼν ἅρματα καὶ ἵππον καὶ ὄχλον ἰσχυρόν· ἀλλ᾿ ἐκοιμήθησαν καὶ οὐκ ἀναστήσονται, ἐσβέσθησαν ὡς λίνον ἐσβεσμένον.
Ησ. 43,17 “Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος έβγαλα έξω από την Αίγυπτον και ωδήγησα έντος της Ερυθράς θαλάσσης τα πολεμικά άρματα του Φαραώ, το ιππικόν και τον πολυάριθμον εχθρικόν στρατόν του, οι οποίοι και επνίγησαν εντός των υδάτων. Δεν θα σηκωθούν πλέον από εκεί. Εσβησαν, όπως σβήνει το από λίνον φτιασμένο φυτίλι.
 
Ησ. 43,18 μὴ μνημονεύετε τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἀρχαῖα μὴ συλλογίζεσθε.
Ησ. 43,18 'Αλλα μην ενθυμείσθε αυτά, που προηγήθησαν. Μη συλλογίζεσθε τα αρχαία, που έγιναν,
 
Ησ. 43,19 ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ, καὶ γνώσεσθε αὐτά· καὶ ποιήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ τῇ ἀνύδρῳ ποταμούς.
Ησ. 43,19 διότι εγώ θα κάμω νέα θαυμαστά έργα, τα οποία τώρα θα αναφανούν και θα τα κατανοήσετε καλά. Θα κάμω δρόμον βατόν μέσα εις την έρημον, εις δε την ξηράν και άνυδρον χώραν θα στείλω ποταμούς υδάτων.
 
Ησ. 43,20 εὐλογήσουσί με τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, σειρῆνες καὶ θυγατέρες στρουθῶν, ὅτι ἔδωκα ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ ποταμοὺς ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποτίσαι τὸ γένος μου τὸ ἐκλεκτόν,
Ησ. 43,20 Δια τα θαυμαστά αυτά έργα μου θα με δοξολογήσουν και αυτά ακόμη τα θηρία του αγρού. Γλαύκες και παιδιά στρουθοκαμήλων, διότι έδωσα εις την έρημον γην ύδωρ και ποταμούς εις την άνυδρον χώραν, δια να ποτίσω και ξεδιψάσω το εκλεκτόν γένος μου,
 
Ησ. 43,21 λαόν μου, ὃν περιεποιησάμην τὰς ἀρετάς μου διηγεῖσθαι.
Ησ. 43,21 τον ισραηλιτικόν λαόν, τον οποίον διετήρησα και περιεποιήθην, δια να διηγήται τας τελειότητάς μου και τα θαυμαστά έργα μου.
 
Ησ. 43,22 οὐ νῦν ἐκάλεσά σε, Ἰακώβ, οὐδὲ κοπιάσαι σε ἐποίησα, Ἰσραήλ.
Ησ. 43,22 Δεν σε εκάλεσα τώρα, ω λαέ του Ιακώβ, ούτε και σε έκαμα να υποβληθής εις κόπους προς χάριν μου, ω Ισραήλ.
 
Ησ. 43,23 οὐκ ἐμοὶ ἤνεγκας πρόβατα τῆς ὁλοκαρπώσεώς σου, οὐδὲ ἐν ταῖς θυσίαις σου ἐδόξασάς με· οὐκ ἐδούλωσά σε ἐν θυσίαις, οὐδὲ ἔγκοπον ἐποίησά σε ἐν λιβάνῳ,
Ησ. 43,23 Δεν μου προσέφερες πρόβατα ως ολοκαυτώματα, ούτε με τας θυσίας σου με εδοξασες. Εγώ δε δεν σε υπεχρέωσα ούτε και σε υπέβαλα στον κόπον να μου προσφέρη θυσίας στον τόπον της εξορίας σου, ούτε σε επεβάρυνα με κόπους να μου προσφέρης λιβανωτόν.
 
Ησ. 43,24 οὐδὲ ἐκτήσω μοι ἀργυρίου θυμίαμα, οὐδὲ τὸ στέαρ τῶν θυσιῶν σου ἐπεθύμησα, ἀλλὰ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις σου προέστην σου.
Ησ. 43,24 Ούτε σε υπεχρεωσα να απόκτησης δια χρημάτων θυμίαμα εδώ, που ευρίσκεσαι, ούτε το λίπος των θυσιών μου εγώ επεθύμησα. Παρ' όλον τούτο εγώ υπήρξα προστάτης σου, καθ' ον χρόνον συ έμενες αμετανόητος εις τας αμαρτίας σου και εις τας αδικίας σου.
 
Ησ. 43,25 ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι.
Ησ. 43,25 Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο μόνος, ο οποίος σβήνω και εξαλείφω τας ανομίας σου ένεκεν της αγαθότητός μου και προς δόξαν μου, και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας σου.
 
Ησ. 43,26 σὺ δὲ μνήσθητι καὶ κριθῶμεν· λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς.
Ησ. 43,26 Συ όμως να έχης πάντοτε ύπ' όψιν σου τας ανομίας σου, να ενθυμήσαι ποίος είσαι, και έλα να δικασθώμεν. Λέγε συ πρώτος τας ανομίας σου, αναγνωρίζων εν μετανοία αυτάς, δια να λάβης δικαίωσιν και συγχώρησιν.
 
Ησ. 43,27 οἱ πατέρες ὑμῶν πρῶτοι καὶ οἱ ἄρχοντες ὑμῶν ἠνόμησαν εἰς ἐμέ,
Ησ. 43,27 Και αυτοί οι πρόγονοί σας πρώτοι και οι άρχοντες σας, διέπραξαν απέναντί μου αμαρτίας
 
Ησ. 43,28 καὶ ἐμίαναν οἱ ἄρχοντες τὰ ἅγιά μου, καὶ ἔδωκα ἀπολέσαι Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ εἰς ὀνειδισμόν.
Ησ. 43,28 και εμόλυναν οι άρχοντες τον άγιον ναόν μου. Δια τούτο παρέδωκα εις απώλειαν τους Ισραηλίτας, εις καταφρόνησιν και εξευτελισμόν».
 
Ησ. 44,1 Νῦν δὲ ἄκουσον, Ἰακὼβ ὁ παῖς μου καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην·
Ησ. 44,1 Τωρα όμως άκουσε συ, ο δούλός μου Ιακώβ, συ ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ίδικόν μου λαόν, ανάμεσα από όλα τα έθνη.
 
Ησ. 44,2 οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε καὶ ὁ πλάσας σε ἐκ κοιλίας· ἔτι βοηθηθήσῃ, μὴ φοβοῦ, παῖς μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένος Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην.
Ησ. 44,2 Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σε εδημιούργησεν, ο οποίος σε έπλασεν από την αρχήν της υπάρξεως σου· “θα πάρης και άλλην ακόμη βοήθειαν, μη φοβείσαι, δούλε μου Ιακώβ, ηγαπημένε Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ανάμεσα από τα άλλα έθνη.
 
Ησ. 44,3 ὅτι ἐγὼ δώσω ὕδωρ ἐν δίψει τοῖς πορευομένοις ἐν ἀνύδρῳ, ἐπιθήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τὸ σπέρμα σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου,
Ησ. 44,3 Διότι εγώ θα δώσω ύδωρ, ώστε να ξεδιψάσουν οι πορευόμενοι δια μέσου ανύδρων τόπων. Θα επιθέσω το πνεύμα μου στους απογόνους σου και θα δώσω τας ευλογίας μου εις τα τέκνα σου.
 
Ησ. 44,4 καὶ ἀνατελοῦσιν ὡς ἀναμέσον ὕδατος χόρτος καὶ ὡς ἰτέα ἐπὶ παραῤῥέον ὕδωρ.
Ησ. 44,4 Αυτοί με τας ιδικός μου ευλογίας θα αναβλαστήσουν, ώσαν δροσερό χορτάρι ανάμεσα εις υδροχαρή τόπον, ωσάν ιτέα, η οποία ευρίσκεται πλησίον ρεόντων υδάτων.
 
Ησ. 44,5 οὕτος ἐρεῖ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ οὗτος βοήσεται ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰακώβ, καὶ ἕτερος ἐπιγράψει χειρὶ αὐτοῦ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ βοήσεται. -
Ησ. 44,5 Τοτε ο ένας θα λέγη· Εγώ είμαι του Θεού· ο άλλος με δυνατήν φωνήν θα διακηρύττη το όνομα του Ιακωβ ως ιδικόν του όνομα. Και άλλος θα γράψη με ανεξίτηλον μελάνην επάνω στο χέρι του· Είμαι του Θεού! Και άλλος με μεγάλην φωνήν θα διαλαλήση το όνομα του Ισραήλ”.
 
Ησ. 44,6 Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁ ῥυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός.
Ησ. 44,6 Αυτά λέγει ο Θεός, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, τον οποίον ηλευθέρωσεν από την δουλείαν· ο Θεός ο Κυριος των ουρανίων δυνάμεων· εγώ είμαι απ' αρχής και προ πάσης αρχής, πρώτος και μόνος. Εγώ θα είμαι μετά ταύτα και στους αιώνας πλην από εμέ δεν υπάρχει άλλος Θεός.
 
Ησ. 44,7 τίς ὥσπερ ἐγώ; στήτω καὶ καλεσάτω καὶ ἀναγγειλάτω καὶ ἑτοιμασάτω μοι ἀφ᾿ οὗ ἐποίησα ἄνθρωπον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν.
Ησ. 44,7 Ποιός άλλος είναι, όπως είμαι εγώ; Ας σταθή απέναντί μου όρθιος, ας σταθή απέναντί μου, ας συγκαλέση δικαστήριον και ακροατήριον, ας προαναγγείλη κάτι, το οποίον θα συμβή στο μέλλον, ας μου, αποδείξη ότι εξεπληρώθη κάποια προφητεία του από τότε, που εγώ έπλασα τον άνθρωπον δια μέσου όλων των αιώνων. Ας αναγγείλη εις σας εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν, πριν αυτά πραγματοποιηθούν.
 
Ησ. 44,8 μὴ παρακαλύπτεσθε μηδὲ πλανᾶσθε· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἠνωτίσασθε καὶ ἀπήγγειλα ὑμῖν; μάρτυρες ὑμεῖς ἐστε, εἰ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ·
Ησ. 44,8 Μη κρύπτετε από φόβον το πρόσωπόν σας, μη πλανάσθε Ιουδαίοι. Σεις απ'αρχής ης υπάρξεως σας δεν ηκούσατε προφητείας, τας οποίας εγώ είπα προς σας και αι οποίαι εξεπληρώθησαν; Σεις, λοιπόν, είσθε μάρτυρές μου βάσει αυτών, τα οποία είδατε, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού.
 
Ησ. 44,9 καὶ οὐκ ἦσαν τότε οἱ πλάσσοντες καὶ γλύφοντες πάντες μάταιοι οἱ ποιοῦντες τὰ καταθύμια αὐτῶν, ἃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς· ἀλλὰ αἰσχυνθήσονται
Ησ. 44,9 Εχάθησαν, σαν να μη υπήρξαν αυτοί όλοι οι γλύπται των ειδώλων, οι οποίοι κατεσκεύαζαν ανυπάρκτους και ψευδείς θεούς, τους οποίους αυτοί επινοούσαν σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας των. Είδωλα, τα οποία ούτε ωφέλησαν, ούτε θα ωφελήσουν αυτούς. Αλλα θα κατεντροπιασθούν εξ αιτίας των,
 
Ησ. 44,10 πάντες οἱ πλάσσοντες Θεὸν καὶ γλύφοντες ἀνωφελῆ,
Ησ. 44,10 όλοι όσοι πλάττουν με την νοσηράν φαντασίαν των και την διεστραμμένην καρδίαν θεούς και γλύφουν επάνω εις λιθάρια η ξύλα είδωλα, τα οποία ανύπαρκτα καθώς είναι δεν παρέχουν καμμίαν ωφέλειαν.
 
Ησ. 44,11 καὶ πάντες ὅθεν ἐγένοντο ἐξηράνθησαν, καὶ κωφοὶ ἀπὸ ἀνθρώπων συναχθήτωσαν πάντες καὶ στησάτωσαν ἅμα, ἐντραπήτωσαν καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα.
Ησ. 44,11 Και όλοι οι ψευδοθεοί, από όποιον και αν επενοήθησαν, από όπου και αν προήλθαν, εξηράνθησαν και εξηφανίσθησαν. Και όσοι από τους ανθρώπους, κωφοί πνευματικώς, επιμένουν να λατρεύουν τους ψευδοθεούς, ας μαζευθούν όλοι και ας σταθούν όλοι μαζή όρθιοι· ας εντραπούν δια ττην πλάνην των και ας καταισχυνθούν όλοι δια τους αψύχους θεούς των.
 
Ησ. 44,12 ὅτι ὤξυνε τέκτων σίδηρον, σκεπάρνῳ εἰργάσατο αὐτὸ καὶ ἐν τερέτρῳ ἔστησεν αὐτό, εἰργάσατο αὐτὸ ἐν τῷ βραχίονι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· καὶ πεινάσει καὶ ἀσθενήσει καὶ οὐ μὴ πίῃ ὕδωρ.
Ησ. 44,12 Διότι ιδού πως έγιναν οι θεοί των· ο σιδηρουργός ελέπτυνε τον σίδηρον, με το σφυρί κατειργάσθη την άψυχον ύλην, με το τρυπάνι το διετρύπησε καταλλήλως και το έστησεν ορθιον. Το κατειργάσθη με την δύναμιν, που είχαν τα χέρια του. Εργάζεται όλην την ημέραν νηστικός, διψασμένος, αποκαμωμένος από τον κόπον, χωρίς το είδωλον να ημπορή να τον δοηθήση καθόλου.
 
Ησ. 44,13 ἐκλεξάμενος τέκτων ξύλον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ καὶ ἐν κόλλῃ ἐῤῥύθμισεν αὐτὸ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ.
Ησ. 44,13 Κατά παρόμοιον τρόπον και ο ξυλουργός· αφού πάρη το κατάλληλον ξύλον, το στήνει στο εργαστηριόν του, απλώνει εις αυτό το μέτρον του, το κόπτει καταλλήλως, το κολλά και το διαρρυθμίζει. Με τον τρόπον αυτόν του δίδει μορφήν ανδρός, ωραιότητα ανθρώπου και το στήνει στον ναόν.
 
Ησ. 44,14 ἔκοψε ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ, ὃ ἐφύτευσε Κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν,
Ησ. 44,14 Ο ξυλουργός έκοψεν από το δάσος ξύλον, το οποίον ο Κυριος εφύτευσε και η βροχή το επότισε και ηύξησε,
 
Ησ. 44,15 ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· καὶ λαβὼν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐθερμάνθη, καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν, τὸ δὲ λοιπὸν εἰργάσαντο θεούς, καὶ προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.
Ησ. 44,15 δια να χρησιμοποιηθή από τους ανθρώπους εις καύσιν. Ο γλύπτης των ειδωλολατρικών αγαλμάτων επήρε ένα κομμάτι από αυτό εις θέρμανσίν του, οι αρτοποιοί έκαψαν ένα άλλο μέρος από το ξύλον δια το ψήσιμο των άρτων. Από το υπόλοιπον ξύλον οι γλύπται κατασκευάζουν θεούς, τους οποίους κατόπιν πίπτουν και προσκυνούν.
 
Ησ. 44,16 οὗ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν· καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ κρέας ὀπτήσας ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ θερμανθεὶς εἶπεν· ἡδύ μοι ὅτι ἐθερμάνθην καὶ εἶδον πῦρ.
Ησ. 44,16 Ετσι λοιπόν το ήμισυ από το ξύλον, που εχρησιμοποιήθη δια την κατασκευήν του ειδώλου, παρεδόθη στο πυρ. Οι αρτοποιοί έκαυσαν αυτό και έψησαν άρτους. Αλλος έψησεν επάνω εις αυτά τα ξύλα κρέας και έφαγε και εχόρτασε και θερμανθείς είπεν· Ευχάριστον πράγμα μου είναι η απόλαυσις της θερμότητας και η θέα της φωτιάς.
 
Ησ. 44,17 τὸ δὲ λοιπὸν ἐποίησεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτῷ καὶ προσεύχεται λέγων· ἐξελοῦ με, ὅτι θεός μου εἰς σύ.
Ησ. 44,17 Από το υπόλοιπον ξύλον κατεσκεύασε θεόν γλυπτόν, τον προσκυνεί, προσεύχεται προς αυτόν και του λέγει· Φυλαξέ με, διότι συ είσαι ο θεός μου.
 
Ησ. 44,18 οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.
Ησ. 44,18 Δεν είχαν την στοιχειώδη νόησιν, ώστε να ορθοφρονήσουν, διότι εσκοτίσθησαν, δια να μη βλέπουν τα μάτια της ψυχής των και να μην εννοούν με την διάνοιάν των.
 
Ησ. 44,19 καὶ οὐκ ἐλογίσατο τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ἀνελογίσατο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ οὐδὲ ἔγνω τῇ φρονήσει, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ ἔπεψεν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων αὐτοῦ ἄρτους καὶ ὀπτήσας κρέα ἔφαγε καὶ τὸ λοιπὸν αὐτοῦ εἰς βδέλυγμα ἐποίησε καὶ προσκυνοῦσιν αὐτῷ.
Ησ. 44,19 Ο ξυλουργός, που εσκάλισε το είδωλον, δεν εσκέφθη με τον νουν του, δεν ανελογίσθη με την ψυχήν του, ούτε δια της στοιχειώδους αυτού συνέσεως εγνώρισεν, ότι το ήμισυ από αυτό το ξύλον το έκαψε εις την φωτιάν, έψησεν επάνω στους άνθρακας άρτους, έψησε κρέατα και έφαγε, το δε υπόλοιπον από αυτό το κατεσκεύασε βδελυρόν είδωλον, το οποίον και το προσκυνούν!
 
Ησ. 44,20 γνῶθι ὅτι σποδὸς ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ πλανῶνται, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξελέσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· ἴδετε, οὐκ ἐρεῖτε ὅτι ψεῦδος ἐν τῇ δεξιᾷ μου;
Ησ. 44,20 Μαθε, λοιπόν, ότι στάκτη είναι η καρδία αυτών, πλανώνται και κανένα από τα κα-τασκευασθέντα αυτά αγάλματα δεν είναι εις θέσιν, να σώση την ζωήν των. Ιδετε σεις, που κατασκευάζετε τα αγάλματα, και σκεφθήτε· όταν εκείνα μείνουν ακίνητα και άψυχα εις τας δεήσεις σας, δεν θα είπητε, ότι με την δεξιάν μας χείρα κατεσκευάσαμεν είδωλα, που είναι ψευδή;
 
Ησ. 44,21 Μνήσθητι ταῦτα Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὅτι παῖς μου εἶ σύ· ἔπλασά σε παῖδά μου, καὶ σὺ Ἰσραὴλ μὴ ἐπιλανθάνου μου.
Ησ. 44,21 Εχετε, λοιπόν, υπ' όψιν σας αυτά, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ. Ισραηλιτικέ λαέ, ενθυμήσου ότι συ είσαι δούλος μου. Εγώ σε έπλασα ως δούλον μου. Δια τούτο συ, Ισραηλιτικέ λαέ, μη με λησμονής.
 
Ησ. 44,22 ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρός με, καὶ λυτρώσομαί σε.
Ησ. 44,22 Ιδού, ότι εγώ εξήλειψα τας ανομίας σου και τας διέλυσα, όπως διαλύεται και σβήνει η νεφέλη. Εσβησα τας αμαρτίας σου, όπως φεύγει το σκοτάδι κυνηγημένο από το φως. Επίστρεψε, λοιπόν, εν μετάνοια προς εμέ και εγώ θα σε απαλλάξω από τας θλίψεις και τους εχθρούς σου.
 
Ησ. 44,23 εὐφράνθητε, οὐρανοί, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε, τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε, ὄρη, εὐφροσύνην, οἱ βουνοὶ καὶ πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐλυτρώσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ Ἰσραὴλ δοξασθήσεται.
Ησ. 44,23 Χαρήτε και αγαλλιάσθε, σεις οι ουρανοί, διότι ο Θεός ηλέησε τον ισραηλιτικον λαόν. Σαλπίσατε χαρούμενα σαλπίσματα τα θεμέλια της γης, βοήσατε με χαράν και αγαλλίασιν τα όρη, τα βουνά και όλα τα δάση, που υπάρχουν εις αυτά, διότι ο Θεός ηλευθέρωσε τους απογόνους του Ιακώβ από την αιχμαλωσίαν, και ο Ισραηλιτικός λαός θα δοξασθή”.
 
Ησ. 44,24 Οὕτω λέγει Κύριος ὁ λυτρούμενός σε καὶ ὁ πλάσσων σε ἐκ κοιλίας· ἐγὼ Κύριος ὁ συντελῶν πάντα, ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.
Ησ. 44,24 Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε έπλασε ευθύς εξ αρχής και σε απαλλάσσει από τους κινδύνους. “Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος φέρω εις πέρας όλα αυτά. Μονος μου άπλωσα τον ουρανόν και εστερέωσα την γην.
 
Ησ. 44,25 τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωραίνων
Ησ. 44,25 Ποιός άλλος θα διασκορπίση και θα α-ποδείξη μηδαμινά τα σημεία και τας ψευ-δοπροφητείας των εγγαστριμύθων, εκείνων που ομιλούν από την κοιλίαν των; Ποιός είναι εκείνος, που γυρίζει προς τα οπίσω και τρέπει εις φυγήν τους ψευδοσυνετούς και αποδεικνύει μωράν και ανόητον την σκέψιν και απόφασίν των;
 
Ησ. 44,26 καὶ ἱστῶν ῥῆμα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων; ὁ λέγων τῇ Ἱερουσαλήμ· κατοικηθήσῃ καὶ ταῖς πόλεσι τῆς Ἰδουμαίας· οἰκοδομηθήσεσθε, καὶ τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ·
Ησ. 44,26 Και ποιός είναι εκείνος, ο οποίος στερεώνει αμετακίνητον και αληθινήν την προφητείαν του δούλου του, και αποδεικνύει αληθινήν την βουλήν των ανθρώπων, τους οποίους αυτός αποστέλλει; Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα κατοικηθής από τους κατοίκους σου· εις δε τας πόλεις της Ιουδαίας· Θα ανοικοδομηθήτε πάλιν, και αι έρημοι περιοχαί σου θα ανθίσουν.
 
Ησ. 44,27 ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ·
Ησ. 44,27 Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος λέγω εις άβυσσον της θαλάσσης· Θα ξηρανθής και θα μείνης έρημος, θα ξηράνω εγώ τους ποταμούς σου.
 
Ησ. 44,28 ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει· ὁ λέγων Ἱερουσαλήμ· οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω.
Ησ. 44,28 Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος λέγω στον Κύρον, τον βασιλέα των Περσών, να ορθοφρονή· και αυτός όλα τα θελήματά μου, τα αναφερόμενα στον ισραηλιτικόν λαόν, θα τα εκτέλεση. Εγώ είμαί που λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα ανοικοδομηθής και θα ανοικοδομήσω εγώ εντός της περιοχής σου τον άγιον οίκον μου.
 
Ησ. 45,1 Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τῷ χριστῷ μου Κύρῳ, οὗ ἐκράτησα τῆς δεξιᾶς ἐπακοῦσαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἔθνη, καὶ ἰσχὺν βασιλέων διαῤῥήξω, ἀνοίξω ἔμπροσθεν αὐτοῦ θύρας, καὶ πόλεις οὐ συγκλεισθήσονται.
Ησ. 45,1 Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός στον Κύρον, τον οποίον εγώ έχρισα βασιλέα και του οποίου την δεξιάν κατέστησα κραταιάν, δια να υπακούσουν εις αυτόν και υποταχθύν ενώπιόν του τα έθνη· και την ισχύν των βασιλέων θα συντρίψω, θα ανοίξω έμπροσθεν αυτού τας θύρας και καμμία πόλις δεν θα μείνη κλειστή δι' αυτόν.
 
Ησ. 45,2 ἐγὼ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καὶ ὄρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συντρίψω καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συγκλάσω
Ησ. 45,2 Εγώ, ω Κύρε, θα πορευθώ έμπροσθέν σου, θα εξομαλύνω τα όρη, θα συντρίψω θύρας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς θα σπάσω.
 
Ησ. 45,3 καὶ δώσω σοι θησαυροὺς σκοτεινούς, ἀποκρύφους, ἀοράτους ἀνοίξω σοι, ἵνα γνῷς, ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ καλῶν τὸ ὄνομά σου, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ.
Ησ. 45,3 Θα δώσω εις σε θησαυρούς, που ευρίσκονται εις σκοτεινούς τόπους, θα ανοίξω και θα παρουσιάσω εις σε αποκρύφους και αοράτους θησαυρούς, δια να γνωρίσης ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε εκάλεσεν ονομαστικώς, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού.
 
Ησ. 45,4 ἕνεκεν τοῦ παιδός μου Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἐκλεκτοῦ μου, ἐγὼ καλέσω σε τῷ ὀνόματί σου καὶ προσδέξομαί σε, σὺ δὲ οὐκ ἔγνως με
Ησ. 45,4 Εγώ θα σε καλέσω ονομαστικώς, προς χάριν του δούλου μου Ιακώβ, του εκλεκτού ισραηλιτικού λαού μου, θα σε δεχθώ ως όργανόν μου δια το έργον, που σε έχω προορίσει. Συ όμως δεν εγνώρισες εμέ,
 
Ησ. 45,5 ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πλὴν ἐμοῦ Θεός, ἐνίσχυσά σε καὶ οὐκ ᾔδεις με,
Ησ. 45,5 ότι δηλαδή εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού. Εγώ έδωκα εις σε αυτήν την δύναμιν· συ όμως δεν με εγνωρισες ως δωρεοδότην.
 
Ησ. 45,6 ἵνα γνῶσι οἱ ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ οἱ ἀπὸ δυσμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι·
Ησ. 45,6 Και έπραξα αυτά, δια να γνωρίσουν όσοι κατοικούν εις την ανατολήν, και οι άλλοι που κατοικούν εις την δύσιν, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού· ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει κανείς άλλος.
 
Ησ. 45,7 ἐγὼ ὁ κατασκευάσας φῶς καὶ ποιήσας σκότος, ὁ ποιῶν εἰρήνην καὶ κτίζων κακά· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν πάντα ταῦτα.
Ησ. 45,7 Εγώ κατεσκεύασα το φως και έκαμα το σκοτάδι. Επιφέρω και αποκαθιστώ ειρήνην αλλά και παραχωρώ να έρχωνται συμφοραί και θλίψεις. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο οποίος κάμνω όλα αυτά.
 
Ησ. 45,8 εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην· ἀνατειλάτω ἡ γῆ καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα· ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ κτίσας σε.
Ησ. 45,8 Ας ευφρανθή ο ουρανός άνω, αι δε νεφέλαι ας βρέξουν δικαιοσύνην εις την γην. Η γη ας βλάστηση έλεος και ας ανατείλη συγχρόνως δικαιοσύνην. Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος σε έχω κτίσει.
 
Ησ. 45,9 Ποῖον βέλτιον κατεσκεύασα ὡς πηλὸν κεραμέως; μὴ ὁ ἀροτριῶν ἀροτριάσει τὴν γῆν ὅλην τὴν ἡμέραν; μὴ ἐρεῖ ὁ πηλὸς τῷ κεραμεῖ· τί ποιεῖς, ὅτι οὐκ ἐργάζῃ οὐδὲ ἔχεις χεῖρας;
Ησ. 45,9 Ποίον άλλο δημιούργημα έκαμα καλύτερον από σέ, αφού σε έπλασα όπως ο κεραμεύς πλάθει τον πηλόν; Μηπως ο γεωργός θα οργώνη το χωράφι όλην την ημέραν; Μηπως θα είπη ο πηλός στον κεραμοποιόν, όταν εκείνος διακόπτη το έργον του, τι κάμνεις; Διατί δεν εργάζεσαι; Δεν έχεις πλέον χέρια προς εργασίαν;
 
Ησ. 45,10 μὴ ἀποκριθήσεται τὸ πλάσμα πρὸς τὸν πλάσαντα αὐτό; ὁ λέγων τῷ πατρί· τί γεννήσεις; καὶ τῇ μητρί· τί ὠδίνεις;
Ησ. 45,10 Μηπως και θα απαντήση, τάχα, το πλάσμα αυτό στον κεραμέα, που το έπλασε; Δεν είναι ανόητος εκείνος που λέγει στον πατέρα· Τι θα γεννήσης; Και εις την μητέρα του· Τι κοιλοπονάς;
 
Ησ. 45,11 ὅτι οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ ὁ ποιήσας τὰ ἐπερχόμενα· ἐρωτήσατέ με περὶ τῶν υἱῶν μου καὶ περὶ τῶν θυγατέρων μου καὶ περὶ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν μου ἐντείλασθέ μοι.
Ησ. 45,11 Κατά κάποιον τέτοιον τρόπον ομιλεί Κυριος ο Θεός προς σας, ο απολύτως άγιος Θεός του Ισραήλ. Αυτός, ο οποίος έχει προαποφασίσει εκείνα, που θα συμβούν. Ερωτήσατέ με, λοιπόν, και σεις, διατί κατ' αυτόν τον τρόπον μεταχειρίζομαι τους υιούς μου και τας θυγατέρας μου. Δωσατέ μου εντολάς και οδηγίας σεις δια τα έργα των χειρών μου.
 
Ησ. 45,12 ἐγὼ ἐποίησα γῆν καὶ ἄνθρωπον ἐπ᾿ αὐτῆς, ἐγὼ τῇ χειρί μου ἐστερέωσα τὸν οὐρανόν, ἐγὼ πᾶσι τοῖς ἄστροις ἐνετειλάμην.
Ησ. 45,12 Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος εδημιούργησα την γην και επλασα τον άνθρωπον επάνω εις αυτήν. Εγώ με την παντοδύναμον δεξιάν μου, εστερέωσα τον ουρανόν. Εγώ έδωσα εντολήν στους αστέρας να καταλάβουν την θέσιν, που τους ώρισα.
 
Ησ. 45,13 ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν μετὰ δικαιοσύνης βασιλέα, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ εὐθεῖαι. οὗτος οἰκοδομήσει τὴν πόλιν μου καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐπιστρέψει οὐ μετὰ λύτρων, οὐδὲ μετὰ δώρων, εἶπε Κύριος σαβαώθ.
Ησ. 45,13 Εγώ ύψωσα και ανέδειξα τον Κύρον βασιλέα ως όργανον της δικαιοσύνης μου· και με την ιδικήν μου καθοδήγησιν όλαι αι ενέργειαί του θα είναι ευθείαι και απρόσκοπτοι. Αυτός θα ανοικοδόμηση την πόλιν μου, την Ιερουσαλήμ, θα επαναφέρη τον αιχμάλωτον λαόν μου εις την πατρίδα του, χωρίς να εκβίαση λύτρα και δώρα, είπε Κυριος ο Θεός ο παντοκράτωρ.
 
Ησ. 45,14 Οὕτω λέγει Κύριος σαβαώθ· ἐκοπίασεν Αἴγυπτος καὶ ἐμπορία Αἰθιόπων, καὶ οἱ Σεβωεὶμ ἄνδρες ὑψηλοὶ ἐπὶ σὲ διαβήσονται καὶ σοὶ ἔσονται δοῦλοι καὶ ὀπίσω σου ἀκολουθήσουσι δεδεμένοι χειροπέδαις καὶ διαβήσονται πρός σε, καὶ προσκυνήσουσί σοι καὶ ἐν σοὶ προσεύξονται, ὅτι ἐν σοὶ ὁ Θεός ἐστι καὶ οὐκ ἐστι Θεὸς πλὴν σοῦ·
Ησ. 45,14 Ούτω λέγει ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ· “Οι κόποι της Αιγύπτου, τα κέρδη από το εμπόριον των Αιθιόπων, οι υψηλοί και ρωμαλαίοι άνδρες της Σεβωείμ θα έλθουν προς σέ, θα είναι δούλοι σου, θα ακολουθούν οπίσω σου δεμένοι με χειροπέδας· θα έλθουν προς σέ, ω Ιερουσαλήμ. Θα σε προσκυνήσουν και θα προσευχηθούν εις σέ, διότι εις σε ευρίσκεται ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από σέ, Κυριε.
 
Ησ. 45,15 σὺ γὰρ εἶ Θεός, καὶ οὐκ ᾔδειμεν, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ σωτήρ.
Ησ. 45,15 Πράγματι, συ είσαι ο αληθινός Θεός και ημείς δεν το εγνωριζαμεν, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο σωτήρ.
 
Ησ. 45,16 αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ καὶ πορεύσονται ἐν αἰσχύνῃ. ἐγκαινίζεσθε πρός με, νῆσοι.
Ησ. 45,16 Θα καταισχυνθούν και θα εντροπιασθούν όλοι οι αντιτιθέμενοι προς αυτόν, θα πορευθούν και θα ζήσουν μέσα εις την εντροπήν των. Ελάτε κοντά μου, γίνετε νέα κτίσις, λαοί ειδωλολατρικοί, που κατοικείτε εις τας νήσους και εις τα παράλια.
 
Ησ. 45,17 Ἰσραὴλ σώζεται ὑπὸ Κυρίου σωτηρίαν αἰώνιον· οὐκ αἰσχυνθήσονται οὐδὲ μὴ ἐντραπῶσιν ἕως τοῦ αἰῶνος ἔτι.
Ησ. 45,17 Οι Ισραηλίται θα σωθούν από τον Κυριον, θα πάρουν σωτηρίαν αιώνιον. Αυτοί δεν θα εντραπούν εις αιώνας αιώνων.
 
Ησ. 45,18 Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν, αὐτὸς διώρισεν αὐτήν, οὐκ εἰς κενὸν ἐποίησεν αὐτήν, ἀλλὰ κατοικεῖσθαι ἔπλασεν αὐτὴν - ἐγώ εἰμι Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι.
Ησ. 45,18 Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν, αυτός ο οποίος κατέστησε φανεράν και ορατήν την κρυμμένην στον γνόφον και τα ύδατα γην και την παρεσκεύασε κατάλληλον προς διαμονήν των ανθρώπων. Αυτός διεχώρισε την θάλασσαν από την ζηράν, δεν την εδημιούργησεν εική και ως έτυχε, άνευ σκοπού, αλλά την έπλασε και την διε-μόρφωσε, δια να κατοικήται από τους ανθρώπους. Αυτός, λοιπόν, διακηρύσσει και λέγει· Εγώ είμαι ο Κυριος και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμέ.
 
Ησ. 45,19 οὐκ ἐν κρυφῇ λελάληκα, οὐδὲ ἐν τόπῳ γῆς σκοτεινῷ· οὐκ εἶπα τῷ σπέρματι Ἰακώβ· μάταιον ζητήσατε. ἐγώ εἰμι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ λαλῶν δικαιοσύνην καὶ ἀναγγέλλων ἀλήθειαν.
Ησ. 45,19 Δεν έχω ομιλήσει εγώ εις τα κρυφά, ούτε εις σκοτεινόν τινα τόπον της γης. Ποτέ δεν είπα στους απογόνους του Ιακώβ· εις μάτην θα με αναζητήσετε. Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο μόνος Κυριος και Θεός, ο οποίος λαλώ δικαιοσύνην και αναγγέλλω πάντοτε την αλήθειαν.
 
Ησ. 45,20 συνάχθητε καὶ ἥκετε, βουλεύσασθε ἅμα οἱ σωζόμενοι ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, οὐκ ἔγνωσαν οἱ αἴροντες τὸ ξύλον γλύμμα αὐτῶν καὶ οἱ προσευχόμενοι ὡς πρὸς θεούς, οἳ οὐ σῴζουσι.
Ησ. 45,20 Συγκεντρωθήτε, ελάτε κοντά μου, σκεφθήτε σοβαρώς μαζή συγχρόνως όλοι όσοι έχετε σωθή από την πλάνην της εθνικής ειδωλολατρείας. Δεν γνωρίζουν τι κάνουν αυτοί, που με ευλάβειαν σηκώνουν το ξυλόγλυπτον, αναίσθητον άγαλμα των, που προσεύχοντονται προς τα είδωλά των ως προς θεούς, οι οποίοι εν τούτοις δεν έχουν την δύναμιν να σώζουν.
 
Ησ. 45,21 εἰ ἀναγγελοῦσιν, ἐγγισάτωσαν, ἵνα γνῶσιν ἅμα τίς ἀκουστὰ ἐποίησε ταῦτα ἀπ᾿ ἀρχῆς· τότε ἀνηγγέλη ὑμῖν· ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν ἐμοῦ· δίκαιος καὶ σωτὴρ οὐκ ἔστιν πάρεξ ἐμοῦ.
Ησ. 45,21 Εάν οι θεοί των εθνών έχουν την δύναμιν να αναγγέλλουν κάτι προφητικώς, ας πλησιάσουν και ας το πουν, δια να μάθουν και οι άλλοι λαοί, ποιός προανήγγειλε και κατέστησεν εκ των προτέρων γνωστά και ακουστά εκείνα, τα οποία έμελλαν να γίνουν. Από τον αληθινόν Θεόν ανηγγέλθησαν τότε αυτά εις ημάς. Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος τα ανήγγειλα, ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμέ. Απολύτως δίκαιος και παντοδύναμος σωτήρ δεν υπάρχει εκτός από εμέ.
 
Ησ. 45,22 ἐπιστράφητε ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ σωθήσεσθε, οἱ ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος.
Ησ. 45,22 Επανέλθετε, λοιπόν, εν μετανοία προς εμέ και θα σωθήτε. Και σεις ακόμη οι οποίοι κατοικείτε εις τα άκρα της γης. Εγώ είμαι ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος πλην από εμέ.
 
Ησ. 45,23 κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὀμνύω, ἦ μὴν ἐξελεύσεται ἐκ τοῦ στόματός μου δικαιοσύνη, οἱ λόγοι μου οὐκ ἀποστραφήσονται, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ καὶ ἐξομολογήσεται πᾶσα γλῶσσα τῷ Θεῷ
Ησ. 45,23 Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, πράγματι και αληθεία θα εξέλθη από το στόμα μου λόγος αληθινός και δίκαιος. Οι λόγοι μου δεν θα επανέλθουν απραγματοποίητοι, διότι ενώπιόν μου θα καμφθή κάθε γόνατον εις λατρείαν μου. Πάσα γλώσσα θα δοξολογήση τον Θεόν
 
Ησ. 45,24 λέγων· δικαιοσύνη καὶ δόξα πρὸς αὐτὸν ἥξουσι καὶ αἰσχυνθήσονται πάντες οἱ ἀφορίζοντες ἑαυτούς·
Ησ. 45,24 λέγουσα· δικαιοσύνη και δόξα θα έλθουν από αυτόν και προς αυτόν, θα κατεντροπιασθούν δε όλοι εκείνοι, οι οποίοι ξεχωρίζουν και απομακρύνουν τον εαυτόν των από αυτόν.
 
Ησ. 45,25 ἀπὸ Κυρίου δικαιωθήσονται καὶ ἐν τῷ Θεῷ ἐνδοξασθήσονται πᾶν τὸ σπέρμα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Ησ. 45,25 Από τον Κυριον θα εύρουν την δικαίωσίν των και θα δοξασθούν εν τω Θεώ και δια του Θεού όλοι οι απόγονοι των Ισραηλιτών.
 
Ησ. 46,1 Ἔπεσε Βήλ, συνετρίβη Δαγών, ἐγένετο τὰ γλυπτὰ αὐτῶν εἰς θηρία καὶ κτήνη· αἴρετε αὐτὰ καταδεδεμένα ὡς φορτίον κοπιῶντι
Ησ. 46,1 Επεσε το άγαλμα του ειδωλολατρικού θεού Βηλ, συνετρίβη το άγαλμα του θεού Δαγών, και τα αλλά είδωλα αυτών μεταφέρονται λάφυρα επάνω εις ελέφαντας και κτήνη. Μεταφέρατέ τα· δέσατε βαρύ φορτίον επάνω εις ζώα, που μετά κόπου τα μεταφέρουν.
 
Ησ. 46,2 καὶ πεινῶντι, ἐκλελυμένῳ, οὐκ ἰσχύοντι ἅμα, οἳ οὐ δυνήσονται σωθῆναι ἀπὸ πολέμου, αὐτοὶ δὲ αἰχμάλωτοι ἤχθησαν.
Ησ. 46,2 Πεινούν και παραλύουν και εξασθενούν τα ζώα αυτά. Αυτοί είναι οι θεοί σας, οι οποίοι δεν ημπορούν να σωθούν από τον πόλεμον, αλλά δεμένοι οδηγούνται εις αιχμαλωσίαν.
 
Ησ. 46,3 Ἀκούετέ μου, οἶκος τοῦ Ἰακὼβ καὶ πᾶν τὸ κατάλοιπον τοῦ Ἰσραήλ, οἱ αἰρόμενοι ἐκ κοιλίας καὶ παιδευόμενοι ἐκ παιδίου
Ησ. 46,3 Ακούσατέ μου λοιπόν, σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, και όσοι απέμειναν από τους Ισραηλίτας· σεις οι οποίοι απ' αρχής της υπάρξεώς σας κρατείσθε με στοργήν εις τα πατρικά μου χέρια. Σεις, καθένας από τους οποίους παιδαγωγείσθε από εμέ από της παιδικής σας ηλικίας
 
Ησ. 46,4 ἕως γήρους· ἐγώ εἰμι, καὶ ἕως ἂν καταγηράσητε, ἐγώ εἰμι· ἐγὼ ἀνέχομαι ὑμῶν, ἐγὼ ἐποίησα καὶ ἐγὼ ἀνήσω, ἐγὼ ἀναλήψομαι καὶ σώσω ὑμᾶς.
Ησ. 46,4 μέχρι και της γεροντικής. Εγώ είμαι απ' αρχής πάντοτε και μέχρις ότου φθάσετε εις βαθύτατον γήρας. Εγώ είμαι αυτός και αναλλοίωτος, εγώ σας ανέχομαι, εγώ σας εδημιούργησα, εγώ θα σας αναδείξω, εγώ θα σας αναλάβω υπό την προστασίαν μου και θα σας σώσω.
 
Ησ. 46,5 τίνι με ὡμοιώσατε; ἴδετε, τεχνάσασθε, οἱ πλανώμενοι.
Ησ. 46,5 Προς ποίον, λοιπόν, με έχετε παρομοιάσει; Ιδετε, σεις που πλανάσθε εις την λατρείαν των ειδώλων, χρησιμοποιήσατε όλην την τέχνην σας·
 
Ησ. 46,6 οἱ συμβαλλόμενοι χρυσίον ἐκ μαρσιππίου καὶ ἀργύριον ἐν ζυγῷ, στήσουσιν ἐν σταθμῷ καὶ μισθωσάμενοι χρυσοχόον ἐποίησαν χειροποίητα, καὶ κύψαντες προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.
Ησ. 46,6 σεις οι οποίοι συνεισφέρετε χρυσόν από το δερμάτινον βαλάντιον σας, ζυγίζετε άργυρον, θέτετε αυτά επάνω εις ζυγόν, μισθώνετε χρυσοχόον και έτσι κατασκευάζετε χειροποίητα αγάλματα, τα οποία κατόπιν κύπτουν οι άνθρωποι και τα προσκυνούν.
 
Ησ. 46,7 αἴρουσιν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ πορεύονται· ἐὰν δὲ θῶσιν αὐτό, ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ μένει, οὐ μὴ κινηθῇ· καὶ ὡς ἐὰν βοήσῃ πρὸς αὐτόν, οὐ μὴ εἰσακούσῃ, ἀπὸ κακῶν οὐ μὴ σώση αὐτόν.
Ησ. 46,7 Παίρνουν έπειτα οι άνθρωποι το άψυχον αυτό άγαλμα στους ώμους των και πορεύονται μαζή με αυτό. Εάν το τοποθετήσουν εις κάποιον τόπον, μένει εκεί ακίνητον. Εκείνος που θα θελήση να βοηθήση προς αυτό προσευχόμενος, δεν θα εισακουσθή. Το άψυχον άγαλμα δεν θα τον απαλλάξη από τα κακά. Δεν θα τον σώση από κινδύνους.
 
Ησ. 46,8 μνήσθητε ταῦτα καὶ στενάξατε, μετανοήσατε οἱ πεπλανημένοι, ἐπιστρέψατε τῇ καρδίᾳ,
Ησ. 46,8 Αναλογισθήτε και σκεφθήτε όλα αυτά, που σας είπα, και στενάξατε. Μετανοήσατε σεις, οι οποίοι έχετε παραπλανηθή εις την λατρείαν των ειδώλων. Επιστρέψατε με όλην σας την καρδίαν στον Θεόν.
 
Ησ. 46,9 καὶ μνήσθητε τὰ πρότερα ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν ἐμοῦ
Ησ. 46,9 Ενθυμηθήτε όσα προηγουμένως από πολλών αιώνων, απ' αρχής της υπάρξεώς σας, εγώ προείπα και ενήργησα. Διότι εγώ είμαι ο αληθινός Θεός και δεν υπάρχει άλλος πλην από εμέ.
 
Ησ. 46,10 ἀναγγέλλων πρότερον τὰ ἔσχατα πρὶν αὐτὰ γενέσθαι, καὶ ἅμα συνετελέσθη. καὶ εἶπα· πᾶσα ἡ βουλή μου στήσεται, καὶ πάντα, ὅσα βεβούλευμαι, ποιήσω·
Ησ. 46,10 Εγώ είμαι εκείνος, που προαναγγέλλω εκ των προτέρων όσα θα συμβούν στους μετά ταύτα χρόνους, πριν η γίνουν αυτά. Και ιδού ότι στον χρόνον που προείπα, συντελούνται και πραγματοποιούνται. Εγώ είπα και ετόνισα· κάθε απόφασίς μου θα πραγματοποιηθή και όλα όσα έχω σκεφθή και αποφασίσει θα πραγματοποιήσω.
 
Ησ. 46,11 καλῶν ἀπὸ ἀνατολῶν πετεινὸν καὶ ἀπὸ γῆς πόῤῥωθεν περὶ ὧν βεβούλευμαι, ἐλάλησα καὶ ἤγαγον, ἔκτισα καὶ ἐποίησα, ἤγαγον αὐτὸν καὶ εὐώδωσα τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
Ησ. 46,11 Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος καλώ από τα μέρη της ανατολής, ώσαν ταχύτατον πτηνόν, τον Κύρον αυτό χώραν μακρυνήν, δια να υπηρετήση εις εκείνα, τα οποία εγώ έχω αποφασίσει. Το είπα και το έφερα εις πέρας. Τον εδημιούργησα, τον έκαμα βασιλέα, τον έφερα από μακρυνήν χώραν, κατευώδωσα τους δρόμους της ζωής και της δράσεως του.
 
Ησ. 46,12 ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπολωλεκότες τὴν καρδίαν, οἱ μακρὰν ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης.
Ησ. 46,12 Ακούσατέ με σεις, οι οποίοι έχετε χάσει τον νουν σας, σεις που ευρίσκεσθε και ζήτε μακράν από την δικαιοσύνην.
 
Ησ. 46,13 ἤγγισα τὴν δικαιοσύνην μου καὶ τὴν σωτηρίαν τὴν παρ᾿ ἐμοῦ οὐ βραδυνῶ· δέδωκα ἐν Σιὼν σωτηρίαν τῷ Ἰσραὴλ εἰς δόξασμα.
Ησ. 46,13 Επλησίασεν ο καιρός, να αποδώσω δικαιοσύνη· δεν θα βραδύνω να στείλω εγώ την σωτηρίαν στον λαόν μου. Θα δώσω σωτηρίαν εις την Σιών, στον ισραηλιτικόν λαόν, προς δόξαν εμού και αυτού.
 
Ησ. 47,1 Κατάβηθι, κάθισον ἐπὶ τὴν γῆν, παρθένος, θυγάτηρ Βαβυλῶνος, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, ὅτι οὐκέτι προστεθήσῃ κληθῆναι ἁπαλὴ καὶ τρυφερά.
Ησ. 47,1 Κατέβα από την δόξαν σου, κυλίσου στο χώμα, Βαδυλών, πόλις που μέχρι σήμερα δεν επατήθης από τους εχθρούς σου. Εμπα στο σκοτάδι της θλίψεως, πόλις κατοικουμένη από Χαλδαίους, διότι δεν θα είσαι πλέον και δεν θα ονομάζεσαι καλομαθημένη και τρυφερά.
 
Ησ. 47,2 λάβε μύλον, ἄλεσον ἄλευρον, ἀποκάλυψαι τὸ κατακάλυμμά σου, ἀνακάλυψαι τὰς πολιάς, ἀνάσυρε τὰς κνήμας, διάβηθι ποταμούς·
Ησ. 47,2 Σαν δούλη πλέον πάρε εις τα χέριά σου τον χειρόμυλον, άλεσε το σιτάρι και κάμε το αλεύρι, βγάλε το κάλυμμα της κεφαλής σου και φανέρωσε πλέον τα άσπρα μαλλιά σου· ανάσυρε το ιμάτιόν σου, που σκεπάζει τα πόδια σου, και πέρασε ποταμούς.
 
Ησ. 47,3 ἀνακαλυφθήσεται ἡ αἰσχύνη σου, φανήσονται οἱ ὀνειδισμοί σου· τὸ δίκαιον ἐκ σοῦ λήψομαι, οὐκέτι μὴ παραδῶ ἀνθρώποις.
Ησ. 47,3 Θα ξεσκεπασθή ο,τι προκαλεί την έντροπήν σου, θα φανούν οι εξευτελισμοί σου, θα πάρω από σε ο,τι είναι δίκαιον εις αποκατάστασιν της δικαιοσύνης. Δεν θα σε παραδώσω πλέον εις ανθρώπους, να σε τιμωρήσουν, διότι εγώ θα είμαι ο τιμωρός σου.
 
Ησ. 47,4 εἶπεν ὁ ῥυσάμενός σε Κύριος σαβαώθ, ὄνομα αὐτῷ ἅγιος Ἰσραήλ·
Ησ. 47,4 Ω ισραηλίται, αυτά είπεν ο σωτήρ σας, ο Κυριος ο παντοκράτωρ, αυτός του οποίου το όνομα είναι ο άγιος Θεός του Ισραήλ.
 
Ησ. 47,5 κάθισον κατανενυγμένη, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, οὐκέτι μὴ κληθήσῃ ἰσχὺς βασιλείας.
Ησ. 47,5 Καθισε, λοιπόν, Βαδυλών, θυγάτηρ των Χαλδαίων, συντετριμμένη και πονεμένη. Εμπα στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και αφανείας, διότι ποτέ πλέον δεν θα αναγνωριοθή εις σε βασιλική εξουσία.
 
Ησ. 47,6 παρωξύνθην ἐπὶ τῷ λαῷ μου, ἐμίανας τὴν κληρονομίαν μου· ἐγὼ ἔδωκα αὐτοὺς εἰς τὴν χεῖρά σου, σὺ δὲ οὐκ ἔδωκας αὐτοῖς ἔλεος, τοῦ πρεσβυτέρου ἐβάρυνας τὸν ζυγὸν σφόδρα.
Ησ. 47,6 Ωργίσθην εγώ εναντίον του λαού μου δια τας αμαρτίας του, συ όμως εβεβήλωσας την κληρονομίαν μου. Εγώ τους παρέδωσα εις τα χέρια σου, δια να τιμωρηθούν και παιδαγωγηθούν. Συ όμως εφάνης σκληρά απέναντι των· δεν τους έδειξες κάποιαν ευσπλαγχνίαν και συγκατάβασιν. Και αυτού ακόμη του γεροντοτέρου κατέστησας πολύ βαρύν τον ζυγόν της δουλείας.
 
Ησ. 47,7 καὶ εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔσομαι ἄρχουσα· οὐκ ἐνόησας ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ σου, οὐδὲ ἐμνήσθης τὰ ἔσχατα.
Ησ. 47,7 Και εν τη αλαζονεία σου είπες· Εγώ θα είμαι πάντοτε άρχουσα και κυρίαρχος εις αιώνα τον άπαντα. Δεν εσκέφθης ποτέ, δεν επέρασαν από τον νουν σου αυτά, που τώρα πάσχεις. Δεν έλαβες ύπ' όψιν σου τα τελευταία σου.
 
Ησ. 47,8 νῦν δὲ ἄκουε ταῦτα, ἡ τρυφερά, ἡ καθημένη πεποιθυῖα, ἡ λέγουσα ἐν καρδίᾳ αὐτῆς· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα· οὐ καθιῶ χήρα οὐδὲ γνώσομαι ὀρφανίαν.
Ησ. 47,8 Τωρα όμως άκουσε αυτά που θα σου πω. Συ, η τρυφερά και φιλήδονος, η οποία εκάθησο γεμάτη αυτοπεποίθησιν και έλεγες μέσα εις την κάρδιάν σου· Εγώ είμαι μόνον και δεν υπάρχει άλλη ώσαν εμέ. Δεν θα μείνω ποτέ χήρα και εγκαταλελειμμένη, δεν θα γνωρίσω, τι θα πη ορφάνεια και ατεκνία.
 
Ησ. 47,9 νῦν δὲ ἥξει ἐπὶ σὲ τὰ δύο ταῦτα ἐξαίφνης ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· ἀτεκνία καὶ χηρεία ἥξει ἐξαίφνης ἐπὶ σὲ ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου, ἐν τῇ ἰσχύϊ τῶν ἐπαοιδῶν σου σφόδρα,
Ησ. 47,9 Και όμως ιδού, ότι αυτά τα δύο θα επέλθουν αιφνιδίως εναντίον σου εις μίαν μόνην ημέραν, ατεκνία και χηρεία· θα έλθη έξαφνα εις σέ, καθ ον χρόνον θα ζητής ασφάλειαν και προστασίαν από την μαγείαν σου, από την μεγάλην, τάχα, δύναμιν των μάγων σου και των γητευμάτων των.
 
Ησ. 47,10 τῇ ἐλπίδι τῆς πονηρίας σου· σὺ γὰρ εἶπας· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. γνῶθι, ὅτι ἡ σύνεσις τούτων καὶ ἡ πορνεία σου ἔσται σοι αἰσχύνη. καὶ εἶπας τῇ καρδίᾳ σου· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα.
Ησ. 47,10 Επάνω εις τας ψευδείς ελπίδας που σου εδιδεν η πονηρία σου, συ είπες· Εγώ είμαι, δεν υπάρχει καμμία άλλη ώσαν εμέ, ωραία και ισχυρά. Μαθε, λοιπόν, ότι η σύνεσις από τας μαγείας αυτάς και τους μάγους και η άμαρτωλότης σου θα αποβούν εις καταισχύνην σου. Συ όμώς είπες αλαζονικώς από μέσα σου· Εγώ είμαι· δεν υπάρχει άλλη.
 
Ησ. 47,11 καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς, βόθυνος, καὶ ἐμπεσῇ εἰς αὐτόν· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ταλαιπωρία, καὶ οὐ μὴ δυνήσῃ καθαρὰ γενέσθαι· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἐξ ἀπίνης ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς.
Ησ. 47,11 Θα έπελθη εναντίον σου όλεθρος, πριν καν προλάβης να τον αντιληφθής. Βοθρος θα άνοιξη ενώπιόν σου και θα πέσης μέσα εις αυτόν. Μεγάλη ταλαιπωρία θα εκσπάση επί της κεφαλής σου και δεν θα κατορθώσης, να απαλλαγής από αυτήν. Εξαφνα θα επέλθη εναντίον σου η καταστροφή, χωρίς καν να προλάβης να την αντιληφθής.
 
Ησ. 47,12 στῆθι νῦν ἐν ταῖς ἐπαοιδαῖς σου καὶ ἐν τῇ πολλῇ φαρμακείᾳ σου, ἃ ἐμάνθανες ἐκ νεότητός σου, εἰ δυνήσῃ ὠφεληθῆναι.
Ησ. 47,12 Σταμάτησε, λοιπόν, τώρα τας μαγείας και τας πολλάς γοητείας σου, τας οποίας εκ νεότητάς σου έμαθες, μήπως και ημπορέσης να ωφεληθής και σωθής.
 
Ησ. 47,13 κεκοπίακας ἐν ταῖς βουλαῖς σου· στήτωσαν δὴ καὶ σωσάτωσάν σε οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, οἱ ὁρῶντες τοὺς ἀστέρας ἀναγγειλάτωσάν σοι τί μέλλει ἐπὶ σὲ ἔρχεσθαι.
Ησ. 47,13 Πολύ έχεις κοπιάσει εις τας συσκέψεις σου και τας συμβουλάς των μάγων και των αστρολόγων. Ας σταθούν λοιπόν, τώρα, ας σηκωθούν όρθιοι και ας σε σώσουν οι αστρολόγοι του ουρανού, αυτοί ποι παρατηρούν τας κινήσεις των αστέρων και μαντεύουν, τάχα, το μέλλον· ας αναγγείλλουν εις σε τι μέλλει να σου συμβή, τι θα επέλθη εναντίον σου.
 
Ησ. 47,14 ἰδοὺ πάντες ὡς φρύγανα ἐπὶ πυρὶ κατακαυθήσονται καὶ οὐ μὴ ἐξέλωνται τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἐκ φλογός· ὅτι ἔχεις ἄνθρακας πυρός, κάθισαι ἐπ᾿ αὐτούς.
Ησ. 47,14 Ιδού, όλοι αυτοί ώσαν φρύγανα θα κατακαούν επάνω εις την φωτιάν. Δεν θα γλυτώσουν την ζωήν των από την φλόγα του ολέθρου, διότι συ, ω Βαβυλών, θα μεταβληθής εις αναμμένους άνθρακας, δια να καθίσουν επάνω εις αυτούς οι μάγοι και οι αστρολόγοι σου.
 
Ησ. 47,15 οὗτοι ἔσονταί σοι βοήθεια, ἐκοπίασας ἐν τῇ μεταβολῇ ἐκ νεότητος, ἄνθρωπος καθ᾿ ἑαυτὸν ἐπλανήθη, σοὶ δὲ οὐκ ἔσται σωτηρία.
Ησ. 47,15 Αυτό θα είναι το κατάντημα εκείνων, εις την βοήθειαν των οποίων ήλπισες, με τους οποίους κατεπόνησες τον εαυτόν σου από την νεότητά σου. Καθε άνθρωπος, βέβαια, υπόκειται εις πλάνην. Συ όμως επλανήθης τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει πλέον ελπίς σωτηρίας δια σέ.
 
Ησ. 48,1 Ἀκούσατε ταῦτα, οἶκος Ἰακὼβ οἱ κεκλημένοι τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ καὶ ἐξ Ἰούδα ἐξελθόντες, οἱ ὀμνύοντες τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, μιμνησκόμενοι οὐ μετὰ ἀληθείας οὐδὲ μετὰ δικαιοσύνης
Ησ. 48,1 Ακούσατε αυτά σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, οι οποίοι έχετε το όνομα του Ισραηλ· σεις που προέρχεσθε από την φυλήν του Ιούδα, σεις που ορκίζεσθε στο όνομα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ· σεις, οι οποίοι εις καιρόν θλίψεων και κινδύνων ενθυμείσθε και επικαλείσθε τον Θεόν, οχι όμως με ειλικρίνειαν και ευθύτητα καρδίας ούτε με ζωήν αρετής.
 
Ησ. 48,2 καὶ ἀντεχόμενοι τῷ ὀνόματι τῆς πόλεως τῆς ἁγίας καὶ ἐπὶ τῷ Θεῷ Ἰσραὴλ ἀντιστηριζόμενοι, Κύριος σαβαὼθ ὄνομα αὐτῷ.
Ησ. 48,2 Σεις, που κρατείτε ως ίδικον σας το όνομα της αγίας πόλεως, της Ιερουσαλήμ, και λέγετε ότι στηρίζεσθε στον Θεόν του Ισραήλ. Εις εκείνον, του οποίου το όνομα είναι Κυριος των δυνάμεων.
 
Ησ. 48,3 τὰ πρότερα ἔτι ἀνήγγειλα, καὶ ἐκ τοῦ στόματός μου ἐξῆλθε καὶ ἀκουστὸν ἐγένετο· ἐξάπινα ἐποίησα, καὶ ἐπῆλθε.
Ησ. 48,3 Προανήγγειλα εκ των προτέρων μελλοντικά γεγονότα. Από το στόμα μου εξήλθον προφητείαι, ηκούσθησαν από σας, έξαφνα δε και, χωρίς να το περιμένετε, επραξα και συνέβησαν τα γεγονότα.
 
Ησ. 48,4 γινώσκω ὅτι σκληρὸς εἶ, καὶ νεῦρον σιδηροῦν ὁ τράχηλός σου, καὶ τὸ μέτωπόν σου χαλκοῦν.
Ησ. 48,4 Γνωρίζω, ότι είσαι λαός σκληρός και πεισματάρης, ότι ο τράχηλός σου είναι σιδερένιο και δύσκαμπτον νεύρον, το μέτωπόν σου χάλκινον και ασυγκίνητον.
 
Ησ. 48,5 καὶ ἀνήγγειλά σοι πάλαι, πρὶν ἐλθεῖν ἐπὶ σὲ ἀκουστόν σοι ἐποίησα· μήποτε εἴπῃς ὅτι τὰ εἴδωλά μου ἐποίησε, καὶ εἴπῃς ὅτι τὰ γλυπτὰ καὶ τὰ χωνευτὰ ἐνετείλατό μοι.
Ησ. 48,5 Προ πολλού χρόνου σου προανήγγειλα τα γεγονότα, πριν εκσπάσουν εναντίον σου, σε έκαμα να ακούσης τας σχετικάς προφητείας· δια να μη είπης, ότι τα είδωλα, που προσκυνώ, έκαμαν αυτό· να μη πης. ότι τα γλυπτά και χωνευτά αγάλματα προείπαν αυτά εις εμέ.
 
Ησ. 48,6 ἠκούσατε πάντα, καὶ ὑμεῖς οὐκ ἔγνωτε· ἀλλὰ καὶ ἀκουστά σοι ἐποίησα τὰ καινὰ ἀπὸ τοῦ νῦν, ἃ μέλλει γίνεσθαι, καὶ οὐκ εἶπας.
Ησ. 48,6 Σεις, οι ισραηλίται ηκούσατε όλα αυτά και όμως δεν ηθελήσατε να τα κατανοήσετε. Αλλά και νέα γεγονότα, τα οποία μέλλουν να γίνουν από τώρα και στο εξής, εγώ σου τα κατέστησα γνωστά και συ δεν είπες, ότι ο Θεός μου τα προανήγγειλε.
 
Ησ. 48,7 νῦν γίνεται καὶ οὐ πάλαι, καὶ οὐ προτέραις ἡμέραις ἤκουσας αὐτά· μὴ εἴπῃς· ναὶ γινώσκω αὐτά.
Ησ. 48,7 Τωρα εξαγγέλλονται αι προφητείαι, τώρα λαμβάνουν χώραν τα νέα αυτά γεγονότα και όχι εις παλαιοτέρους χρόνους. Τωρα, και όχι εις προηγουμένας εποχάς, ήκουσες αυτά. Εγιναν δέ, δια να μη είπης· α, ναι τα εγνώριζα.
 
Ησ. 48,8 οὔτε ἔγνως οὔτε ἠπίστω, οὔτε ἀπ᾿ ἀρχῆς ἤνοιξά σου τὰ ὦτα· ἔγνων γὰρ ὅτι ἀθετῶν ἀθετήσεις καὶ ἄνομος ἔτι ἐκ κοιλίας κληθήσῃ.
Ησ. 48,8 Ούτε εγνώριζες, ούτε είχες μάθει, ούτε εγώ δια την απιστίαν σου σου είχα ανοίξει από τότε τα αυτιά της ψυχής σου, ώστε να ακούσης και γνωρίσης τας προφητείας. Τούτο δέ, διότι εγώ εγνώριζα, ότι συ ασφαλώς και βεβαίως θα αθετήσης αυτά, ότι ήσο και θα ωνομάζεσο παράνομος από την αρχήν της εθνικής υπάρξεώς σου.
 
Ησ. 48,9 ἕνεκεν τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος δείξω σοι τὸν θυμόν μου καὶ τὰ ἔνδοξά μου ἐπάξω ἐπὶ σέ, ἵνα μὴ ἐξολοθρεύσω σε.
Ησ. 48,9 Προς δόξαν όμως και σεβασμόν του Ονόματός μου θα δείξω εις σε την οργήν μου. Επειτα θα πραγματοποιήσω εις σε ένδοξα γεγονότα, δια να μη σε εξολοθρεύσω εντελώς.
 
Ησ. 48,10 ἰδοὺ πέπρακά σε οὐχ ἕνεκεν ἀργυρίου, ἐξειλάμην δέ σε ἐκ καμίνου πτωχείας·
Ησ. 48,10 Ιδού, σας επώλησα δούλους στους Βαβυλωνίους, όχι βέβαια έναντι αργυρίου· άλλα και σας απήλλαξα από την κάμινον της πτωχείας κατά τον καιρόν της αιχμαλωσίας σας.
 
Ησ. 48,11 ἕνεκεν ἐμοῦ ποιήσω σοι, ὅτι τὸ ἐμὸν ὄνομα βεβηλοῦται, καὶ τὴν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω.
Ησ. 48,11 Χαριν εμού θα σας σώσω, διότι εκεί βεβηλώνεται το Ονομά μου και δεν θα παραδώσω την δόξαν μου εις άλλον θεόν.
 
Ησ. 48,12 Ἄκουέ μου, Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐγὼ καλῶ· ἐγώ εἰμι πρῶτος, καὶ ἐγώ εἰμι εἰς τὸν αἰῶνα,
Ησ. 48,12 Ακούσατέ με, λοιπόν, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ, συ Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ απ' αρχής εκάλεσα και καλώ ίδικόν μου λαόν. Εγώ είμαι ο πρώτος, εγώ είμαι και μετά ταύτα στους οίωνας των αιώνων.
 
Ησ. 48,13 καὶ ἡ χείρ μου ἐθεμελίωσε τὴν γῆν, καὶ ἡ δεξιά μου ἐστερέωσε τὸν οὐρανόν. καλέσω αὐτούς, καὶ στήσονται ἅμα
Ησ. 48,13 Το παντοδύναμον χέρι μου εθεμελίωσεν ασφαλή την γην και η δεξιά μου εστερέωσε τν έναστρον ουρανόν. Θα προσκαλέσω όλα αυτά, και αμέσως θα σταθούν εις προσοχήν ενώπιόν μου.
 
Ησ. 48,14 καὶ συναχθήσονται πάντες καὶ ἀκούσονται. τίς αὐτοῖς ἀνήγγειλε ταῦτα; ἀγαπῶν σε ἐποίησα τὸ θέλημά σου ἐπὶ Βαβυλῶνα τοῦ ἆραι σπέρμα Χαλδαίων.
Ησ. 48,14 Ας συγκεντρωθούν όλοι και ας ακούσουν με προσοχήν, ποιός εκ των προτέρων ανήγγειλεν εις αυτούς αυτά; Εγώ, επειδή σε ηγάπησα, έκαμα το θέλημά σου εις βάρος της Βαβυλώνος· να εξολοθρεύσω τους απογόνους των Χαλδαίων.
 
Ησ. 48,15 ἐγὼ ἐλάλησα, ἐγὼ ἐκάλεσα, ἤγαγον αὐτὸν καὶ εὐώδωσα τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
Ησ. 48,15 Εγώ ωμίλησα στον Κύρον, εγώ τον προσεκάλεσα και τον ωδηγησα, εγώ ευώδωσα τον δρόμον του.
 
Ησ. 48,16 προσαγάγετε πρός με καὶ ἀκούσατε ταῦτα· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐν κρυφῇ λελάληκα, οὐδὲ ἐν τόπῳ γῆς σκοτεινῷ· ἡνίκα ἐγένετο, ἐκεῖ ἤμην, καὶ νῦν Κύριος ἀπέστειλέ με καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ.
Ησ. 48,16 Ελάτε προς εμέ, ω Ισραηλίται, και ακούσατε αυτά. Δεν είπα αυτά εις μακρυνήν εποχήν κρυφίως, ούτε εις κανένα σκοτεινόν τόπον. Οταν επραγματοποιούντο αι προφητείαι μου, ήμουν εκεί βοηθών τον Κύρον. Και τώρα ο Κύρος λέγει· ο Κυριος με έστειλε και το πνεύμα του.
 
Ησ. 48,17 οὕτως λέγει Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός σου, δέδειχά σοι τοῦ εὑρεῖν σε τὴν ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσῃ ἐν αὐτῆ.
Ησ. 48,17 Αυτά λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε ηλευθέρωσε, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού· Εγώ είμαι ο Θεός σου, εγώ έδειξα εις σε να εύρης την αληθινήν οδόν, εις την οποίαν και πρέπει να πορευθής, εάν θέλης την σωτηρίαν σου.
 
Ησ. 48,18 καὶ εἰ ἤκουσας τῶν ἐντολῶν μου, ἐγένετο ἂν ὡσεὶ ποταμὸς ἡ εἰρήνη σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ὡς κῦμα θαλάσσης·
Ησ. 48,18 Και εάν είχες ακούσει τας εντολάς μου, η ειρήνη και η ευτυχία σου θα εγίνετο πλούσια και ανεξάντλητος, ώσαν ποταμός και η δικαιοσύνη σου ώσαν το κύμα της θαλάσσης.
 
Ησ. 48,19 καὶ ἐγένετο ἂν ὡς ἡ ἄμμος τὸ σπέρμα σου καὶ τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου ὡς ὁ χοῦς τῆς γῆς· οὐδὲ νῦν οὐ μὴ ἐξολοθρευθῇς, οὐδὲ ἀπολεῖται τὸ ὄνομά σου ἐνώπιον ἐμοῦ. -
Ησ. 48,19 Οι απόγονοί σου θα ήσαν τόσοι πολλοί, όση η άμμος της θαλάσσης· τα δε τέκνα σου αναρίθμητα, όπως είναι το χώμα της γης. Αλλα ούτε και τώρα θα εξολοθρευθής, ούτε θα χαθή το όνομά σου από εμπρός μου.
 
Ησ. 48,20 Ἔξελθε ἐκ Βαβυλῶνος φεύγων ἀπὸ τῶν Χαλδαίων· φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο, ἀπαγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, λέγεται· ἐῤῥύσατο Κύριος τὸν δοῦλον αὐτοῦ Ἰακώβ·
Ησ. 48,20 Εβγα, λοιπόν, ελεύθερος, ω ισραηλιτικέ λαέ, από την Βαβυλώνα. Φυγε από την χώραν των Χαλδαίων. Με φωνάς χαράς και ευφροσύνης αναγγείλατε το ευχάριστον τούτο γεγονός. Ας γίνη τούτο παντού ακουστόν. Κηρύξατέ το εις τα πέρατα της γης. Είπατε ότι ο Κυριος απήλλαξε τον δούλον του, τους απογόνους του Ιακώβ, από την δουλείαν των Βαβυλωνίων.
 
Ησ. 48,21 καὶ ἐὰν διψήσωσι, δι᾿ ἐρήμου ἄξει αὐτούς, ὕδωρ ἐκ πέτρας ἐξάξει αὐτοῖς· σχισθήσεται πέτρα, καὶ ῥυήσεται ὕδωρ, καὶ πίεται ὁ λαός μου.
Ησ. 48,21 Εάν αυτό διψήσουν, καθ' ον χρόνον ο Θεός θα τους όδηγή δια μέσου της έρημου, θα βγάλη νερό προς χάριν αυτών από τον βράχον. Θα σχισθή η πέτρα και θα αναβλύζουν ύδατα, δια να πίη ο λαός μου.
 
Ησ. 48,22 οὐκ ἐστι χαίρειν, λέγει Κύριος, τοῖς ἀσεβέσιν.
Ησ. 48,22 Χαρά και ευφροσύνη δεν υπάρχει στους ασεβείς ανθρώπους, λέγει ο Κυριος.
 
Ησ. 49,1 Ἀκούσατέ μου, νῆσοι, καὶ προσέχετε, ἔθνη· διὰ χρόνου πολλοῦ στήσεται, λέγει Κύριος. ἐκ κοιλίας μητρός μου ἐκάλεσε τὸ ὄνομά μου
Ησ. 49,1 Ακούσατέ με, νήσοι και παράλιοι περιοχαί· δώσατε προσοχήν εις τα λόγιά μου, έθνη ειδωλολατρικά. Επειτα από πολύν χρόνον θα συμβούν αυτά, λέγει ο Κυριος. Εκ κοιλίας μητρός μου με εκάλεσεν ονομαστικώς ο Κυριος.
 
Ησ. 49,2 καὶ ἔθηκε τὸ στόμα μου ὡσεὶ μάχαιραν ὀξεῖαν καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἔκρυψέ με, ἔθηκέ με ὡς βέλος ἐκλεκτὸν καὶ ἐν τῇ φαρέτρᾳ αὐτοῦ ἔκρυψέ με.
Ησ. 49,2 Ωσάν οξείαν κοπτερήν μάχαιραν έκαμε το στόμα μου. Κατω από την προστατευτικήν του χείρα με έκρυψεν από κινδύνους και απειλάς. Με έκαμε βέλος εύστοχον, με έκρυψεν εις την φαρέτραν του
 
Ησ. 49,3 καὶ εἶπέ μοι· δοῦλός μου εἶ σύ, Ἰσραήλ, καὶ ἐν σοὶ δοξασθήσομαι.
Ησ. 49,3 και μου είπε· Συ είσαι δούλος μου, εγώ δε δια σου θα δοξασθώ.
 
Ησ. 49,4 καὶ ἐγὼ εἶπα· κενῶς ἐκοπίασα, εἰς μάταιον καὶ εἰς οὐδὲν ἔδωκα τὴν ἰσχύν μου· διὰ τοῦτο ἡ κρίσις μου παρὰ Κυρίῳ, καὶ ὁ πόνος μου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μου.
Ησ. 49,4 Και εγώ είπα τότε· πως, Κυριε, θα δοξασθής από εμέ; Εγώ εις τα χαμένα εκοπίασα. Ματαίως και προς κανένα αγαθόν έργον και αποτέλεσμα δεν διέθεσα την δύναμίν μου. Δια τούτο το δίκαιόν μου και την κρίσιν μου αναθέτω στον Κυριον. Η θλίψίς μου είναι ενώπιον του Θεού.
 
Ησ. 49,5 καὶ νῦν οὕτως λέγει Κύριος ὁ πλάσας με ἐκ κοιλίας δοῦλον ἑαυτῷ τοῦ συναγαγεῖν τὸν Ἰακὼβ πρὸς αὐτὸν καὶ Ἰσραὴλ - συναχθήσομαι καὶ δοξασθήσομαι ἐναντίον Κυρίου, καὶ ὁ Θεός μου ἔσται μοι ἰσχὺς -
Ησ. 49,5 Και τώρα έτσι λέγει ο Κυριος, αυτός που με επλασεν ευθύς εξ αρχής και με ώρισεν ως υπηρετήν του, δια να συγκεντρώσω πλησίον του τους απογόνους του Ιακώβ, τον Ισραηλιτικόν λαόν. Θα συγκεντρωθώμεν, λοιπόν, και θα δοξασθώμεν ενώπιον του Κυρίου και Κυριος ο Θεός μας θα είναι η δύναμίς μας.
 
Ησ. 49,6 καὶ εἶπέ μοι· μέγα σοί ἐστι τοῦ κληθῆναί σε παῖδά μου τοῦ στῆσαι τὰς φυλὰς Ἰακὼβ καὶ τὴν διασπορὰν τοῦ Ἰσραὴλ ἐπιστρέψαι· ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. -
Ησ. 49,6 Ο Κυριος μου είπεν ακόμη· Είναι μεγάλη δια σε τιμή, να ονομασθής δούλος και υπηρέτης μου. Να αποκαταστήσης ελευθέρας τας φυλάς του Ιακώβ και να επαναφέρης τους ανά τα διάφορα έθνη διεσκορπισμένους Ισραηλίτας. Ιδού, εγώ σε έχω δώσει εις εκπλήρωσιν της διαθήκης μου προς το γένος το Ισραηλιτικόν. Ως φως δι' όλα τα έθνη. Να είσαι συ ο σωτήρ εις όλους τους λαούς, μέχρι και των περάτων της γης.
 
Ησ. 49,7 Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἁγιάσατε τὸν φαυλίζοντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, τὸν βδελυσσόμενον ὑπὸ τῶν ἐθνῶν τῶν δούλων τῶν ἀρχόντων· βασιλεῖς ὄψονται αὐτὸν καὶ ἀναστήσονται, ἄρχοντες καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ ἕνεκεν Κυρίου· ὅτι πιστός ἐστιν ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, καὶ ἐξελεξάμην σε.
Ησ. 49,7 Αυτά λέγει ο Κυριος, ο λυτρωτής και ελευθερωτής σου, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού· Ως άγιον τιμήσατε και δοξάσατε αυτόν, ο οποίος καταφρονεί και παραδίδει εις θάνατον την ζωήν του. Αυτόν, τον οποίον βδελύσσονται τα αμαρτωλά έθνη, οι δούλοι των αρχόντων. Βασιλείς όμως θα τον ίδουν και θα εγερθούν μετά σεβασμού ενώπιόν του και άρχοντες, οι οποίοι και θα τον προσκυνήσουν ένεκεν Κυρίου του Θεού, διότι ο άγιος Θεός του Ισραηλιτικού λαού, είναι κατά πάντα αληθής και αξιόπιστος εις τας υποσχέσστου. Και εγώ ο Κυριος σε εξέλεξα.
 
Ησ. 49,8 οὕτως λέγει Κύριος· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι καὶ ἔπλασά σε καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην ἐθνῶν τοῦ καταστῆσαι τὴν γῆν καὶ κληρονομῆσαι κληρονομίας ἐρήμους,
Ησ. 49,8 Αυτά λέγει ο Κυριος· Εις κατάλληλον και ευπρόσδεκτον καιρόν εγώ ήκουσα την προσευχήν σου, εις ημέραν σωτηρίας σε εβοήθησα. Εγώ σε έπλασα. Εδωκα σε ως νέαν διαθήκην μετά των εθνών, δια να αποκαταστήσης τους ανθρώπους της γης, και να απόκτησης ως ίδικήν σου μόνιμον ιδιοκτησίαν τους έως τώρα ερήμους από χάριν Θεού λαούς.
 
Ησ. 49,9 λέγοντα τοῖς ἐν δεσμοῖς· ἐξέλθετε, καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει· ἀνακαλυφθῆναι. ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς βοσκηθήσονται, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τρίβοις ἡ νομὴ αὐτῶν·
Ησ. 49,9 Συ, ο δούλος μου, θα είπης στους δεσμίους· Εξέλθετε ελεύθεροι από τα δεσμά σας· και εις αυτούς, που ευρίσκονται στο σκότος της αγνοίας και της πλάνης να φανερωθούν, να έλθουν στο φως της αληθείας. Οσοι θα σε υπακούσουν και θα έλθουν κοντά σου, θα γίνουν ιδικόν σου ποίμνιον. Εις όλας τας πορείας της ζωής των θα ευρίσκουν πλουσίαν τροφήν. Εις όλας τας οδούς, που θα πορεύωνται, θα υπάρχη πάντοτε η διατροφή των.
 
Ησ. 49,10 οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ διψήσουσιν, οὐδὲ πατάξει αὐτοὺς καύσων, οὐδὲ ὁ ἥλιος, ἀλλ᾿ ὁ ἐλεῶν αὐτοὺς παρακαλέσει καὶ διὰ πηγῶν ὑδάτων ἄξει αὐτούς·
Ησ. 49,10 Δεν θα πεινάσουν πλέον, ούτε και θα διψήσουν. Δεν θα τους κτυπήση πλέον ούτε το καύμα, ούτε ο ήλιος, αλλά ο γεμάτος έλεος και ευσπλαγχνίαν προς αυτούς Θεός θα τους παρηγόρηση και θα τους οδηγή δια μέσου πηγών αφθόνων υδάτων.
 
Ησ. 49,11 καὶ θήσω πᾶν ὄρος εἰς ὁδὸν καὶ πᾶσαν τρίβον εἰς βόσκημα αὐτοῖς.
Ησ. 49,11 Θα μεταβάλω δι' αυτούς κάθε βουνόν εις δρόμον βατόν, και κάθε δρόμον πλούσιον εις διατροφήν των.
 
Ησ. 49,12 ἰδοὺ οὗτοι πόῤῥωθεν ἔρχονται, οὗτοι ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ οὗτοι ἀπὸ θαλάσσης, ἄλλοι δὲ ἐκ γῆς Περσῶν.
Ησ. 49,12 Ιδού, αυτοί έρχονται από μακρυνάς περιοχάς. Αλλοι έρχονται από τον βορράν, άλλοι από δυσμάς και άλλοι από την χώραν των Περσών.
 
Ησ. 49,13 εὐφραίνεσθε, οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω, ἡ γῆ, ῥηξάτωσαν τὰ ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τοὺς ταπεινοὺς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσεν.
Ησ. 49,13 Ευφραίνεσθε οι ουρανοί, ας χαίρη και ας αγαλλεται η γη. Τα όρη ας έκσπάσουν εις χαρμοσύνους κραυγάς, διότι ο Κυριος ηλέησε τον λαόν του, παρηγόρησε και ενίσχυσε τους ταπεινούς ανθρώπους του λαού του.
 
Ησ. 49,14 Εἶπε δὲ Σιών· ἐγκατέλιπέ με Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἐπελάθετό μου.
Ησ. 49,14 Παρά τας πλουσίας όμως αυτάς ευλογίας η Σιών είπε· Ο Κυριος με εγκατέλειψε, ο Κυριος με ελησμονησε.
 
Ησ. 49,15 μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδίου αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ᾿ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, εἶπε Κύριος.
Ησ. 49,15 Αλλα, μήπως είναι δυνατόν μια μητέρα να λησμονήση το παιδί της, να μη σπλαγχνισθή και ελεηση τους καρπούς των σπλάγχνων της; Εάν δε και, έστω, μια μητέρα λησμονήση και απαρνηθή τα παιδιά της, εγώ ποτέ δεν θα σε λησμονήσω, είπεν ο Κυριος.
 
Ησ. 49,16 ἰδοὺ ἐπὶ τῶν χειρῶν μου ἐζωγράφηκά σου τὰ τείχη, καὶ ἐνώπιόν μου εἶ διαπαντός·
Ησ. 49,16 Ιδού, έχω ζωγραφίσει εις τα χέρια μου τα τείχη σου, Ιερουσαλήμ, και έτσι ευρίσκεσαι δια παντός προ των οφθαλμών μου.
 
Ησ. 49,17 καὶ ταχὺ οἰκοδομηθήσῃ ὑφ᾿ ὧν καθῃρέθης, καὶ οἱ ἐρημώσαντές σε ἐξελεύσονται ἐκ σοῦ.
Ησ. 49,17 Συντόμως θα ανοικοδομηθής από εκείνους μάλιστα, οι οποίοι σε εκρήμνισαν. Και οι εχθροί σου, οι οποίοι σε κατέλαβαν και σε ερήμωσαν, θα φύγουν από την περιοχήν σου.
 
Ησ. 49,18 ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ πάντας, ἰδοὺ συνήχθησαν καὶ ἤλθοσαν πρός σε· ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ὅτι πάντας αὐτοὺς ὡς κόσμον ἐνδύσῃ καὶ περιθήσῃ αὐτοὺς ὡς κόσμον νύμφης.
Ησ. 49,18 Υψωσε τα μάτιά σου, ω Ιερουσαλήμ· στρέψε ολόγυρά σου και ιδέ όλους. Ιδού, έχουν συναχθή και ήλθαν προς σέ. Ορκίζομαι, λέγει ο Κυριος, ότι θα ενδυθής ως στολισμόν όλους αυτούς. Θα τους περιβληθής ωσάν στολισμόν νύμφης,
 
Ησ. 49,19 ὅτι τὰ ἔρημά σου καὶ τὰ διεφθαρμένα καὶ τὰ πεπτωκότα νῦν στενοχωρήσει ἀπὸ τῶν κατοικούντων, καὶ μακρυνθήσονται ἀπὸ σοῦ οἱ καταπίνοντές σε.
Ησ. 49,19 διότι αι ερημωθείσαι περιοχαί σου, τα καταστραφέντα και εις ερείπια κείμενα μέρη σου, θα αποδειχθούν τώρα πολύ στενά, δια να περιλάβουν τους νέους κατοίκους σου. Εκείνοι δέ, οι οποίοι σε κατέστρεψαν και ήθελαν να σε καταπιούν, θα απομακρυνθούν πλέον από σέ.
 
Ησ. 49,20 ἐροῦσι γὰρ εἰς τὰ ὦτά σου οἱ υἱοί σου, οὓς ἀπολώλεκας· στενός μοι ὁ τόπος, ποίησόν μοι τόπον, ἵνα κατοικήσω.
Ησ. 49,20 Τα παιδιά σου δέ, τα οποία συ εθεώρησες ως χαμένα, άλλα τώρα έχουν επανέλθει, θα είπουν εις τα αυτιά σου· Στενός είναι ο τόπος αυτός δι ημάς. Ετοίμασε τόπον, δια να κατοικήσωμέν με μεγαλυτέραν άνεσιν.
 
Ησ. 49,21 καὶ ἐρεῖς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· τίς ἐγέννησέ μοι τούτους; ἐγὼ δὲ ἄτεκνος καὶ χήρα, τούτους δὲ τίς ἐξέθρεψέ μοι; ἐγὼ δὲ κατελείφθην μόνη, οὗτοι δέ μοι ποῦ ἦσαν;
Ησ. 49,21 Και τότε συ, γεμάτη χαράν θα είπης από μέσα σου· Ποιός προς χάριν εμού έγεννησεν αυτούς τους υιούς; Εγώ ήμουνα άτεκνος και χήρα. Αυτά τα παιδιά μου ποιός τα ανέθρεψε; Εγώ είχα εγκαταλειφθή μόνη και έρημος. Αυτοί δέ, που ήλθαν τώρα προς εμέ, που ευρίσκοντο προηγουμένως;
 
Ησ. 49,22 Οὕτως λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ αἴρω εἰς τὰ ἔθνη τὴν χεῖρά μου καὶ εἰς τὰς νήσους ἀρῶ σύσσημόν μου, καὶ ἄξουσι τοὺς υἱούς σου ἐν κόλπῳ, τὰς δὲ θυγατέρας σου ἐπ᾿ ὤμων ἀροῦσι,
Ησ. 49,22 Ούτω λέγει ο Κυριος, ο Κυριος· Ιδού εγώ υψώνω εις τα ειδωλολατρικά έθνη την χείρα μου, εις τας νήσους και εις τας παραλίους χώρας θα υψώσω την σημαίαν μου και οι κάτοικοι αυτών θα φέρουν τους υιούς σου, ω Ιερουσαλήμ, εις την αγκάλην των, τας δε θυγατέρας σου θα υψώσουν επάνω στους ώμους των.
 
Ησ. 49,23 καὶ ἔσονται βασιλεῖς τιθηνοί σου, αἱ δὲ ἄρχουσαι τροφοί σου· ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς προσκυνήσουσί σε καὶ τὸν χοῦν τῶν ποδῶν σου λείξουσι· καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος, καὶ οὐκ αἰσχυνθήσονται οἱ ὑπομένοντές με.
Ησ. 49,23 Βασιλείς θα είναι οι τροφείς σου και αι αρχόντισσαι θα είναι αι παραμάναι σου. Θα πέσουν στο πρόσωπον της γης και θα σε προσκυνήσουν, θα γλύψουν το χώμα των ποδών σου, και έτσι θα πληροφορηθής και θα μάθης, ότι εγώ είμαι ο Κυριος και όλοι εκείνοι, οι οποίοι στηρίζουν με επιμονήν τας ελπίδας των εις σέ, δεν θα εντραπούν.
 
Ησ. 49,24 μὴ λήψεταί τις παρὰ γίγαντος σκῦλα; καὶ ἐὰν αἰχμαλωτεύσῃ τις ἀδίκως, σωθήσεται;
Ησ. 49,24 Ισως όμώς κάποιος θα ερωτήση· Μηπως είναι δυνατόν να πάρη κανείς λάφυρα από γίγαντα; Εάν δηλαδή αιχμαλωτισθή κανείς από σκληρόν και ισχυρόν αυθέντην, είναι δυνατόν να σωθή από την αιχμαλωσίαν του;
 
Ησ. 49,25 οὕτως λέγει Κύριος· ἐάν τις αἰχμαλωτεύσῃ γίγαντα, λήψεται σκύλα· λαμβάνων δὲ παρὰ ἰσχύοντος σωθήσεται· ἐγὼ δὲ τὴν κρίσιν σου κρινῶ, καὶ ἐγὼ τοὺς υἱούς σου ῥύσομαι·
Ησ. 49,25 Ούτω όμως απαντά ο Κυριος προς αυτόν· Εάν κανείς με την ιδικήν μου δύναμιν συλλάβη ως αιχμάλωτον γίγαντα, θα πάρη χωρίς φόβον λάφυρα από αυτόν. Λαμβάνων δε τα λάφυρα και τα όπλα εκείνου του ισχυρού, θα σωθή και δεν θα πάθη τίποτε. Εγώ θα δικάσω και θα αποδώσω εις σε το δίκαιον, εναντίον των Βαβυλωνίων, του γίγαντος αυτού που σε εταλαιπώρησε! Εγώ θα γλυτώσω τους δούλους σου από την αιχμαλωσίαν.
 
Ησ. 49,26 καὶ φάγονται οἱ θλίψαντές σε τὰς σάρκας αὐτῶν καὶ πίονται ὡς οἶνον νέον τὸ αἷμα αὐτῶν καὶ μεθυσθήσονται, καὶ αἰσθανθήσεται πᾶσα σάρξ ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ῥυσάμενός σε καὶ ἀντιλαμβανόμενος ἰσχύος Ἰακώβ.
Ησ. 49,26 Εκείνοι δέ, οι οποίοι σε εταλαιπώρησαν και σε έθλιψαν, θα φαγωθούν αναμεταξύ των, θα αλληλοεξοντωθούν, θα πιουν το αίμα των ωσάν νέον κρασί, και θα μεθυσθούν από την μανίαν του φόνου και του μίσους. Και τότε κάθε άνθρωπος θα εννοήση και θα αισθανθή, ότι εγώ ο Κυριος είμαι ο λυτρωτής σου, ο παρέχων δύναμιν εις σέ, τον Ιακώβ.
 
Ησ. 50,1 Οὕτως λέγει Κύριος· ποῖον τὸ βιβλίον τοῦ ἀποστασίου τῆς μητρὸς ὑμῶν, ᾧ ἐξαπέστειλα αὐτήν; ἢ τίνι ὑπόχρεῳ πέπρακα ὑμᾶς; ἰδοὺ ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν ἐπράθητε, καὶ ταῖς ἀνομίαις ὑμῶν ἐξαπέστειλα τὴν μητέρα ὑμῶν.
Ησ. 50,1 Ούτω λέγει ο Κυριος· Που και ποίον είναι το έγγραφον του διαζυγίου της μητέρας σας, δια του οποίου διεζεύχθην και την εγκατέλειψα; Η εις ποίον δανειστήν μου σας επώλησα; Δεν σας επώλησα εγώ δούλους, αλλά σεις λόγω των αμαρτιών σας επωλήθητε, εξ αιτίας δε των παρανομιών σας απέπεμψα την μητέρα σας, την Σιών.
 
Ησ. 50,2 τί ὅτι ἦλθον καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος; ἐκάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ὑπακούων; μὴ οὐκ ἰσχύει ἡ χείρ μου τοῦ ῥύσασθαι ἢ οὐκ ἰσχύω τοῦ ἐξελέσθαι; ἰδοὺ τῇ ἀπειλῇ μου ἐξερημώσω τὴν θάλασσαν καὶ θήσω ποταμοὺς ἐρήμους, καὶ ξηρανθήσονται οἱ ἰχθύες αὐτῶν ἀπὸ τοῦ μὴ εἶναι ὕδωρ καὶ ἀποθανοῦνται ἐν δίψει.
Ησ. 50,2 Διατί, όταν ήλθα, δεν υπήρξεν άνθρωπος να με υποδεχθή; Διατί, όταν προσεκάλεσα, δεν υπήρξε κανείς, που να υπακούση εις την πρόσκλησίν μου; Μηπως δεν είναι ισχυρά η χείρ μου, δια να σας ελευθερώση και σας σώση η δεν έχω την δύναμιν να σας βγάλω από την χώραν της αιχμαλωσίας σας; Ιδού, εγώ με την απειλήν μου δύναμαι να ξηράνω και να κάμω έρημον την θάλασσαν να καταστήσω ξηρούς και ερήμους τους ποταμούς, ώστε να αποθάνουν από την δίψαν τα ψάρια, διότι δεν θα υπάρχη ύδωρ.
 
Ησ. 50,3 ἐνδύσω τὸν οὐρανὸν σκότος καὶ ὡς σάκκον θήσω τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ.
Ησ. 50,3 Εγώ ημπορώ να ενδύσω με σκοτάδι τον ουρανόν και να μεταβάλω την λαμπράν περιβολήν και εμφάνισίν του εις πένθιμον σάκκον.
 
Ησ. 50,4 Κύριος δίδωσί μοι γλῶσσαν παιδείας τοῦ γνῶναι ἡνίκα δεῖ εἰπεῖν λόγον ἔθηκέ μοι πρωΐ πρωΐ, προσέθηκέ μοι ὠτίον ἀκούειν·
Ησ. 50,4 Ο Κυριος μου έχει δώσει γλώσσαν παιδείας και σοφίας, δια να γνωρίζω τι και πότε πρέπει να ομιλήσω. Πολύ ενωρίς μου εδώσε την μόρφωσιν αυτήν και μου προσέθεσεν οξύτητα ακοής, δια να ακούω την αλήθειαν και υπακούω εις αυτόν.
 
Ησ. 50,5 καὶ ἡ παιδεία Κυρίου Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα, ἐγὼ δὲ οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω,
Ησ. 50,5 Η δια των παιδαγωγικών παθημάτων παιδεία του Κυρίου, μάλιστα του Κυρίου, μου ανοίγει τα αυτιά, εγώ δε δεν απειθώ, δεν αντιλέγω εις την παιδείαν αυτήν.
 
Ησ. 50,6 τὸν νῶτόν μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ῥαπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων·
Ησ. 50,6 Εδωκα τον νώτον μου εις μάστιγας και τας σιαγόνας μου εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου δεν το απέστρεψα από την αισχύνην των εμπτυσμάτων.
 
Ησ. 50,7 καὶ Κύριος Κύριος βοηθός μοι ἐγενήθη, διὰ τοῦτο οὐκ ἐνετράπην, ἀλλὰ ἔθηκα τὸ πρόσωπόν μου ὡς στερεὰν πέτραν καὶ ἔγνων ὅτι οὐ μὴ αἰσχυνθῶ·
Ησ. 50,7 Αλλα ο Κυριος, ο Κυριος είναι και μου συμπαρεστάθη βοηθός μου. Χαρις εις την στοργικήν παρουσίαν του, δεν εκυριεύθην από έντροπην, άλλα ακλόνητον ως βράχον προέβαλα το πρόσωπόν μου, διότι εγνώριζα ότι τελικώς δεν πρόκειται να εντροπιασθώ.
 
Ησ. 50,8 ὅτι ἐγγίζει ὁ δικαιώσας με. τίς ὁ κρινόμενός μοι; ἀντιστήτω μοι ἅμα· καὶ τίς ὁ κρινόμενός μοι; ἐγγισάτω μοι.
Ησ. 50,8 Ναι, δεν θα εντροπιασθώ, διότι ευρίσκεται πλησίον μου, έρχεται κοντά μου αυτός, ο οποίος θα μου αποδώση το δίκαιον. Ποιός είναι αυτός, ο οποίος θέλει να αντιμετρηθή μαζή μου εις δίκην; Ας σταθή αντιμέτωπός μου αμέσως. Και ποιός θα εκρίνετο μαζή μου και θα ενόμιζεν ότι έχει δίκαιον απέναντί μου; Ας με πλησίαση.
 
Ησ. 50,9 ἰδοὺ Κύριος Κύριος βοηθήσει μοι· τίς κακώσει με; ἰδοὺ πάντες ὑμεῖς ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεσθε, καὶ ὡς σὴς καταφάγεται ὑμᾶς.
Ησ. 50,9 Ιδού, ο Κυριος και Θεός είναι βοηθός μου. Ποιός θα μου κάμη κακόν; Ιδού, όλοι σεις οι αντιτιθέμενοι προς εμέ, θα παληώσετε και θα καταρρακωθήτε σαν ιμάτιον και ωσάν σκόρος θα σας καταφάγη η κακότης και αμαρτωλότης σας.
 
Ησ. 50,10 Τίς ἐν ὑμῖν ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; ὑπακουσάτω τῆς φωνῆς τοῦ παιδὸς αὐτοῦ. οἱ πορευόμενοι ἐν σκότει καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς φῶς, πεποίθατε ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου καὶ ἀντιστηρίσασθε ἐπὶ τῷ Θεῷ.
Ησ. 50,10 Ποιός μεταξύ σας φοβείται τον Κυριον; Ας υπακούση εις την φωνήν του παιδός του. Σεις, οι οποίοι πορεύεσθε μέσα στο σκότος της αγνοίας και δεν υπάρχει κανένα δια σας φως, πιστεύσατε στο όνομα του Κυρίου, στηριχθήτε με πεποίθησιν στον Θεόν.
 
Ησ. 50,11 ἰδοὺ πάντες ὑμεῖς πῦρ καίετε καὶ κατισχύετε φλόγα· πορεύεσθε τῷ φωτὶ τοῦ πυρὸς ὑμῶν καὶ τῇ φλογί, ᾗ ἐξεκαύσατε· δι᾿ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα ὑμῖν, ἐν λύπῃ κοιμηθήσεσθε.
Ησ. 50,11 Ιδού, όλοι σεις, που δεν υπακούετε στον παίδα του Θεού, ανάπτετε φωτιάν στον εαυτόν σας και τον κατακαίετε. Τροφοδοτείτε και δυναμώνετε ολονέν περισσότερον την φλόγα του πυρός, που σας κατακαίει. Πορευθήτε με το αντιφέγγισμα του ολεθρίου πυρός, που σεις ανάψατε κατά του εαυτού σας, και με την φλόγα, την οποίαν σεις εδυναμώσετε ακόμη περισσότερον. Συνέβησαν όλα αυτά τα φοβερά εις σας, διότι δεν επιστεύσατε εις εμέ. Βυθισμένοι δε εις την λύπην και τον πόνον θα αποθάνετε.
 
Ησ. 51,1 Ἀκούσατέ μου, οἱ διώκοντες τὸ δίκαιον καὶ ζητοῦντες τὸν Κύριον, ἐμβλέψατε εἰς τὴν στερεὰν πέτραν, ἣν ἐλατομήσατε, καὶ εἰς τὸν βόθυνον τοῦ λάκκου, ὃν ὠρύξατε.
Ησ. 51,1 Ακούσατέ με σεις που επιδιώκετε το δίκαιον και ζητείτε πάντοτε τον Κυριον και την βοήθειάν του. Παρατηρήσατε τον στερεόν βραχον, από τον οποίον έχετε κοπή, τον λάκκον, από τον οποίον έχετε ανορυχθή.
 
Ησ. 51,2 ἐμβλέψατε εἰς Ἁβραὰμ τὸν πατέρα ὑμῶν καὶ εἰς Σάῤῥαν τὴν ὠδίνουσαν ὑμᾶς· ὅτι εἷς ἦν, καὶ ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ εὐλόγησα αὐτὸν καὶ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐπλήθυνα αὐτόν.
Ησ. 51,2 Παρατηρήσατε, δηλαδή, με προσοχήν τον Αβραάμ, τον πατριάρχην σας, και την Σαρραν, η οποία με ωδίνας σας εγεννησεν· ότι αυτός ένας ήτο μεταξύ όλων των ανθρώπων, και αυτόν εγώ εκάλεσα, τον ηυλόγησα, διότι τον ηγάπησα και επλήθυνα τους απογόνους του.
 
Ησ. 51,3 καὶ σὲ νῦν παρακαλέσω, Σιών, καὶ παρεκάλεσα πάντα τὰ ἔρημα αὐτῆς καὶ θήσω τὰ ἔρημα αὐτῆς ὡς παράδεισον Κυρίου· εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα εὑρήσουσιν ἐν αὐτῇ, ἐξομολόγησιν καὶ φωνὴν αἰνέσεως.
Ησ. 51,3 Και σε τώρα εγώ θα παρηγορήσω και θα σε ενισχύσω, ω Σων. Θα την παρηγορήσω αποκαθιστών λαμπροτέρας όλας τας ερημωθείσας περιοχάς της. Θα μεταβάλω τα έρημα της μέρη εις παράδεισον Κυρίου. Οι κάτοικοι της θα εύρούν ευφροσύνην και αγαλλίασιν εν μέσω αυτής, Θα αναπέμψουν δοξολογίαν και φωνήν αινέσεως προς τον Θεόν.
 
Ησ. 51,4 ἀκούσατέ μου, ἀκούσατέ μου, λαός μου, καὶ οἱ βασιλεῖς, πρός με ἐνωτίσασθε, ὅτι νόμος παρ᾿ ἐμοῦ ἐξελεύσεται καὶ ἡ κρίσις μου εἰς φῶς ἐθνῶν.
Ησ. 51,4 Ακούσατέ με, ακούσατέ με, Ισραηλίται, λαός μου. Και οι βασιλείς ανοίξατε τα αυτιά σας, δια να ακούσετε εμέ. Διότι νέος πλέον Νομος θα εξέλθη και θα θεσπισθή από εμέ. Και ο Νομος μου αυτός θα είναι φως των εθνών.
 
Ησ. 51,5 ἐγγίζει ταχὺ ἡ δικαιοσύνη μου, καὶ ἐξελεύσεται ὡς φῶς τὸ σωτήριόν μου καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἔθνη ἐλπιοῦσιν· ἐμὲ νῆσοι ὑπομενοῦσι καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἐλπιοῦσιν.
Ησ. 51,5 Πλησιάζει γρήγορα ο καιρός επιβολής της δικαιοσύνης μου. Θα άναστειλη και θα λάμψη τότε σαν φως η εκ μέρους μου σωτηρία. Και εις την παντοδύναμον δεξιάν μου θα στηρίξουν τας ελπίδας των τα έθνη. Εμέ θα περιμένουν αι ειδωλολατρικαί νήσοι και αι παράλιοι περιοχαί. Εις την δύναμιν του βραχίονός μου θα στηρίξουν τας ελπίδας των.
 
Ησ. 51,6 ἄρατε εἰς τὸν οὐρανὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἐμβλέψατέ εἰς τὴν γῆν κάτω, ὅτι ὁ οὐρανὸς ὡς καπνὸς ἐστερεώθη, ἡ δὲ γῆ ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεται, οἱ δὲ κατοικοῦντες τὴν γῆν ὥσπερ ταῦτα ἀποθανοῦνται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, ἡ δὲ δικαιοσύνη μου οὐ μὴ ἐκλίπῃ.
Ησ. 51,6 Σηκώσατε τα μάτια σας επάνω στον ουρανόν, ρίψατε το βλέμμα σας κάτω εις την γην και ίδετε, ότι ο ουρανός εστερεώθη ωσάν καπνός, που εύκολα διαλύεται, η δε γη σαν ένδαμα θα παληώση. Οι κάτοικοι της γης θα αποθάνουν και θα λείψουν, όπως ο ουρανός και η γη. Η σωτηρία όμως, την οποίαν εγώ θα δώσω, θα μείνη αιωνία, η δε δικαιοσύνη μου ποτέ δεν θα λαβη τέλος.
 
Ησ. 51,7 ἀκούσατέ μου, οἱ εἰδότες κρίσιν, λαός μου, οὗ ὁ νόμος μου ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν· μὴ φοβεῖσθε ὀνειδισμὸν ἀνθρώπων καὶ τῷ φαυλισμῷ αὐτῶν μὴ ἡττᾶσθε.
Ησ. 51,7 Ακούσατέ με, όσοι γνωρίζετε και ποθείτε δικαιοσύνην. Λαέ μου, στου οποίου την καρδίαν υπάρχει ο νόμος μου, μη φοβείσθε τους ονειδισμούς των ανθρώπων και μη καταβάλλεσθε από τον εξευτελισμον, που σας κάνουν.
 
Ησ. 51,8 ὡς γὰρ ἱμάτιον βρωθήσεται ὑπὸ χρόνου καὶ ὡς ἔρια βρωθήσεται ὑπὸ σητός· ἡ δὲ δικαιοσύνη μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς γενεὰς γενεῶν.
Ησ. 51,8 Διότι αυτοί, όπως κατατρώγεται το ένδυμά με την πάροδον του χρόνου, όπως τα μαλλιά των προβάτων κατατρώγονται από τον σκόρον, έτσι και αυτοί θα φαγωθούν και θα εξολοθρευθούν. Η δίκαιοσύνη μου όμώς μένει στους αιώνας των αιώνων, η δε εκ μέρους μου σωτηρία εις τας γενεάς των γενεών.
 
Ησ. 51,9 Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονός σου· ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ ἡμέρας, ὡς γενεὰ αἰῶνος. οὐ σὺ εἶ
Ησ. 51,9 Σηκω ορθία, σήκω Ιερουσαλήμ, φόρεσε την δύναμίν σου, την οποίαν ο Κυριος σου δίδει. Σηκω, όπως εξυπνά κανείς την πρωΐαν, γεμάτος δύναμιν και δραστηριότητα. Σηκω με δύναμιν, όπως από της αρχής της υπάρξεώς σου, ως λαός, που υπάρχει από γενεάς αιώνων.
 
Ησ. 51,10 ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; ἡ θεῖσα τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ὁδὸν διαβάσεως ῥυομένοις
Ησ. 51,10 Δεν είσαι συ, η οποία εξήρανες την Ερυθραν Θαλασσαν τα απροσμέτρητα εκείνα ύδατα της αβυσσαλέας θαλάσσης; Συ, δεν είσαι εκείνη, η οποία έκαμες βατόν δρόμον τα βάθη της θαλάσσης, δια να διάβούν αυτοί, οι οποίοι εσώθησαν από την δουλείαν των Αιγυπτίων,
 
Ησ. 51,11 καὶ λελυτρωμένοις; ὑπὸ γὰρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάματος αἰωνίου· ἐπὶ κεφαλῆς γὰρ αὐτῶν ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις; καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς, ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός.
Ησ. 51,11 οι λυτρωμένοι Ισραηλίται; Διότι, όπως τότε, έτσι και τώρα, από αυτόν τον ίδιον τον Κυριον λυτρούμενοι εκ της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνος θα επανέλθουν οι Ισραηλίται και θα εγκατασταθούν εις την Σιών με ευφροσύνην και αιωνίαν αγαλλίασιν. Την κεφαλήν των θα στεφανώνη αγαλλίασις, αίνεσις θα ακούεται από τα χείλη των. Χαρά και ευφροσύνη θα πλημμυρίση αυτούς, θα έχη πλέον ύγει από αυτούς οδύνη, λύπη και στεναγμός.
 
Ησ. 51,12 ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ παρακαλῶν σε· γνῶθι τίνα εὐλαβηθεῖσα ἐφοβήθης ἀπὸ ἀνθρώπου θνητοῦ καὶ ἀπὸ υἱοῦ ἀνθρώπου, οἳ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθησαν.
Ησ. 51,12 Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο προαιωνίως υπάρχων, ο οποίος σε παρηγορώ και σε ενδυναμώνω. Σκέψου καλά και μάθε, ποιόν εφοβήθης τόσον πολύ; Ανθρωπον θνητόν εφοβήθης; Εφοβήθης απογόνους ανθρώπων, οι οποίοι ωσάν χορτάρι ξηραίνονται;
 
Ησ. 51,13 καὶ ἐπελάθου Θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ θεμελιώσαντα τὴν γῆν, καὶ ἐφόβου ἀεὶ πάσας τὰς ἡμέρας τὸ πρόσωπον τοῦ θυμοῦ τοῦ θλίβοντός σε· ὃν τρόπον γὰρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραί σε, καὶ νῦν ποῦ ὁ θυμὸς τοῦ θλίβοντός σε;
Ησ. 51,13 Ελησμόνησες τον Θεόν, ο οποίος σε εδημιούργησε, τον Θεόν, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και εθεμελίωσε την γην· και εφοβείσο πάντοτε όλας τας ημέρας το ωργισμένον πρόσωπον εκείνου του ανθρώπου, ο οποίος σε κατέθλιβε και σε κατεδυνάστευε. Που είναι τώρα ο θυμός εκείνου, ο οποίος σε κατέθλιβε και επινοούσε τρόπους και έπαιρνεν αποφάσεις να σε εξόντωση;
 
Ησ. 51,14 ἐν γὰρ τῷ σῴζεσθαί σε οὐ στήσεται οὐδὲ χρονιεῖ·
Ησ. 51,14 Καθ' ον χρόνον συ θα ευρίσκεσαι στον δρόμον της σωτηρίας, εκείνος δεν θα ημπορέση επί πολύν χρόνον να σταθή απέναντί σου,
 
Ησ. 51,15 ὅτι ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ ταράσσων τὴν θάλασσαν καὶ ἠχῶν τὰ κύματα αὐτῆς, Κύριος σαβαὼθ ὄνομά μοι.
Ησ. 51,15 διότι εγώ είμαι ο Θεός σου, ο οποίος αναταράσσω την θάλασσαν και κάνω τα κύματά της να ηχούν. Κυριος των δυνάμεων είναι το Ονομά μου!
 
Ησ. 51,16 θήσω τοὺς λόγους μου εἰς τὸ στόμα σου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς χειρός μου σκεπάσω σε, ἐν ᾗ ἔστησα τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσα τὴν γῆν· καὶ ἐρεῖ Σιών· λαός μου εἶ σύ.
Ησ. 51,16 Θα θέσω τους λόγους μου στο στόμα σου, Ιερουσαλήμ, και κάτω από την σκιαν της παντοδυνάμου δεξιάς μου, δια της οποίας έστησα τον ουρανόν και εθεμελίωσα την γην, θα σε σκεπάσω· και θα είπη ο Κυριος εις την Σιών· Ιδικός μου λαός είσαι συ.
 
Ησ. 51,17 Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, ἀνάστηθι, Ἱερουσαλήμ, ἡ πιοῦσα ἐκ χειρὸς Κυρίου τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ· τὸ ποτήριον γὰρ τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ ἐξέπιες καὶ ἐξεκένωσας.
Ησ. 51,17 Σηκω, σήκω, σήκω και στάσου ορθή Ιερουσαλήμ, συ η οποία έπιες από το χέρι του Κυρίου το ποτήριον της δικαίας οργής του. Διότι πράγματι το ποτήριον της πτώσεώς σου και το ποτήριον του θυμού, το έπιες ολοκληρον, το άδειασες μέχρι σταγόνος.
 
Ησ. 51,18 καὶ οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπὸ πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου οὐδὲ ἀπὸ πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας.
Ησ. 51,18 Και δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος από όλα τα τέκνα σου, τα οποία εσύ εγέννησες, δια να σε παρηγόρηση. Και δεν υπήρχε κανείς να σε πιάση από το χέρι και να σε στήριξη, ούτε από όλα αυτά τα παιδιά σου, τα οποία συ ανέδειξες.
 
Ησ. 51,19 δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι· τίς συλλυπηθήσεταί σοι; πτῶμα καὶ σύντριμμα, λιμὸς καὶ μάχαιρα. τίς παρακαλέσει σε;
Ησ. 51,19 Δυο είναι τα θλιβερά γεγονότα· και ποιός θα σε συμπονέση δι' αυτά; Πτώσις και συντριβή, πείνα και μάχαιρα. Ποιός θα σε παρηγόρηση;
 
Ησ. 51,20 οἱ υἱοί σου, οἱ ἀπορούμενοι, οἱ καθεύδοντες ἐπ᾿ ἄκρου πάσης ἐξόδου ὡς σευτλίον ἡμίεφθον, οἱ πλήρεις θυμοῦ Κυρίου, ἐκλελυμένοι διὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Ησ. 51,20 Τα παιδιά σου, που ευρίσκονται εις αμηχανίαν και κατάκεινται στις άκρες των δρόμων ώσαν μισσβρασμένα σέσκουλα, έχουν γεμίσει και αυτοί από τον θυμόν του Κυρίου. Κατάκεινται παραλελυμένοι από τα δίκαια κτυπήματα Κυρίου του Θεού.
 
Ησ. 51,21 διὰ τοῦτο ἄκουε, τεταπεινωμένη, καὶ μεθύουσα οὐκ ἀπὸ οἴνου·
Ησ. 51,21 Κανείς δεν ημπορεί να σε βοηθήση. Δια τούτο άκουε συ, η ταπεινωμένη και σαν μεθυσμένη, όχι βέβαια από οίνον.
 
Ησ. 51,22 οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ κρίνων τὸν λαὸν αὐτοῦ· ἰδοὺ εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου τὸ ποτήριον τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου, καὶ οὐ προσθήσῃ ἔτι πιεῖν αὐτό·