Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ταξινόμηση ανά
Αγία Γραφή
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄

Β Κορ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ σὺν τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς οὖσιν ἐν ὅλῃ τῇ Ἀχαΐᾳ·
Β Κορ. 1,1 Εγώ ο Παύλος, που είμαι απόστολος του Ιησού Χριστού δια του θελήματος του Θεού και ο Τιμόθεος ο αδελφός, προς την Εκκλησίαν του Θεού που είναι εις την Κορινθον και προς πάντας τους Χριστιανούς, οι οποίοι ευρίσκονται εις όλην την Αχαΐαν,
 
Β Κορ. 1,2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Β Κορ. 1,2 είθε να είναι πάντοτε μαζή σας χάρις και ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα μας και από τον Κυριον Ιησούν Χριστόν.
 
Β Κορ. 1,3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως,
Β Κορ. 1,3 Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Πατήρ και ο χορηγός της εσπλαγχνίας, του ελέους και της συγκαταβάσεως, και ο Θεός κάθε παρηγορίας δια τους θλιβομένους ανθρώπους.
 
Β Κορ. 1,4 ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ·
Β Κορ. 1,4 Αυτός είναι που μας παρηγορεί και μας γαληνεύει εις κάθε μας θλίψιν, ώστε να ημπορούμεν και ημείς να παρηγορούμεν τους ανθρώπους τους ευρισκομένους εις κάθε θλίψιν με την παρηγορίαν, με την οποίαν ημείς οι ίδιοι παρηγορούμεθα από τον Θεόν.
 
Β Κορ. 1,5 ὅτι καθὼς περισσσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν.
Β Κορ. 1,5 Ευχαριστούμεν τον Κυριον, διότι όπως πλεονάζουν και αφθονούν εις ημάς αι θλίψεις και τα παθήματα σαν του Χριστού και προς χάριν του Χριστού, έτσι πλεονάζει και περισσεύει και η παρηγορία, την οποίαν δια μέσου του Χριστού παίρνομεν.
 
Β Κορ. 1,6 εἴτε δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ τῶν αὐτῶν παθημάτων ὧν καὶ ἡμεῖς πάσχομεν, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν· εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας,
Β Κορ. 1,6 Αλλ' είτε δοκιμάζομεν θλίψεις, τας δοκιμάζομεν δια την ιδικήν σας παρηγορίαν και δια την ιδικήν σας σωτηρίαν, την οποίαν η χάρις του Θεού ενεργεί εις σας, και η οποία χάρις σας δίδει την δύναμιν να υπομένετε τα ίδια παθήματα, τα οποία και ημείς πάσχομεν· είτε παρηγορούμεθα, παρηγορούμεθα πάλιν προς ιδικήν σας παρηγορίαν και σωτηρίαν, δια να ενθαρρύνεσθε από το παράδειγμά μας και να στηρίζεσθε εις την ελπίδα και την υπομονήν.
 
Β Κορ. 1,7 εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοί ἐστε τῶν παθημάτων, οὕτω καὶ τῆς παρακλήσεως.
Β Κορ. 1,7 Και είναι σταθερά και αδιάψευστος η ελπίδα που έχομεν για σας, επειδή γνωρίζομεν καλά ότι όπως συμμετέχετε εις τας θλίψεις και τας κακοπαθείας μας, έτσι θα συμμετέχετε και εις την παρηγορίαν μας.
 
Β Κορ. 1,8 Οὐ γὰρ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὑπὲρ τῆς θλίψεως ἡμῶν τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐβαρήθημεν ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῆν·
Β Κορ. 1,8 Δεν θέλομεν δε να αγνοήτε, αδελφοί, την θλίψιν που μας ευρήκεν εις την Ασίαν, διότι εταλαιπωρήθημεν παρά πολύ υπερβολικά μεγάλο βάρος θλίψεων και δοκιμασιών έπεσεν επάνω μας, παραπάνω από την δύναμίν μας, ώστε να χάσωμεν κάθε ελπίδα και δι' αυτήν ακόμη την ζωήν μας.
 
Β Κορ. 1,9 ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς·
Β Κορ. 1,9 Ολα δε αυτά έγιναν αιτία, ώστε ημείς οι ίδιοι να πάρωμεν σαν απάντησιν από τα γεγονότα την πληροφορίαν και την βεβαιότητα, ότι πρόκειται να αποθάνωμεν. Επέτρεψε δε ο Κυριος τους φοβερούς αυτούς και θανασίμους κινδύνους δια να μη έχωμεν πεποίθησιν στον εαυτόν μας, αλλ' στον Θεόν, ο οποίος ανασταίνει τους νεκρούς.
 
Β Κορ. 1,10 ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐρύσατο ἡμᾶς καὶ ῥύεται, εἰς ὃν ἠλπίκαμεν ὅτι καὶ ἔτι ῥύσεται,
Β Κορ. 1,10 Αυτός μας εγλύτωσεν από ένα τόσον μεγάλον και βέβαιον κίνδυνον θανάτου και μας γλυτώνει. Εις αυτόν δε έχομεν αναθέσει τας ελπίδας μας, ότι και στο μέλλον θα μας γλυτώση και από άλλους κινδύνους,
 
Β Κορ. 1,11 συνυπουργούντων καὶ ὑμῶν ὑπὲρ ἡμῶν τῇ δεήσει, ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ἡμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν.
Β Κορ. 1,11 αφού και σεις υποβοηθείτε και συνεργείτε με τας προσευχάς σας υπέρ ημών προς τον Θεόν, ώστε το δώρον που θα μας χαρίση ο Θεός, η περιφρούρησις δηλαδή της ζωής μας από τους κινδύνους, να ομολογηθή και να αναγνωρισθή ως δωρεά του από πολλά πρόσωπα, από ημάς δηλαδή και από σας. Και έτσι να αναπεμφθή με πολλούς τρόπους θερμή ευχαριστία προς τον Κυριον δι' ημάς.
 
Β Κορ. 1,12 Ἡ γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς.
Β Κορ. 1,12 Αυτό το οποίον μας κάμνει να καυχώμεθα είναι η μαρτυρία της συνειδήσεώς μας, ότι έχομεν συμπεριφερθη και εργασθή εις όλον τον κόσμον και ιδιαιτέρως μεταξύ σας, με απλότητα και ειλικρίνειαν, όπως θέλει ο Θεός, όχι με την κοσμικήν, την ψευδή και πλανωμένην σοφίαν, αλλά με την σοφίαν και την σύνεσιν, που μας δίδει η χάρις του Θεού.
 
Β Κορ. 1,13 οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἕως τέλους ἐπιγνώσεσθε,
Β Κορ. 1,13 Διότι δεν σας γράφομεν άλλα, διαφορετικά από όσα προφορικώς σας εδιδάξαμεν, αλλά τα ίδια αυτά που διαβάζετε, και αυτά που καταλαβαίνετε πολύ καλά. Ελπίζω δε ότι και μέχρις τέλους θα τα γνωρίσετε με ακρίβειαν και βαθύτητα.
 
Β Κορ. 1,14 καθὼς καὶ ἐπέγνωτε ἡμᾶς ἀπὸ μέρους ὅτι καύχημα ὑμῶν ἐσμεν, καθάπερ καὶ ὑμεῖς ἡμῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Β Κορ. 1,14 Θα γνωρίσετε δε και ημάς τους ιδίους καλά, όπως εις κάποιον βαθμόν μας έχετε γνωρίσει, ότι είμεθα καύχημά σας, διότι έχετε τέτοιους διδασκάλους. Ακριβώς δε τα ίδια και ημείς αισθανώμεθα για σας, ότι είσθε δηλαδή καύχημά μας, διότι εδεχθήκατε με προθυμίαν και πίστιν την διδασκαλίαν του Κυρίου και την νέαν ζωήν. Και το δίκαιον αυτό καύχημά μας θα φανή ακόμη λαμπρότερον κατά την μεγάλην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου Ιησού.
 
Β Κορ. 1,15 Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε,
Β Κορ. 1,15 Και με αυτήν την πεποίθησιν και διάθεσιν ήθελα να έλθω προς σας, πριν περιοδεύσω την Μακεδονίαν, ώστε να έχετε διπλήν χαράν και πνευματικήν ωφέλειαν από τας δύο αυτάς επισκέψεις μου.
 
Β Κορ. 1,16 καὶ δι᾿ ὑμῶν διελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, καὶ πάλιν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι εἰς τὴν Ἰουδαίαν.
Β Κορ. 1,16 Δια μέσου δε της πόλεώς σας ήθελα να διαβώ από σας εις την Μακεδονίαν και πάλιν από την Μακεδονίαν να έλθω εις σας, δια να με κατευοδώσετε εις την Ιουδαίαν.
 
Β Κορ. 1,17 τοῦτο οὖν βουλόμενος μήτι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; ἢ ἃ βουλεύομαι, κατὰ σάρκα βουλεύομαι, ἵνα ᾖ παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ;
Β Κορ. 1,17 Αυτά, λοιπόν, εσχεδίαζα και απεφάσιζα, αλλ' αι περιστάσεις δεν με εβοήθησαν να τα πραγματοποιήσω. Μηπως από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα, όπως με κατηγορούν οι εχθροί μου, ότι με πολλήν ελαφρότητα εσκέφθην η εκείνα τα οποία σκέπτομαι και αποφασίζω, τα σκέπτομαι σαν σαρκικός άνθρωπος και θέλω κατά τρόπον εγωϊστικόν αυτό, που θα είπω ναι, να είναι ναι και το όχι να είναι όχι; (Εγώ όμως δεν αποφασίζω σαν κοσμικός άνθρωπος, αλλά σαν άνθρωπος που υποβάλλει τας αποφάσεις του στο Πνεύμα το Αγιον, και τας οποίας αποφάσεις ημπορεί το Πνεύμα άλλας να ευοδώση και άλλας να ματαιώση).
 
Β Κορ. 1,18 πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρὸς ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ.
Β Κορ. 1,18 Μη βγάλετε όμως το συμπέρασμα, ότι και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, που σας έχω διδάξει είναι αβέβαιον. Καθε άλλο· είναι κατά πάντα αξιόπιστος ο Θεός, ο οποίος επιμαρτυρεί, ότι το κήρυγμά μας προς σας δεν είναι αμβίβολον, δεν είναι και ναι και όχι.
 
Β Κορ. 1,19 ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐν ὑμῖν δι᾿ ἡμῶν κηρυχθείς, δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου, οὐκ ἐγένετο ναί καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν·
Β Κορ. 1,19 Διότι ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, τον οποίον ημείς, δηλαδή εγώ, ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος, σας έχομεν κηρύξει, δεν έγινε και ναι και όχι, δεν απεδείχθη δηλαδή κάτι το άστατον και αβέβαιον, αλλ' όπως και η προσωπική σας πείρα μαρτυρεί, επεκυρώθησαν και απεδείχθησαν αληθινά και αμετακίνητα όλα όσα αναφέρονται στον Χριστόν.
 
Β Κορ. 1,20 ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ ἀμὴν τῷ Θεῷ πρὸς δόξαν δι᾿ ἡμῶν.
Β Κορ. 1,20 Διότι όλαι αι υποσχέσεις του Θεού περί της σωτηρίας μας επραγματοποιήθησαν δια του Ιησού Χριστού και απεδείχθησαν δι' αυτού ναι και αμήν, (αληθιναί και βέβαιαι) δια να δοξάζεται έτσι δι' ημών των Αποστόλων ο Θεός.
 
Β Κορ. 1,21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός,
Β Κορ. 1,21 Εκείνος δε ο οποίος δίδει την ακλόνητον και βεβαίαν πεποίθησιν εις ημάς μαζή με σας, ώστε να μένωμεν πιστοί στον Χριστόν και ο οποίος μας έχρισε με το Αγιον Πνεύμα, είναι ο Θεός.
 
Β Κορ. 1,22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.
Β Κορ. 1,22 Αυτός και έβαλε την σφραγίδα του επάνω μας, δια να δείξη, ότι είμεθα ιδικοί του και έδωσε το Πνεύμα του το Αγιον εις τας καρδίας μας ως προκαταβολήν και εγγύησιν δι' όλα όσα μας έχει υποσχεθή.
 
Β Κορ. 1,23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον.
Β Κορ. 1,23 Πρέπει δε να σας πω τούτο· ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη εις την Κορινθον, δια να μη σας στενοχωρήσω με τας παρατηρήσεις μου και εις αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, που βλέπει την ψυχήν μου.
 
Β Κορ. 1,24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Β Κορ. 1,24 Δεν σας τα λέγομεν αυτά, διότι έχομεν εξουσίαν επάνω εις σας και εις την πίστιν σας, αλλά διότι είμεθα συνεργάται εις την ιδικήν σας χαράν. Αλλωστε σεις στέκεσθε στερεοί εις την πίστιν.
 
Β Κορ. 2,1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς.
Β Κορ. 2,1 Εσκέφθην δε μόνος μου και απεφάσισα τούτο· να μη έλθω προς σας λυπούμενος δια τα σφάλματά σας, λυπών δε και σας με τας παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω.
 
Β Κορ. 2,2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;
Β Κορ. 2,2 Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλόν σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σας στενοχωρώ, ποιός είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τας παρατηρήσεις μου, λυπείται και μετανοεί δια τα σφάλματά του και προχωρεί εις διόρθωσιν·
 
Β Κορ. 2,3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν.
Β Κορ. 2,3 Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς εις προηγουμένην επιστολήν και σας έκαμα παρατηρήσεις, δια να διορθωθήτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπην από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαράν. Είμαι δε βέβαιος δι' όλους σας, ότι η ιδική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας.
 
Β Κορ. 2,4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.
Β Κορ. 2,4 Είχα βέβαια λυπηθή και εγώ πολύ, δια τους ελέγχους που σας έκαμα εις την πρώτην επιστολήν βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένην την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι δια να καταβληθήτε από λύπην, αλλά δια να γνωρίσετε την εξαιρετικήν αγάπην, την οποίαν έχω προς σας.
 
Β Κορ. 2,5 Εἰ δέ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ λελύπηκεν, ἀλλά, ἀπὸ μέρους ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ, πάντας ὑμᾶς.
Β Κορ. 2,5 Εάν δε κάποιος με το βαρύ του σφάλμα επροκάλεσε λύπην, δεν ελύπησε μόνον εμέ, αλλ' εν μέρει ελύπησε και όλους σας, και δια τούτο δεν θέλω να σας στενοχωρήσω και σας λυπήσω με ελέγχους δι' αδιαφορίαν ως προς το θέμα αυτό.
 
Β Κορ. 2,6 ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων·
Β Κορ. 2,6 Είναι αρκετή τιμωρία δι' αυτόν η επίπληξις αυτή, η οποία του έγινε από τους περισσοτέρους.
 
Β Κορ. 2,7 ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος.
Β Κορ. 2,7 Ωστε αντιθέτως είναι καλύτερον τώρα να του δείξετε χάριν και καλωσύνην, να του συγχωρήσετε το σφάλμα και να τον παρηγορήσετε, μήπως από την μεγάλην και βαρείαν λύπην καταβληθή και καταποντισθή εις απογοήτευσιν και απελπισίαν.
 
Β Κορ. 2,8 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην.
Β Κορ. 2,8 Δι' αυτό και σας παρακαλώ να δείξετε εις αυτόν ειλικρινή αγάπη και καλωσύνην.
 
Β Κορ. 2,9 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἔγραψα, ἵνα γνῶ τὴν δοκιμὴν ὑμῶν, εἰ εἰς πάντα ὑπήκοοί ἐστε.
Β Κορ. 2,9 Διότι με αυτόν τον σκοπόν και σας έγραψα εις την προηγουμένην μου επιστολήν, δια να ίδω και γνωρίσω την αρετήν σας, εάν εις όλα είσθε υπήκοοι.
 
Β Κορ. 2,10 ᾧ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ,
Β Κορ. 2,10 Εις όποιον δε σεις δίδετε χάριν και συγχώρησιν, δίδω και εγώ διότι και εγώ, εάν έχω χαρίσει κάτι εις οποίον έχω χαρίσει, το έκαμα προς χάριν ιδικήν σας, ενώπιον του Χριστού.
 
Β Κορ. 2,11 ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν.
Β Κορ. 2,11 Πρέπει δε να δείχνωμεν αυτήν την καλωσύνην και την ανοχήν προς τους αδελφούς, δια να μη εξαπατηθώμεν με υψηλόφρονας λογισμούς από τον σατανάν και κυριαρχηθώμεν έτσι από αυτόν. Διότι δεν μας είναι άγνωστοι οι μοχθηραί και δόλιαι αυτού επινοήσεις.
 
Β Κορ. 2,12 Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν Τρῳάδα εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θύρας μοι ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ,
Β Κορ. 2,12 Οταν δε ήλθα εις την Τρωάδα, δια να μεταφέρω και εκεί το Ευαγγέλιον του Χριστού, και ενώ μου είχε ανοιχθή θύρα, δια να υπηρετήσω το έργον του Κυρίου,
 
Β Κορ. 2,13 οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου τοῦ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου, ἀλλὰ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἐξῆλθον εἰς Μακεδονίαν.
Β Κορ. 2,13 δεν εδοκίμασα και δεν είχα άνεσιν στο πνεύμα μου, διότι δεν ευρήκα εκεί τον Τιτον, τον αδελφόν μου, να με πληροφορήση σχετικώς με την κατάστασιν σας. Δι' αυτό αφού απεχαιρέτησα τους εκεί αδελφούς, ανεχώρησα εις την Μακεδονίαν, δια να προαπαντήσω τον Τιτον.
 
Β Κορ. 2,14 Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ·
Β Κορ. 2,14 Ας είναι δε ευλογημένον και δοξασμένον το όνομα του Θεού, ο οποίος μας δίδει χάριν και δύναμιν και μας κάμνει να νικώμεν και να θριαμβεύωμεν εν τω Χριστώ, και ο οποίος κάμνει φανεράν και αισθητήν δια μέσου ημών εις κάθε τόπον την ζωογόνον ευωδίαν της αληθινής γνώσεως.
 
Β Κορ. 2,15 ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις,
Β Κορ. 2,15 Διότι ημείς, οι εργάται του Ευαγγελίου, είμεθα ευωδία Χριστού στον Θεόν· ευωδία και μεταξύ των σωζομένων και μεταξύ εκείνων, που βαδίζουν τον δρόμον της αιωνίας απωλείας.
 
Β Κορ. 2,16 οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός;
Β Κορ. 2,16 Εις άλλους μεν είμεθα οσμή που φέρει τον θάνατον, διότι αυτοί δεν θέλουν να δεχθούν την σώζουσαν αλήθειαν· εις άλλους δε, τους καλοπροαιρέτους, ζωογόνος ευωδία, που δίδει ζωήν. Και ποιός είναι ικανός από τον εαυτόν του να πραγματοποιήση αυτά τα μεγάλα έργα;
 
Β Κορ. 2,17 οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν.
Β Κορ. 2,17 Ημείς δεν είμεθα, όπως οι πολλοί, που νοθεύουν και αλλοιώνουν τον λόγον του Θεού και κερδοσκοπούν επάνω εις αυτόν. Αλλά κηρύττωμεν τον λόγον του Θεού κινούμενοι από αγνά και ειλικρινή ελατήρια, από άδολον ενδιαφέρον, ως εμπνεόμενοι από τον Θεόν και ενώπιον του Θεού και εν Χριστώ ομιλούντες.
 
Β Κορ. 3,1 Ἀρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν;
Β Κορ. 3,1 Αρχίζομεν πάλιν να συνιστώμεν τον εαυτόν μας; Μηπως τυχόν και χρειαζόμεθα, όπως και μερικοί άλλοι, συστατικάς επιστολάς προς σας η από σας συστατικάς επιστολάς δια τους άλλους;
 
Β Κορ. 3,2 ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων,
Β Κορ. 3,2 Η ιδική μας συστατική επιστολή είσθε σεις οι ίδιοι. Επιστολή γραμμένη μέσα εις τας καρδίας μας, η οποία γνωρίζεται ως γνησία και αληθινή και αναγινώσκεται από όλους τους ανθρώπους.
 
Β Κορ. 3,3 φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.
Β Κορ. 3,3 Σεις γίνεσθε φανεροί και δια των πραγμάτων αποδεικνύετε, ότι είσθε επιστολή Χριστού, την οποίαν εκείνος έγραψε, χρησιμοποιήσας ημάς ως όργανα του· γραμμένη όχι με μέλανι, αλλά με την χάριν και τον φωτισμόν του Πνεύματος του ζώντος Θεού· όχι εις λίθινες πλάκες, όπως είχε γραφή ο μωσαϊκός Νομος, αλλ' εις τις σάρκινες πλάκες των καρδιών σας, αι οποίαι αισθάνονται και ζουν τας δωρεάς και τας αληθείας, που δίδει το Πνεύμα το Αγιον.
 
Β Κορ. 3,4 Πεποίθησιν δὲ τοιαύτην ἔχομεν διὰ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Θεόν.
Β Κορ. 3,4 Καμνομεν δε αυτήν την ομολογίαν και έχομεν αυτήν την πεποίθησιν δια του Ιησού Χριστού, έμπροσθεν του Θεού.
 
Β Κορ. 3,5 οὐχ ὅτι ἱκανοί ἐσμεν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λογίσασθαί τι ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ἱκανότης ἡμῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ,
Β Κορ. 3,5 Οχι διότι είμεθα από τους εαυτούς μας ικανοί, ούτε ότι από την ιδικήν μας διάνοιαν και από τους ιδικούς μας λογισμούς συνθέτομεν και προσφέρομεν το κήρυγμα. Αλλ' η ικανότης μας είναι από τον Θεόν.
 
Β Κορ. 3,6 ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ.
Β Κορ. 3,6 Αυτός και μας έχει αναδείξει ικανούς και αξίους διακόνους της Καινής Διαθήκης, όχι του παλαιού γραπτού και τυπικού νόμου, αλλά του πνευματικού, ο οποίος δια του Αγίου Πνεύματος γράφεται εις τας καρδίας μας και δίδει ζωήν. Διότι το γράμμα, αι τυπικαί διατάξεις του παλαιού Νομου, φέρουν τον πνευματικόν θάνατον. Τον νέον όμως πνεύμα της Καινής Διαθήκης δίδει την ζωήν.
 
Β Κορ. 3,7 Εἰ δὲ ἡ διακονία τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν καταργουμένην,
Β Κορ. 3,7 Εάν δε ο παλαιός Νομος, που οδηγεί στον θάνατον και είχε χαραχθή με γράμματα εις λίθους, εδόθη με τόσην δόξαν, ώστε οι Ισραηλίται να μη ημπορον να ατενίσουν το πρόσωπον του Μωϋσέως, ένεκα της δόξης και λαμπρότητος που ανέδιδεν αυτό, η οποία εν τούτοις ήτο παροδική και θα κατηργείτο,
 
Β Κορ. 3,8 πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἡ διακονία τοῦ πνεύματος ἔσται ἐν δόξῃ;
Β Κορ. 3,8 πως δεν θα έχη μεγαλυτέραν δόξαν και μεγαλειότητα η διακονία της Καινής Διαθήκης, η οποία χορηγεί στους ανθρώπους το Πνεύμα το Αγιον;
 
Β Κορ. 3,9 εἰ γὰρ ἡ διακονία τῆς κατακρίσεως δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης ἐν δόξῃ.
Β Κορ. 3,9 Διότι εάν η διακονία εκείνη του παλαιού Νομου, που είχε ως συνέπειαν την καταδίκην του ανθρώπου, ήτο ένδοξος, πολύ περισσότερον η διακονία της Καινής Διαθήκης, που δίδει την δικαίωσιν και την σωτηρίαν έχει με το παραπάνω πλουσίαν την δόξαν.
 
Β Κορ. 3,10 καὶ γὰρ οὐδὲ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ τῷ μέρει ἕνεκεν τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης.
Β Κορ. 3,10 Διότι δεν έχει αποκτήσει ποτέ τέτοιαν δόξαν ο δοξασμένος παλαιός Νομος, εν συγκρίσει και αντιπαραβολή προς την Καινήν Διαθήκην, ένεκα της υπερβολικής και ασυλλήπτου δόξης, που έχει η νέα αυτή Διαθήκη.
 
Β Κορ. 3,11 εἰ γὰρ τὸ καταργούμενον διὰ δόξης, πολλῷ μᾶλλον τὸ μένον ἐν δόξῃ.
Β Κορ. 3,11 Και έτσι έπρεπε να είναι· διότι εάν ο παλαιός Νομος, που ήτο προσωρινός και θα κατηργείτο, είχε την δόξαν του, πολύ περισσότερον συνοδεύεται από μεγαλυτέραν δόξαν αυτό που μένει στους αιώνας αιώνων, δηλαδή η Καινή Διαθήκη.
 
Β Κορ. 3,12 Ἔχοντες οὖν τοιαύτην ἐλπίδα πολλῇ παῤῥησίᾳ χρώμεθα,
Β Κορ. 3,12 Εχοντες, λοιπόν, μίαν τέτοιαν ελπίδα, ότι δηλαδή το εν Χριστώ έργον μας είναι αφαντάστως και αιωνίως, ένδοξον, προχωρούμεν και εργαζόμεθα με πολύ θάρρος δια την διάδοσιν του Ευαγγελίου.
 
Β Κορ. 3,13 καὶ οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου.
Β Κορ. 3,13 Και προσφέρομεν καθαράν, χωρίς κανένα κάλυμμα, την νέαν διδασκαλίαν και το έργον μας, και όχι όπως ο Μωϋσής, ο οποίος έθετε κάλυμμα εμπρός στο πρόσωπον του, το οποίον κάλυμμα υπεδήλωνεν, ότι οι υιοί του Ισραήλ δεν θα ημποροσαν, εξ αιτίας της σκληροκαρδίας των, να ατενίσουν και να κατανοήσουν του καταργουμένου εκείνου Νομου το τέλος και τον σκοπόν, δηλαδή τον Χριστόν.
 
Β Κορ. 3,14 ἀλλ᾿ ἐπωρώθη τὰ νοήματα αὐτῶν. ἄχρι γὰρ τῆς σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει, μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅτι ἐν Χριστῷ καταργεῖται,
Β Κορ. 3,14 Αλλ' εσκληρύνθη και ετυφλώθη η διάνοιά των. Διότι και μέχρι σήμερον μένει το ίδιο κάλυμμα κατά την ανάγνωσιν της Παλαιάς Διαθήκης και δεν αφαιρείται τούτο από αυτούς (κατά κυριολεξίαν και κατά μεταφοράν) επειδή δεν πιστεύουν στον Χριστόν, εν τω οποίω και δια του οποίου καταργείται αυτό.
 
Β Κορ. 3,15 ἀλλ᾿ ἕως σήμερον, ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται·
Β Κορ. 3,15 Αλλά μέχρι σήμερον, όταν αναγινώσκεται ο Νομος του Μωϋσέως, απλώνεται και υπάρχει κάλυμμα όχι μόνον στο πρόσωπόν των, αλλά και εις την καρδίαν των.
 
Β Κορ. 3,16 ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα.
Β Κορ. 3,16 Οταν δε κάποιος από αυτούς καθοδηγηθή και επιστρέψη προς τον Κυριον Ιησούν Χριστόν, τότε ξετυλίγεται και αφαιρείται το κάλυμμα της καρδίας, δια να γίνη έτσι φανερά εις αυτόν και κατανοητή η αλήθεια.
 
Β Κορ. 3,17 ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία.
Β Κορ. 3,17 Ο Κυριος είναι το Πνεύμα και όπου υπάρχει το Πνεύμα, το οποίον δια μέσου του Κυρίου χορηγείται, εκεί υπάρχει η απελευθέρωσις από το κάλυμμα και την δουλείαν του Νομου· εκεί ευρίσκεται η πραγματική ελευθερία.
 
Β Κορ. 3,18 ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.
Β Κορ. 3,18 Ημείς δε όλοι με ακάλυπτον το πρόσωπον και ανεμπόδιστον την καρδίαν δεχόμεθα και αντικατοπτρίζομεν και ακτινοβολούμεν την δόξαν του Κυρίου, και μεταμορφωνόμεθα εις αυτήν ταύτην την εικόνα του και του ομοιάζομεν ταύτην την εικόνα του και του ομοιάζομεν πνευματικώς, προχωρούντες από δόξης εις δόξαν, όπως είναι φυσικόν να προχωρή αυτός, που αγιάζεται και λαμπρύνεται από το Πνεύμα, από τον Κυριον.
 
Β Κορ. 4,1 Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν,
Β Κορ. 4,1 Δι' αυτό και ημείς έχοντες την υψηλήν και μεγάλην αυτήν διακονίαν του κηρύγματος, χάρις στο έλεος του Κυρίου, δεν αποκάμνομεν, ούτε δυσφορούμεν ενώπιον των δυσκολιών και κινδύνων.
 
Β Κορ. 4,2 ἀλλ᾿ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Β Κορ. 4,2 Αλλ' έχομεν απαρνηθή όλα εκείνα, που οι άνθρωποι, δια λόγους εντροπής, τα κρύπτουν, και δεν προχωρούμεν τον δρόμον μας με πανουργίαν ούτε νοθεύομεν τον λόγον του Θεού με ιδικάς μας η ξένας επινοήσεις, αλλά με την καθαράν και ανόθευτον φανέρωσιν της αληθείας συσταίνομεν εις κάθε ευσυνείδητον και ορθοφρονούντα άνθρωπον τον εαυτόν μας, ως γνήσιον εργάτην του Ευαγγελίου, ενώπιον του Θεού.
 
Β Κορ. 4,3 εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον,
Β Κορ. 4,3 Εάν δε και είναι σκεπασμένον και ακατάληπτον το κήρυγμα του Ευαγγελίου μας, είναι σκεπασμένον δι' εκείνους που θεληματικά βαδίζουν τον δρόμον της απωλείας.
 
Β Κορ. 4,4 ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
Β Κορ. 4,4 Εν μέσω αυτών ο Θεός του αμαρτωλού τούτου αιώνος, δηλαδή ο σατανάς, έχει σκοτίσει και τυφλώσει τας διανοίας και τας σκέψεις των απίστων, ώστε να μη λάμψη εις αυτούς το φως του Ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ο οποίος είναι εικών του Θεού.
 
Β Κορ. 4,5 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν.
Β Κορ. 4,5 Διότι ημείς δεν κηρύσσομεν και δεν διαφημίζομεν τον εαυτόν μας, αλλά κηρύττομεν τον Χριστόν Ιησούν, τον Κυριον, που είναι ο μόνος ένδοξος· τους εαυτούς μας δε τους παρουσιάζομεν ως δούλους και υπηρέτας ιδικούς σας δια την δόξαν του Ιησού.
 
Β Κορ. 4,6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Β Κορ. 4,6 Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού.
 
Β Κορ. 4,7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,
Β Κορ. 4,7 Εχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα, δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς.
 
Β Κορ. 4,8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι,
Β Κορ. 4,8 Ετσι δε εξηγείται η υπερνίκησις των αναριθμήτων εμποδίων και κινδύνων που συναντώμεν στο έργον μας. Διότι όντως ημείς οι Απόστολοι παντού και πάντοτε θλιβόμεθα, χωρίς όμως να φθάνωμεν εις αδιέξοδον και καταθλιπτικήν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εις απορίαν και αμηχανίαν, χωρίς ποτέ να αποθαρρυνώμεθα και να μη ευρίσκωμεν λύσιν και απάντησιν εις τας απορίας μας.
 
Β Κορ. 4,9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι,
Β Κορ. 4,9 Διωκόμεθα από απίστους και ψευδαδέλφους, αλλά δεν εγκαταλειπόμεθα από τον Θεόν. Φαίνεται μερικές φορές, ότι καταβαλλόμεθα και ριπτόμεθα από τους εχθρούς μας κάτω ως ηττημένοι, αλλά δεν χανόμεθα.
 
Β Κορ. 4,10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.
Β Κορ. 4,10 Οπου και αν περιοδεύωμεν, φέρομεν στο σώμα μας πάντοτε τας οδύνας και τον θάνατον του Κυρίου Ιησού, κινδυνεύοντες όπως εκείνος και να αποθάνωμεν εις κάθε στιγμήν. Τούτο όμως, δια να φανερωθή εις την ζωήν και ύπαρξιν μας, που πάντοτε διαφεύγει τον θάνατον, η ζωή και η δύναμις του Ιησού.
 
Β Κορ. 4,11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν.
Β Κορ. 4,11 Διότι πάντοτε ημείς, που ζώμεν δια το έργον του Κυρίου, παραδιδόμεθα εις θάνατον δια την δόξαν του Ιησού, ώστε η ζωή και η δύναμις του Ιησού Χριστού να φανή στο θνητόν μας σώμα, το οποίον ο Κυριος κατά θαυμαστούς τρόπους σώζει.
 
Β Κορ. 4,12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.
Β Κορ. 4,12 Ωστε οι μεν καθημερινοί θανάσιμοι κίνδυνοι υπάρχουν εις ημάς, η δε πνευματική ζωη, που προέρχεται από τον ιδικόν μας θάνατον, ενεργείται και αυξάνεται εις σας.
 
Β Κορ. 4,13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν,
Β Κορ. 4,13 Επειδή όμως έχομεν το αυτό Αγιον Πνεύμα, που μας χαρίζει και μας στερεώνει εις την πίστιν, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην “επίστευσα και δι' αυτό ελάλησα”. και ημείς πιστεύομεν κατά τρόπον ορθόν και σταθερόν στον Κυριον, δι' αυτό και με θάρρος κηρύττομεν την διδασκαλίαν της πίστεώς μας.
 
Β Κορ. 4,14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν.
Β Κορ. 4,14 Από αυτήν δε την πίστιν αντλούμεν την βεβαίαν γνώσιν, ότι ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος ανέστησε το Κυριον Ιησούν, θα αναστήση και ημάς δια μέσου του Ιησού και θα μας θέση κοντά του, μαζή με σας, ενδόξους εις την βασιλείαν του.
 
Β Κορ. 4,15 τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Β Κορ. 4,15 Διότι όλα γίνονται δια σας, ώστε η ευεργεσία και η δωρεά του Θεού, που γίνεται εις ημάς, να γίνη και ιδική σας ευεργεσία και να πλεονάση εις όλους. Ετσι δε σεις και ημείς, που είμεθα οι ευεργετούμενοι, να ευχαριστούμεν τον Θεόν, ώστε και η ευχαριστία να πλεονάζη και να περισσεύη προς δόξαν του Θεού.
 
Β Κορ. 4,16 Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ.
Β Κορ. 4,16 Επειδή δε ακριβώς και αι θλίψεις αποβλέπουν στο αγαθόν, δεν αποκάμνομεν και δεν αποθαρρυνόμεθα. Αλλ' αν και ο έξω άνθρωπος, το σώμα μας, ταλαιπωρήται και θλίβεται και φθείρεται, ο έσω όμως άνθρωπος, η ψυχή, ξανακαινουργώνεται και ξανανιώνει ημέρα με την ημέραν.
 
Β Κορ. 4,17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,
Β Κορ. 4,17 Διότι η βραχείας διαρκείας, δια τούτο δε και ελαφρά, θλίψις μας, απεργάζεται και φέρει ως κέρδος εις ημάς αιώνιον βάρος δόξης, υπερβολικά μεγάλο και αφάνταστον.
 
Β Κορ. 4,18 μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.
Β Κορ. 4,18 Οσον δε μεγάλαι και οδυνηραί και αν είναι αι θλίψεις μας, θα τας αισθανώμεθα ως ελαφράς και θα τας υπομένωμεν με χαράν, εάν δεν θα προσηλώνωμεν το βλέμμα μας εις εκείνα που βλέπονται με τα μάτια του σώματος, εις τα υλικά και αισθητά, αλλ\' εις εκείνα που δεν βλέπονται. Διότι τα βλεπόμενα είναι παροδικά και προσωρινά, τα δε μη βλεπόμενα είναι αιώνια και αναλλοίωτα.
 
Β Κορ. 5,1 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Β Κορ. 5,1 Δια τούτο ούτε καταβαλλόμεθα ούτε αποκάμνομεν από τας θλίψεις, τους κινδύνους και τας ταλαιπωρίας. Διότι γνωρίζομεν καλά ότι, εάν η επίγειος κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθή από τον θάνατον, έχωμεν άλλην οικοδομήν ετοιμασμένην από τον Θεόν, οικίαν που δεν την έχουν κάμει ανθρώπινα χέρια, δηλαδή το αθάνατον και ένδοξον σώμα μας, που θα είναι αιώνιον στους ουρανούς.
 
Β Κορ. 5,2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,
Β Κορ. 5,2 Διότι πράγματι εις τούτο το σκήνος, το φθαρτόν και ταλαιπωρημένον σώμα, στενάζομεν, επιθυμούντες με πολύν πόθον και λαχτάραν να φορέσωμεν επάνω μας, σαν άλλο πολυτιμόταστον ένδυμα, την ένδοξον κατοικίαν μας, η οποία θα μας δοθή από τον ουρανόν, δηλαδή το άφθαρτον και ακατάλυτον και ένδοξον νέον σώμα.
 
Β Κορ. 5,3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.
Β Κορ. 5,3 Εάν βέβαια έστω και σαν ένδυμα φορέσωμεν αυτό το νέον σώμα, δεν θα ευρεθώμεν πλέον γυμνοί.
 
Β Κορ. 5,4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ᾿ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.
Β Κορ. 5,4 Διότι ημείς που είμεθα και ζώμεν στο φθαρτόν τούτο σώμα, στενάζομεν σαν να είμεθα φορτωμένοι βαρύ φορτίον, όχι διότι θέλομεν να εκδυθώμεν το σώμα και να απαλλαγώμεν από αυτό, αλλά διότι θέλομεν να φορέσωμεν επάνω μας το αθάνατον σώμα, δια να απορροφηθή και εξαφανισθή εντελώς η θνητότης του σώματος και μεταστοιχειωθή το φθαρτόν τούτο σώμα υπό της αιωνίου και αφθάρτου ζωής του άλλου, ώστε να γίνη άφθαρτον.
 
Β Κορ. 5,5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος.
Β Κορ. 5,5 Εκείνος δε, ο οποίος μας εδημιούργησε δι' αυτό τούτο, δια να ενδυθώμεν δηλαδή το άφθαρτον σώμα, είναι αυτός ο Θεός, ο οποίος μας έδωσε από τώρα σαν εγγύησιν και βεβαίαν υπόσχεσιν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, του χορηγού της ζωής.
 
Β Κορ. 5,6 Θαῤῥοῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·
Β Κορ. 5,6 Παντοτε, λοιπόν, έχομεν θάρρος και ελπίδα και γνωρίζομεν καλά, ότι κατά το διάστημα, κατά το οποίον μένομεν στο σώμα τούτο, είναι σαν να έχωμεν ξενητευθή από τον Κυριον.
 
Β Κορ. 5,7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους·
Β Κορ. 5,7 Διότι την παρούσαν ζωήν την διερχόμεθα με πίστιν, χωρίς και να βλέπωμεν με τρόπον αισθητόν κατά πρόσωπον τον Κυριον.
 
Β Κορ. 5,8 θαῤῥοῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.
Β Κορ. 5,8 Εχομεν δε ακλόνητον θάρρος και πολύ προτιμώμεν να εκδημήσωμεν από το σώμα αυτό και να μείνωμεν δια παντός πλησίον του Κυρίου.
 
Β Κορ. 5,9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.
Β Κορ. 5,9 Δι' αυτό και προσπαθούμεν με κάθε φιλοτιμίαν να είμεθα ευάρεστοι στον Θεόν, είτε ευρισκόμεθα στο φθαρτόν αυτό σώμα είτε αναχωρούμεν από αυτό δια τον ουρανόν κατά την ώραν του θανάτου.
 
Β Κορ. 5,10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν.
Β Κορ. 5,10 Διότι όλοι μας θα παρουσιασθώμεν οπωσδήποτε μπροστά στο βήμα του Χριστού, ολοφάνεροι και ξέσκεποι, δια να αποκομίση και απολαύση ο καθένας, ανάλογα με όσα δια του σώματος έπραξε, είτε αγαθά είτε κακά.
 
Β Κορ. 5,11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.
Β Κορ. 5,11 Επειδή ακριβώς γνωρίζομεν τον φόβον του Κυρίου, που θα καθίση ως κριτής κατά την δευτέραν παρουσίαν στο ένδοξον εκείνο βήμα, ζητούμεν με κάθε ειλικρίνειαν να πείσωμεν τους ανθρώπους δια τας διαθέσεις μας και το έργον μας. Ως προς δε τον Θεόν είμεθα ολοφάνεροι εις αυτόν. Ελπίζω δε ότι και εις τας ιδικάς σας συνειδήσεις έχομεν φανερωθή, οποίοι είμεθα.
 
Β Κορ. 5,12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.
Β Κορ. 5,12 Διότι δεν συσταίνομεν πάλιν τους εαυτούς μας εις σας, αλλά σας δίδομεν αφορμήν να καυχάσθε δι' ημάς, ώστε να έχετε τι να απαντάτε και τι να λέγετε εις εκείνους που καυχώνται και ζητούν δόξαν από εξωτερικά πλεονεκτήματα και όχι από τας εσωτερικάς αρετάς της καρδίας.
 
Β Κορ. 5,13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.
Β Κορ. 5,13 Είτε όμως ένεκα του ενθουσιασμού μας εβγήκαμε από τον εαυτόν μας και παραλογιζόμεθα με το να αυτοεπαινούμεθα, δια την δόξαν του Θεού εφθάσαμεν στο σημείον αυτό· είτε είμεθα σώφρονες και συνετοί και περικρύπτομεν τας δωρεάς που μας έχει δώσει ο Θεός, το πράττομεν δια την ιδικήν σας ωφέλειαν.
 
Β Κορ. 5,14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,
Β Κορ. 5,14 Διότι η άδολος και αγνή αγάπη του Χριστού μας κρατεί όλους, ημάς και σας, σφικτά ενωμένους.
 
Β Κορ. 5,15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.
Β Κορ. 5,15 Εσχηματίσαμεν δε ακλόνητον το φρόνημα και την πεποίθησιν, ότι εάν ένας, ο Χριστός, απέθανεν υπέρ όλων και ως αντιπρόσωπος όλων, άρα όλοι απέθανον και απέθανεν υπέρ όλων ίνα, όσοι ζουν και ευρίσκονται ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, μη ζουν πλέον δια τον εαυτόν των, αλλά δι' εκείνον, ο οποίος εθυσιάσθη επί του σταυρού και ανεστήθη προς χάριν αυτών.
 
Β Κορ. 5,16 Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.
Β Κορ. 5,16 Ωστε ημείς από τότε που εσχηματίσαμεν αυτήν την πεποίθησιν, δεν αναγνωρίζομεν και δεν εκτιμώμεν κανένα, κατά τα εξωτερικά του προσόντα (όπως είναι η ευγενής κατά σάρκα καταγωγή του η τα αξιώματα του και η σοφία του). Εάν δε και κάποτε είχαμεν γνωρίσει τον Χριστόν, εις την ταπείνωσιν και ασημότητα της ανθρωπίνης του σαρκός, τώρα όμως δεν τον γνωρίζομεν πλέον έτσι, αλλά ως τον Θεάνθρωπον λυτρωτήν.
 
Β Κορ. 5,17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.
Β Κορ. 5,17 Κατά συνέπειαν όποιος είναι αναγεννημένος και ενωμένος με τον Χριστόν είναι νέα δημιουργία, νέος άνθρωπος. Η αρχαία κατάστασις της αμαρτίας και της καταδίκης επέρασεν. Ιδού όλα έχουν γίνει νέα.
 
Β Κορ. 5,18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,
Β Κορ. 5,18 Ολαι δε αυταί αι δωρεαί πηγάζουν από τον Θεόν, ο οποίος μας συνεφιλίωσε με τον εαυτόν του δια του Ιησού Χριστού και έδωσεν εις ημάς τους Αποστόλους το τιμητικόν έργον να υπηρετούμεν εις αυτήν την συνδιαλλαγήν και συμφιλίωσιν του Θεού με τους ανθρώπους.
 
Β Κορ. 5,19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.
Β Κορ. 5,19 Διότι ο Θεός ήτο ενωμένος με τον Χριστόν, εις μίαν θεανδρικήν υπόστασιν, συνδιαλλάσσων και συμφιλιώνων προς τον εαυτόν του τον κόσμον, μη καταλογίζων πλέον στους ανθρώπους τα αμαρτήματα των, και αναθέσας εις ημάς το ευαγγελικόν κήρυγμα της συμφιλιώσεως προς τον Θεόν.
 
Β Κορ. 5,20 Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·
Β Κορ. 5,20 Είμεθα, λοιπόν, ημείς οι Απόστολοι πρεσβευταί του Χριστού προς τους άλλους ανθρώπους· διότι ο Θεός δια μέσου ημών παρακαλεί. Παρακαλούμεν, λοιπόν, και ημείς εξ ονόματος του Χριστού, συμφιλιωθήτε με τον Θεόν. (Ο Απόστολος είναι θεόθεν εντεταλμένος να συνεχίζη το έργον του Χριστού ως εκπρόσωπος αυτού. Οταν δε ομιλή είναι ως να ομιλή δι' αυτού ο Χριστός).
 
Β Κορ. 5,21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
Β Κορ. 5,21 Και είναι πλέον έργον εύκολον αυτή η συμφιλίωσις, διότι τον Χριστόν, ο οποίος δεν εγνώρισε ποτέ από προσωπικήν πείραν καμμίαν απολύτως αμαρτίαν, τον έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν ο Θεός, του εφόρτωσε τας ιδικάς μας αμαρτίας και τον αφήκε να κατακριθή ως αμαρτωλός χάριν ημών, δια να δικαιωθώμεν ημείς δι' αυτού ενώπιον του Θεού.
 
Β Κορ. 6,1 Συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς
Β Κορ. 6,1 Συνεργαζόμενοι δε με τον Θεόν δια να συμφιλιωθή με αυτόν ο κόσμος, σας παρακαλούμεν να προσέξετε, μήπως ματαίως και ανωφελώς δεχθήτε την χάριν του Θεού.
 
Β Κορ. 6,2 λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας-
Β Κορ. 6,2 Αι ευκαιρίαι της σωτηρίας παρέρχονται. Διότι η Γραφή λέγει· “εις κατάλληλον και ευπρόσδεκτον καιρόν σε ήκουσα και σε εδέχθην και εις περίοδον, που προσφέρεται προς σωτηρίαν, σε εβοήθησα”. Ιδού τώρα είναι ο κατάλληλος και ευπρόσδεκτος καιρός, ιδού τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας.
 
Β Κορ. 6,3 μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία,
Β Κορ. 6,3 Τωρα και ημείς ως πρεσβευταί του Θεού μεσιτεύομεν και παρακαλούμεν να δεχθήτε την σωτηρία, χωρίς να δίδωμεν εις κανένα ουδεμίαν αφορμήν προσκόμματος, δια να μη γίνη κατά κανένα τρόπον θέμα μομφής και εμπαιγμού η διακονία, που μας ανέθεσεν ο Κυριος.
 
Β Κορ. 6,4 ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις,
Β Κορ. 6,4 Αλλά τουναντίον εις κάθε περίστασιν και με κάθε έργον συσταίνομεν και προβάλλομεν τους εαυτούς μας σαν γνησίους υπηρέτας του Θεού με πολλήν υπομονήν, με θλίψεις, με ανάγκας, με στενοχωρίας,
 
Β Κορ. 6,5 ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις,
Β Κορ. 6,5 με δαρμούς, με φυλακίσεις, με συνεχείς μετακινήσεις-είτε ένεκα των διωγμών είτε ένεκα των αναγκών του έργου μας-με κόπους, με αγρυπνίας, με νηστείας,
 
Β Κορ. 6,6 ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ,
Β Κορ. 6,6 με αγνότητα από κάθε μολυσμόν, με την άδολον γνώσιν της αληθείας, με την μακροθυμίαν, με ημερότητα και καλωσύνην, με τας δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, με αγάπην ειλικρινή και άδολον,
 
Β Κορ. 6,7 ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν,
Β Κορ. 6,7 με το κήρυγμα, δια του οποίου εξαγγέλεται η αλήθεια, με την δύναμιν του Θεού, με τα όπλα της δικαιοσύνης τα δεξιά, σαν εκείνα που κρατούν οι επιτιθέμενοι κατά την μάχην, και με τα όπλα τα αριστερά, σαν εκείνα που κρατούν οι αμυνόμενοι με το αριστερόν των χέρι, όπως είναι η ασπίδα.
 
Β Κορ. 6,8 διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς,
Β Κορ. 6,8 Μαρτυρούμεν και βεβαιώνομεν επάνω εις τα πράγματα ποίοι είμεθα με την δόξαν, την οποίαν ο Θεός και οι πιστοί άνθρωποι μας αποδίδουν, αλλά και με την περιφρόνησιν εκ μέρους των απίστων, με την δυσφήμησιν εκ μέρους των διαβολέων, με τον έπαινον και την καλήν φήμην εκ μέρους των πιστών, με την κατηγορίαν εκ μέρους των απίστων ότι είμεθα απατεώνες και με την ομολογίαν εκ μέρους των πιστών ότι είμεθα ειλικρινείς.
 
Β Κορ. 6,9 ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι,
Β Κορ. 6,9 Εργάται του Ευαγγελίου ημείς ζώμεν εν μέσω του κόσμου ως άγνωστοι δια την ασημότητα ημών, αλλά και ως πολύ καλά γνωστοί από τους πιστούς δια το έργον μας, ως κινδυνεύοντες κάθε ημέραν να αποθάνωμε, αλλ' ιδού ότι ζώμεν, ως βασανιζόμενοι και τιμωρούμενοι, αλλά και μη θανατούμενοι έως τώρα,
 
Β Κορ. 6,10 ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.
Β Κορ. 6,10 ως άνθρωποι, που είμεθα συνεχώς βυθισμένοι εις την λύπην, ημείς οι οποίοι εν τούτοις εις την πραγματικότητα πάντοτε χαίρομεν, ως πτωχοί οι οποίοι κάμνομεν πολλούς άλλους πλουσίους, ως άνθρωποι ποι δεν έχομεν τίποτε και όμως κατέχομεν τα πάντα.
 
Β Κορ. 6,11 Τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέῳγε πρὸς ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται·
Β Κορ. 6,11 Ηνοίχθη το στόμα μας προς σας, Κορίνθιοι, δια να καταστήση γνωστά με εμπιστοσύνην, τα όσα μας συμβαίνουν. Η καρδία μας έχει γίνει πλατειά, δια να σας περιλάβη με στοργήν όλους.
 
Β Κορ. 6,12 οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν·
Β Κορ. 6,12 Δεν στενοχωρείσθε μέσα εις την αγαπώσαν καρδίαν μας. Στενοχωρείσθε εις τα ιδικά σας σπλάγχνα, διότι είσθε στενόκαρδοι από έλλειψιν αγάπης.
 
Β Κορ. 6,13 τὴν δὲ αὐτὴν ἀντιμισθίαν, ὡς τέκνοις λέγω, πλατύνθητε καὶ ὑμεῖς.
Β Κορ. 6,13 Πλατύνατε και σεις τις καρδιές σας και ως αμοιβήν της αγάπης μας δείξτε την ιδίαν αγάπην. Σας ομιλώ σαν πατέρας προς παιδιά.
 
Β Κορ. 6,14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;
Β Κορ. 6,14 Μη συνδέεσθε στενά και μη συνοδοιπορείτε με τους απίστους (με τους οποίους, ως εκ της απιστίας των, είναι αδύνατος η καλή συνεννόησις και συνεργασία σας). Διότι ποία συνάφεια και ανάμιξις ημπορεί να υπάρχη μεταξύ της δικαιοσύνης και της παρανομίας; Ποία επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους;
 
Β Κορ. 6,15 τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;
Β Κορ. 6,15 Ποία συννενόησις και συμφωνία μεταξύ Χριστού και διαβόλου; Τι κοινόν ημπορεί να έχη ένας πιστός με έναν άπιστον;
 
Β Κορ. 6,16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.
Β Κορ. 6,16 Ποίος δε συμβιβασμός και ποία συνύπαρξις ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Διότι σεις-μη το λησμονείτε-είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και εις την Π. Διαθήκην· ότι “θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά των και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεός και θα είναι αυτοί λαός μου.
 
Β Κορ. 6,17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς,
Β Κορ. 6,17 Δι' αυτό εξέλθετε ανάμεσα από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς με τον τρόπον της ζωής σας, λέγει ο Κυριος, και μη πιάνετε τίποτε το ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν εις την βασιλείαν μου.
 
Β Κορ. 6,18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Β Κορ. 6,18 Και θα είμαι για σας πατέρας και σεις θα είσθε υιοί μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κυριος ο παντοκράτωρ”.
 
Β Κορ. 7,1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Β Κορ. 7,1 Εφ\' όσον, λοιπόν, αγαπητοί, έχομεν αυτάς τας μαγάλας υποσχέσεις του Θεού, ας καθαρίσωμεν τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμόν σαρκός και πνεύματος, αγωνιζόμενοι και συνεχώς προχωρούντες μέχρι τέλους στον δρόμον της αγιότητος, με φόβον Θεού.
 
Β Κορ. 7,2 Χωρήσατε ἡμᾶς· οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὐδένα ἐφθείραμεν, οὐδένα ἐπλεονεκτήσαμεν.
Β Κορ. 7,2 Καμετε ευρύχωρες τις καρδιές σας με αγάπην, δια να μας χωρέσετε· κανένα δεν έχομεν αδικήσει· κανένα δεν εξωθήσαμεν και δεν παρεσύραμεν εις διαφθοράν· απέναντι κανενός δεν εφανήκαμεν πλεονέκται, ώστε να του αρπάσωμεν τα αγαθά του.
 
Β Κορ. 7,3 οὐ πρὸς κατάκρισιν λέγω· προείρηκα γὰρ ὅτι ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐστε εἰς τὸ συναποθανεῖν καὶ συζῆν.
Β Κορ. 7,3 Δεν τα λέγω αυτά προς κατάκρισίν σας· διότι σας έχω πει, ότι είσθε μέσα εις τας καρδίας μας, δια να πεθάνωμεν και ζήσωμε μαζή σας (συμμέτοχοι των θλίψεων και των κινδύνων σας, όπως επίσης της χαράς και της επιτυχίας σας).
 
Β Κορ. 7,4 πολλή μοι παῤῥησία πρὸς ὑμᾶς, πολλή μοι καύχησις ὑπὲρ ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν.
Β Κορ. 7,4 Εχω πολύ θάρρος και εμπιστοσύνην προς σας. Μεγάλο είναι το καύχημά μου δια σας. Είμαι γεμάτος από την παρηγορίαν, που μου έχετε χαρίσει. Υπερεκχειλίζει η χαρά μου, ώστε να υπερκαλύπτη κάθε θλίψιν μας.
 
Β Κορ. 7,5 Καὶ γὰρ ἐλθόντων ἡμῶν εἰς Μακεδονίαν οὐδεμίαν ἔσχηκεν ἄνεσιν ἡ σάρξ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ θλιβόμενοι· ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι.
Β Κορ. 7,5 Χαίρομεν τώρα, διότι, όταν ήλθαμε εις την Μακεδονίαν, δεν ευρήκε καμμίαν άνεσιν το σώμα μας, αλλ' από κάθε τι και εις κάθε στιγμήν εθλιβόμεθα. Απ' έξω ήσαν αι μάχαι των απίστων εναντίον μας, από μέσα εις την καρδίαν μας υπήρχεν ο φόβος δια τους ασθενείς πνευματικώς αδελφούς.
 
Β Κορ. 7,6 Ἀλλ᾿ ὁ παρακαλῶν τοὺς ταπεινοὺς παρεκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν τῇ παρουσίᾳ Τίτου·
Β Κορ. 7,6 Αλλ' ο Θεός, που παρηγορεί και ενισχύει τους ταπεινούς και αδυνάτους, μας παρηγόρησε με την παρουσίαν του Τιτου.
 
Β Κορ. 7,7 οὐ μόνον δὲ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρακλήσει ᾗ παρεκλήθη ἐφ᾿ ὑμῖν, ἀναγγέλλων ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἐπιπόθησιν, τὸν ὑμῶν ὀδυρμόν, τὸν ὑμῶν ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ, ὥστε με μᾶλλον χαρῆναι,
Β Κορ. 7,7 Επαρηγορήθημεν όχι μόνον με την παρουσίαν αυτού, αλλά και με την παρηγορίαν, την οποίαν αυτός επήρεν εξ αιτίας σας, όταν κατέστησεν εις ημάς γνωστόν τον μεγάλον πόθον σας, τα κλάματα και τους στεναγμούς σας, τον ζήλον που εδείξατε δι' εμέ, ώστε εγώ πληροφορούμενος αυτά να δοκιμάσω μεγάλην χαράν.
 
Β Κορ. 7,8 ὅτι εἰ καὶ ἐλύπησα ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὐ μεταμέλομαι, εἰ καὶ μετεμελόμην· βλέπω γὰρ ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, εἰ καὶ πρὸς ὥραν, ἐλύπησεν ὑμᾶς.
Β Κορ. 7,8 Ακριβώς αυτή η αγάπη σας για μένα, με κάμνει να λέγω, ότι αν και σας ελύπησα με την επιστολήν μου, δεν μετανοώ, μολονότι είχα αισθανθή μεταμέλειαν που σας την έγραψα (μέχρις ότου όμως ήλθεν ο Τιτος και με επληροφόρησε τα της διορθώσεώς σας). Διότι βλέπω τώρα ότι η επιστολή μου εκείνη, καίτοι σας εστενοχώρησε επί ολίγον διάστημα, σας ελύπησε προς ωφέλειαν, διότι σας έφερε εις συναίσθησιν και μετάνοιαν.
 
Β Κορ. 7,9 νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾿ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν.
Β Κορ. 7,9 Τωρα χαίρω, όχι διότι απλώς ελυπηθήκατε, αλλά διότι ελυπηθήκατε εις μετάνοιαν και διόρθωσιν. Εδοκιμάσατε την κατά Θεόν λύπην, εις τρόπον ώστε να μη υποστήτε καμμίαν ζημίαν εκ μέρους ημών.
 
Β Κορ. 7,10 ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.
Β Κορ. 7,10 Ωφέλειαν πνευματικήν σας έφερεν η λύπη αυτή. Διότι η κατά Θεόν λύπη κατεργάζεται την ειλικρινή μετάνοιαν, δια την οποίαν ποτέ δεν θα μεταμεληθή ο λυπούμενος και η οποία φέρει ως καρπόν την σωτηρίαν. Η λύπη όμως, την οποίαν δια της αμαρτίας του προκαλεί ο κόσμος, έχει ως καρπόν και αποτέλεσμά της τον θάνατον τον πνευματικόν.
 
Β Κορ. 7,11 ἰδοὺ γὰρ αὐτὸ τοῦτο, τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι ὑμᾶς, πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν! ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς ἁγνοὺς εἶναι ἐν τῷ πράγματι.
Β Κορ. 7,11 Αλλωστε ίδετε και μόνοι σας· ότι δηλαδή αυτό τούτο, το ότι ελυπηθήκατε κατά Θεόν, πόσην δραστηριότητα προς διόρθωσιν ανέπτυξεν εις σας, αλλά και ποίαν απολογίαν σας εχάρισε απέναντί μου, αλλά και αγανάκτησιν εναντίον του εκτραπέντος αδελφού, αλλά και φόβον μήπως ο Θεός τιμωρήση μαζή μ΄ εκείνον και σας, αλλά και σφοδράν επιθυμίαν να με ίδετε, αλλά και ιερόν ζήλον και ενθουσιασμόν, αλλά και τιμωρίαν κατά του κακού κατά λόγον δικαιοσύνης. Με όλους αυτούς τους τρόπους απεδείξατε, ότι είσθε καθαροί και ανεύθυνοι εις την υπόθεσιν αυτήν του παρεκτραπέντος.
 
Β Κορ. 7,12 ἄρα εἰ καὶ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ εἵνεκεν τοῦ ἀδικήσαντος, οὐδὲ εἵνεκεν τοῦ ἀδικηθέντος, ἀλλ᾿ εἵνεκεν τοῦ φανερωθῆναι τὴν σπουδὴν ὑμῶν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Β Κορ. 7,12 Επομένως αν και σας έγραψα, δεν σας έγραψα ένεκα του αδικήσαντος, δια να ζητήσω την τιμωρίαν του, ούτε ένεκα του αδικηθέντος, δια να ζητήσω την ικανοποίησίν του, αλλά δια να φανερωθή το ζωηρόν σας υπέρ ημών ενδιαφέρον και η φροντίς σας να συμμορφωθήτε προς όσα σας έγραψα· και ταύτα ενώπιον του Θεού.
 
Β Κορ. 7,13 Διὰ τοῦτο παρακεκλήμεθα. ἐπὶ δὲ τῇ παρακλήσει ὑμῶν περισσοτέρως μᾶλλον ἐχάρημεν ἐπὶ τῇ χαρᾷ Τίτου, ὅτι ἀναπέπαυται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ὑμῶν·
Β Κορ. 7,13 Δια τούτο ακριβώς έχομεν παρηγορηθεί. Επί πλέον δε κοντά εις την παρηγορίαν σας εχαρήκαμε και ημείς πιο πολύ δια την χαράν που εδοκίμασεν ο Τιτος, επειδή το πνεύμα του έχει αναπαυθή από όλους σας.
 
Β Κορ. 7,14 ὅτι εἴ τι αὐτῷ ὑπὲρ ὑμῶν κεκαύχημαι, οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾿ ὡς πάντα ἐν ἀληθείᾳ ἐλαλήσαμεν ὑμῖν, οὕτω καὶ ἡ καύχησις ἡμῶν ἡ ἐπὶ Τίτου ἀλήθεια ἐγενήθη.
Β Κορ. 7,14 Η χαρά του Τιτου με ικανοποίησε, διότι, εάν έχω κάπως καυχηθη ενώπιον αυτού δια σας, δεν εντροπιάσθηκα, αλλά, όπως όλα με αλήθειαν τα εδιδάξαμεν εις σας, έτσι και η καύχησίς μας δια σας στον Τιτον απεδείχθη αληθινή.
 
Β Κορ. 7,15 καὶ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς ἐστιν ἀναμιμνησκομένου τὴν πάντων ὑμῶν ὑπακοήν, ὡς μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐδέξασθε αὐτόν.
Β Κορ. 7,15 Και η καρδιά του τώρα είναι ακόμη περισσότερον δοσμένη εις σας, διότι ενθυμείται την υπακοήν όλων σας, όπως επίσης και το πως τον εδεχθήκατε με φόβον και τρόμον, μήπως τυχόν και με νέαν τινά αταξίαν τον λυπήσετε.
 
Β Κορ. 7,16 χαίρω ὅτι ἐν παντὶ θαῤῥῶ ἐν ὑμῖν.
Β Κορ. 7,16 Χαίρω, διότι δια το κάθε τι πλέον ημπορω να έχω θάρρος και παποίθησιν εις σας.
 
Β Κορ. 8,1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας,
Β Κορ. 8,1 Φερω δε εις γνώσιν σας, αδελφοί, την δωρεάν, που έχει δώσει ο Θεός εις τας Εκκλησίας της Μακεδονίας (που τας ηξίωσε δηλαδή να προσφέρουν το βοήθημα της αγάπης των στους στερουμένους των αδελφούς).
 
Β Κορ. 8,2 ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθος πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸν πλοῦτον τῆς ἁπλότητος αὐτῶν·
Β Κορ. 8,2 Και πρόκειται όντως περί θείας δωρεάς και ενισχύσεως, διότι ενώ ευρίσκοντο αι Εκκλησίαι αυτά εις μεγάλην δοκιμασίαν θλίψεως, η πλουσία χαρά των δια το καλόν έργον που επρόκειτο να κάμουν και η εσχάτη πτωχεία των, εξεχείλισαν και εφάνησαν θαυμασταί εις την μεγάλην απλοχεριά των και την ολοπρόθυμον γενναιοδωρίαν των.
 
Β Κορ. 8,3 ὅτι κατὰ δύναμιν, μαρτυρῶ, καὶ ὑπὲρ δύναμιν, αὐθαίρετοι,
Β Κορ. 8,3 Βεβαιώνω, ότι έδωκαν, όχι μόνο το κατά δύναμιν, αλλά και υπέρ την δύναμίν των, με ιδικήν των πρωτοβουλίαν, χωρίς κανείς να τους υποχρεώση.
 
Β Κορ. 8,4 μετὰ πολλῆς παρακλήσεως δεόμενοι ἡμῶν τὴν χάριν καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους,
Β Κορ. 8,4 Και με πολλάς θερμάς παρακλήσεις μας ικέτευαν να τους κάμωμεν την χάριν, να συμετάσχουν εις την ιεράν αυτήν υπηρεσίαν της προσφορας και συλλογης βοηθημάτων δια τους πτωχούς Χριστιανούς.
 
Β Κορ. 8,5 καὶ οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ᾿ ἑαυτοὺς ἔδωκαν πρῶτον τῷ Κυρίῳ καὶ ἡμῖν διὰ θελήματος Θεοῦ,
Β Κορ. 8,5 Και δεν έδωσαν, όπως και όσα ημείς ηλπίζαμεν και επεριμέναμεν, αλλ΄ έδωσαν πρώτα τον εαυτόν τους στον Κυριον και έπειτα εις ημάς, κατά το θέλημα του Κυρίου.
 
Β Κορ. 8,6 εἰς τὸ παρακαλέσαι ἡμᾶς Τίτον, ἵνα καθὼς προενήρξατο οὕτω καὶ ἐπιτελέσῃ εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν χάριν ταύτην.
Β Κορ. 8,6 Και αυτό έκαμεν ημάς να παρακαλέσωμεν τον Τιτον, όπως άλλοτε ήρχισεν από την Κορινθον το έργον των εισφορών υπέρ των πτωχών, έτσι και τώρα να ολοκλήρωση και αποτελειώση το γεμάτο χάριν Θεού αυτό έργον μεταξύ σας.
 
Β Κορ. 8,7 ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν παντὶ περισσεύετε, πίστει καὶ λόγῳ καὶ γνώσει καὶ πάσῃ σπουδῇ καὶ τῇ ἐξ ὑμῶν ἐν ἡμῖν ἀγάπῃ, ἵνα καὶ ἐν ταύτῃ τῇ χάριτι περισσεύητε.
Β Κορ. 8,7 Και σεις, λοιπόν, τώρα, όπως εις κάθε τι αγαθόν είσθε πλούσιοι, εις την πίστιν και στον λόγον του Θεού και εις την γνώσιν της αληθείας και εις κάθε καλήν δραστηριότητα και εις την αγάπην σας προς ημάς, φροντίσατε να φανήτε πλούσιοι και γενναιόδωροι και εις την χάριν αυτήν της αγαθοεργίας.
 
Β Κορ. 8,8 οὐ κατ᾿ ἐπιταγὴν λέγω, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑτέρων σπουδῆς καὶ τὸ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γνήσιον δοκιμάζων·
Β Κορ. 8,8 Δεν σας δίδω εντολήν και διαταγήν. Αλλά σας παρουσιάζω το ενδιαφέρον και την δραστηριότητα των άλλων δια το έργον αυτό της φιλανθρωπίας, δια να αποδείξω και παρουσιάσω το γνήσιον της ιδικής σας αγάπης.
 
Β Κορ. 8,9 γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι᾿ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε.
Β Κορ. 8,9 Διότι γνωρίζετε την ανεκτίμητον δωρεάν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δηλαδή ενώ ήτο απείρως πλούσιος εις όλας τας τελειότητας της θείας του υποστάσεως, έγινε πτωχός προς χάριν σας, δια να γίνετε σεις πνευματικώς πλούσιοι με την πτωχείαν εκείνου.
 
Β Κορ. 8,10 καὶ γνώμην ἐν τούτῳ δίδωμι· τοῦτο γὰρ ὑμῖν συμφέρει, οἵτινες οὐ μόνον τὸ ποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ τὸ θέλειν προενήρξασθε ἀπὸ πέρυσι·
Β Κορ. 8,10 Διδω, λοιπόν, απλώς γνώμην στο ζήτημα αυτό, διότι αυτό, το να προσφέρετε με γενναιοδωρίαν, συμφέρει και σας τους ιδίους. Σεις άλλωστε έχετε αρχίσει από πέρυσι, πριν δηλαδή εγώ σας προτρέψω, όχι μόνον να κάνετε έρανον μεταξύ σας, αλλά και είχατε εκδηλώσει πρώτοι την θέλησίν σας δια το καλόν αυτό έργον.
 
Β Κορ. 8,11 νυνὶ δὲ καὶ τὸ ποιῆσαι ἐπιτελέσατε, ὅπως καθάπερ ἡ προθυμία τοῦ θέλειν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιτελέσαι ἐκ τοῦ ἔχειν.
Β Κορ. 8,11 Τωρα, λοιπόν, σύμφωνα με την καλήν σας θέλησιν ολοκληρώσατε με τας εισφοράς σας το καλόν έργον, ώστε όπως εδείχθη η προθυμία της καλής σας θελήσεως, έτσι να ολοκληρωθή και το καλόν έργον με τας συνεισφοράς σας, ανάλογα με όσα έχετε.
 
Β Κορ. 8,12 εἰ γὰρ ἡ προθυμία πρόκειται, καθὸ ἐὰν ἔχῃ τις εὐπρόσδεκτος, οὐ καθὸ οὐκ ἔχει.
Β Κορ. 8,12 Διότι, όταν η προθυμία υπάρχη, τότε είναι κανείς ευπρόσδεκτος με ο,τι έχει, και όχι με ο,τι δεν έχει.
 
Β Κορ. 8,13 οὐ γὰρ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν δὲ θλῖψις, ἀλλ᾿ ἐξ ἰσότητος ἐν τῷ νῦν καιρῷ τὸ ὑμῶν περίσσευμα εἰς τὸ ἐκείνων ὑστέρημα,
Β Κορ. 8,13 Διότι δεν θέλω ποτέ να δώσετε περισσότερα από όσα έχετε, ώστε η εισφορά σας αυτή να γίνη δια μεν τους άλλους άνεσις. δια σας δε στέρησις και στενοχωρία. Αλλά με κανόνα την ισότητα μεταξύ αδελφών, ώστε αυτό που περισεύει εις σας κατά την παρούσαν περίστασιν να έλθη ως συμπλήρωμα εις την στέρησιν εκείνων.
 
Β Κορ. 8,14 ἵνα καὶ τὸ ἐκείνων περίσσευμα γένηται εἰς τὸ ὑμῶν ὑστέρημα, ὅπως γένηται ἰσότης,
Β Κορ. 8,14 Ετσι δε και ο πλούτος της υπομονής και της προσευχής εκείνων προς τον Θεόν να συμπληρώση το ιδικόν σας υστέρημα, δια να γίνη και επί του πνευματικού αυτού πεδίου ισότης μεταξύ σας.
 
Β Κορ. 8,15 καθὼς γέγραπται· ὁ τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασε, καὶ ὁ τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησε.
Β Κορ. 8,15 Οπως άλλωστε έχει γραφή και εις την Παλαιάν Διαθήκην· “εκείνος που εμάζευσε το πολύ μάννα, δεν ημπόρεσε να το κρατήση ως περίσσευμα και εκείνος που εμάζεψε το ολίγον δεν εστερήθη (θαυματουργικώς τους εδόθη το αυτό ποσόν. Αυτή η ισότης που έγινε τότε με θαύμα Θεού, ας γίνη σήμερον μεταξύ σας με την καλήν σας διάθεσιν ως έργον αγάπης).
 
Β Κορ. 8,16 Χάρις δὲ τῷ Θεῷ τῷ διδόντι τὴν αὐτὴν σπουδὴν ὑπὲρ ὑμῶν ἐν τῇ καρδίᾳ Τίτου,
Β Κορ. 8,16 Ευχαριστία και δόξα στον Θεόν, ο οποίος δίδει εις την καρδίαν του Τιτου την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα δια σας.
 
Β Κορ. 8,17 ὅτι τὴν μὲν παράκλησιν ἐδέξατο, σπουδαιότερος δὲ ὑπάρχων αὐθαίρετος ἐξῆλθε πρὸς ὑμᾶς.
Β Κορ. 8,17 Και εδείχθη αυτό το ενδιαφέρον του, διότι την παράκλησίν μου να σας επισκεφθή και σας συμβουλεύση την εδέχθη ευχαρίστως. Επειδή δε και ο ίδιος ήτο προθυμότερος από κάθε άλλην φοράν, ήλθε και από την ιδικήν του θέλησιν προς σας.
 
Β Κορ. 8,18 συνεπέμψαμεν δὲ μετ᾿ αὐτοῦ τὸν ἀδελφὸν οὗ ὁ ἔπαινος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ διὰ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν·
Β Κορ. 8,18 Μαζή του δε εστείλαμεν τον αδελφόν, του οποίου ο έπαινος δια το έργον του Ευαγγελίου διαλαλείται μεταξύ όλων των Εκκλησιών.
 
Β Κορ. 8,19 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ χειροτονηθεὶς ὑπὸ τῶν ἐκκλησιῶν συνέκδημος ἡμῶν σὺν τῇ χάριτι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν πρὸς τὴν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου δόξαν καὶ προθυμίαν ἡμῶν·-
Β Κορ. 8,19 Και όχι μόνον τούτο, αλλά ο αδελφός αυτός επεμαρτυρήθη και ομοφώνως εξελέγη από τας Εκκλησίας ως συνοδοιπόρος και συνεργάτης μας στο έργον τόσον του κηρύγματος όσον και της συλλογής βοηθημάτων δια τους πτωχούς, το οποίον έργον εξυπηρετεται από ημάς, δια να δοξάζεται έτσι αυτός ο Κυριος, να γινώμεθα δε και ημείς προθυμότεροι εις κάθε καλόν έργον.
 
Β Κορ. 8,20 στελλόμενοι τοῦτο, μή τις ἡμᾶς μωμήσηται ἐν τῇ ἁδρότητι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν,
Β Κορ. 8,20 Προσέχομεν όμως τούτο· μήπως τυχόν και μας κατηγορήση κανείς ως απαιτητικούς η ως συμφεροντολόγους εις την πλουσίαν συνεισφοράν σας, η οποία ενεργεται από ημάς.
 
Β Κορ. 8,21 προνοούμενοι καλὰ οὐ μόνον ἐνώπιον Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ἀνθρώπων.
Β Κορ. 8,21 Λαμβάνομεν δε πρόνοιαν και φροντίδα να φερώμεθα κατά τρόπον καλόν και ανεπίληπτον όχι μόνον ενώπιον του Κυρίου, αλλά και ενώπιον των ανθρώπων.
 
Β Κορ. 8,22 συνεπέμψαμεν δὲ αὐτοῖς τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν, ὃν ἐδοκιμάσαμεν ἐν πολλοῖς πολλάκις σπουδαῖον ὄντα, νυνὶ δὲ πολὺ σπουδαιότερον πεποιθήσει πολλῇ τῇ εἰς ὑμᾶς.
Β Κορ. 8,22 Εστείλαμεν δε μαζή με αυτούς τον αδελφόν μας, τον οποίον εις πολλάς περιστάσεις και πολλές φορές τον εδοκιμάσαμεν και τον είδαμεν να είναι πρόθυμος και δραστήριος, τώρα δε είναι ακόμη περισσότερον πρόθυμος ένεκα της μεγάλης πεποιθήσεως και εμπιστοσύνης, που έχει εις την γενναιοδωρίαν σας.
 
Β Κορ. 8,23 εἴτε ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς καὶ εἰς ὑμᾶς συνεργός· εἴτε ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἀπόστολοι ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ.
Β Κορ. 8,23 Είτε υπέρ του Τιτου ομιλούμεν, λέγομεν ότι είναι σύντροφός μας και συνεργάτης μας δια την ιδικήν σας εξυπηρέτησιν· είτε δια τους αδελφούς μας ομιλούμεν, λέγομεν ότι είναι σταλμένοι από τας Εκκλησίας και αποτελούν με τον άγιον βίον των δόξαν Χριστού.
 
Β Κορ. 8,24 Τὴν οὖν ἔνδειξιν τῆς ἀγάπης ὑμῶν καὶ ἡμῶν καυχήσεως ὑπὲρ ὑμῶν εἰς αὐτοὺς ἐνδείξασθε εἰς πρόσωπον τῶν ἐκκλησιῶν.
Β Κορ. 8,24 Τωρα, λοιπόν, την απόδειξιν και επιβεβαίωσιν της αγάπης σας προς ημάς και του ιδικού μας καυχήματος δια σας, αποδείξατέ τα με την συμπεριφοράν σας εις αυτούς, με την βεβαιότητα, ότι αυτή η καλή συμπεριφορά σας αναφέρεται και εις αυτάς ταύτας τας Εκκλησίας, που τους έστειλαν.
 
Β Κορ. 9,1 Περὶ μὲν γὰρ τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους περισσὸν μοί ἐστι τὸ γράφειν ὑμῖν·
Β Κορ. 9,1 Ως προς μεν της ιεράν διακονίαν της συνεισφοράς δια τους πτωχούς αδελφούς θεωρώ περιττόν να σας γράψω.
 
Β Κορ. 9,2 οἶδα γὰρ τὴν προθυμίαν ὑμῶν ἣν ὑπὲρ ἡμῶν καυχῶμαι Μακεδόσιν, ὅτι Ἀχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι· καὶ ὁ ἐξ ὑμῶν ζῆλος ἠρέθισε τοὺς πλείονας.
Β Κορ. 9,2 Διότι γνωρίζω καλά την προθυμίαν σας, δια την οποίαν, δια λογαριασμόν ιδικόν σας, καυχώμαι μεταξύ των Μακεδόνων λέγων, ότι η Αχαΐα είναι από πέρυσι έτοιμη. Και ο ζήλος, που προήλθεν από σας, εκέντησε και παρεκίνησε έντονα τους περισσοτέρους να σας μιμιθούν.
 
Β Κορ. 9,3 ἔπεμψα δὲ τοὺς ἀδελφούς, ἵνα μὴ τὸ καύχημα ἡμῶν τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κενωθῇ ἐν τῷ μέρει τούτῳ, ἵνα, καθὼς ἔλεγον, παρεσκευασμένοι ἦτε,
Β Κορ. 9,3 Εστειλα δε τους αδελφούς εις σας, δια να μη παρουσιασθή κούφιο και χωρίς περιεχόμενον το καύχημά μας δια την προθυμίαν σας στο θέμα τούτο της συνεισφοράς, δια να είσθε προπαρασκευασμένοι, όπως έλεγα στους Μακεδόνας.
 
Β Κορ. 9,4 μήπως ἐὰν ἔλθωσι σὺν ἐμοὶ Μακεδόνες καὶ εὕρωσιν ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους, καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑποστάσει ταύτῃ τῆς καυχήσεως.
Β Κορ. 9,4 Μηπως τυχόν, εάν έλθουν μαζή μου οι Μακεδόνες και σας εύρουν απροετοιμάστους, καταντροπιασθώμεν ημείς, δια να μη είπωμεν ότι και σεις θα εντροπιασθήτε, και αποδειχθή ματαία η καύχησίς μας δια την ιδικήν σας γενναιοδωρίαν.
 
Β Κορ. 9,5 ἀναγκαῖον οὖν ἡγησάμην παρακαλέσαι τοὺς ἀδελφοὺς ἵνα προέλθωσιν εἰς ὑμᾶς καὶ προκαταρτίσωσι τὴν προκατηγγελμένην εὐλογίαν ὑμῶν, ταύτην ἑτοίμην εἶναι, οὕτως ὡς εὐλογίαν καὶ μὴ ὡς πλεονεξίαν.
Β Κορ. 9,5 Εκρινα, λοιπόν, αναγκαίον να παρακαλέσω τους αδελφούς να σας επισκεφθούν ενωρίτερον από εμέ και να οργανώσουν εκ των προτέρων το ζήτημα της ευλογημένης αυτής συνεισφοράς σας, την οποίαν έχω προαναγγείλει στους Μακεδόνας, ώστε όταν θα έλθωμεν να είναι ετοίμη σαν καλόν έργον και καρπός της αγάπης σας, και όχι σαν υποχρεωτική εισφορά μιας φιλαργύρου και πλεονεκτικής καρδίας.
 
Β Κορ. 9,6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει.
Β Κορ. 9,6 Ας γνωρίζετε δε τούτο· ότι εκείνος που στο χωράφι του σπέρνει με τσιγκουνιά λιγοστό σπόρο, θα θερίση και λίγο σιτάρι. Και εκείνος που σπέρνει απλόχερα, θα θερίση πολύν καρπόν. (Ο καθένας δηλαδή θα αμειφθή από τον Θεόν ανάλογα με όσα δίνει, κατά την δύναμίν του πάντοτε).
 
Β Κορ. 9,7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός.
Β Κορ. 9,7 Ο καθένας ας δίδη σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν της καρδίας του, όχι με λύπην η από ανάγκην. Διότι ο Θεός “αγαπά εκείνον, που δίδει με καλωσύνην και γλυκύτητα”.
 
Β Κορ. 9,8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν,
Β Κορ. 9,8 Είναι δε δυνατόν ο Θεός να σας δώση με το παραπάνω κάθε δωρεάν, ώστε πάντοτε, σε κάθε τι, να έχετε κάθε επάρκειαν εις υλικά αγαθά και έτσι να προθυμοποήσθε με το παραπάνω δια κάθε καλόν έργον.
 
Β Κορ. 9,9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν. ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Β Κορ. 9,9 Με τον τρόπον δε αυτόν θα πραγματοποιηθή και εις σας εκείνο που λέγει η Γραφή· “εσκόρπισεν αφθόνως τας ελεημοσύνας του, έδωκεν στους πτωχούς· η αρετή του μένει και διαλαλείται πάντοτε”.
 
Β Κορ. 9,10 ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν·
Β Κορ. 9,10 Ο δε Θεός, ο οποίος “παρέχει εν αφθονία σπόρον στον γεωργόν που σπέρνει, και ψωμί προς τροφήν όλων μας”, είθε να χορηγήση, να ευλογήση και να πληθύνη την σποράν των χωραφιών σας και τα άλλα υλικά αγαθά σας και να αυξήση έτσι τους καρπούς της αγάπης και της καλωσύνης σας προς τους άλλους.
 
Β Κορ. 9,11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·
Β Κορ. 9,11 Ετσι δε να γίνεσθε πλούσιοι εις κάθε καλόν έργον, εις κάθε γενναιοδωρίαν, η οποία συνεργεί δια μέσου ημών, που εξυπηρετούμεν αυτήν την διακονίαν, να εκφράζωνται ευχαριστίαι προς τον Θεόν.
 
Β Κορ. 9,12 ὅτι ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ· -
Β Κορ. 9,12 Διότι η διακονία αυτής της αγαθοεργίας σας, όχι μόνον προλαμβάνει και θεραπεύει με το παραπάνω τας ανάγκας των Χριστιανών, αλλά και γεμίζει την καρδίαν από ευγνωμοσύνην, ώστε να ξεχειλίζουν πλούσιαι ευχαριστίαι προς τον Θεόν.
 
Β Κορ. 9,13 διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας,
Β Κορ. 9,13 Αυτή η εισφορά της αγάπης σας δείχνει ποίοι πράγματι είσθε και οι απολαμβάνοντες τας δωρεάς σας δοξάζουν τον Θεόν, δια την έμπρακτον υποταγήν της ομολογίας σας στο Ευαγγέλιον του Χριστού και δια την γενναιοδωρίαν σας να συμμετέχετε προθύμως εις τας ανάγκας αυτών και εις τας ανάγκας όλων.
 
Β Κορ. 9,14 καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν.
Β Κορ. 9,14 Και αυτοί με τας δεήσεις, τας οποίας για σας κάμνουν προς τον Θεόν, μαρτυρούν πόσον πολύ σας ποθούν δια την πλουσίαν χάριν, που ο Θεός σας έχει δώσει.
 
Β Κορ. 9,15 χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ.
Β Κορ. 9,15 Ευχαριστία δε και δόξα ανήκει στον Θεόν δια την δωρεάν του αυτήν, την οποίαν στόμα ανθρώπου είναι αδύνατον να διηγηθή.
 
Β Κορ. 10,1 Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαῤῥῶ εἰς ὑμᾶς·
Β Κορ. 10,1 Εγώ δε ο ίδιος ο Παύλος προσωπικώς σας παρακαλώ δια της πραότητος και της επιεικείας και της γλυκύτητος του Χριστού, εγώ ο οποίος, όταν είμαι προσωπικώς κοντά σας, είμαι μηδαμινός και ασθενής εις τα μάτια σας, όταν δε απουσιάζω παίρνω θάρρος απέναντί σας και φαίνομαι τόσον τολμηρός.
 
Β Κορ. 10,2 δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαῤῥῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας.
Β Κορ. 10,2 Σας παρακαλώ δε να μη με φέρετε εις την ανάγκην, όταν θα είμαι παρών μεταξύ σας, να χρησιμοποιήσω αυτό το θάρρος, που μου το δίδει η πίστις και η πεποίθησίς μου εις την αποστολήν μου, να κάμω χρήσιν της εξουσίας, την οποίαν λογαριάζω να μεταχειρισθώ με τόλμην εναντίον μερικών, οι οποίοι μας θεωρούν σαν ζώντας και συμπεριφερομένους, όπως οι σαρκικοί άνθρωποι με ιδιοτέλειαν και εμπάθειαν.
 
Β Κορ. 10,3 Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα·
Β Κορ. 10,3 Διότι ημείς αν και ζώμεν όπως όλοι οι άνθρωποι, καθό σάρκα και οστά έχοντες, δεν αγωνιζόμεθα όμως τον καλόν αγώνα με σαρκικά μέσα.
 
Β Κορ. 10,4 τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων·
Β Κορ. 10,4 Διότι τα όπλα του αγώνας μας δεν είναι ευτελή και αδύνατα ανθρώπινα όπλα, αλλά δυνατά ενώπιον του Θεού δια το κρήμνισμα των οχυρωμάτων του εχθρού.
 
Β Κορ. 10,5 λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ,
Β Κορ. 10,5 Και αυτά τα οχυρά, που κρημνίζομεν, είναι τα σοφίσματα και κάθε έπαρσις, και υψηλοφροσύνη, που υψώνεται αλαζονικά, δια να εμποδίζη τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Θεόν. Επί πλέον δε με τα πνευματικά μας όπλα ελκύομεν κάθε καλοπροαίρετον καρδίαν και σαν αιχμάλωτον την παραδίδομεν εις την υπακοήν του Χριστού.
 
Β Κορ. 10,6 καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή.
Β Κορ. 10,6 Και είμεθα έτοιμοι να αποδώσωμεν δικαιοσύνην και να τιμωρήσωμεν κάθε παρακοήν, εφ' όσον και όταν η ιδική σας υπακοή γίνη πλήρης και τελεία.
 
Β Κορ. 10,7 Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.
Β Κορ. 10,7 Σεις όμως βλέπετε ακόμη την επιφάνειαν των πραγμάτων και όχι το βάθος. Εάν κανείς κολακεύεται να πιστεύη, ότι ανήκει στον Χριστόν, ας συλλογισθή πάλιν από τον εαυτόν του και τούτο, ότι, όπως αυτός είναι του Χριστού, έτσι και ημείς είμεθα του Χριστού.
 
Β Κορ. 10,8 ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσωμαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι,
Β Κορ. 10,8 Διότι και αν ακόμη καυχηθώ κάπως περισσότερον δια την εξουσίαν, που έχομεν ημείς οι Απόστολοι και την οποίαν μας έχει δώσει αυτός ο Κυριος, δια να σας οικοδομούμεν εις την πνευματικήν ζωήν και όχι να σας κατακρημνίζωμεν, δεν θα εντροπιασθώ, διότι την αλήθειαν θα είπω.
 
Β Κορ. 10,9 ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν.
Β Κορ. 10,9 Δεν το πράττω όμως, δια να μη φανώ σαν να θέλω με τας επιστολάς μου να σας εκφοβίσω.
 
Β Κορ. 10,10 ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος.
Β Κορ. 10,10 Διότι λέγουν και τούτο οι κατήγοροί μας, ότι αι μεν επιστολαί του είναι καταθλιπτικαί με το βάρος των και αυστηραί με την δύναμιν των ελέγχων· η σωματική του όμως εμφάνισις είναι ασθενής και ο λόγος του σαν ένα τίποτε.
 
Β Κορ. 10,11 τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ.
Β Κορ. 10,11 Αυτός όμως που μας κατηγορεί, ας σκεφθή τούτο· ότι οποίοι είμεθα με όσα γράφομεν εις τας επιστολάς μας, όταν απουσιάζωμεν, τέτοιοι είμεθα και με τα έργα μας, όταν είμεθα παρόντες.
 
Β Κορ. 10,12 Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισι τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν.
Β Κορ. 10,12 Πράγματι δεν έχομεν την τόλμην να συναριθμήσωμεν τους εαυτούς μας η και να τους συγκρίνωμεν με μερικούς, που συσταίνουν τους εαυτούς των ως μεγάλους και ισχυρούς. Αυτοί όμως είναι άνθρωποι που αυτοθαυμάζονται μετρούντες τον εαυτόν των με τους εαυτούς των και συγκρίνοντες τον εαυτόν των προς εαυτούς και δεν καταλαβαίνουν ούτε τι είναι ούτε τι λέγουν.
 
Β Κορ. 10,13 ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν.
Β Κορ. 10,13 Ημείς δε δεν θα καυχηθώμεν κατά τρόπον υπερβολικόν και έξω από την αλήθειαν, αλλά θα καυχηθώμεν σύμφωνα με το μέτρον της δικαιοδοσίας, που εξεχώρισεν εις ημάς ο Θεός σαν περιοχήν της αποστολικής μας δράσεως και που μας έχει αξιώσει να φθάσωμεν μέχρις εις σας.
 
Β Κορ. 10,14 οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ,
Β Κορ. 10,14 Διότι δεν εξυψώνομεν με κενάς καυχησιολογίας τον εαυτόν μας, σαν να μη είχαμεν φθάσει μέχρι και εις την χώραν σας κηρύττοντες το Ευαγγέλιον, διότι τότε θα εψευδόμεθα. Ενώ ημείς λέγομεν την αλήθειαν, διότι εφθάσαμεν πράγματι μέχρις υμών δια το έργον του Ευαγγελίου του Χριστού.
 
Β Κορ. 10,15 οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν,
Β Κορ. 10,15 Οχι, δεν καυχώμεθα έξω από το μέτρον δι' εργασίας και κόπους, που άλλοι έχουν κάμει. Αλλ' έχομεν ελπίδα, καθ' όσον αυξάνει η χριστιανική σας πίστις και ζωη, ότι θα δοξασθώμεν με την ιδικήν σας πρόοδον και ημείς, έντος των ορίων πάντοτε της δικαιοδοσίας και της δράσεως, που μας έχει δοθή από τον Θεόν. Ετσι δε θα εκτείνωμεν την αποστολικήν δράσιν και ακόμη περισσότερον,
 
Β Κορ. 10,16 εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι.
Β Κορ. 10,16 ώστε να κηρύξωμεν το Ευαγγέλιον και εις περιοχάς, που είναι πέραν από τα ιδικά σας σύνορα, εις ανθρώπους προς τους οποίους κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει διδάξει τον Χριστόν, ώστε και πάλιν να μη καυχώμεθα εις ξένην δικαιοδοσίαν δι' έργα, που έχουν πραγματοποιήσει και ετοιμάσει άλλοι.
 
Β Κορ. 10,17 ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω·
Β Κορ. 10,17 Ας εφαρμόζεται και εις ημάς ο λόγος της Γραφής· “εκείνος που καυχάται, ας καυχάται όχι αλαζονικώς, αλλά με ταπείνωσιν αποδίδων στον Κυριον την δόξαν δια τα καλά έργα, που αυτός ο ίδιος ο Θεός του έχει δώσει δύναμιν και χάριν να τα κάμη”.
 
Β Κορ. 10,18 οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν.
Β Κορ. 10,18 Διότι ενάρετος και ευάρεστος στον Θεόν δεν είναι εκείνος ο οποίος αυτοσυσταίνεται και αυτοεγκωμιάζεται, αλλ' εκείνος τον οποίον συσταίνει και εγκωμιάζει ο Θεός.
 
Β Κορ. 11,1 Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ· ἀλλὰ καὶ ἀνέχεσθέ μου·
Β Κορ. 11,1 Θα ήθελα, και το εκφράζω ως ευχήν, να εδείχνατε ανοχήν εις κάποιαν μικράν απερισκεψίαν, που θα κάμω τώρα. Και έχω την πεποίθησιν, ότι θα μου δείξατε αυτήν την ανοχήν.
 
Β Κορ. 11,2 ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ·
Β Κορ. 11,2 Διότι σας αγαπώ υπερβολικά μέχρι του σημείου να σας ζηλεύω με ζηλοτυπίαν σαν εκείνην, με την οποίαν ο Θεός αγαπά και τρόπον τινά ζηλοτυποί τους ανθρώπους. Και τούτο, διότι σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνος προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστόν, δια να παρουσιάσω την ψυχήν σας αγνήν και καθαράν προς αυτόν, ως παρθένον και πνευματικήν νύμφην.
 
Β Κορ. 11,3 φοβοῦμαι δὲ μήπως, ὡς ὁ ὄφις Εὔαν ἐξηπάτησεν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν.
Β Κορ. 11,3 Φοβούμαι όμως μήπως, όπως άλλοτε ο όφις εδελέασε και εξηπάτησε την Εύαν με την πανουργίαν του, έτσι εξαπατήση και σας και διαφθαρούν αι σκέψεις τα φρονήματα του νου και της καρδίας σας και ξεπέσετε από την απλότητα και την ειλικρίνειαν, που πρέπει να έχωμεν προς τον Χριστόν.
 
Β Κορ. 11,4 εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε.
Β Κορ. 11,4 Φοβούμαι μήπως παρασυρθήτε από ψευδοδιδασκάλους. Διότι εάν ο πρώτος τυχόν, που έρχεται ως διδάσκαλος, κηρύσση εις σας άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμεν η, εάν παίρνετε από αυτόν άλλο Αγιον Πνεύμα, το οποίον δεν έχετε λάβει η άλλο Ευαγγέλιον, το οποίον δεν ηκούσατε και δεν επήρατε, δικαιολογημένα θα εδείχνατε ανοχήν και υπομονήν να ακούσετε τον νέον διδάσκαλον.
 
Β Κορ. 11,5 λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων.
Β Κορ. 11,5 Τωρα όμως διατί δίδετε προσοχήν εις αγνώστους και αδοκίμους διδασκάλους; Διατί φρονώ ότι εγώ δεν έχω υπολειφθή καθόλου εις την διδασκαλίαν και στο έργον του Ευαγγελίου (και δεν έχω υπολειφθή καθόλου), ούτε από τους πιο μεγάλους μεταξύ των Αποστόλων.
 
Β Κορ. 11,6 εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ φανερωθέντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς.
Β Κορ. 11,6 Και αν ακόμη παραδεχθώ, ότι είμαι απλούς, άκομψος, χωρίς ρητορείαν εις την διδασκαλίαν μου, δεν είμαι όμως πτωχός και άπειρος κατά την γνώσιν. Αλλ\' εις κάθε περίστασιν, είτε δρων είτε διδάσκων, είτε ενεργών, εφανερώθημεν εις σας (ποίοι είμεθα, ότι δηλαδή δεν είμεθα καθόλου κατώτεροι από τους άλλους Αποστόλους).
 
Β Κορ. 11,7 Ἢ ἁμαρτίαν ἐποίησα ἐμαυτὸν ταπεινῶν ἵνα ὑμεῖς ὑψωθῆτε, ὅτι δωρεὰν τὸ τοῦ Θεοῦ εὐαγγέλιον εὐηγγελισάμην ὑμῖν;
Β Κορ. 11,7 Η μήπως διέπραξα αμαρτίαν κηρύττων το Ευαγγέλιον του Θεού δωρεάν και εταπείνωνα τον εαυτόν μου εργαζόμενος με τα ίδιά μου τα χέρια, δια να υψωθήτε και δοξασθήτε κατά τον Χριστόν;
 
Β Κορ. 11,8 ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ὑμῶν διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐδενός·
Β Κορ. 11,8 Αλλας Εκκλησίας εγύμνωσα παίρνοντας από αυτάς τα μέσα της συντηρήσεώς μου, δια να εξυπηρετήσω όμως σας αδαπάνως. Και όταν εζούσα μεταξύ σας και ευρέθην εις στέρησιν και στενοχωρίαν, δεν επεβάρυνα κανένα σας.
 
Β Κορ. 11,9 τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ὑμῖν ἐμαυτὸν ἐτήρησα καὶ τηρήσω.
Β Κορ. 11,9 Διότι την στέρησίν μου την ικανοποίησαν και την ανεπλήρωσαν με το παραπάνω οι αδελφοί, όταν ήλθαν από την Μακεδονίαν. Και εις κάθε τι επρόσεξα να μη σας γίνω βάρος και στο μέλλον το ίδιο θα προσέξω.
 
Β Κορ. 11,10 ἔστιν ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ἐμοὶ ὅτι ἡ καύχησις αὕτη οὐ φραγήσεται εἰς ἐμὲ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς Ἀχαΐας.
Β Κορ. 11,10 Υπάρχει μέσα μου η αλήθεια του Χριστού και την αλήθειαν σας λέγω πάντοτε. Σας λέγω, λοιπόν, ότι αυτή η καύχησίς μου, που δεν σας έγινα βάρος, δεν θα αποστομωθή και δεν θα ανακοπή ποτέ, όσον εξαρτάται από εμέ, εις τα μέρη της Αχαΐας.
 
Β Κορ. 11,11 διατί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ὑμᾶς; ὁ Θεὸς οἶδεν·
Β Κορ. 11,11 Διατί δεν θα αποστομωθή; Μηπως επειδή δεν σας αγαπώ; Ο Θεός ξεύρει πόσον σας αγαπώ.
 
Β Κορ. 11,12 ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς.
Β Κορ. 11,12 Αυτό δε που κάμνω τώρα, το ότι δηλαδή κηρύττω αδαπάνως το Ευαγγέλιον, θα το κάνω και στο μέλλον, δια να κόψω κάθε αφορμήν εκείνων, που θέλουν να καυχώνται και ζητούν να σας πείσουν ότι ευρίσκονται εις ίσην μοίραν και στο αυτό επίπεδον, που ευρισκόμεθα και ημείς, ισχυριζόμενοι ότι παίρνουν χρήματα από σας, διότι το ίδιον τάχα κάμνομεν και ημείς.
 
Β Κορ. 11,13 οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ.
Β Κορ. 11,13 Διότι οι τοιούτοι κήρυκες είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι εργάται, οι οποίοι υποκρίνονται και παίρνουν την εξωτερικήν μορφήν, ώστε να φαίνωνται ότι τάχα είναι απόστολοι του Χριστού.
 
Β Κορ. 11,14 καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός.
Β Κορ. 11,14 Και αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξον· διότι και αυτός ο ίδιος ο σατανάς υποκρίνεται και μεταβάλλεται μερικές φορές κατά την εμφάνισιν και συμπεριφοράν εις άγγελον φωτός.
 
Β Κορ. 11,15 οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.
Β Κορ. 11,15 Δεν είναι, λοιπόν, μεγάλο πράγμα, εάν και οι υπηρέται του σατανά παρυσιάζωνται υποκριτικά και συμπεριφέρωνται σαν να είναι υπηρέται δικαιοσύνης. Το κατάντημα όμως και το τέλος αυτών θα είναι ανάλογον προς τα πονηρά των έργα.
 
Β Κορ. 11,16 Πάλιν λέγω, μὴ τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι.
Β Κορ. 11,16 Παλιν λέγω και επαναλαμβάνω, ας μη με νομίση κανείς απερίσκεπτον και άκριτον. Ει δ\' άλλως και αν με θεωρήσετε ως απερίσκεπτον, θεωρήσατέ με επί τέλους, δια να καυχηθώ και εγώ ολίγον.
 
Β Κορ. 11,17 ὃ λαλῶ οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως.
Β Κορ. 11,17 Αυτό που θα σας πω δια τον εαυτόν μου δεν το λέγω σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, (ο οποίος διέταξε, ότι και αν τηρήσωμεν όλα όσα είπε, πρέπει πάλιν να λέγωμεν ότι είμεθα άχρηστοι δούλοι). Αλλά θα σας ομιλήσω σαν να παραλογίζωμαι, με την βεβαιότητα όμως ότι εις την πραγματικότητα έχω και εγώ λόγους να καυχώμαι.
 
Β Κορ. 11,18 ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι.
Β Κορ. 11,18 Αφού άλλωστε πολλοί καυχώνται δια τα σωματικά και κοσμικά προσόντα των, θα καυχηθώ και εγώ.
 
Β Κορ. 11,19 ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες·
Β Κορ. 11,19 Διότι γνωρίζω άλλωστε, ότι ευχαρίστως ανέχεσθε εις τους άφρονας να καυχώνται, αν και είσθε συνετοί και φρόνιμοι.
 
Β Κορ. 11,20 ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει.
Β Κορ. 11,20 Και ανέχεσθε πράγματι, εάν κανείς σας υποδουλώνη και σας κάμνη όργανα του, εάν κανείς κατατρώγη τα αγαθά σας, εάν κανείς σας παγιδεύη και σας τυλίγη εις τα σχέδιά του, εάν κανείς αλαζονεύεται απέναντί σας και σας θέτη εις κατωτέραν μοίραν, εάν κανείς σας δέρνη στο πρόσωπον.
 
Β Κορ. 11,21 κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ᾿ ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ.
Β Κορ. 11,21 Προς εντροπήν και ταπείνωσίν μου το λέγω, σαν να υπήρξαμεν ημείς ασθενείς και αδύνατοι μεταξύ σας, και δεν μπορούσαμε τάχα να κάμωμεν όσα οι ψευδαπόστολοι σας έκαμαν. Σας λέγω όμως τούτο· εις οτιδήποτε τολμά να καυχηθή κανείς τολμώ και εγώ-με αφροσύνην το λέγω αυτό.
 
Β Κορ. 11,22 Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ·
Β Κορ. 11,22 Είναι Εβραίοι εκείνοι; Και εγώ είμαι Εβραίος· είναι Ισραηλίται, απόγονοι του Ισραήλ, δηλαδή του πατριάρχου Ιακώβ; είμαι και εγώ. Καυχώνται ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ; Είμαι και εγώ.
 
Β Κορ. 11,23 διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις·
Β Κορ. 11,23 Καυχώνται ότι είναι υπηρέται του Χριστού-ομιλώ σαν παραλογιζόμενος αυτήν την στιγμήν-είμαι εγώ παραπάνω από αυτούς διάκονος του Χριστού. Το απέδειξε όλη μου η ζωή ως Αποστόλος του Χριστού. Διότι εγώ υπεβλήθην εις κόπους περισσοτέρους από οιανδήποτε άλλον· υπέμεινα πληγές αναρίθμητες στο σώμα μου, ερρίφθην εις τας φυλακάς και έμεινα φυκλακισμένος περισσότερον από κάθε άλλον· πολλές φορές αντίκρυσα εμπρός μου τον θάνατον.
 
Β Κορ. 11,24 ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον,
Β Κορ. 11,24 Από τους Ιουδαίους πέντε φορές εμαστιγώθην με σαράντα παρά μίαν μαστιγώσεις κάθε φοράν.
 
Β Κορ. 11,25 τρὶς ἐῤῥαβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθημερὸν ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα·
Β Κορ. 11,25 Τρεις φορές εκτυπήθηκα με ράβδους· μια φορά ελιθοβολήθηκα· τρεις φορές εναυάγησα· επί ένα ημερονύκτιον έμεινα ναυαγός εις την θάλασσαν.
 
Β Κορ. 11,26 ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις·
Β Κορ. 11,26 Εργάσθηκα δια το Ευαγγέλιον του Κυρίου με κουραστικές και μακρές οδοιπορίες πολλές φορές, με κινδύνους από ποτάμια και μάλιστα κατά τον χειμώνα που επλημμύριζαν. Αντίκρυσα κινδύνους από ληστάς, κινδύνους από τους ομοεθνείς μου Εβραίους, κινδύνους από εθνικούς και ειδωλολάτρας, κινδύνους μέσας εις τας πόλεις, κινδύνους μέσα σε έρημες περιοχές, κινδύνους εις την θάλασσαν, κινδύνους εκ μέρους ψευδαδέλφων, που υπεκρίνοντο, ότι είναι Χριστιανοί.
 
Β Κορ. 11,27 ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι·
Β Κορ. 11,27 Εξεπλήρωσα μέχρι σήμερα την αποστολήν μου με κόπον και μόχθον, με αγρυπνίες πολλές φορές, με πείναν και δίψαν, με νηστείες και στερήσεις πολλές φορές, με το ψύχος του χειμώνα και με τα λίγα ρούχα, που είχα για να καλύπτω την γυμνότητά μου.
 
Β Κορ. 11,28 χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπισύστασίς μου ἡ καθ᾿ ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.
Β Κορ. 11,28 Και δια να μη αναφέρω τόσα και τόσα άλλα, με εταλαιπωρούσε και με έρριπτε εις στενοχωρίαν η καθημερινή πίεσις και ενόχλησις εχθρών και φίλων, όπως επίσης και η αγωνιώδης φροντίδα δια τας Εκκλησίας.
 
Β Κορ. 11,29 τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;
Β Κορ. 11,29 Ποιός Χριστιανός ασθενεί και δεν ασθενώ μαζή του και δεν συμπάσχω και εγώ; Ποιός σκοντάπτει και πίπτει και δεν καιομαι και εγώ μέσα εις αυτήν την θλίψιν;
 
Β Κορ. 11,30 εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι.
Β Κορ. 11,30 Εάν όμως πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ δια την ασθένειαν και αδυναμίαν μου μέσα στους πειρασμούς και τους διωγμούς.
 
Β Κορ. 11,31 ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι.
Β Κορ. 11,31 Ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που είναι ευλογημένος και δοξασμένος στους αιώνας, γνωρίζει ότι δεν ψεύδομαι, αλλ' ότι αυτά που θα σας πω είναι απολύτως αληθινά.
 
Β Κορ. 11,32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων,
Β Κορ. 11,32 Εις την Δαμασκόν ο διοικητής ο διωρισμένος από τον βασιλέα Αρέταν εφρουρούσε την πόλιν των Δαμασκηνών, επειδή ήθελε να με συλλαβή·
 
Β Κορ. 11,33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
Β Κορ. 11,33 και από κάποιο παράθυρο, μέσα εις ένα καλάθι πλεγμένο με σχοινί με κατέβασαν έξω από το τοίχος και εξέφυγα από τα χέρια του.
 
Β Κορ. 12,1 Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου.
Β Κορ. 12,1 Να καυχηθώ δια τόσα και τόσα άλλα, που υπέστην και έπραξα δια το Ευαγγέλιον, δεν με συμφέρει από πνευματικής απόψεως. Θα προχωρήσω όμως εις οράματα και αποκαλύψεις, που έλαβα εκ μέρους του Κυρίου.
 
Β Κορ. 12,2 οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ.
Β Κορ. 12,2 Γνωρίζω ένα άνθρωπον, που εζούσε εν Χριστώ, και ο οποίος προ δεκατεσσάρων ετών-είτε ευρίσκετο στο σώμα του κατά την ώραν εκείνην δεν γνωρίζω· είτε ήτο εκτός του σώματος, δεν γνωρίζω, ο Θεός το γνωρίζει-είχεν αρπαγή και αναληφθεί έως τον τρίτον ουρανόν.
 
Β Κορ. 12,3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν·
Β Κορ. 12,3 Και γνωρίζω, ότι αυτός ο άνθρωπος-είτε με το σώμα του έξω από το σώμα του, δεν γνωρίζω, ο Θεός γνωρίζει-
 
Β Κορ. 12,4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
Β Κορ. 12,4 ότι ηρπάγη έως στον παράδεισον και ήκουσε λόγους, τους οποίους ανθρωπίνη γλώσσα δεν ημπορεί να διατυπώση και τους οποίους δεν είναι επιτετραμμένον στον άνθρωπον να τους είπη και τους αποκαλύψη.
 
Β Κορ. 12,5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου.
Β Κορ. 12,5 Δια τον άνθρωπον αυτόν θα καυχηθώ, που τον ετίμησε τόσον πολύ ο Θεός. Δια τον εαυτόν μου όμως δεν θα καυχηθώ, παρά μόνον δια τας ασθενείας μου, όπως αυταί εφάνησαν εις τας περιόδους των διωγμών και των κινδύνων.
 
Β Κορ. 12,6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ.
Β Κορ. 12,6 Εάν όμως θελήσω να καυχηθώ δια τους αγώνας μου και δια τα έργα, τα οποία με την βοήθειαν του Θεού υπέρ του Ευαγγελίου έκαμα, δεν θα είμαι άφρων, διότι θα πω την αλήθειαν. Διστάζω όμως και αποφεύγω να το πράξω, μήπως τυχόν κανείς σχηματίση δι' εμέ ιδέαν ανωτέραν, από ο,τι βλέπεις εις εμέ η απ' ο,τι ακούει από εμέ.
 
Β Κορ. 12,7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι.
Β Κορ. 12,7 Και ένεκα του πολλού πλήθους των αποκαλύψεων, δια να μη υπερηφανεύωμαι, επέτρεψεν ο Θεός και μου εδόθη σκληρό αγκάθι στο σώμα, άγγελος δηλαδή του σατανά, δια να με γρονθοκοπή και να με ταλαιπωρή, ανίατος ασθένεια δια να μη το παρώ επάνω μου.
 
Β Κορ. 12,8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Β Κορ. 12,8 Δια την θλίψιν και δοκιμασίαν αυτήν τρεις φορές παρεκάλεσα τον Κυριον να μου την απομακρύνη.
 
Β Κορ. 12,9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
Β Κορ. 12,9 Και ο Κυριος μου είπε· “σου αρκεί η χάρις μου· διότι η δύναμίς μου φαίνεται ολοένα και τελειοτέρα μέσα εις την ανθρωπίνην αδυναμίαν με τα μεγάλα και θαυμαστά έργα που κατορθώνει”. Με πολύ μεγάλην εσωτερικήν γλυκύτητα και ευχαρίστησιν θα καυχώμαι περισσότερον δια τας ασθενείας μου, ώστε να μένω έτσι εις την ταπεινοφροσύνην, δια να κατοικήση εις εμέ η δύναμις του Χριστού.
 
Β Κορ. 12,10 διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι.
Β Κορ. 12,10 Δια τούτο δοκιμάζω εσωτερικήν χαράν και ευφροσύνην εις τας ασθενείας, εις τας ύβρεις, εις τας ανάγκας, στους διωγμούς, εις τας στενοχωρίας, τας οποίας υφίσταμαι και υπομένω δια τον Χριστόν. Διότι όταν ευρίσκωμαι υπό το κράτος αυτών των ασθενειών, τότε με την χάριν του Θεού γίνομαι και είμαι δυνατός.
 
Β Κορ. 12,11 Γέγονα ἄφρων καυχώμενος! ὑμεῖς με ἠναγκάσατε. ἐγὼ γὰρ ὤφειλον ὑφ᾿ ὑμῶν συνίστασθαι· οὐδὲν γὰρ ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ καὶ οὐδέν εἰμι.
Β Κορ. 12,11 Εγινα ανόητος, που έχω καυχηθή έτσι! Αλλά σεις με αναγκάσατε. Διότι εγώ έπρεπε από σας να συσταίνωμαι, και όχι εγώ να συσταίνω τον εαυτόν μου εις σας. Επειδή, όπως και σεις ξέρετε, δεν έχω υστερήσει εις τίποτε και δεν έχω φανή κατώτερος και από τους πλέον επισήμους μεταξύ των Αποστόλων, αν και εγώ από τον εαυτόν μου δεν είμαι τίποτε.
 
Β Κορ. 12,12 τὰ μὲν σημεῖα τοῦ ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν σημείοις καὶ τέρασι καὶ δυνάμεσι.
Β Κορ. 12,12 Ολα τα γνωρίσματα, που αποδεικνύουν και πιστοποιούν το αξίωμα του Αποστόλου, έχουν πραγματοποιηθή μεταξύ σας από εμέ με κάθε υπομονήν και με θαύματα, με καταπληκτικά έργα και υπερφυσικάς δυνάμεις.
 
Β Κορ. 12,13 τί γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ μὴ ὅτι αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ μοι τὴν ἀδικίαν ταύτην.
Β Κορ. 12,13 Διότι τι είναι εκείνο στον οποίον έχετε νικηθή και έχετε υστερήσει απέναντι των άλλων Εκκλησιών, παρά μόνον το ότι εγώ δεν σας επεβάρυνα με τα έξοδα της συντηρήσεώς μου; Εάν έπταισα εις τούτο, συγχωρήσετέ μου αυτήν την αδικίαν.
 
Β Κορ. 12,14 ᾿Ἰδοὺ τρίτον ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω ὑμῶν· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλὰ ὑμᾶς. οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσιν θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.
Β Κορ. 12,14 Ιδού, τρίτην φοράν τώραν ετοιμάζομαι να έλθω προς σας και δεν θα σας επιβαρύνω. Διότι εγώ δεν ζητώ τα αγαθά τα ιδικά σας, αλλά ζητώ σας τους ιδίους δια τον Χριστόν. Αλλωστε δεν οφείλουν τα τέκνα να θησαυρίζουν δια τους γονείς, αλλ' οι γονείς να θησαυρίζουν δια τα τέκνα.
 
Β Κορ. 12,15 ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, εἰ καὶ περισσοτέρως ὑμᾶς ἀγαπῶν ἧττον ἀγαπῶμαι.
Β Κορ. 12,15 Εγώ δε, σαν πατέρας σας που είμαι, με όλη μου την ευχαρίστησιν θα δαπανήσω για σας χρήματα, αλλά και θα δαπανηθώ ολόκληρος δια την σωτηρίαν των ψυχών σας. Αν και-ας πω αυτό το παράπονον-ενώ εγώ σας αγαπώ περισσότερον, σεις ολιγώτερον με αγαπάτε.
 
Β Κορ. 12,16 Ἔστω δέ, ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς, ἀλλ᾿ ὑπάρχων πανοῦργος δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον.
Β Κορ. 12,16 Εστω, εγώ δεν σας επεβάρυνα, αλλά, όπως λέγουν οι συκοφάνται μου, επειδή είμαι πανούργος, σας επιασα με δολιότητα και σας έφερα με το μέρος μου.
 
Β Κορ. 12,17 μή τινα ὧν ἀπέσταλκα πρὸς ὑμᾶς, δι᾿ αὐτοῦ ἐπλεονέκτησα ὑμᾶς;
Β Κορ. 12,17 Εις ποίον όμως σημείον έδειξα αυτήν την πανουργίαν και δολιότητά μου; Μηπως με κανένα από εκείνους, που σας έχω στείλει, σας επήρα πλεονεκτικώς και με απάτην χρήματα;
 
Β Κορ. 12,18 παρεκάλεσα Τίτον καὶ συναπέστειλα τὸν ἀδελφόν· μήτι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; οὐ τῷ αὐτῷ πνεύματι περιεπατήσαμεν; οὐ τοῖς αὐτοῖς ἴχνεσι;
Β Κορ. 12,18 Παρεκάλεσα τον Τιτον να σας επισκεφθή και μαζή με αυτόν έστειλα και τον αδελφόν. Μηπως ο Τιτος σας εξεγέλασε και σας επήρε χρήματα; Δεν επολιτεύθημεν όλοι απέναντι σας με το αυτό φρόνημα και με τον αυτόν τρόπον; Δεν εβαδίσαμεν όλοι εις τα ίδια ίχνη;
 
Β Κορ. 12,19 Πάλιν δοκεῖτε ὅτι ὑμῖν ἀπολογούμεθα; κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν· τὰ δὲ πάντα, ἀγαπητοί, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν οἰκοδομῆς.
Β Κορ. 12,19 Μηπως πάλιν νομίζετε, ότι απολογούμεθα ενώπιόν σας; Οχι, αλλ\' ομολογούμεν ενώπιον του Θεού, εν Χριστώ Ιησού. Οσα δε λέγομεν και πράττομεν, αγαπητοί, τα κάμνουν χάριν της ιδικής σας πνευματικής προόδου.
 
Β Κορ. 12,20 φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐλθὼν οὐχ οἵους θέλω εὕρω ὑμᾶς, κἀγὼ εὑρεθῶ ὑμῖν οἷον οὐ θέλετε, μήπως ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, καταλαλιαί, ψιθυρισμοί, φυσιώσεις, ἀκαταστασίαι,
Β Κορ. 12,20 Διότι φοβούμαι, μήπως όταν έλθω δεν σας εύρω, όποιους θέλω να σας εύρω, και εγώ ευρεθώ απέναντι σας έτσι που και σεις δεν θέλετε. Φοβούμαι μήπως εύρω μεταξύ σας έριδας, φθόνους, θυμούς, φιλονεικίας και φατριασμούς, κατακρίσεις εναντίον αλλήλων, ψυθυρισμούς εις βάρος των άλλων, αλαζονείας και αποκαταστασίας.
 
Β Κορ. 12,21 μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.
Β Κορ. 12,21 Φοβούμαι μήπως, όταν πάλιν έλθω προς σας, με ταπεινώση ο Θεός, όπως και προηγουμένως, και πενθήσω δια πολλούς από εκείνους, που πιθανόν να έχουν αμαρτήσει προ της νέας μου αυτής επισκέψεως και δεν έχουν μετανοήσει δια την ακαθαρσίαν και την πορνείαν και την ασέλγειαν, που διέπραξαν.
 
Β Κορ. 13,1 Τρίτον τοῦτο ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων καὶ τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα·
Β Κορ. 13,1 Δια τρίτην τώρα φοράν έρχομαι προς σας. Η Γραφή λέγει, ότι “εις την μαρτυρίαν δύο μαρτύρων και τριών θα σταθή και θα είναι έγκυρος κάθε λόγος”. (Και αυτά τα τρία μου ταξίδια έχουν θέσιν τριών μαρτύρων).
 
Β Κορ. 13,2 προείρηκα καὶ προλέγω, ὡς παρὼν τὸ δεύτερον, καὶ ἀπὼν νῦν γράφω τοῖς προημαρτηκόσι καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσιν, ὅτι ἐὰν ἔλθω εἰς τὸ πάλιν οὐ φείσομαι,
Β Κορ. 13,2 Σας το έχω παραγγείλει, σας το λέγω εκ των προτέρων και τώρα. Σας το προείπα αυτοπροσώπως την δευτέραν φοράν και τώρα που είμαι απών σας το λέγω και γράφω προς εκείνους που είχαν αμαρτήσει προηγουμένως και είχαν δεχθή ελέγχους από εμέ, όπως επίσης και εις όλους, που εν τω μεταξύ πιθανόν να παρεσύρθησαν εις την αμαρτίαν και μένουν εις αυτήν, ότι εάν ξαναέλθω δεν θα διστάσω και δεν θα λυπηθώ κανένα,
 
Β Κορ. 13,3 ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν.
Β Κορ. 13,3 επειδή και σεις ζητείτε να πάρετε απόδειξιν εκ μέρους του Χριστού, ο οποίος μένει έντος μου και λαλεί με το στόμα μου και ο οποίος εις σας δεν έχει φανή ασθενής, αλλά πολύ δυνατός με τα χαρίσματα και τα δώρα και τα θαύματα, που έχει κάμει μεταξύ σας δια μέσου ημών των Αποστόλων.
 
Β Κορ. 13,4 καὶ γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλὰ ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς ἀσθενοῦμεν ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν αὐτῷ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ εἰς ὑμᾶς.
Β Κορ. 13,4 Διότι και αν κατά την ασθενή ανθρωπίνην του φύσιν έπαθε και εσταυρώθη, εν τούτοις ζη και δίδει ζωήν εκ της δυνάμεως του Θεού, ως Θεός που είναι και αυτός. Διότι και ημείς οι ίδιοι είμεθα ασθενείς εφ' όσον εν τω ονόματί του διωκόμεθα, όπως εδιώχθη και αυτός, αλλά θα ζήσωμεν μαζή με αυτόν από την δύναμιν του Θεού, την οποίαν θα γνωρίσετε και σεις.
 
Β Κορ. 13,5 Ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε. ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμῖν ἐστιν; εἰ μή τι ἀδόκιμοί ἐστε.
Β Κορ. 13,5 Να εξετάζετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας, εάν είσθε και μένετε εις την αληθινήν και ζωντανήν πίστιν· να δοκιμάζετε συνεχώς τους εαυτούς σας. Η δεν γνωρίζετε τους εαυτούς σας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι έντος υμών; Εκτός εάν είσθε ακατάρτιστοι εις την κατά Χριστόν ζωήν.
 
Β Κορ. 13,6 ἐλπίζω δὲ ὅτι γνώσεσθε ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν ἀδόκιμοι.
Β Κορ. 13,6 Ελπίζω όμως ότι θα γνωρίσετε-και θα σας δοθούν προς τούτο ευκαιρίαι όταν έλθωμεν-ότι ημείς δεν είμεθα ακατάρτιστοι και άξιοι αποδοκιμασίας.
 
Β Κορ. 13,7 εὔχομαι δὲ πρὸς τὸν Θεὸν μὴ ποιῆσαι ὑμᾶς κακὸν μηδέν, οὐχ ἵνα ἡμεῖς δόκιμοι φανῶμεν, ἀλλ᾿ ἵνα ὑμεῖς τὸ καλὸν ποιῆτε, ἡμεῖς δὲ ὡς ἀδόκιμοι ὦμεν.
Β Κορ. 13,7 Εύχομαι δε και παρακαλώ τον Θεόν να μη παρασυρθήτε και πράξετε σεις κανένα κακόν. Οχι διότι θέλω να φανώμεν ημείς οι Απόστολοι δόκιμοι ως έχοντες αρετήν και εξουσίαν από τον Θεόν, αλλά θέλω σεις να κάμνετε το καλόν, ημείς δε να φανώμεν έτσι, ως εάν δεν έχωμεν καμμίαν εξουσίαν, ως εάν είναι άχρηστος η εξουσία, μας να τιμωρούμεν τους πταίοντας.
 
Β Κορ. 13,8 οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας.
Β Κορ. 13,8 Και πράγματι δεν ημπορούμεν τίποτε και δεν έχομεν το δικαίωμα να κάμνωμεν χρήσιν της εξουσίας μας εναντίον εκείνων που ζουν σύμφωνα με την αλήθειαν του Θεού, αλλά εναντίον εκείνων που την καταπατούν, δια να τους παιδαγωγήσωμεν εις την μετάνοιαν.
 
Β Κορ. 13,9 χαίρομεν γὰρ ὅταν ἡμεῖς ἀσθενῶμεν, ὑμεῖς δὲ δυνατοὶ ἦτε· τοῦτο δὲ καὶ εὐχόμεθα, τὴν ὑμῶν κατάρτισιν.
Β Κορ. 13,9 Διότι χαίρομεν, όταν ημείς μεν φαινώμεθα ασθενείς και χωρίς εξουσίαν, σεις δε είσθε ενάρετοι και δυνατοί. Αυτό δε και ευχόμενος τον καταρτισμόν σας εις την κατά Χριστόν ζωήν.
 
Β Κορ. 13,10 Διὰ τοῦτο ταῦτα ἀπὼν γράφω, ἵνα παρὼν μὴ ἀποτόμως χρήσωμαι κατὰ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔδωκέ μοι ὁ Κύριος εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν.
Β Κορ. 13,10 Δια τούτο τώρα που είμαι απών σας γράφω αυτά, ώστε όταν θα είμαι παρών μεταξύ σας, να μη χρησιμοποιήσω απότομον τρόπον, σύμφωνα με το δικαίωμα και την δύναμιν που μου έδωκεν ο Κυριος, δια να καταρτίζω και οικοδομώ και όχι να κρημνίζω.
 
Β Κορ. 13,11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν.
Β Κορ. 13,11 Λοιπόν, αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρηγορείσθε και ενθαρρύνεσθε, έχετε το αυτό φρόνημα, ειρηνεύετε με τον εαυτόν σας και με τους άλλους και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης θα είναι μαζή σας.
 
Β Κορ. 13,12 Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν ἁγίῳ φιλήματι. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἅγιοι πάντες.
Β Κορ. 13,12 Χαιρετήσατε ο ένας τον άλλον με εγκάρδιον και άγιον φίλημα. Σας χαιρετούν όλοι οι εδώ Χριστιανοί.
 
Β Κορ. 13,13 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.
Β Κορ. 13,13 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η μετάδοσις από το Αγιον Πνεύμα των δωρεών του, ώστε να συμμετέχετε εις αυτάς και εις Αυτό, ας είναι πάντοτε μαζή σας. Αμήν.
 
Ἡ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση τοῦ κειμένου εἶναι τοῦ Ἰωάννου Κολιτσάρα. Τό ἠλεκτρονικό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς δημοσιεύεται κατά εὐγενική παραχώρηση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γουμενίσσης (www.imgap.gr).

Γιὰ τὴν Ἀγάπη

Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν' ἀγαπᾶ ἕναν ἀόρατο Θεὸ ἂν πρῶτα δὲ μάθει ν' ἀγαπᾶ τὸ συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπέναντί του. Πρὶν λοιπὸν θέσουμε τὸ ἐρώτημά τοῦ πῶς θὰ φτάσουμε στὸ Θεό, ἂς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ποιὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν πλησίον μας· ἂν ἡ καρδιὰ μας εἶναι κρύα, ἐπιφυλακτικὴ καὶ κλεισμένη, ἂν μᾶς τρομοκρατεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πλησίον μας μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐπιζητοῦμε συνάφεια μὲ τὸ Θεό. Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε τὸ πῶς ν' ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ ζεστή, μιὰ καρδιὰ ζωντανή, μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὸν πλησίον μας καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη τότε, ἀνοιγμένη, μὲ τὴν καθαρότητά της θὰ δεῖ τὸ Θεό.